Ιερός Ναός Αγίων Πάντων Μακεδονίτισσας

Ιερός Ναός Αγίων Πάντων Μακεδονίτισσας
Άγιοι του Θεού πρεσβεύετε υπέρ ημών !

Σάββατο 14 Δεκεμβρίου 2013

Η πορεία της μετανοίας.

 
 
 
Αρχιμ. Σωφρονίου Σαχάρωφ


Στην αρχή της μετάνοιας επικρατεί θλίψη, σύντομα όμως διαπιστώνουμε ότι μπαίνει μέσα μας ενέργεια νέας ζωής, που προκαλεί θαυμαστή αλλοίωση του νου. Αυτή η κίνηση προς μετάνοια εμφανίζεται ως ανεύρεση του Θεού της αγάπης. Ενώπιον του πνεύματος μας διαγράφεται ευκρινέστερα η μεγαλοπρεπής εικόνα του Πρωτοπλάστου Ανθρώπου.

Ατενίζοντας αυτή την ωραιότητα ανακαλύπτουμε ποιά φοβερή διαστροφή έπαθε μέσα μας η πρωταρχική ιδέα του Δημιουργού για μας. Η χάρη της μετάνοιας μας αποκαλύπτει την εικόνα του Υιού του Θεού. Ω, πόσο οδυνηρή είναι η πορεία αυτή! Φλογερή ρομφαία διαπερνά την καρδιά μας .


Και πώς να μιλήσουμε για τη φρίκη, που νοιώθουμε τότε; Και πώς να περιγράψουμε την πράξη αυτή της αναπλάσεώς μας από το Θεό; Η εικόνα του «Μονογενούς και ομοουσίου τω Πατρί Υιού και Λόγου» ανάβει μέσα μας δυνατό πόθο να ομοιωθούμε με Αυτόν σε όλα. Και βρισκόμαστε ξανά στη παράδοξη θέση: Πάσχουμε, αλλά με άλλο πόνο, που πριν μας ήταν άγνωστος. Είναι πόνος που μας εμπνέει, δεν σκοτώνει. Σ’ αυτόν συνυπάρχει άκτιστη δύναμη. Μπαίνουμε στην θεία απειρότητα. Μένουμε εκστατικοί με όσα γεγονότα μας συμβαίνουν. Το μεγαλείο Του μας υπερβαίνει.
Σμικρυνόμαστε όταν το συνειδητοποιήσουμε, συγχρόνως δε έρχεται ο Θεός να μας αγκαλιάσει, όπως ο Πατέρας της ευαγγελικής περικοπής. Ο φόβος και ο τρόμος αποχωρούν δίνοντας τη θέση τους στην παρουσία του Θεού. Ο Πατέρας, μας ντύνει με πολύτιμα ρούχα, μας στολίζει με ουράνιες δωρεές, καλύτερη των οποίων είναι η αγάπη που όλα τα σκεπάζει. Ο πρώτος πόνος της μετάνοιάς μας, μεταβάλλεται σε χαρά και γλυκύτητα αγάπης. Τώρα η αγάπη παίρνει νέα μορφή: την ευσπλαχνία σε κάθε κτίσμα που στερείται το θείο Φως.

Ο ενθουσιασμός είναι μεγάλος, και ακόμα περισσότερο από το γεγονός ότι αρχίζουμε να κατανοούμε το θέλημα του Θεού, βλέπουμε τους εαυτούς μας στο δρόμο της δημιουργικής πορείας του Ίδιου του Θεού. Συνεργασθήκαμε μαζί Του για την ανόρθωσή μας από την πτώση και την παραμόρφωση και να μας κάνει συνεργάτες Του, «εις το Αυτού γεώργιον». Αυτή είναι η πορεία της «εν Πνεύματι» αναγεννήσεώς μας με την μετάνοια.



Σάββατο 7 Δεκεμβρίου 2013

Εκοιμήθη ο γέροντας Γαβριήλ

 

Στα χέρια του Θεού βρίσκεται από το απόγευμα μια από τις πιο σημαντικές πνευματικές μορφές της του Κυπριακού μοναχισμού.
Ο πνευματικός καθοδηγητής της κατεχόμενης μονής του ιδρυτή και προστάτη της Εκκλησίας της Κύπρου ο γέροντας Γαβριήλ εκοιμήθει βυδίζοντας στο πένθος την αδελφότητα της Ιστορικής Μονής την Εκκλησία της Κύπρου καθώς και χιλιάδες πιστούς.
Ο γέροντας Γαβριήλ υπήρξε για χρόνια ολόκληρα ο συνδετικός κρίκος της Μονής με τους πιστούς στις ελεύθερες περιοχές.
Παρά το προχωρημένο της ηλικίας του και παρά τα προβλήματα υγείας που αντιμετώπιζε έσερνε κάθε χρόνο στις 11 Ιουνίου ημερομηνία που πανηγυρίζει ο Άγιος και προστάτης της εκκλησίας μας τα βήματά του έως στην κατεχόμενη Σαλαμίνα για να προσκυνήσει την εικόνα του Αγίου.
Ιστορική μέρα για την μονή η 10 Ιουνίου 2007 όπου μετά από 29 χρόνια απέκτησε και πάλι πνευματικό καθοδηγητή. Η χειροθεσία, και ενθρόνιση, του νέου ηγουμένου, πραγματοποιήθηκε από τον Αρχιεπίσκοπο Χρυσόστομο, κατά τη διάρκεια του εσπερινού για τη  Θρονική εορτή της εκκλησίας της Κύπρου, στον Ιερό Ναό Αποστόλου Βαρνάβα στη Δασούπολη.
Η ενθρόνιση πραγματοποιήθηκε, στη παρουσία μελών της Ιεράς Συνόδου, της αδελφότητας του μοναστηριού, και πλήθους πιστών. Την επομένη ο γέροντας Γαβριήλ εισήλθε στην ιστορική μονή ως ηγούμενος.
Μαζί  με τον ιερομόναχο Διονύσιο και τον Μητροπολίτη Κωνσταντίας και Αμμοχώστου Βασίλειο παλαιά μέλη της αδελφότητας της μονής γιόρτασαν την μνήμη του Αγίου.
Ο ίδιος, μετά την θεία λειτουργία στην κατεχόμενη Μονή,  ευχαρίστησε τον Θεό και τον Απόστολο Βαρνάβα, που τον αξίωσαν να λειτουργήσει και τότε. στο αγαπημένο του μοναστήρι. “Ελπίζω στο Θεό και στη χάρη του Αγίου, ότι η σημερινή μέρα που τόσο μας χαροποιεί, ότι θα μας φέρει πολλά, και αυτή η Μονή θα ελευθερωθεί, και θα λειτουργήσει”.
Δίπλα του ο Μητροπολίτης Κωνσταντίας, ο οποίος δεν έχει διαγραφεί από το μοναχολόγειο της Μονής. Στην αδελφότητα της Μονής προστέθηκαν ήδη τρία νέα μέλη. Ο Ηρακλείδιος, ο Κλεόπας, και ο δόκιμος Μοναχός, Χρίστος Καϊμακλιώτης.


 

Δευτέρα 2 Δεκεμβρίου 2013

Όσιος Πορφύριος Καυσοκαλυβίτης († 2 Δεκεμβρίου 1991)

 

Ο Όσιος Πορφύριος γεννήθηκε το 1906 στον Άγιο Ιωάννη Καρυστίας Ευβοίας και βαπτίσθηκε Ευάγγελος.Στο σχολείο φοίτησε μόνον δύο χρόνια. Η ασθένεια του δασκάλου και η φτώχεια της οικογένειάς του τον έσπρωξαν να εργασθεί βόσκοντας τα λίγα ζώα της. Λίγο αργότερα,περίπου εννέα χρονών παιδάκι, εργάστηκε στο ανθρακωρυχείο της περιοχής και μετά σ΄ ένα παντοπωλείο γνωστού της οικογένειας, στον Πειραιά. Ο πατέρας του είχε πάει να δουλέψει στη διόρυγα του Παναμά, για να συντηρήσει την οικογένειά του.
Στα χέρια του οκτάχρονου τσοπανόπουλου είχε φτάσει ένα φυλλαιάκι με τον βίο του Αγίου Ιωάννη του Καλυβίτη, το οποίο διάβαζε συλλαβιστά. Αυτός ο Άγιος είχε συγκινήσει τον μικρό Ευάγγελο και του είχε δημιουργήσει τον πόθο να τον μιμηθεί. Έτσι, γύρω στα δώδεκα χρόνια του, ξεκίνησε μόνος του κρυφά για το Άγιον Όρος και στο πλοίο συνάντησε τον μετέπειτα Γέροντά του, ιερομόναχο Παντελεήμονα, τον πνευματικό,που ασκήτευε στην καλύβη του Αγίου Γεωργίου στη Σκήτη Καυσοκαλυβίων του Αγίου Όρους.


Σ΄ αυτόν τον Γέροντα και τον αυτάδελφό του μοναχό Ιωαννίκιο, ο νεαρός δόκιμος έκανε χαρούμενη και άκρα υπακοή και έτσι σε λίγα χρόνια αξιώθηκε να καρεί μοναχός και να μάθει έμπρακτα τα μυστικά της πνευματικής ζωής.


Αποτέλεσμα της μεγάλης αγάπης του στον Χριστό και στους γέροντές του, της υπακοής και της ασκήσεως του, ήταν να τον επισκεφθεί η Χάρη του Θεού και να του δοθεί σε νεαρή ηλικία το χάρισμα της διοράσεως, δηλαδή της δυνατότητας να βλέπει, όταν η Χάρη του Θεού ενεργούσε, τα αόρατα πράγματα ή πνεύματα ή γεγονότα του παρελθόντος και του παρόντος και μερικές φορές και τα μέλλοντα.


Στο Άγιον Όρος ασθένησε από πλευρίτιδα γύρω στα 18 του χρόνια και οι γέροντές του τον έστειλαν σε μοναστήρι στον κόσμο για θεραπεία. Σ΄ αυτό το μοναστήρι στην Εύβοια τον γνώρισε ο Αρχιεπίσκοπος Σινά Πορφύριος και αφού διεπίστωσε ότι ο Θεός τον είχε επισκιάσει με τη Χάρη Του, τον χειροτόνησε ιερέα σε ηλικία 20 ετών. Μετά από ένα μικρό διάστημα ο Μητροπολίτης της περιοχής τον κατέστησε πνευματικό και έτσι έθεσε στην υπηρεσία των πιστών το χάρισμα της διοράσεως, με το οποίο ο Θεός είχε χαριτώσει τον δοΰλο του Πορφύριο. Με το χάρισμα αυτό, ο νεαρός ιερομόναχος και πνευματικός Πορφύριος βοηθούσε τους ανθρώπους να γλιτώσουν από διάφορες πλεκτάνες του πονηρού, να καταλάβουν τί γίνεται στην ψυχή τους, να μην πιστεύουν στις άπατες των μαγισσών που με το πρόσχημα οτι θα τους λύσουν τα μάγια τους απομυζούσαν τις οικονομίες τους, να διαπιστώνουν και να θεραπεύουν τις σωματικές τους ασθένειες και τα αίτια τους και γενικά να δούν και να καταλάβουν πράγματα που θα τους βοηθούσαν στη ζωή τους.


Το 1940 διορίστηκε εφημέριος στην Πολυκλινική Αθηνών, στην οδό Σωκράτους, κοντά στην πλατεία Ομονοίας. Σ΄ αυτή τη θέση παρέμεινε 33 χρόνια, εξομολογώντας τους ασθενείς και άλλους, προσευχόμενος, συμβουλεύοντας και όχι λίγες φορές θεραπεύοντας με την προσευχή και τη Χάρη του Θεού ασθενείς που ζητούσαν τη βοήθεια του. Παρ΄ όλον δε ότι έκρυβε επιμελώς τα χαρίσματα του, είχε γίνει γνωστός σε κάποιον σχετικώς περιορισμένο αριθμό πιστών που σιγά-σιγά μεγάλωνε.


Το 1950 νοίκιασε το εγκαταλελειμμένο μοναστηράκι του Αγίου Νικολάου Καλλισίων στην Πεντέλη και μέχρι το 1978 καλλιεργούσε την περιοχή του. Το 1979 εγκατεστάθηκε στο Μήλεσι Αττικής, κοντά στον Ωρωπό, όπου άρχισε, αφού έλαβε τις νόμιμες άδειες, να κτίζει το Ησυχαστήριο της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος. Σ΄ αυτό δεχόταν επισκέπτες κάθε κατηγορίας και τηλεφωνήματα από όλα τα μέρη του κόσμου, για διάφορα προβλήματα και συμβούλευε, ευχόταν, εξομολογούσε και θεράπευε τις ψυχές και πολλές φορές και τα σώματα των ανθρώπων.


Τον Ιούνιο του 1991,προαισθανόμενος το τέλος του, και μή θέλοντας να κηδευθεί με τιμές, αναχώρησε για το καλύβι του Αγίου Γεωργίου στα Καυσοκαλύβια του Αγίου Όρους, όπου είχε καρεί μοναχός πριν από περίπου 70 χρόνια και στις 4:31΄ το πρωΐ της 2-12-1991παρέδωσε το πνεύμα στον Κύριο, που τόσο αγάπησε στη ζωή του. Εκεί ετάφη σε έναν απλό καλογερικό τάφο με την παρουσία μόνο των συμμοναστών του, διότι είχε παραγγείλει από μεγάλη ταπείνωση να αναγγελθεί η κοίμησή του μόνον μετά την ταφή του. Τώρα σ΄ αυτόν τον τάφο αναπαύεται άλλος μοναχός, τα δε λείψανα του Γέροντος Πορφυρίου κατ΄ εντολήν του προς τους υποτακτικούς του, έχουν αποκρύβει σε απρόσιτο μέρος.


Τα κύρια χαρακτηριστικά του


Τα κύρια χαρακτηριστικά του Γέροντος Πορφυρίου σε όλη τη ζωή του ήταν η άκρα ταπείνωσή του, η τέλεια αγάπη του στον Χριστό και τον συνάνθρωπο, η αίσθηση του ότι ανήκει στην Εκκλησία, με μία απόλυτη υπακοή σ΄ αυτήν εν Χριστώ και με μία απόλυτη ενότητα με όλους και η βίωση της αθανασίας και της ελευθερίας από τον φόβο και την κόλαση από αυτή εδώ τη ζωή. Σ΄ αυτά πρέπει να προστεθούν η αγόγγυστη υπομονή του στους αφόρητους πόνους, η σοφή διάκρισή του, η ασύλληπτη διόρασή του, η απέραντη φιλομάθειά του, η εκπληκτική ευρύτητα των γνώσεών του που ήταν καρπός της Χάρης και δώρο Θεού και όχι αποτέλεσμα σπουδής, η ανεξάντλητη φιλοπονία και εργατικότητα του, η αδιάλειπτη ταπεινή και για τον λόγο αυτόν αποτελεσματική προσευχή του, το ακραιφνώς ορθόδοξο, αλλά όχι φανατικό φρόνημά του, οι επιτυχείς συμβουλές του, η πολυμέρεια των διδαχών του, η βαθύτατη ευλάβειά του,το ιεροπρεπέστατο των ακολουθιών που τελούσε, και η μεγάλη φροντίδα του να κρατηθεί μυστική η εκτεταμένη προσφορά του.


Τα ουσιώδη


Προσπαθώντας να εμβαθύνουμε στα ουσιώδη στοιχεία που συγκροτούσαν την προσωπικότητα του Γέροντος Πορφυρίου καταλήξαμε στο συμπέρασμα ότι αυτά ήταν: πρώτον, η ενταξή του στην Εκκλησία κατά έναν ουσιαστικό και όχι τυπικό τρόπο, δεύτερον, η απέραντη αγάπη του στον Χριστό και δι΄ Αυτού στον συνάνθρωπο, που συνοδευόταν από αγία ταπείνωση, τρίτον, η βίωση της εν Χριστώ μυστικής χαράς και τέταρτον η βίωση της εν Χριστώ αθανασίας.


α) Η ένταξη στην Εκκλησία


Ο Γέρων Πορφύριος έλεγε μαζί με όλους τους Αγίους ότι ο Χριστός πρέπει να είναι μέσα στην Εκκλησία.Αυτό σημαίνει ενωμένος με τον Χριστό και με όλους τους ανθρώπους του Χριστού και προπαντός με τον αρχιερέα Του, που επέχει τόπο και τύπο Χριστού. Αλλά αυτό,το να είναι κανείς μέσα στην Εκκλησία δεν είναι κάτι τυπικό. Αυτό άλλωστε πρέπει να σημαίνει η διαθήκη του, στην όποια μας εύχεται να μπούμε στην επίγεια άκτιστη Εκκλησία του Θεού, παρ΄ όλον που επιφανειακά σκεπτόμενοι θα του απαντούσαμε ότι είμαστε ήδη στην Εκκλησία, αφού είμαστε βαπτισμένοι.


Πράγματι είμεθα μέσα στην Εκκλησία, αλλά τόσο μόνο όσο είναι μέσα στην Ελλάδα ο ξένος ταξιδιώτης που πέρασε τα σύνορα της κατά ένα-δύο βήματα. Αυτός, αν και είναι στην Ελλάδα τυπικά και ουσιαστικά και μπορεί να ταξιδέψει παντού σ΄ αυτήν και να τη γνωρίσει όλη, όμως είναι σαν να μην είναι, αφού μόνο δυο βήματα πέρασε στο εδαφός της και τίποτε δεν ξέρει ακόμη από Ελλάδα. Έτσι και ο Χριστιανός που μια φορά πέρασε την πόρτα της Εκκλησίας και μπήκε μέσα σ΄ αυτήν, είναι ουσιαστικά σαν να μην μπήκε, άμα δεν προχωράει διαρκώς βαθύτατα σ΄ αυτήν μέχρι να φθάσει στον θρόνο του Θεού.


Ο Γέροντας είχε δει στην πράξη ότι η Χάρη του Θεού ενεργεί μέσα στην Εκκλησία, ότι οι πιστοί πρέπει να είναι μεταξύ τους ενωμένοι σαν ένα σώμα, το σώμα του Χριστού, ότι κανείς δεν μπορεί να σωθεί όταν ζητά μόνο την ατομική του σωτηρία, ότι η ενότητα ως αίτημα, πόθος και βίωμα του πιστού είναι βασικό στοιχείο της Εκκλησίας και προϋπόθεση της σωτηρίας και ότι η αγάπη, που ωθεί την ψυχή στην ενότητα, είναι απαραίτητη, για να μπει κανείς στην κοινότητα που συνιστά την επίγεια άκτιστη Εκκλησία και να σωθεί εκεί.


β) Η αγάπη


Η κινητήρια δύναμη για τη δημιουργία συμμέτοχων στην ύπαρξη και στη χαρά, για τη μετάδοση της ζωής, είναι η αγάπη. Αυτός που σκέπτεται ότι ο νέος άνθρωπος θα του στερήσει κάτι από την άνεσή του και τη χαρά του δεν σκέπτεται όπως ο Θεός, ο οποίος δημιούργησε το ανθρώπινο Γένος, παρ΄ όλον ότι αυτό Τον παρεπίκρανε (ανθρωποπαθώς μιλώντας). Η μόνη διάθεση, λοιπόν, που αρμόζει σε ανθρώπους πλασμένους εικόνα και καθ΄ ομοίωσιν Θεού, είναι η αγάπη, δηλαδή το άνοιγμα της καρδιάς στο άλλο πρόσωπο,στο Σύ του Θεού και στο σύ του συνανθρώπου.


Υπάρχουν πολλοί τρόποι με τους όποιους προσπαθεί η Εκκλησία να πείσει τους ανθρώπους να βαδίσουν στον σωστό δρόμο. Όμως ο βασιλικός δρόμος της ευαίσθητης, ποιητικής και ευγενικής ψυχής που σου υπεδείκνυε ο Γέρων Πορφύριος είναι ο δρόμος της αγάπης, του θείου έρωτα προς τον Ιησού Χριστό και η ανιδιοτέλεια, δηλαδή η αδιαφορία για το αν η αγάπη σου στον Χριστό συνεπάγεται χαρές ή οδύνες. Είναι δρόμος γεμάτος αρχοντιά και ανωτερότητα, χωρίς μιζέριες, υπολογισμούς και φόβους, λεβέντικος και άξιος του θείου μεγαλείου και της απόλυτης εμπιστοσύνης στη φιλική διάθεση του Χρίστου που μας αγαπά.


Αυτό συνεπάγεται και μία ωραία μεθόδευση του πνευματικού αγώνα του χριστιανού, την οποία συχνά-πυκνά και με πολλά παραδείγματα ανέπτυσσε. Ας θυμηθοΰμε μερικά:


- Όταν είσαι σ΄ ένα κατασκότεινο δωμάτιο, μή χτυπάς το σκοτάδι για να το διώξεις. Δεν φεύγει έτσι.Άνοιξε το παράθυρο στο φως, δηλαδή δώσου στην αγάπη του Χριστού και τότε χωρίς κόπο φεύγει το σκοτάδι.


- Όταν έρχεται ο κακός λογισμός, η μελαγχολική σκέψη, ο φόβος, ο πειρασμός να σε καταλάβει, μην πολεμάς μαζί τους να τα διώξεις. Άνοιξε τα χέριά σου στην αγάπη του Χριστού και σε παίρνει στην αγκαλιά του και χάνονται αυτά μόνα τους.


- Όταν ο κήπος της ψυχής σου είναι γεμάτος αγκάθια (πάθη), μην προσπαθείς να τα ξεριζώσεις και βρίσκεσαι διαρκώς τραυματισμένος και μολυσμένος από την ασχολία σου μαζί τους. Δώσε όλη τη δύναμη σου στα λουλούδια της ψυχής σου, πότισέ τα, και τότε τ΄ αγκάθια θα ξεραθούν μόνα τους. Και το καλύτερο λουλούδι είναι η αγάπη σου στον Χριστό. Αν ποτίσεις αυτήν και αναπτυχθεί, όλα τα αγκάθια μαραίνονται.


γ) Η χαρά


Ο Γέρων Πορφύριος αγαπούσε όλους με την αγάπη του Χριστού που είναι μοναδική για τον καθένα. Αλλά η πλούσια καρδιά του Χριστού και όσων ομοιώθηκαν μ΄ Αυτόν, μπορεί ν΄ αγαπά με μοναδικό τρόπο τον κάθε άνθρωπο, που είναι εικόνα του αγαπημένου Χριστού. Και η αγάπη αυτή ελκύει τη Θεία Χάρη, που επιπίπτει στον άγαπώντα σαν χαρά μεγάλη και ανεξάντλητη. Αυτός που αγαπά είναι χαρούμενος, γιατί η αγάπη είναι δόσιμο και το δόσιμο συνεπάγεται τη μακαριότητα, όπως είπε ο Κύριος (μακάριόν έστι μάλλον διδόναι ή λαμβάνειν, Πράξ. 20,35). Έτσι ζούσε ο Γέροντας στη χαρά που κανείς,ούτε οι πόνοι ούτε οι θλίψεις, δεν αφαιρεί από εκείνον που είναι δοσμένος στην αγάπη του Χριστού. Ο Γέροντας Πορφύριος, ζώντας μέσα στην αγάπη του Χριστού είχε διαπιστώσει εμπειρικά αυτό που γράφει ο Άγιος Ιωάννης ο Ευαγγελιστής: «η τελεία αγάπη έξω βάλλει τον φόβον» (Α’ Ίω. 4,18) και γι΄ αυτό λέει σε μια ηχογραφημένη συνομιλία του με έμφαση και με γεμάτη πραότητα βεβαιότητα «Ο φίλος, ο αδελφός (ο Χριστός)…! Πώς το φωνάζει αυτό όμως…! και πόσο…! Τί βάθος κρύβεται μέσα σ’ αυτό…! Πολύ βάθος! Δηλαδή είναι το θάρρος. Δεν θέλει τον φόβο ο Χριστός, δεν τόνε θέλει τον φόβο!»


δ) Η αθανασία


Η νίκη πάνω στον θάνατο, η αίσθηση και η βεβαιότητα της αθανασίας είναι ένα βίωμα κοινό σε όλους τους Αγίους και στον Γέροντα Πορφύριο. Λέγει στην προαναφερθείσα ηχογραφημένη συνομιλία του: «Ο άνθρωπος του Χριστού πρέπει ν΄ αγαπήσει τον Χριστό, κι όταν αγαπήσει τον Χριστό απαλλάττεται από τον διάβολο, από την κόλαση και από τον θάνατο». Δεν είναι αυτά λόγια ειπωμένα από κάποιον που συνέλαβε αυτή την αλήθεια με τη σκέψη του. Είναι λόγια βγαλμένα από ένα αληθινό προσωπικό βίωμα και γι΄ αυτό έχουν την αξία μαρτυρίας αυτόπτη μάρτυρα. Δεν αλλάζει το πράγμα από το γεγονός ότι ο Γέροντας Πορφύριος από ταπείνωση και βαθιά αίσθηση της ανθρώπινης ασθένειάς μας λέγει ότι δεν έχει φθάσει σε αυτή την κατάσταση.Μάλλον ενισχύεται η αξιοπιστία του, διότι δεν είναι πλέον ένας που νομίζει ότι έφθασε κάπου. «Δεν έχω φθάσει, αυτό ζητάω, αυτό θέλω. Και στη σιωπή μου και παντού προσπαθώ να ζήσω σ΄ αυτά. Δεν τα ζω όμως, …προσπαθώ. Δηλαδή, πως να σου πω, πως να σας πώ; Δεν έχω πάει σ΄ ένα μέρος, έτσι… ή πήγα μια φορά, το είδα,τώρα δεν είμαι εκεί, αλλά το θυμάμαι, το λαχταράω, το θέλω. Να τώρα, αυτή τη στιγμή, αύριο, μεθαύριο, κάθε στιγμή μούρχεται και το θέλω. Θέλω να πάω εκεί,το ζητάω. Δεν είμαι όμως εκεί… Ναι, αλλά ζω μέσα σ΄ αυτή την προσπάθεια…»


Βεβαιοί ο Άγιος Γρηγόριος ότι το ευρείν τον Θεόν έγκειται εις το αεί Αυτόν ζητείν. Δεν υπάρχει καλύτερη και εγκυρότερη επιβεβαίωση ότι ο Γέρων Πορφύριος βρήκε τον Θεό, και ότι ο δρόμος της αγάπης που μας υποδεικνύει είναι ο συντομότερος, ο ασφαλέστερος και ο καλύτερος για να μας βρει και μας ο Θεός και να περιμαζέψει τον καθένα μας,σαν το ένα απολωλός πρόβατο, με χαρά και με αγάπη και να μας οδηγήσει από αυτήν εδώ τη ζωή στην επίγεια άκτιστη Εκκλησία Του, που είναι χώρα αγάπης, χαράς,ειρήνης και αθανασίας.


Γένοιτο, Κύριε, δι΄ ευχών του δούλου Σου Πορφυρίου. Αμήν.





Πηγή: Γεωργίου Αρβανίτη, τ. Προέδρου Εφετών,


Ο Γέρων Πορφύριος ο Καυσοκαλυβίτης,


σελ. 134-139,


Τεύχος 2ο, Περιοδικό Πεμπτουσία,


Απρίλιος – Ιούλιος 2000

Κυριακή 1 Δεκεμβρίου 2013

Σύντομος Βίος του Αγίου Πορφυρίου

 

Ο άγιος – πλέον – Πορφύριος γεννήθηκε στην Εύβοια, στον Άγιο Ιωάννη Καρυστίας, στις 7 Φεβρουαρίου 1906. Το κοσμικό του όνομα ήταν Ευάγγελος και ήταν το τέταρτο από τα πέντε παιδιά μιας φτωχής και ευσεβούς αγροτικής οικογένειας. Ο πατέρας του αναγκάστηκε να ξενιτευτεί και εργάστηκε στην κατασκευή της Διώρυγας του Παναμά. Ο μικρός Ευάγγελος πήγε στο σχολείο μόνο για δύο χρόνια, καθώς άρχισε να εργάζεται, αρχικά σε ανθρακωρυχείο της Εύβοιας και κατόπιν σε παντοπωλεία της Χαλκίδας και του Πειραιά.

Σε ένα παντοπωλείο διάβασε το βίο του αγ. Ιωάννη του Καλυβίτη και εντυπωσιάστηκε τόσο πολύ, που απέκτησε μεγάλο ζήλο για το μοναχικό βίο. Σε ηλικία 13 περίπου ετών πήγε στο Άγιο Όρος και καθ’ οδόν γνωρίστηκε με τον ιερομ. Παντελεήμονα τον Πνευματικό, τον κατοπινό του Γέροντα. Ο Παντελεήμων τον παρουσίασε σαν ανεψιό του, για να μπορέσει να εισέλθει στην Αθωνική Πολιτεία.

Ο νεαρός Ευάγγελος έζησε μαζί με το Γέρ. Παντελεήμονα και τον π. Ιωαννίκιο στην καλύβη του Αγ. Γεωργίου στα Καυσοκαλύβια. Έδειξε μεγάλο ζήλο στα καθήκοντά του, τόσο στο ναό και τη μελέτη, όσο και στις πολλές χειρωνακτικές εργασίες της καλύβης. Όπως έλεγε αργότερα ο ίδιος, δούλευε διαρκώς, για να μη μένει αργός και εφάμαρτος ο λογισμός του. Μετά από λίγο καιρό εκάρη μοναχός με το όνομα Νικήτας.

Οι έντονοι ασκητικοί αγώνες του σύντομα καρποφόρησαν και απέκτησε ως δωρεά της θείας χάριτος το διορατικό χάρισμα. Παράλληλα, όμως, οι κακουχίες της ασκητικής ζωής και η σωματική εξασθένιση από τον υποπιασμό της σάρκας, τον οδήγησαν στην προσβολή από μία σοβαρή πλευρίτιδα. Αναγκάστηκε, έτσι, να εγκαταλείψει τον Άθω και σε ηλικία 19 ετών μετέβη στην Ι. Μονή Αγ. Χαραλάμπους Λευκών Ευβοίας, μέχρι να αποκατασταθεί η υγεία του.

Σε ηλικία 21 ετών γνωρίστηκε με τον Αρχιεπίσκοπο Σινά Πορφύριο, ο οποίος εντυπωσιάστηκε από την πνευματική καλλιέργεια του νεαρού μοναχού και στις 26 Ιουλίου του 1926 τον χειροτόνησε διάκονο, ενώ την επομένη, του Αγ. Παντελεήμονος, τον προεχείρισε στο βαθμό της ιερωσύνης, δίνοντάς του το όνομα Πορφύριος.

Λίγο αργότερα χειροθετήθηκε Πνευματικός και διακόνησε σε διάφορες περιοχές της Εύβοιας. Μεταξύ 1940-1973 υπηρέτησε ως εφημέριος στο Ι. Παρεκκλήσιο του Αγ. Γερασίμου στην Πολυκλινική Αθηνών, “στην έρημο της Ομονοίας”, όπως έλεγε ο ίδιος χαριτολογώντας. Κατόπιν δεχόταν τα πνευματικά του τέκνα στον Αγ. Νικόλαο Καλλισίων Πεντέλης, όπου από το 1955 είχε μισθώσει ένα μικρό ναΰδριο. Αργότερα εγκαταβίωσε σε μικρό οικίσκο στο Μήλεσι Ωρωπού.

Χαρακτηριστικό του αγίου ήταν η μεγάλη ευσπλαχνία και βαθιά αγάπη που επιδείκνυε προς τα πνευματικά του τέκνα. Έτσι ερμηνεύεται και το πλήθος των πιστών που προσέτρεχαν να βρουν ανάπαυση και παρηγοριά κάτω από το πετραχήλι του. Τα τελευταία χρόνια της ζωής του η υγεία του επιδεινώθηκε ραγδαία, έχασε την όρασή του και ταλαιπωρήθηκε από έσχατη εξάντληση. Παρ’ όλα αυτά όμως εξακολουθούσε να προσφέρει απλόχερα τις συμβουλές και την αγάπη του στους πολυάριθμους επισκέπτες του.

Κοιμήθηκε στις 2 Δεκεμβρίου 1991.



 

Η σχέση μας με τον Χριστό

 
 
«Η σχέση μας με τον Χριστό είναι αγάπη, είναι έρωτας, είναι ενθουσιασμός, είναι λαχτάρα του θείου. Ο Χριστός είναι το παν. Αυτός είναι η αγάπη μας, Αυτός ο έρωτάς μας. Είναι έρωτας αναφαίρετος ο έρωτας του Χριστού.
Από κει πηγάζει η χαρά..

Όταν βρεις τον Χριστό, σου αρκεί, δεν θέλεις τίποτ’ άλλο, ησυχάζεις. Γίνεσαι άλλος άνθρωπος. Ζεις παντού, όπου υπάρχει Χριστός. Ζεις στα άστρα, στο άπειρο, σ...
τον ουρανό με τους αγγέλους, με τους αγίους, στη γη με τους ανθρώπους, με τα φυτά, με τα ζώα, με όλους, με όλα.

Όπου υπάρχει η αγάπη στον Χριστό, εξαφανίζεται η μοναξιά. Είσαι ειρηνικός, χαρούμενος, γεμάτος. Ούτε μελαγχολία, ούτε αρρώστια, ούτε πίεση, ούτε άγχος, ούτε κατήφεια, ούτε κόλαση.

Ο έρωτας προς τον Χριστό είναι κάτι άλλο. Δεν έχει τέλος, δεν έχει χορτασμό. Δίνει ζωή, δίνει σθένος, δίνει υγεία, δίνει, δίνει, δίνει… Κι όσο δίνει, τόσο πιο πολύ ο άνθρωπος θέλει να ερωτεύεται.

Ενώ ο ανθρώπινος έρωτας μπορεί να φθείρει τον άνθρωπο, να τον τρελάνει. Όταν αγαπήσομε τον Χριστό, όλες οι άλλες αγάπες υποχωρούν. Οι άλλες αγάπες έχουν κορεσμό. Η αγάπη του Χριστού δεν έχει κορεσμό. Η σαρκική αγάπη έχει κορεσμό. Μετά μπορεί ν’ αρχίσει η ζήλεια, η γκρίνια, μέχρι και ο φόνος. Μπορεί να μεταβληθεί σε μίσος. Η εν Χριστώ αγάπη δεν αλλοιώνεται. Η κοσμική αγάπη λίγο διατηρείται και σιγά-σιγά σβήνει, ενώ η θεία αγάπη ολοένα μεγαλώνει και βαθαίνει.

Κάθε άλλος έρωτας μπορεί να φέρει τον άνθρωπο σ’ απελπισία. Ο θείος έρως, όμως, μας ανεβάζει στη σφαίρα του Θεού, μας χαρίζει γαλήνη, χαρά, πληρότητα. Οι άλλες ηδονές κουράζουν, ενώ αυτή διαρκώς δεν χορταίνεται. Είναι μία ηδονή ακόρεστος, που δεν τη βαριέται κανείς ποτέ.»

Γέροντος Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτου,
Βίος και Λόγοι. Εκδ. Ιερά Μονή Χρυσοπηγή
 
 
 
 
 

Παρασκευή 29 Νοεμβρίου 2013

29 Νοεμβρίου: Ὁ Ἅγιος Νέος Ἱερομάρτυς Φιλούμενος ὁ Ἁγιοταφίτης κατακρεουργεῖται στὸ Φρέαρ τοῦ Ἰακὼβ ἀπὸ τοὺς Σιωνιστὲς

 
 
Ὁ ἅγιος Φιλούμενος, κατὰ κόσμον Σοφοκλῆς Ὀρουντιώτης, γεννήθηκε στὴν Λευκωσία τῆς Κύπρου στὶς 15 Ὀκτωβρίου 1913, ἡ καταγωγή του ὅμως ἦταν ἀπὸ τὸ χωριὸ Ὀρούντα. Γονεῖς τοῦ Ἁγίου ἦταν οἱ εύσεβεῖς Γεώργιος καὶ Μαγδαληνή, οἱ ὁποίοι συνολικὰ ἀπέκτησαν 13 παιδιά. Ὁ ἅγιος Φιλούμενος ἦταν δίδυμος μὲ τὸν Ἀλέξανδρο καὶ μετέπειτα π. Ἐλπίδιο.
Ἐκτὸς ἀπὸ τὴν εὐσέβεια τῶν γονέων τους, καταλυτικὸ ὑπῆρξε γιὰ τὴν κατά Θεόν πρόοδο καὶ τῶν δύο (π. Φιλούμενο καὶ π. Ἐλπίδιο) τὸ παράδειγμα καὶ ἡ βιωτὴ τῆς γιαγιὰς τους Λωξαντροῦς (Ἀλεξάνδρας), ἡ ὁποία δημιουργησε τὶς βάσεις καὶ τὶς προϋποθέσεις γιὰ τὴν ἐν Χριστῷ ζωὴ τῶν ἐγγονῶν της.
Τὰ δύο δίδυμα ἀδέλφια, ἀπὸ μικρὰ ἀπέκτησαν ἰδιαίτερη ἀγάπη γιὰ τὸν Θεὸ καὶ τὴν ἁγία Του Ἐκκλησία. Ἔτσι ὁ πόθος γιὰ τὴν ὁλοκληρωτικὴ ἀφιέρωση στὸν Θεό, ὁδήγησε τὰ βήματά τους στὴν Ἱερᾶ Μονή Σταυροβουνίου, ὅπου καὶ ἐντάχθηκαν ὡς δόκιμοι στὴν μοναστικὴ ἀδελφότητα σὲ ἡλικία 14 ἐτῶν, ἔχοντας τὴν εὐλογία τόσο τοῦ Πνευματικοῦ ὅσο καὶ τῶν γονέων τους. Τὸ 1934, μετὰ ἀπὸ προτροπὴ τοῦ ἐξάρχου τοῦ Παναγίου Τάφου π. Παλλαδίου, οἱ δύο νέοι καλόγεροι ἐγγράφονται στὸ Γυμνάσιο τοῦ Ἱεροῦ Κοινοῦ τοῦ Παναγίου Τάφου, στὴν Ἁγία Πόλη Ἱερουσαλήμ. Καὶ ἐκεῖ ὁ ἅγιος Φιλούμενος ξεχωρίζει γιὰ τὴν ἀρετή του.
Τὸ 1937 ὁ Πατριάρχης Τιμόθεος (Θέμελης) τοὺς κείρει μοναχούς, καὶ τὴν ἴδια χρονιά τους χειροτονεῖ διακόνους (5/9/37 ἡ πρώτη χειροτονία τοῦ Ἁγίου Φιλουμένου καὶ 1/11/43 ἡ δεύτερη). Ἀργότερα ὁ π. Ἐλπίδιος θὰ ἀναχωρήσει ἀπὸ τὴν Σιωνίτιδα Ἐκκλησία, τὴν ὁποία ὅμως ὁ π. Φιλούμενος θὰ υπηρετήσει γιὰ 45 συνεχῆ χρόνια, μέχρι τὸ μαρτυρικό του τέλος.
Ὁ Ἅγιος Φιλούμενος ὑπηρέτησε τὸ Πατριαρχεῖο Ἱεροσολύμων ἀπὸ διάφορες θέσεις - διακονήματα: Ἀρχικὰ ὡς ἐργοδηγὸς, ἀργότερα ὡς...
Ἐπιμελητῆς τῶν Πατριαρχικῶν Γραφείων, ὡς βοηθὸς φροντιστῆς στὸ Κεντρικὸ μαγειρεῖο, ὡς Ἡγούμενος στὴν Τιβεριάδα, στὴν Ἰόππη, ὡς διευθυντὴς τοῦ Οἰκοτροφείου τῆς Πατριαρχικῆς Σχολῆς, ὡς Ἡγούμενος τῆς Μονῆς Ἀρχαγγέλου, ὡς τυπικάρης τοῦ Πατριαρχικοῦ Ναοῦ τῶν Ἁγίων Κωνσταντίνου καὶ Ἑλένης, ὡς Ἡγούμενος τῆς Ἱ. Μονῆς Μεταμορφώσεως στὴ Ραμάλλα, στὴν Ἱ. Μ. Ἀββᾶ Θεοδοσίου, στὴν Ἱ. Μ. Προφήτου Ἠλία καὶ τέλος στὴν Ἱ. Μονή Φρέατος τοῦ Ἰακώβ στῆν πόλη Νεάπολη (Nablus) τῆς Σαμάρειας, ὅπου καὶ μαρτύρησε στὶς 29 Νοεμβρίου 1979 (ν.ἡ).


Ἀπ’ ὅπου καὶ νὰ πέρασε, ἡ διακονία τοῦ Ἁγίου ἦταν ἀγλαόκαρπος! Γι’ αὐτὸ καὶ ἦταν ἀγαπητός ἀκόμη καὶ ἀπὸ τους μουσουλμάνους.
Στὸ τελευταῖο του διακόνημα στὴν Νεάπολη τῆς Σαμάρειας, στὸ Φρέαρ τοῦ Ἰακώβ, ὁ Ἅγιος εἶχε νὰ ἀντιμετωπίσει πολλές δυσκολίες, κυριώς ἀπὸ φαναντικοῦς Σιωνιστές, οἱ ὁποίοι καὶ δικεδικούσαν τὸ Προσκύνημα.
Ὁ Ἅγιος ἀνέφερε συχνὰ τὶς δυσκολίες του αὐτές, σὲ ἄνθρώπους μὲ τοὺς ὁποίους συνδεόταν στενά, ὅπως ὁ συμμαθητῆς καὶ φίλος του (μακαριστὸς πλέον) Μητροπολίτης Βόστρων Ὑμέναιος. Σχετικά μὲ τὰ ὅσα συνέβησαν τὴν ἡμέρα τοῦ Μαρτυρίου χαρακτηριστικὴ εἶναι ἡ διήγηση τοῦ ἱερομ. π. Σωφρονίου :

Διήγηση π. Σωφρονίου Ἁγιοταφίτου
περὶ τοῦ μαρτυρικού τέλους του Ἁγίου Φιλουμένου*

(* Δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στὸ «Ἑορτολόγιο -2000» τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Μόρφου, καὶ συμπεριλαμβάνεται στὸ βιβλίο «Ὁ Ἅγιος νέος Ἱερομάρτυς Φιλούμενος ὁ Κύπριος, τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ἁγίου Νικολάου Ὀρούντας Κύπρου)

«Ὁ μακαρίτης ὁ πατήρ Φιλούμενος μᾶς ἔλεγε, ὅτι κάθε Παρασκευὴ πολλοὶ ἀπὸ τοὺς μισαλλόδοξους καὶ φανατικοὺς Ἑβραίους πήγαιναν γιὰ νὰ προσευχηθοῦν στὸ φρέαρ τοῦ Ἰακώβ. Συνέχεια τοῦ ἔλεγαν, νὰ σηκώσει ὅλες τὶς εἰκόνες καὶ τὸν Ἐσταυρωμένο ἀκόμα καὶ νὰ τὶς πάρει καὶ νὰ φύγει, διότι τὸ Φρέαρ εἶναι δικό τους καὶ ὄχι τῶν Χριστιανῶν. Εἰδάλλως θὰ τὸ μετανιώσει πικρά, ἀλλὰ θὰ εἶναι ἀργά.
Ἀπὸ τὸν καιρὸ ποὺ πῆγε ἐκεῖ ὅλο καὶ τὸν φοβέριζαν. Αὐτὸς ὅμως ἤξερε τὰ ἑβραϊκὰ καὶ τοὺς ἀποστόμωνε. Δὲν εἰδοποίησε ποτὲ τὴν Ἀστυνομία νὰ τὸ ἔχει ὑπ’ ὄψιν της καὶ οὔτε τὸ φαντάζονταν ὅτι θὰ τὸν σκότωναν. Στὶς 16 Νοεμβρίου (29 μὲ τὸ νέο ἡμερολόγιο) εἶχε μεγάλη βροχή, ἀσταπές, βροντές, χαλασμὸς Κυρίου ὅλη τὴν ἡμέρα.
Βρῆκαν τὴν εὐκαιρία, ποὺ δὲν ὑπῆρχε κανένας, λόγῳ τῆς κακοκαιρίας, πῆγαν καὶ τὸν σκότωσαν μέσα στὸ φρέαρ τοῦ Ἰακώβ, μεταξὺ τοῦ ναοῦ καὶ τοῦ θυσιαστηρίου, ὅπως ἔκαμαν καὶ στὸν προφήτη Ζαχαρία, τὸν πατέρα τοῦ τἰμιου Προδρόμου. Τὴν ὥρα ποὺ ἔκανε ἑσπερινό, ἐκείνη τὴν ὥρα ὅρμησαν. Κύριος οἶδε πόσοι ἦσαν, καὶ τὸν σκότωσαν μὲ το τσεκούρι στὰ μούτρα καὶ στὸ δεξὶ χέρι, κόβοντας τὰ δάκτυλά του. Ἐπίσης, ἡ σιαγόνα του καὶ τὸ ἕνα μάτι του βγαλμένο καὶ τὸ ἄλλο κτυπημένο.
Τὸ πῶς μπῆκαν στὸ Μοναστήρι, Κύριος οἶδε, διότι ὁ φύλακας εἶχε φύγει ἀπὸ τῖς 4.00 τὸ ἀπόγευμα καὶ ἔκλεισε τὸ Μοναστήρι. Ὁ φόνος ἔγινε μετὰ τὶς 5.00 μ.μ.. Τὸ πρωὶ πηγαίνει ὁ φύλακας στὶς 7.00 π.μ., φωνάζει: «πάτερ Φιλούμενε;». Στὸ δωμάτιό του δὲν τὸν βρίσκει. Πηγαίνει στὴν ἐκκλησία καὶ τὸν βλέπει σκοτωμένο, μέσα στὰ αἵματα. Ἀμέσως εἰδοποίησε τὴν Ἀστυνομία καὶ ἡ Ἀστυνομία τὸ Πατριαρχεῖο.
Πῆγαν οἱ πατέρες, ὁ Καισαρείας Βασίλειος, ὁ Πέτρας Γερμανός, ὁ π. Γρηγόριος, ὁ π. Μελίτων, ὁ π. Διονύσιος καὶ ἄλλοι. Ἀλλὰ ἀφοῦ τὸν σκότωσαν ἔριξαν καὶ χειροβομβίδα ἔξω στὴν προσκομιδὴ καὶ τὰ ἔκαμαν ὅλα κομμάτια. Οὔτε μανουάλια ἄφησαν γερά, οὔτε εἰκόνες. Καὶ αὐτοῦ τοῦ Ἐσταυρωμένου ἔκοψαν τὸ χέρι του τὸ ἀριστερό. Τὰ Ἅγια Ποτήρια χαμένα. Ἦταν τόσο τρομερὴ ἡ κατάσταση σὰν νὰ μὴν κατοικοῦσε ἄνθρωπος μέσα ἀπὸ χρόνια.
Τὸν πῆραν στὸ νεκροτομεῖο, καὶ μετὰ τὸν ἔκαμαν νεκροψία στὸ Τὲλ Ἀβίβ καὶ στὶς 21 Νοεμβρίου (π.ἡ) μᾶς εἰδοποίησαν. Ἐγὼ πῆγα μαζὶ μὲ ἄλλους τρεῖς πατέρες τοῦ Πατριαρχείου καὶ μᾶς τὸν ἔδωσαν γυμνό. Ὅταν τοὺς ρωτήσαμε ποῦ εἶναι τὰ ροῦχα του, μᾶς εἶπαν εἶναι στὴ Νεάπολη. Εὐτυχῶς ποὺ εἴχαμε πάρει μαζί μας ὅλα τὰ χρειαζούμενα γιὰ νὰ τὸν ντύσουμε.
Ἀλλὰ δὲν φαντάζεστε, ὅταν μᾶς τὸν παρέδωσαν κομματισμένο, τὸ πρόσωπό του ἀγνώριστο, φέρον τὰ στίγματα τοῦ Μαρτυρίου, ὅπως οἱ Πέρσες ἔσφαξαν τοὺς Πατέρες τοῦ Ἁγίου Σάββα καὶ τῶν λοιπῶν μοναστηριῶν. Ἔτσι καὶ σήμερα. Ἀκολούθησε νέο μαρτύριο στὸν πατέρα Φιλούμενο.
Πέντε μέρες τὸν εἶχαν στὸ ψυγεῖο. Καὶ ὅμως ἦταν μαλακώτατος, σὰν νὰ μὴν εἶχε πεθάνει. Ὅταν ἄρχισα νὰ τὸν ντύνω – διότι οἱ ἄλλοι δὲν μποροῦσαν, δὲν ἄντεχαν νὰ τὸν βλέπουν ἀπὸ τὶς κακουχίες ποὺ εἶχε – τοῦ λέγω σὰν νὰ ἦταν ζωντανός: - Γέροντά μου, τώρα θὰ μὲ βοηθήσεις νὰ σὲ ντύσω, διότι βλέπεις εἶμαι μόνος μου.
Ὅταν ἄρχισα καὶ τοῦ ἔβαλα τὴ φανέλλα, τὸ πρῶτο χέρι ἀμέσως τὸ κατέβασε μόνος του. Ὅπως καὶ τὸ ἄλλο χέρι. Καὶ τὰ πόδια ὁμοίως. Τοῦ μάζευα τὰ πόδια νὰ τοῦ φορέσω τὰ ροῦχα καὶ ὅταν τελείωνα τὰ ἅπλωνε μόνος του. Στὸ ἀριστερὸ πόδι ἀπὸ κάτω, εἶχε κτύπημα μὲ τὸ τσεκούρι.
Ἀπὸ τὸ νεκροτομεῖο. τὸν φέραμε στὸ Πατριαρχεῖο. Στὴν Ἁγία Θέκλα, ἔγινε ἡ νεκρώσιμος ἀκολουθία ἐν μέσῳ Ἁγιοταφιτῶν πατέρων, τῶν ἀδελφῶν τοῦ μακαρίτη καὶ ἄλλων πολλῶν. Ἦλθαν πολλοί, μέχρι καῖ ξένων δογμάτων καὶ μουσουλμάνοι καὶ χοτζάδες. Γιατὶ ὅμως ὅλοι αὐτοί; Διότι, ὅλοι τὸν ἀγαποῦσαν καὶ ἦλθαν νὰ τοῦ δώσουν τὸν τελευταῖο ἀσπασμό. Τὶ ὀδυρμός! Τὶ θρῆνος! Τὶ κοπετός ἦταν αὐτός!
Ἡ Κυβέρνηση, ἀπὸ τὸ πρωὶ μέχρι καὶ πρὶν τὸν ἐνταφισμὸ στὴ Σιών, ἔστειλε ἀστυνομία κοντὰ στοὺς Ἁγιοταφίτες φοβούμενη ἀντίποινα. Πῆρε αὐστηρά μέτρα. Καὶ νεκρὸν ἀκόμα τὸν ἐφοβοῦντο.
Τὸν π. Φιλούμενο ὅλοι τὸν κλάψαμε, διότι ἦταν ἕνας καλὸς καὶ ἅγιος πνευματικός. Ὁ Πατριάρχης τὸν ἀποκαλοῦσε “πτωχοπρόδρομο”. Καὶ ὄντως, ἦταν. Οἱ τέλειοι κληρονομοῦν τὴ Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν. Ὑπέμεινε λίγο μαρτύριο καὶ βρίσκεται μεταξὺ τῶν ἱερομαρτύρων καὶ τῶν Ὁσιομαρτύρων· ὧν ταῖς πρεσβείες, εἴθε νὰ ἀξιωθοῦμε καὶ ἐμεῖς τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν.
Ἱερομόναχος Σωφρόνιος Ἁγιοταφίτης»

Μετὰ τὰ γεγονότα αὐτά, τὸ Πατριαρχεῖο Ἱεροσολύμων ἔστειλε ὁμάδες πατέρων γιὰ νὰ ἐπανδρώσουν τὸ Προσκύνημα, ἀλλὰ κανένας ἀπ’ αὐτοὺς δὲν παρέμεινε στὸ Μοναστήρι γιὰ μεγάλο χρονικὸ διάστημα.
Τὸ 1983 ὁ τότε Πατριάρχης Διόδωρος κάλεσα τὸν π. Ἰουστῖνο νὰ ἀναλάβει τὴν Ἡγουμενία στὸ Φρέαρ. Ἐκεῖνος ἀν καὶ ἀρχικὰ ἀρνήθηκε, κατόπιν διαφόρων ὁραμάτων ποὺ εἶχε, δέχτηκε καὶ πῆγε στὸ Φρέαρ, ὅπου καὶ διακονεῖ μέχρι καὶ σήμερα.
Ὁ π. Ἰουστῖνος κατὰ τὴν διάρκεια τῆς διακονίας του δέχτηκε πολλὲς ἐπιθέσεις ποὺ εἶχαν στόχο νὰ τὸν σκοτώσουν ἢ τουλάχιστον νὰ τὸν κάνουν νὰ ἐγκαταλείψει τὸ Προσκύνημα. Ὁ Ἅγιος Φιλούμενος τὸν ἔσωσε πολλὲς φορές. Χαρακτηριστικὴ εἶναι ἡ περίπτωση ποὺ τὸν σήκωσε ἀπὸ τὸ κρεβάτι καὶ τοῦ ἀποκάλυψε ἕνα ὡρολογιακὸ ἐκρηκτικὸ μηχανισμό!
Στὴν τρίτη ἐπίθεση που δέχτηκε ὁ π. Ἰουστῖνος, κατάφερε - ἄν καὶ τραυματισμένος - νὰ ἀκινητοποιήσει τὸν δράστη χρησιμοποιώντας ἕνα μανουάλι πού βρισκόταν δίπλα του. Ὁ δράστης συνελήφθη καὶ ἀποδείχθηκε ὅτι ἦταν ὑπεύθυνος καὶ γιὰ τὸν μαρτυρικὸ θάνατο τοῦ Ἁγίου Φιλουμένου. Ἡ Ἀστυνομία τὸν ἔφερε καὶ πάλι στὸ Προσκύνημα, ὅπου καὶ ἔγινε ἀναπαράσταση τῆς δολοφονίας τοῦ Ἁγίου. Τότε ἔγινε γνωστὸ σὲ ὅλους τὸ πῶς μπῆκαν στὸ Μοναστήρι, πῶς κρύφτηκαν καὶ τέλος πῶς δολοφόνησαν τὸν ἅγιο Φιλούμενο.
Ὁ π. Ἰουστῖνος μὲ πολλὲς προσευχὲς καὶ ἀγῶνες, ἀλλὰ καὶ μὲ τὴν ἔμπρακτη βοήθεια τοῦ Ἁγίου Φιλουμένου, ἔχει ἀποπερατώσει τὴν ἀνέγερση τοῦ Ἱ. Ν. τῆς Ἁγίας Φωτεινῆς, ἡ στάμνα τῆς ὁποίας φιλοξενεῖται πλέον στὸ Προσκύνημα τοῦ Φρέατος. Ἐπίσης τὸ ἄφθαρτο σκήνωμα τοῦ Ἁγίου Φιλουμένου μεταφέθηκε ἁπὸ τὸν Ναὀ τῆς Πατριαρχικῆς Σχολῆς καὶ φυλάσσεται στὸ Ἱερὸ Προκύνημα τοῦ Φρέατος στὴν Νεάπολη. Ἔτσι λοιπόν, ὅπως χαρακτηριστικὰ συνηθίζει νὰ λέει ὁ π. Ἰουστῖνος, ἔχει καὶ «σωματικά» τὸν Ἅγιο Φιλούμενο στο πλευρό του!
 
Β.Μ.
 
 

Ὁ βίος τοῦ οσίου καί Θεοφόρου πατρός ἡμῶν Πορφυρίου τοῦ Καυσοκαλυβήτου

 

βίος τοῦ οσίου καί Θεοφόρου πατρός ἡμῶν

Πορφυρίου τοῦ Καυσοκαλυβήτου

“Ὁ ὅσιος Γέρων Πορφύριος, κατὰ κόσμον Εὐάγγελος Μπαϊρακτάρης, γεννήθηκε στὶς 7 Φεβρουαρίου 1906, στὴν Εὔβοια, στὸ χωριὸ Ἅγιος Ἰωάννης τῆς ἐπαρχίας Καρυστίας. Οἱ γονεῖς του, Λεωνίδας Μπαϊρακτάρης καὶ Ἑλένη, τὸ γένος Ἀντωνίου Λάμπρου, ἦταν εὐσεβεῖς καὶ φιλόθεοι ἄνθρωποι. Ὁ πατέρας του, μάλιστα, ἦταν ψάλτης στὸ χωριὸ καὶ εἶχε γνωρίσει προσωπικὰ τὸν Ἅγιο Νεκτάριο. Ἡ οἰκογένειά του ἦταν πολυμελὴς καὶ οἱ γονεῖς, φτωχοὶ γεωργοί, δυσκολεύονταν νὰ τὴ συντηρήσουν. Γι' αὐτὸ ὁ πατέρας ὑποχρεώθηκε νὰ φύγει στὴν Ἀμερική, ὅπου δούλεψε στὴν κατασκευὴ τῆς διώρυγας τοῦ Παναμά.

Ὁ μικρὸς Εὐάγγελος ἦταν τὸ τέταρτο παιδὶ τῆς οἰκογένειας. Φύλαγε πρόβατα στὸ βουνὸ καὶ εἶχε παρακολουθήσει μόνο τὴν πρώτη τάξη τοῦ δημοτικοῦ, ὅταν ἀναγκάστηκε καὶ αὐτὸς λόγω τῆς μεγάλης φτώχειας νὰ πάει στὴ Χαλκίδα γιὰ νὰ δουλέψει. Ἦταν μόλις ἑπτὰ χρονῶν. Ἐργάστηκε δύο τρία χρόνια σ΄ ἕνα κατάστημα. Μετὰ πῆγε στὸν Πειραιά, ὅπου δούλεψε δύο χρόνια στὸ παντοπωλεῖο ἑνὸς συγγενοῦς.

Στὰ δώδεκά του χρόνια ἔφυγε κρυφὰ γιὰ τὸ Ἅγιον Ὅρος, μὲ τὸν πόθο νὰ μιμηθεῖ τὸν Ἅγιο Ἰωάννη τὸν Καλυβίτη, τὸν ὁποῖο εἶχε ἰδιαίτερα ἀγαπήσει, ὅταν παλαιότερα εἶχε διαβάσει τὸ βίο του. Ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ τὸν ὁδήγησε στὴν καλύβη τοῦ Ἁγίου Γεωργίου Καυσοκαλυβίων καὶ στὴν ὑποταγὴ δύο Γερόντων, τοῦ Παντελεήμονος, ὁ ὁποῖος ἦταν καὶ πνευματικός, καὶ τοῦ Ἰωαννικίου, ἀδελφῶν κατὰ σάρκα. Ἀφοσιώθηκε στοὺς δύο Γέροντες, ποὺ κατὰ κοινὴ ὁμολογία ἦταν ἰδιαίτερα αὐστηροί, μὲ μεγάλη ἀγάπη καὶ μὲ πνεῦμα ἀπόλυτης ὑπακοῆς.

Ἔγινε μοναχὸς σὲ ἡλικία δεκατεσσάρων ἐτῶν καὶ πῆρε τὸ ὄνομα Νικήτας. Μετὰ ἀπὸ δύο χρόνια ἔγινε μεγαλόσχημος. Λίγο ἀργότερα ὁ Θεὸς τοῦ δώρισε τὸ διορατικὸ χάρισμα.

Στὰ δεκαεννέα του χρόνια ὁ Γέροντας ἀρρώστησε πολὺ σοβαρά, γεγονὸς ποὺ τὸν ἀνάγκασε νὰ ἐγκαταλείψει ὁριστικὰ τὸ Ἅγιον Ὅρος. Ἐπέστρεψε τότε στὴν Εὔβοια, ὅπου ἐγκαταβίωσε στὴ Μονὴ τοῦ Ἁγίου Χαραλάμπους Λευκῶν. Ἕνα χρόνο ἀργότερα, τὸ ἔτος 1926, σὲ ἡλικία εἴκοσι ἐτῶν, χειροτονήθηκε ἱερέας στὸν Ἅγιο Χαράλαμπο Κύμης ἀπὸ τὸν Πορφύριο Γ΄, Ἀρχιεπίσκοπο Σινά, ὁ ὁποῖος τοῦ ἔδωσε τὸ ὄνομα Πορφύριος. Στὰ εἴκοσι δύο του ἔγινε πνευματικὸς-ἐξομολόγος καὶ λίγο ἀργότερα ἀρχιμανδρίτης. Γιὰ ἕνα διάστημα ἐργάστηκε ὡς ἐφημέριος στοὺς Τσακαίους, χωριὸ τῆς Εὔβοιας.

Στὴν Εὔβοια, στὴν Ἱερὰ Μονὴ Ἁγίου Χαραλάμπους, ἔζησε δώδεκα χρόνια, διακονώντας τοὺς ἀνθρώπους ὡς πνευματικὸς καὶ ἐξολόγος, καὶ τρία χρόνια στὴν Ἄνω Βάθεια, στὴν ἐγκαταλελειμμένη Μονὴ τοῦ Ἁγίου Νικολάου.



Το 1940, παραμονὲς τοῦ Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, ὁ Γέροντας Πορφύριος ἐγκαταστάθηκε στὴν Ἀθήνα, ὅπου ἀνέλαβε καθήκοντα ἐφημερίου καὶ πνευματικοῦ στὴν Πολυκλινικὴ Ἀθηνῶν. Ὅπως ὁ ἴδιος ἔλεγε, ἔζησε ἐκεῖ τριάντα τρία χρόνια σὰν μία μέρα, ἀσκώντας ἀκαταπόνητα τὸ πνευματικὸ ἔργο καὶ ἀνακουφίζοντας τὸν πόνο καὶ τὴν ἀσθένεια τῶν ἀνθρώπων.

Ἀπὸ τὸ 1955 εἶχε ἐγκατασταθεῖ στὰ Καλλίσια, ὅπου εἶχε μισθώσει ἀπὸ τὴν Ἱερὰ Μονὴ Πεντέλης τὸ ἐκεῖ εὑρισκόμενο μονύδριο τοῦ Ἁγίου Νικολάου μὲ τὴν ἀγροτικὴ περιοχὴ ποὺ τὸ περιέβαλλε, τὴν ὁποία καλλιεργοῦσε μὲ μεγάλη ἐπιμέλεια. Ἐδῶ, παράλληλα ἐξασκοῦσε τὸ πλούσιο πνευματικό του ἔργο.


Τὸ καλοκαίρι τοῦ 1979, ἐγκαταστάθηκε στὸ Μήλεσι μὲ τὸ ὄνειρο νὰ χτίσει μοναστήρι. Ἐκεῖ ζοῦσε στὴν ἀρχὴ σὲ ἕνα τροχόσπιτο κάτω ἀπὸ ἰδιαίτερα ἀντίξοες συνθῆκες καὶ μετὰ σὲ ἕνα ἀπέριττο κελλάκι ἀπὸ τσιμεντόλιθους, ὅπου καὶ ὑπέμενε ἀγόγγυστα τὶς πολλὲς δοκιμασίες τῆς ὑγείας του. Τὸ 1984 μεταφέρθηκε σὲ κτίσμα τοῦ ὑπὸ ἀνέγερση μοναστηριοῦ, γιὰ τὴν ὁλοκλήρωση τοῦ ὁποίου ὁ Γέροντας, παρόλο ποὺ ἦταν πολὺ ἄρρωστος καὶ τυφλός, ἐργαζόταν ἀκατάπαυστα καὶ ἀκαταπόνητα. Μὲ τὴ θεμελίωση τοῦ Καθολικοῦ τῆς Μονῆς Μεταμορφώσεως, στὶς 26 Φεβρουαρίου 1990, ἀξιώθηκε νὰ δεῖ τὸ ὄνειρό του νὰ γίνεται πραγματικότητα.


Τὰ τελευταία χρόνια της ἐπίγειας ζωῆς του ἄρχισε νὰ προετοιμάζεται γιὰ τὴν κοίμησή του. Ἐπιθυμοῦσε νὰ ἀποσυρθεῖ στὸ Ἅγιον Ὅρος, στὰ ἀγαπημένα του Καυσοκαλύβια, ὅπου μυστικὰ καὶ ἀθόρυβα, ὅπως ἔζησε, θὰ ἔδιδε τὴν ψυχή του στὸ Νυμφίο της. Πολλὲς φορὲς τὸν ἄκουσαν νὰ λέει: «Ἐπιδιώκω καὶ τώρα ποὺ ἐγήρασα νὰ πάω καὶ νὰ πεθάνω ἐκεῖ πάνω».

Πράγματι, τὸ oσιακὸ τέλος τὸν βρῆκε στὰ Καυσοκαλύβια, στὴν καλύβη του, τὸ πρωὶ τῆς 2ας Δεκεμβρίου 1991.

Τὰ τελευταία λόγια ποὺ ἀκούστηκαν ἀπὸ τὸ στόμα του ἦταν ἀπὸ τὴν ἀρχιερατικὴ προσευχὴ τοῦ Κυρίου, αὐτὰ ποὺ τόσο ἀγαποῦσε καὶ πολὺ συχνὰ ἐπαναλάμβανε: «Ἴνα ὦσιν ἕν».

Ἀπὸ τὸ βιβλίο: «Βίος καὶ Λόγοι» Γέροντος Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτου, τῆς Ι.Μονῆς Χρυσοπηγῆς Χανίων.


Απολυτίκιο του οσίου Πορφυρίου Καυσοκαλυβήτη

Ἦχος α´.
Τῆς ἐρήμου πολίτης.

Τῆς Εὐβοίας τὸν γόνον,
Πανελλήνων τὸ καύχημα,
τῆς Θεολογίας τὸν μύστην
καὶ Χριστοῦ φίλον γνήσιον,
Πορφύριον τιμήσωμεν, πιστοί,
τὸν πλήρη χαρισμάτων ἐκ παιδός.
Δαιμονῶντας γὰρ λυτροῦται,
καὶ ἀσθενεῖς ἰᾶται πίστει κράζοντας
δόξα τῷ δεδωκότι σοι ἰσχύν,
δόξα τῷ σὲ ἁγιάσαντι,
δόξα τῷ ἐνεργοῦντι διὰ σοῦ πᾶσιν ἰάματα.
 
 
***
 
 

Πέμπτη 28 Νοεμβρίου 2013

Παρακλητικός Κανόνας εἰς τὸν Ὅσιον καὶ Θεοφόρον Πατέρα ἡμῶν Πορφύριον τὸν Καυσοκαλυβίτην,

 

Εὐλογήσαντος τοῦ ἱερέως ἀρχόμεθα τοῦ ΡΜΒ΄ ψαλμοῦ.

Κύριε, εἰσάκουσον τῆς προσευχῆς μου, ἐνώτισαι τὴν δέησίν μου ἐν τῇ ἀληθείᾳ σου, εἰσάκουσόν μου ἐν τῇ δικαιοσύνῃ σου.
Καὶ μὴ εἰσέλθῃς εἰς κρίσιν μετὰ τοῦ δούλου σου, ὅτι οὐ δικαιωθήσεται ἐνώπιόν σου πᾶς ζῶν.
Ὅτι κατεδίωξεν ὁ ἐχθρὸς τὴν ψυχήν μου· ἐταπείνωσεν εἰς γῆν τὴν ζωήν μου.
Ἐκάθισέ με ἐν σκοτεινοῖς ὡς νεκροὺς αἰῶνος, καὶ ἠκηδίασεν ἐπ᾿ ἐμὲ τὸ πνεῦμά μου, ἐν ἐμοὶ ἐταράχθη ἡ καρδία μου.
Ἐμνήσθην ἡμερῶν ἀρχαίων, ἐμελέτησα ἐν πᾶσι τοῖς ἔργοις σου, ἐν ποιήμασι τῶν χειρῶν σου ἐμελέτων.
Διεπέτασα πρὸς σὲ τὰς χεῖράς μου· ἡ ψυχή μου ὡς γῆ ἄνυδρός σοι.
Ταχὺ εἰσάκουσόν μου, Κύριε, ἐξέλιπε τὸ πνεῦμά μου.
Μὴ ἀποστρέψῃς τὸ πρόσωπόν σου ἀπ᾿ ἐμοῦ, καὶ ὁμοιωθήσομαι τοῖς καταβαίνουσιν εἰς λάκκον.
Ἀκουστὸν ποίησόν μοι τὸ πρωΐ τὸ ἔλεός σου, ὅτι ἐπὶ σοὶ ἤλπισα.
Γνώρισόν μοι, Κύριε, ὁδόν, ἐν ᾗ πορεύσομαι, ὅτι πρὸς σὲ ἦρα τὴν ψυχήν μου.
Ἐξελοῦ με ἐκ τῶν ἐχθρῶν μου, Κύριε, πρὸς σὲ κατέφυγον· δίδαξόν με τοῦ ποιεῖν τὸ θέλημά σου, ὅτι σὺ εἶ ὁ Θεός μου.
Τὸ πνεῦμά σου τὸ ἀγαθὸν ὁδηγήσει με ἐν γῇ εὐθείᾳ· ἕνεκεν τοῦ ὀνόματός σου, Κύριε, ζήσεις με.
Ἐν τῇ δικαιοσύνῃ σου ἐξάξεις ἐκ θλίψεως τὴν ψυχήν μου, καὶ ἐν τῷ ἐλέει σου ἐξολοθρεύσεις τοὺς ἐχθρούς μου.
Καὶ ἀπολεῖς πάντας τοὺς θλίβοντας τὴν ψυχήν μου, ὅτι ἐγὼ δοῦλός σού εἰμι.

Καὶ εὐθὺς εἰς ἦχον δ΄.
Θεὸς Κύριος καὶ ἐπέφανεν ἡμῖν, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου.
Στίχ. α΄. Ἐξομολογεῖσθε τῷ Κυρίῳ, καὶ ἐπικαλεῖσθε τὸ ὄνομα τὸ ἅγιον αὐτοῦ.
Θεὸς Κύριος καὶ ἐπέφανεν ἡμῖν, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου.
Στίχ. β΄. Πάντα τὰ ἔθνη ἐκύκλωσάν με, καὶ τῷ ὀνόματι Κυρίου ἠμυνάμην αὐτούς.
Θεὸς Κύριος καὶ ἐπέφανεν ἡμῖν, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου.
Στίχ. γ΄. Παρὰ Κυρίου ἐγένετο αὕτη, καὶ ἔστι θαυμαστὴ ἐν ὀφθαλμοῖς ἡμῶν.
Θεὸς Κύριος καὶ ἐπέφανεν ἡμῖν, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου.
Ἦχος δ΄. Ὁ ὑψωθεὶς ἐν τῷ Σταυρῷ.
Τῷ ὑπηρέτῃ τοῦ Χριστοῦ Πορφυρίῳ,
χαριτωθέντι δωρεαῖς ἐξαισίαις,
προσείπωμεν δεόμενοι ἐκ βάθους ψυχῆς·
ἅγιε Πορφύριε, ταπεινῶν ὁ προστάτης,
λύτρωσαι δεόμεθα, πατρικῇ σου πρεσβείᾳ,
πάσης ἀνάγκης, νόσων καὶ δεινῶν,
τοὺς αἰτουμένους τὴν χάριν τὴν θείαν σου.
Δόξα… Ὅμοιον.
Εὐαρεστήσας τῷ Χριστῷ ἐν τῷ κόσμῳ,
μετὰ ἀγγέλων φωτεινῶν συγχορεύεις,
μεθ’ ὧν τὸν αἶνον ἄληκτον προσφέρεις τῷ Θεῷ,
ὅσιε Πορφύριε, μύστα τῶν ἀποῤῥήτων,
ἀποκρύφων γνώστα τε μυστηρίων βαθέων,
ἃ διορᾶν σοι ἔδωκε Χριστός,
βραβεύων, πάτερ, τὴν σὴν καθαρότητα.
Καὶ νῦν… Θεοτοκίον.
Οὐ σιωπήσομέν ποτε, Θεοτόκε,
τὰς δυναστείας σου λαλεῖν οἱ ἀνάξιοι·
εἰμὴ γὰρ σὺ προΐστασο πρεσβεύουσα,
τίς ἡμᾶς ἐῤῥύσατο ἐκ τοσούτων κινδύνων;
Τίς δὲ διεφύλαξεν ἕως νῦν ἐλευθέρους;
Οὐκ ἀποστῶμεν, Δέσποινα, ἐκ σοῦ·
σοὺς γὰρ δούλους σῴζεις ἀεὶ
ἐκ παντοίων δεινῶν.
Εἶτα τὸν Ν΄ Ψαλμόν.
Ἐλέησόν με, ὁ Θεός, κατὰ τὸ μέγα ἔλεός σου, καὶ κατὰ τὸ πλῆθος τῶν οἰκτιρμῶν σου ἐξάλειψον τὸ ἀνόμημά μου.
Ἐπὶ πλεῖον πλῦνόν με ἀπὸ τῆς ἀνομίας μου, καὶ ἀπὸ τῆς ἁμαρτίας μου καθάρισόν με.
Ὅτι τὴν ἀνομίαν μου ἐγὼ γινώσκω, καὶ ἡ ἁμαρτία μου ἐνώπιόν μού ἐστι διαπαντός.
Σοὶ μόνῳ ἥμαρτον, καὶ τὸ πονηρὸν ἐνώπιόν σου ἐποίησα· ὅπως ἂν δικαιωθῇς ἐν τοῖς λόγοις σου, καὶ νικήσῃς ἐν τῷ κρίνεσθαί σε.
Ἰδοὺ γὰρ ἐν ἀνομίαις συνελήφθην, καὶ ἐν ἁμαρτίαις ἐκίσσησέ με ἡ μήτηρ μου.
Ἰδοὺ γὰρ ἀλήθειαν ἠγάπησας· τὰ ἄδηλα καὶ τὰ κρύφια τῆς σοφίας σου ἐδήλωσάς μοι.
Ῥαντιεῖς με ὑσσώπῳ, καὶ καθαρισθήσομαι· πλυνεῖς με, καὶ ὑπὲρ χιόνα λευκανθήσομαι.
Ἀκουτιεῖς μοι ἀγαλλίασιν καὶ εὐφροσύνην· ἀγαλλιάσονται ὀστέα τεταπεινωμένα.
Ἀπόστρεψον τὸ πρόσωπόν σου ἀπὸ τῶν ἁμαρτιῶν μου, καὶ πάσας τὰς ἀνομίας μου ἐξάλειψον.
Καρδίαν καθαρὰν κτίσον ἐν ἐμοί, ὁ Θεός, καὶ πνεῦμα εὐθὲς ἐγκαίνισον ἐν τοῖς ἐγκάτοις μου.
Μὴ ἀποῤῥίψῃς με ἀπὸ τοῦ προσώπου σου, καὶ τὸ Πνεῦμά σου τὸ Ἅγιον μὴ ἀντανέλῃς ἀπ᾿ ἐμοῦ.
Ἀπόδος μοι τὴν ἀγαλλίασιν τοῦ σωτηρίου σου, καὶ πνεύματι ἡγεμονικῷ στήριξόν με.
Διδάξω ἀνόμους τὰς ὁδούς σου, καὶ ἀσεβεῖς ἐπὶ σὲ ἐπιστρέψουσι.
Ῥῦσαί με ἐξ αἱμάτων, ὁ Θεός, ὁ Θεὸς τῆς σωτηρίας μου· ἀγαλλιάσεται ἡ γλῶσσά μου τὴν δικαιοσύνην σου.
Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις, καὶ τὸ στόμα μου ἀναγγελεῖ τὴν αἴνεσίν σου.
Ὅτι εἰ ἠθέλησας θυσίαν, ἔδωκα ἄν· ὁλοκαυτώματα οὐκ εὐδοκήσεις.
Θυσία τῷ Θεῷ πνεῦμα συντετριμμένον· καρδίαν συντετριμμένην καὶ τεταπεινωμένην ὁ Θεὸς οὐκ ἐξουδενώσει.
Ἀγάθυνον, Κύριε, ἐν τῇ εὐδοκίᾳ σου τὴν Σιών, καὶ οἰκοδομηθήτω τὰ τείχη Ἱερουσαλήμ.
Τότε εὐδοκήσεις θυσίαν δικαιοσύνης, ἀναφορὰν καὶ ὁλοκαυτώματα.
Τότε ἀνοίσουσιν ἐπὶ τὸ θυσιαστήριόν σου μόσχους.
Ὁ Κανών, οὗ ἡ ἀκροστιχίς·
Ποῦ καταφύγω; Πορφυρίου σκέπῃ. Εὐαγγέλου.
ᾨδὴ α΄.
Ἦχος πλ. δ΄. Ὑγρὰν διοδεύσας.
Ἅγιε τοῦ Θεοῦ, πρέσβευε ὑπὲρ ἡμῶν.
Πολλοῖς συνεχόμενος πειρασμοῖς,
πρὸς σὲ καταφεύγω,
ὡς μεσίτῃ πρὸς τὸν Θεόν·
εἰρήνευσον, πάτερ, τὴν ζωήν μου
καὶ παῦσον σάλον ἀθλίας καρδίας μου.
Ἅγιε τοῦ Θεοῦ, πρέσβευε ὑπὲρ ἡμῶν.
O῾σίως ἀνύσας σου τὴν ζωήν,
εὐχαῖς σου νῦν εὗρες
παῤῥησίαν πρὸς τὸν Θεόν·
πρὸς Ὃν μεσιτεύων ἀσθενοῦντας
ἰᾶσαι, πάτερ, καὶ λύεις νοσήματα.
Δόξα…
Ὑμνῶν τὸν Σωτῆρα ἐν οὐρανοῖς
φρουροῖς τὰς μονάς σου
ἐν τῷ Ἄθῳ καὶ Ἀττικῇ,
παρέχων τὴν χάριν τοῖς σοῖς τέκνοις
τοῦ ἐκνικᾶν τὰ δαιμόνων φρυάγματα.
Καὶ νῦν… Θεοτοκίον.
Καυσοκαλυβίων τὸν ἀθλητὴν
καὶ τὴν Θεοτόκον
ἀνυμνήσωμεν ἐν ᾠδαῖς,
πρεσβεύειν αἰτοῦντες πρὸς Σωτῆρα
καὶ βοηθεῖν ἐν κινδύνοις καὶ θλίψεσι.
ᾨδὴ γ΄. Οὐρανίας ἁψῖδος.
Ἅγιε τοῦ Θεοῦ, πρέσβευε ὑπὲρ ἡμῶν.
Ἀγαλλόμενοι πάντες,
ὡς ἐν χορῷ, κράζομεν
σοῦ τοὺς ἄθλους, πάτερ, αἰνοῦντες
καὶ τοὺς ἀγῶνάς σου
κατὰ τοῦ ἄρχοντος
τῶν ἀκαθάρτων πνευμάτων,
οὗ μανίας, ὅσιε,
σῷζε ὑμνοῦντάς σε.
Ἅγιε τοῦ Θεοῦ, πρέσβευε ὑπὲρ ἡμῶν.
Ταπεινώσεως ἄκρας,
ὑπακοῆς πρότυπον
ὄντως ἀσκουμένων ἐγένου
ὄρει ἐν Ἄθωνι
καὶ εἰς τὴν Εὔβοιαν,
ἐν τῇ μονῇ Χαραλάμπους·
ὅθεν χάριν ἔλαβες
πλήττειν τοὺς δαίμονας.
Δόξα…
Ἀπορρήτων τὸν μύστην,
θαυματουργὸν ὅσιον,
πάσης Ἀττικῆς τὸν προστάτην
πάντες δοξάσωμεν,
ὕμνοις ἐξαίροντες,
τῶν χαρισμάτων τὸ πλῆθος,
δι’ ὧν ὁ Παράκλητος τοῦτον ἐκόσμησε.
Καὶ νῦν… Θεοτοκίον.
Φυλακτήριον πάντων
ἀπὸ δεινῶν, θλίψεων,
σὺ ὑπάρχεις μόνη, Παρθένε
φρούρει ὑμνοῦντάς σε
ἐν τῷ ἐλέει σου,
πρεσβείαις τοῦ Πορφυρίου,
πανελλήνων Γέροντος,
παντελεήμονος.
Διάσωσον
ἀπό κινδύνων τοὺς δούλους σου, θεῖε Πάτερ,
τοὺς τὴν σὴν ἐν δεινοῖς αἰτοῦντας βοήθειαν
καὶ δίωξον ἄγχος καὶ ἀκηδίαν.
Ἐπίβλεψον
ἐν εὐμενείᾳ, πανύμνητε Θεοτόκε,
ἐπὶ τὴν ἐμὴν χαλεπὴν τοῦ σώματος κάκωσιν
καὶ ἴασαι τῆς ψυχῆς μου τὸ ἄλγος.
Αἴτησις καὶ τὸ Κάθισμα.
Ἦχος β΄. Πρεσβεία θερμή.
Φυλάξαι ἡμᾶς
δεόμεθα ἐκ θλίψεων,
τηρῆσαι πιστοὺς
τῇ πίστει τοῦ Χριστοῦ ἡμῶν,
Πορφύριε ὅσιε,
τῆς Εὐβοίας ἅγιον βλάστημα,
τῆς Ἐκκλησίας καύχημα σεπτὸν
καὶ πάντων ὁσίων ἐγκαλλώπισμα.
ᾨδὴ δ΄. Εἰσακήκοα Κύριε.
Ἅγιε τοῦ Θεοῦ, πρέσβευε ὑπὲρ ἡμῶν.
Ὑψωθεὶς ἐν παλαίσμασι
πρὸς τὸν φθονερὸν τῶν ἀνθρώπων τύραννον,
θεῖον στέφος, πάτερ, ἔλαβες
νικητὴς προβὰς ὡς ὡραιότατος.
Ἅγιε τοῦ Θεοῦ, πρέσβευε ὑπὲρ ἡμῶν.
Γέρας πόνοις σου δέδοται
τὸ διερμηνεύειν σε τὰ μυστήρια,
καὶ τὰ μέλλοντα προβλέπειν σε
καὶ ἰᾶσθαι πάντα τὰ νοσήματα.
Δόξα…
Ὦ καινὰ καὶ θαυμάσια
τὰ τῇ χάριτί σου τερατουργούμενα!
Ποίοις λόγοις ὕμνους πλέξω σοι;
Δειλιῶ, ὦ πάτερ, καὶ ἐξίσταμαι.
Καὶ νῦν… Θεοτοκίον.
Παναγία μου Δέσποινα,
τῶν ἀγγέλων θαῦμα τὸ ἀκατάληπτον,
ὑμνῳδεῖν σε καταξίωσον
τοῦ Σωτῆρος πάντων τὴν γεννήτριαν.
ᾨδὴ ε΄. Φώτισον ἡμᾶς.
Ἅγιε τοῦ Θεοῦ, πρέσβευε ὑπὲρ ἡμῶν.
Ῥῶσιν ἐν δεινοῖς
σέ, Πορφύριε, κεκτήμεθα,
σοὶ προσφεύγοντες θερμαῖς ἐν προσευχαῖς,
ὡς μεσίτῃ πρὸς Θεὸν τὸν πανοικτίρμονα.
Δόξα…
Φύλαξον ἡμᾶς
τοὺς τιμῶντάς σε, Πορφύριε,
χορηγῶν τῆς μαρτυρίας τοῦ Χριστοῦ
τὴν προαίρεσιν καὶ ζέσιν θείας πίστεως.
Καὶ νῦν… Θεοτοκίον.
Ὕμνον σοι, Ἁγνή,
εὐφροσύνως ἀναμέλπομεν,
τῶν ἀγγέλων οὖσαν ὄντως γλυκασμόν,
καὶ πικρίαν Εὔας λύσασαν τῷ τόκῳ σου.
ᾨδὴ Ϛ΄. Τὴν δέησιν.
Ἅγιε τοῦ Θεοῦ, πρέσβευε ὑπὲρ ἡμῶν.
Ῥωννύμεθα
ταῖς εὐχαῖς σου, ὅσιε,
καὶ ψυχὰς εἰς οὐρανοὺς ἀνυψοῦμεν,
ὑπομονὴν καὶ ἀνδρείαν πλουτοῦντες
ἐν πειρασμοῖς καὶ δειναῖς ἐπιθέσεσι,
Πορφύριε, πάτερ ἡμῶν·
ὅθεν πάντες κοινῇ ἀνυμνοῦμέν σε.
Ἅγιε τοῦ Θεοῦ, πρέσβευε ὑπὲρ ἡμῶν.
Ἰώμενος
πᾶσαν νόσον, ὅσιε,
ἀγαπᾶν ἡμᾶς Σωτῆρα κελεύεις
ὅλῃ ψυχῇ, καὶ νοΐ, καὶ καρδίᾳ,
καὶ πρὸς Αὐτὸν ἀναπέμπειν τὴν δέησιν,
ὅτι Αὐτὸς προνοητὴς
καὶ ἡμῶν ἀντιλήπτωρ γεγένηται.
Δόξα…
Ὁλόφωτος
ἡ σεπτή σου, ὅσιε,
κεφαλή, χάριτι θείᾳ ἐφάνη
τὸν θεῖον μύστην Χριστοῦ προδηλοῦσα
τῇ προσελθούσῃ γυνῇ πρὸς προσκύνησιν,
πληρώσασα ἐκ θαυμασμοῦ
τὴν ψυχὴν ταύτης, μάκαρ Πορφύριε.
Καὶ νῦν… Θεοτοκίον.
Ὑμνοῦντές σε,
Θεοτόκε Ἄχραντε,
τὰς ψυχὰς ἡμῶν γαλήνης πληροῦμεν,
τῇ τοῦ Υἱοῦ σου ἀγάπῃ θαῤῥοῦντες
καὶ μητρικαῖς σου πρεσβείαις ἐλπίζοντες,
δεόμενοι ἐπιτυχεῖν
παραδείσου τερπνοῦ ἀπολαύσεως.
Διάσωσον
ἀπὸ κινδύνων, Πορφύριε, σοὺς ἱκέτας
καὶ παράσχου τῇ σῇ μονῇ βοήθειαν, ὅσιε,
ὡς ἔχων πρὸς Κύριον παῤῥησίαν.
Ἄχραντε,
ἡ διὰ λόγου τὸν Λόγον ἀνερμηνεύτως
ἐπ’ ἐσχάτων τῶν ἡμερῶν τεκοῦσα, δυσώπησον
ὡς ἔχουσα μητρικὴν παῤῥησίαν.
Αἴτησις καὶ τὸ Κοντάκιον.
Ἦχος β΄. Προστασία τῶν χριστιανῶν.
Στεναζόντων πάντων ἡ παράκλησις γέγονας,
κλονουμένων ἐν πίστει, τοῖς θαύμασι στήριγμα.
Ὅθεν πάντες πρὸς τὴν σὴν χάριν σπεύδομεν πιστοὶ
πολλῆς δέξασθαι σῆς ἀρωγῆς
ἐν τῷ πελάγει τῆς ζωῆς
καὶ τῇ ζάλῃ τῶν θλίψεων.
Δίδου ἡμῖν ὑγείαν,
ψυχῆς τε τὴν εὐρωστίαν,
εὐχαῖς σου, πάτερ, πρὸς Θεόν,
ἱκετεύομεν οἱ δοῦλοί σου.
Προκείμενον.
Τίμιος ἐναντίον Κυρίου
ὁ θάνατος τοῦ Ὁσίου αὐτοῦ. (γ΄)
Στίχ. Τοῖς ἁγίοις τοῖς ἐν τῇ γῇ αὐτοῦ ἐθαυμάστωσεν ὁ Κύριος.
Εὐαγγέλιον κατὰ Ματθαῖον (ια΄ 27-30).
Εἶπεν ὁ Κύριος τοῖς ἑαυτοῦ Μαθηταῖς· Πάντα μοι παρεδόθη ὑπὸ τοῦ Πατρός μου· καὶ οὐδεὶς ἐπιγινώσκει τὸν Υἱόν, εἰ μὴ ὁ Πατήρ· οὐδὲ τὸν Πατέρα τις ἐπιγινώσκει, εἰ μὴ ὁ Υἱός, καὶ ᾧ ἐὰν βούληται ὁ Υἱὸς ἀποκαλύψαι. Δεῦτε πρός με πάντες οἱ κοπιῶντες καὶ πεφορτισμένοι, κἀγὼ ἀναπαύσω ὑμᾶς. Ἄρατε τὸν ζυγόν μου ἐφ’ ὑμᾶς, καὶ μάθετε ἀπ’ ἐμοῦ, ὅτι πρᾶός εἰμι καὶ ταπεινὸς τῇ καρδίᾳ, καὶ εὑρήσετε ἀνάπαυσιν ταῖς ψυχαῖς ὑμῶν. Ὁ γὰρ ζυγός μου χρηστός, καὶ τὸ φορτίον μου ἐλαφρόν ἐστιν.
Ἦχος β΄. Δόξα…
Ταῖς τοῦ σοῦ Ὁσίου πρεσβείαις, Ἐλεῆμον,
ἐξάλειψον τὰ πλήθη τῶν ἐμῶν ἐγκλημάτων.
Καὶ νῦν…
Ταῖς τῆς Θεοτόκου πρεσβείαις, Ἐλεῆμον,
ἐξάλειψον τὰ πλήθη τῶν ἐμῶν ἐγκλημάτων.
Προσόμοιον.
Ἦχος πλ. β΄. Ὅλην ἀποθέμενοι.
Στίχ. Ἐλεῆμον, ἐλέησόν με ὁ Θεός, κατὰ τὸ μέγα ἔλεός Σου καὶ κατὰ τὸ πλῆθος τῶν οἰκτιρμῶν Σου ἐξάλειψον τὸ ἀνόμημά μου.
Καυσοκαλυβίων τε
τοῦ ὄρους Ἄθωνος μύστην,
μοναχῶν τὸ σέμνωμα,
ἱερέων πάντιμον ἐγκαλλώπισμα,
ἰατρὸν ἄριστον,
ὀρφανῶν πατέρα,
τῶν πιπτόντων σε ἀνόρθωσιν
ἔγνωμεν, ὅσιε,
καὶ τῶν δαιμονόντων τὴν λύτρωσιν·
γαλήνης ἡμῖν πρόξενον
καὶ χαρᾶς μεγάλης τὸν αἴτιον.
Ὅθεν σοι βοῶμεν·
μὴ παύσῃ ἐπισκέπτεσθαι ἡμᾶς,
ἰᾶσθαι, πάτερ Πορφύριε,
καὶ φυλάττειν δούλους σου.
Ὁ ἱερεύς· Σῶσον ὁ Θεὸς τὸν λαόν σου…
ᾨδὴ ζ΄. Οἱ ἐκ τῆς Ἰουδαίας.
Ἅγιε τοῦ Θεοῦ, πρέσβευε ὑπὲρ ἡμῶν.
Ἐν ἁπλότητι ὅλην
τὴν ζωήν σου διῆλθες
καὶ ὑπηρέτησας
Θεῷ τε καὶ ἀνθρώποις,
νυκτός τε καὶ ἡμέρας
προσευχόμενος, ὅσιε,
καὶ φέρων πόνους ἠμῶν,
Πορφύριε, παμμάκαρ.
Ἅγιε τοῦ Θεοῦ, πρέσβευε ὑπὲρ ἡμῶν.
Πατρικήν σου πρεσβείαν,
ἐκζητοῦμεν, τρισμάκαρ,
πρὸς τὸν Θεὸν ἡμῶν,
ἵνα διασωθῶμεν
κινδύνων καὶ μανίας
πονηροῦ πολεμήτορος,
θαῤῥοῦντες, πάτερ, τῇ σῇ
μεγάλῃ εὐσπλαγχνίᾳ.
Δόξα…
Ἠγαπήθης ὑφ’ ὅλων,
ὡς ἀγάπην πηγάζων
καὶ πλημμυρῶν ἡμᾶς,
πληγάς τε θεραπεύων,
δαιμόνια ἐκβάλλων,
καὶ ἐκ πόνων λυτρούμενος,
παρέχων χάριν δ’ ἀεὶ
τοῖς αἰτουμένοις πᾶσι.
Καὶ νῦν… Θεοτοκίον.
Εὐγνωμόνως ὑμνοῦμεν
Σέ, Παρθένε καὶ μῆτερ
Θεοχαρίτωτε,
ὡς τέξασαν τῷ κόσμῳ
Σωτῆρα ἀπειράνδρως
καὶ Θεὸν Πανοικτίρμονα,
πρὸς ὃν πρεσβεύεις ἀεὶ
σωθῆναι τοὺς ἀνθρώπους.
ᾨδὴ η΄. Τὸν Βασιλέα.
Ἅγιε τοῦ Θεοῦ, πρέσβευε ὑπὲρ ἡμῶν.
Ὑπὲρ ὑγείας
καὶ σωτηρίας τοῦ κόσμου
τὰς εὐχάς σου Χριστῷ σὺ προσάγεις,
ὅθεν σε ὑμνοῦμεν,
Πορφύριε, θεόφρον.
Ἅγιε τοῦ Θεοῦ, πρέσβευε ὑπὲρ ἡμῶν.
Ἁμαρτιῶν μου
Σὺ τὴν πληθὺν ἄφες, Σῶτερ,
Πορφυρίου θερμαῖς ἱκεσίαις,
καὶ ἐν μετανοίᾳ
τὸν βίον μου παράσχου.
Δόξα…
Γαλήνην δίδου
τρικυμιζούσῃ καρδίᾳ,
τῶν δεινῶν τὰς ὀδύνας πραΰνων
χάριτί σου, πάτερ,
καμνόντων εὐεργέτα.
Καὶ νῦν… Θεοτοκίον.
Γέγονας μήτηρ,
ἐν παρθενίᾳ τελοῦσα,
τὸν Θεὸν καὶ Σωτῆρα τεκοῦσα,
ὃν ἐκδυσωποῦσα,
κινδύνων σῴζεις πάντας.
ᾨδὴ θ΄. Κυρίως Θεοτόκον.
Ἅγιε τοῦ Θεοῦ, πρέσβευε ὑπὲρ ἡμῶν.
Ἐλέησον ἱκέτας
καὶ προσπίπτοντάς σοι
τὴν εὐσπλαγχνίαν τὴν σὴν ἀναμένοντας,
παρέχων χάριν, ὑγείαν
καὶ τὴν μετάνοιαν.
Ἅγιε τοῦ Θεοῦ, πρέσβευε ὑπὲρ ἡμῶν.
Λαλήσας ὁ κωφός σοι
τὴν εὐχαριστίαν,
ὡς διὰ σοῦ σεσωσμένος, προσέφερε,
τῶν συγγενῶν θαυμαζόντων
καὶ προσκυνούντων σε.
Δόξα…
Ὁ νέος ἐν ὁσίοις
καταπλήττεις πάντας
τερατουργίαις σου, πάτερ Πορφύριε,
ἑλκύσας ἄνωθεν χάριν
τῇ ταπεινώσει σου.
Καὶ νῦν… Θεοτοκίον.
Ὑμνοῦμέν σε Παρθένε,
Κεχαριτωμένη,
ὡς τὴν ἐλπίδα τῷ κόσμῳ δωρήσασαν,
τεκοῦσα πᾶσι Σωτῆρα
Θεὸν καὶ ἄνθρωπον.
Ἄξιόν ἐστιν ὡς ἀληθῶς
μακαρίζειν σὲ τὴν Θεοτόκον,
τὴν ἀειμακάριστον καὶ παναμώμητον,
καὶ Μητέρα τοῦ Θεοῦ ἡμῶν.
Τὴν τιμιωτέραν τῶν Χερουβείμ,
καὶ ἐνδοξοτέραν ἀσυγκρίτως τῶν Σεραφείμ,
τὴν ἀδιαφθόρως Θεὸν Λόγον τεκοῦσαν,
τὴν ὄντως Θεοτόκον σὲ μεγαλύνομεν.
Μεγαλυνάρια.
Χαίροις τῶν ὁσίων ἡ καλλονὴ
καὶ τῶν ἀσκουμένων
ὁδηγὸς καὶ ὑπογραμμός.
Χαίροις ἱερέων
τὸ στέφος καὶ ἡ δόξα,
Πορφύριε τρισμάκαρ,
Ἄθωνος καύχημα.
Ψάλλομέν σου, πάτερ, τὰς ἀρετάς,
ταπεινοφροσύνην
καὶ τὴν ἄκραν ὑπακοήν,
τὴν διάκρισίν τε
ἁπλότητα, ἁγνείαν,
ἀγάπης σου τὸ εὖρος
τὸ ἀπροσμέτρητον.
Ὡς παιδίον γέγονας τῇ ψυχῇ,
ἀμνησικακίαν
καὶ ἁπλότητα ἐνδυθείς,
θείων χαρισμάτων
τὸν πλοῦτον ἀποκρύπτων,
τῇ ἀκενοδοξίᾳ
πολιτευόμενος.
Διορατικῶν ἦσθα κορυφή,
προφητῶν μεγάλων
πλησιέστατος συγγενής·
ἰαματικῶν τε
συνόμιλος ἁγίων,
Πορφύριε, ἐδείχθης,
Ἄθωνος κόσμημα.
Τῆς Ἀποκαλύψεως θεωρός,
τῆς πρὸς Ἰωάννην,
ἐν τῆ Πάτμῳ σὺ γεγονώς,
ὤφθης μύστης μέγας
τῶν θείων μυστηρίων,
τὰ Χερουβεὶμ ἐγγίσας
τῇ ταπεινώσει σου.
Ναυαγῶν τοῦ βίου ὤφθης λιμὴν
καὶ τῶν θλιβομένων
ἡ παράκλησις ἡ θερμή,
τῶν ἀπολωλότων
ποιμὴν τῆς Ἐκκλησίας,
καὶ κρήνη ἰαμάτων
τῆς θείας χάριτος.
Πᾶσαι τῶν ἀγγέλων αἱ στρατιαί,
Πρόδρομε Κυρίου,
Ἀποστόλων ἡ δωδεκάς,
οἱ ἅγιοι πάντες
μετὰ τῆς Θεοτόκου,
ποιήσατε πρεσβείαν
εἰς τὸ σωθῆναι ἡμᾶς.
Τρισάγιον.
Ἅγιος ὁ Θεός, ἅγιος Ἰσχυρός, ἅγιος Ἀθάνατος, ἐλέησον ἡμᾶς. (γ΄)
Δόξα Πατρὶ καὶ Υἱῷ καὶ ἁγίῳ Πνεύματι, καὶ νῦν, καὶ ἀεί, καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.
Παναγία Τριάς, ἐλέησον ἡμᾶς. Κύριε, ἱλάσθητι ταῖς ἁμαρτίαις ἡμῶν. Δέσποτα, συγχώρησον τὰς ἀνομίας ἡμῖν. Ἅγιε, ἐπίσκεψαι καὶ ἵασαι τὰς ἀσθενείας ἡμῶν ἕνεκεν τοῦ ὀνόματός Σου. Κύριε, ἐλέησον· Κύριε, ἐλέησον, Κύριε, ἐλέησον.
Δόξα… Καὶ νῦν…
Πάτερ ἡμῶν ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς, ἁγιασθήτω τὸ ὄνομά Σου. Ἐλθέτω ἡ βασιλεία Σου. Γενηθήτω τὸ θέλημά Σου, ὡς ἐν οὐρανῷ καὶ ἐπὶ τῆς γῆς. Τὸν ἄρτον ἡμῶν τὸν ἐπιούσιον δὸς ἡμῖν σήμερον. Καὶ ἄφες ἡμῖν τὰ ὀφειλήματα ἡμῶν, ὡς καὶ ἡμεῖς ἀφίεμεν τοῖς ὀφειλέταις ἡμῶν. Καὶ μὴ εἰσενέγκῃς ἡμᾶς εἰς πειρασμόν, ἀλλὰ ῥῦσαι ἡμᾶς ἀπὸ τοῦ πονηροῦ.
Ὁ ἱερεύς·
Ὅτι σοῦ ἐστιν ἡ βασιλεία, καὶ ἡ δύναμις, καὶ ἡ δόξα τοῦ Πατρός, καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ ἁγίου Πνεύματος, νῦν, καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.
Ἀπολυτίκιον.
Ἦχος α΄. Τῆς ἐρήμου πολίτης.
Τῆς Εὐβοίας τὸν γόνον,
Πανελλήνων τὸν Γέροντα,
τῆς Θεολογίας τὸν μύστην
καὶ Χριστοῦ φίλον γνήσιον,
Πορφύριον τιμήσωμεν, πιστοί,
τὸν πλήρη χαρισμάτων ἐκ παιδός.
Δαιμονῶντας γὰρ λυτροῦται,
καὶ ἀσθενεῖς ἰᾶται πίστει κράζοντας·
δόξα τῷ δεδωκότι σοι ἰσχύν,
δόξα τῷ σὲ ἁγιάσαντι,
δόξα τῷ ἐνεργοῦντι διὰ σοῦ πᾶσιν ἰάματα.
Ἡ Ἐκτενὴς καὶ Ἀπόλυσις.
Μετὰ τὴν Ἀπόλυσιν ψάλλομεν ἀργῶς
τὰ κάτωθι τροπάρια.
Ἦχος β΄. Ὅτε ἐκ τοῦ ξύλου.
Πᾶσι τοῖς τιμῶσιν εὐλαβῶς

ἱερὰν τὴν μνήμην σου, πάτερ,
καὶ δεομένοις πιστῶς
δώρησαι τὴν ἴασιν
παθῶν, Πορφύριε·
καὶ κινδύνων καὶ θλίψεων
καὶ ζάλης τοῦ κόσμου
λύτρωσαι πρεσβείαις σου
τοὺς σοὶ προστρέχοντας·
ἔχεις γὰρ πολλὴν παῤῥησίαν,
ὡς Χριστοῦ θεράπων καὶ φίλος,
μεσιτεύειν, ὅσιε, πρὸς Κύριον.
Δέσποινα, πρόσδεξαι
τὰς δεήσεις τῶν δούλων σου
καὶ λύτρωσαι ἡμᾶς
ἀπὸ πάσης ἀνάγκης καὶ θλίψεως.
Τὴν πᾶσαν ἐλπίδα μου
εἰς σὲ ἀνατίθημι,
Μῆτερ τοῦ Θεοῦ,
φύλαξόν με ὑπὸ τὴν σκέπην σου.
Ὁ ἱερεύς·
Δι’ εὐχῶν τῶν ἁγίων Πατέρων ἡμῶν, Κύριε Ἰησοῦ Χριστὲ ὁ Θεός, ἐλέησον καὶ σῶσον ἡμᾶς. Ἀμήν.
Δίστιχον.
Πορφύριε, φύλαττε θερμαῖς εὐχαῖς σου
Εὐάγγελον μέλψαντα θαυμάσιά σου.
 
Εὐαγγέλου Καραδήμου, “Χαίροις, Πάτερ Πορφύριε (Παρακλητικὸς Κανὼν καὶ Χαιρετισμοί), Ἀθήνα 2008
 
 

" Όσιος Πορφύριος ο Καυσοκαλυβήτης ! " Σήμερα ανακηρύχθηκε επίσημα Άγιος !

 

Στην αγιοκατάταξη του Γέροντος Πορφυρίου προχώρησε η Αγία και Ιερά Σύνοδος του Οικουμενικού Πατριαρχείου, κατά την σημερινή συνεδρίασή της, υπό τον Οικουμενικό Πατριάρχη Βαρθολομαίο.
Ο Γέρων Πορφύριος γεννήθηκε το 1906 στο χωριό Άγιος Ιωάννης του σημερινού Δήμου Ταμιναίων της Εύβοιας. Το κοσμικό όνομά του ήταν Ευάγγελος Μπαϊρακτάρης και από πολύ νωρίς έδειξε έφεση προς το μοναχισμό. Έτσι, σε ηλικία 13 χρόνων και έχοντας τελειώσει μόνο την Β' Δημοτικού, μετέβη στη Σκήτη της Αγίας Τριάδος, τα γνωστά "Καυσοκαλύβια" του Αγίου Όρους, όπου έζησε τα επόμενα 6 περίπου χρόνια, ως υποτακτικός σε δύο γέροντες μοναχούς, λαμβάνοντας το όνομα Νικήτας. Κατόπιν, λόγω σοβαρής ασθένειας, αναγκάστηκε να επιστρέψει στην Εύβοια, όπου και εγκαταστάθηκε στην Ιερά Μονή Αγίου Χαραλάμπους Λευκών Ευβοίας, στο Αυλωνάρι της Εύβοιας.Σε ηλικία 20 ετών συναντήθηκε με τον Αρχιεπίσκοπο του Σινά Πορφύριο, ο οποίος αναγνωρίζοντας σε αυτόν πνευματικά χαρίσματα, τον χειροτόνησε πρεσβύτερο, δίνοντάς του και το όνομα με το οποίο έμελλε να γίνει γνωστός. Τα επόμενα χρόνια, επειδή το μοναστήρι του Αγίου Χαραλάμπους Λευκών έγινε γυναικείο, ο πατήρ Πορφύριος εγκαταστάθηκε στο μοναστήρι του Αγίου Νικολάου, στην Άνω Βάθεια του σημερινού Δήμου Αμαρυνθίων, επίσης στην Εύβοια.Το 1940, σε ηλικία 34 ετών, μετέβη στην Αθήνα, όπου διορίστηκε εφημέριος στην εκκλησία του Αγίου Γερασίμου, στην Πολυκλινική Αθηνών, δίπλα στην Ομόνοια.Το 1973 έλαβε τη σύνταξή του από τη θέση του εφημερίου του Αγίου Γερασίμου, για να εγκατασταθεί αρχικά στον Άγιο Νικόλαο, στα Καλίσσια (σημερινή Καλλιθέα) της Πεντέλης και μετά από μερικά χρόνια στο Μήλεσι της Μαλακάσας, όπου και οικοδόμησε το Ιερό Ησυχαστήριο της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος. Απέκτησε σημαντική φήμη και πολλοί πιστοί τον επισκέπτονταν στον τόπο διαμονής του.Το Νοέμβριο του 1991 μετέβη στο παλαιό κελί του, στα Καυσοκαλύβια του Αγίου Όρους, όπου και πέθανε στις 2 Δεκεμβρίου του ίδιου έτους.


http://www.amen.gr