Ιερός Ναός Αγίων Πάντων Μακεδονίτισσας

Ιερός Ναός Αγίων Πάντων Μακεδονίτισσας
Άγιοι του Θεού πρεσβεύετε υπέρ ημών !

Τετάρτη 9 Δεκεμβρίου 2009

Η Σύλληψις της Αγίας Άννας

.
Σύμφωνα με το προαιώνιο σχέδιο του Θεού, ο οποίος επιθυμούσε να ετοιμάσει ένα πάναγνο κατοικητήριο για να κατασκηνώσει μαζί με τους ανθρώπους, δεν επετράπη στον Ιωακείμ και την Άννα να αποκτήσουν απογόνους. Και οι δύο είχαν φθάσει σε προχωρημένη ηλικία και είχαν μείνει στείροι – συμβολίζοντας την ανθρώπινη φύση, στρεβλωμένη και αποξηραμένη από το βάρος της αμαρτίας και του θανάτου -, δεν έπαυσαν ωστόσο να παρακαλούν τον Θεό να τους λυτρώσει από το όνειδος της ατεκνίας. Όταν ήλθε το πλήρωμα του χρόνου, ο Θεός έστειλε τον Αρχάγγελο Γαβριήλ στον Ιωακείμ που είχε αποσυρθεί σε ένα βουνό και στην Άννα που θρηνούσε την δυστυχία της στον κήπο τους, για να τους αναγγείλει ότι επρόκειτο σύντομα να εκπληρωθούν στο πρόσωπό τους οι πάλαι προφητείες και ότι θα γεννούσαν τέκνο που προοριζόταν να καταστεί η αυθεντική Κιβωτός της καινής Διαθήκης, η θεία Κλίμαξ, η άφλεκτος Βάτος, το αλατόμητον Όρος, ο ζωντανός Ναός όπου θα κατοικούσε ο Λόγος του Θεού .Την ημέρα αυτή, με την σύλληψη της Αγίας Άννης, τερματίζεται η στειρότητα της ανθρώπινης φύσης, που χωρίσθηκε από τον Θεό δια του θανάτου· και με την υπέρ φύσιν τεκνοποίηση αυτής που είχε μείνει στείρα έως την ηλικία κατά την οποία δεν μπορούν πλέον φυσιολογικά να τεκνοποιήσουν οι γυναίκες, ο Θεός ανήγγειλε και επιβεβαίωσε το πλέον υπερφυές θαύμα της ασπόρου συλλήψεως και την αμώμου γεννήσεως του Χριστού από τα σπλάγχνα της Υπεραγίας Θεοτόκου και Αειπαρθένου Μαρίας.Παρότι εγεννήθη από θεία επέμβαση, η Παναγία προήλθε από σύλληψη μέσω συνευρέσεως ανδρός και γυναικός κατά τους νόμους της ανθρώπινης φύσης μας, της πεπτωκυίας και δέσμιας της φθοράς και του θανάτου μετά το προπατορικό αμάρτημα (βλ. Γέν. 3,16) .
Σκεύος εκλογής, τίμιος Ναός που προετοίμασε ο Θεός πρό των αιώνων, η Θεοτόκος είναι η πλέον αγνή και τέλεια αντιπρόσωπος της ανθρωπότητας, αλλά δεν βρίσκεται εκτός της κοινής κληρονομίας και των συνεπειών του αμαρτήματος των πρωτοπλάστων. Ακριβώς όπως έπρεπε, για να μας λυτρώσει ο Χριστός από το κράτος του θανάτου δια του εκουσίου Σταυρικού Του θανάτου (βλ. Εβρ. 2,14), να γίνει ο σαρκωθείς Λόγος του Θεού όμοιος με τον άνθρωπο στα πάντα πλην της αμαρτίας, εξίσου απαραίτητο ήταν η Μητέρα Του, στα σπλάγχνα της οποίας ο Λόγος του Θεού ενώθηκε με την ανθρώπινη σάρκα, να είναι σε κάθε τι όμοια με εμάς, υποκείμενη στην φθορά και στον θάνατο, μή τυχόν και θεωρηθεί ότι η Λύτρωση και η Σωτηρία δεν μας αφορούν απολύτως και εξ ολοκλήρου, εμάς του απογόνους του Αδάμ. Η Θεοτόκος εξελέγη μεταξύ των γυναικών όχι τυχαίω τω τρόπω, αλλά γιατί ο Θεός είχε προβλέψει προαιωνίως ότι θα ήταν σε θέση να διαφυλάξει τελείως την αγνότητά της ώστε να Τον δεχθεί μέσα της .

Και ενώ συνελήφθη και γεννήθηκε όπως όλοι μας, αξιώθηκε να καταστεί κατά σάρκα Μητέρα του Υιού του Θεού και κατά πνεύμα μητέρα όλων μας. Γλυκύτατη και φιλεύσπλαγχνος, είναι σε θέση να μεσιτεύει υπέρ ημών ενώπιον του Υιού της, ώστε να μας χαρίσει Εκείνος το μέγα έλεος.Ακριβώς όπως ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός είναι ο καρπός της παρθενίας της, η Υπεραγία Θεοτόκος ήταν καρπός της σωφροσύνης του Ιωακείμ και της Άννας. Ακολουθώντας αυτήν την οδό της αγνότητος και εμείς, μοναχοί και σώφρονες χριστιανοί, κάνουμε να γεννηθεί και να μεγαλώσει μέσα μας ο Σωτήρας Χριστός.

..........................................................................................

Η αγία Άννα, η οποία θεία χάριτι έγινε κατά σάρκα προμήτωρ (γιαγιά) του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, καταγόταν από τη φυλή Λευί και ήταν υστερότοκη θυγατέρα του αρχιερέως Ματθάν και της συζύγου του Μαρίας, η οποία έφερε στον κόσμο άλλες δυο κόρες: την Μαρία και την Σοβή. Η πρωτότοκη Μαρία νυμφεύτηκε στην Βηθλεέμ και γέννησε την Σαλώμη την μαία. Η δε Σοβή νυμφεύτηκε κι αυτή στη Βηθλεέμ και έφερε στον κόσμο την Ελισάβετ, την μητέρα του Ιωάννη του Προδρόμου. Η Άννα νυμφεύτηκε στην Γαλιλαία τον συνετό Ιωακείμ και, μετά από μακρά περίοδο ατεκνίας, με την παρέμβαση του Θεού έφερε στον κόσμο την Μαρία την Παναγία Θεοτόκο. Έτσι η Σαλώμη, η Ελισάβετ και η Θεοτόκος Μαρία ήσαν πρώτες εξαδέλφες, και ο Κύριος κατά το ανθρώπινον και ο άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος ήσαν δεύτερα εξαδέλφια.
Αφού γέννησε την Θεοτόκο, την οποία ο Κύριος εγκατέστησε στην κορυφή της ανθρώπινης αγιότητος, μόνην αυτήν ικανώς αγνή να δεχθεί μέσα της τον Σωτήρα του κόσμου, την αφιέρωσε σε ηλικία τριών ετών στον Ναό ως δώρο καθαρό και άμωμο. Έκτοτε η αγία Άννα πέρασε τον υπόλοιπο βίο της με νηστείες, προσευχές και ελεημοσύνες, αναμένοντας την εκπλήρωση των θείων επαγγελιών. Παρέδωσε την ψυχή της εις χείρας Θεού σε ηλικία εξήντα εννέα ετών. Ο δε άγιος Ιωακείμ εκοιμήθη σε ηλικία ογδόντα ετών, αλλά αγνοούμε ποιος από τους δύο εξεδήμησε πρώτος προς Κύριον. Το μόνο που μας διέσωσε η παράδοση της Εκκλησίας είναι ότι η Θεοτόκος στερήθηκε τους γονείς της σε ηλικία ένδεκα ετών, ενώ βρισκόταν ακόμη στον Ναό.

( ΝΕΟΣ ΣΥΝΑΞΑΡΙΣΤΗΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ (ΙΟΥΛΙΟΣ) Εκδ. ΙΝΔΙΚΤΟΣ σ. 276)

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

Η Ορθόδοξος Εκκλησία απορρίπτει το δόγμα της “ασπίλου Συλλήψεως” που κατοχύρωσε η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία το 1858, χωρίς ωστόσο να μειώνει την τιμή της Θεοτόκου. Διότι, σύμφωνα με τους Πατέρες της Εκκλησίας, δεν κληρονομούμε την προσωπική ευθύνη της αμαρτίας του Αδάμ, αλλά απλώς τις συνέπειες του προπατορικού αμαρτήματος: τον θάνατο, την φθορά και τα αδιάβλητα πάθη (συμπεριλαμβανομένης της αναπαραγωγής μέσω της σαρκικής ένωσης) που δημιουργούν στον άνθρωπο μια ροπή προς την ηδονή. Για τον λόγο αυτό, οι Ορθόδοξοι δεν έχουν καμιά δυσκολία να αναγνωρίσουν ότι η Θεοτόκος ήταν κληρονόμος, όπως όλοι μας, των συνεπειών της παρακοής του Αδάμ (μόνος ο Χριστός ήταν απαλλαγμένος), αλλά ότι ήταν ταυτόχρονα και αγνή και αναμάρτητος σε προσωπικό επίπεδο, αφού εν ελευθερία διαφυλάχθηκε από όλες τις έλξεις του κόσμου και των παθών, και εκουσίως συνεργάσθηκε στην εκπλήρωση του σωτηρίου σχεδίου του Θεού, υπακούοντας με πραότητα στην βούλησή Του: Ιδού η δούλη Κυρίου, γένοιτό μοι κατά του ρήμα σου, απάντησε τον Άγγελο (Λουκ. 1,38)

.

Δευτέρα 7 Δεκεμβρίου 2009

Ο Άγιος Νικόλαος , Αρχιεπίσκοπος Μύρων της Λυκίας

.
Ο 'Αγιος Νικόλαος, Αρχιεπίσκοπος Μύρων της Λυκίας, ο Θαυματουργός, είναι από τους πλέον αγαπητούς Αγίους της Ορθόδοξης Εκκλησίας μας. Αμέτρητοι ναοί έχουν κτισθεί προς τιμήν του και πλήθη λαού σπεύδουν να τον τιμήσουν και να ζητήσουν τη μεσιτεία του προς τον Κύριο.Γεννήθηκε στα Πάταρα της Λυκίας γύρω στα 250 μ.Χ. από ευσεβείς και πλούσιους γονείς, οι οποίοι τον ανέθρεψαν εν παιδεία και νουθεσία Κυρίου.Βρέφος ακόμη απέδειξε ότι είχε τη χάρη του Θεού. Με θαυμαστό τρόπο στάθηκε όρθιος την ώρα του λουτρού χωρίς καμία βοήθεια. Κάθε Τετάρτη και Παρασκευή θήλαζε μόνο μια φορά την ημέρα και μάλιστα μετά τη δύση του ηλίου.Πολύ νωρίς ο Κύριος κάλεσε κοντά του τους δύο γονείς του και ο ίδιος, έχοντας πάντοτε οδηγό τη ρήση του Ευαγγελίου δότε Ελεημοσύνην, μοίρασε την περιουσία του στους φτωχούς και αφωσιώθηκε ολοκληρωτικά στη Λατρεία του Υψίστου.Είναι γνωστή και αξιοθαύμαστη η ενέργεια του αυτή να βοηθήσει νύχτα και κρυφά τις τρεις αδελφές με αξιόλογο χρηματικό ποσό, για να μην αναγκαστούν, λόγω της φτώχιας τους, να παρασυρθούν στην ατίμωση.Κινούμενος ο Νικόλαος από Ιερό πόθο, αποφάσισε να ταξιδέψει για να προσκυνήσει τους Αγίους Τόπους. Καθώς έπλεε το πλοίο, άρχισαν να πνέουν σφοδρότατοι άνεμοι και ξέσπασε μεγάλη τρικυμία. Επιβάτες και πλήρωμα έχασαν την ψυχραιμία τους και περίμεναν να καταποντισθούν.Ο Νικόλαος όμως γονατιστός προσευχήθηκε με θέρμη προς τον Κύριο και το θαύμα έγινε. Οι άνεμοι έπαυσαν και η θάλασσα αμέσως γαλήνεψε. Όμως κάποιος ναύτης, που ήταν στο κατάρτι, γλίστρησε και έπεσε στο κατάστρωμα νεκρός. Όλοι στενοχωρήθηκαν, που χάθηκε ένας άνθρωπος. Χάρη όμως στις θερμές προσευχές του Αγίου ο ναύτης αναστήθηκε, σαν να ξύπνησε από βαθύ ύπνο.Μετά το προσκύνημα στους Αγίους Τόπους επέστρεψε στα Πάταρα, όπου ζούσε με οσιότητα και δικαιοσύνη. Ο Θεός τον αξίωσε να χειροτονηθεί πρεσβύτερος και μετά το θάνατο του Αρχιεπισκόπου Μύρων της Λυκίας να εκλεγεί Αρχιεπίσκοπος.Έτρεφε μεγάλη αγάπη για τους φτωχούς και τους αδυνάτους. Ίδρυσε στην αρχιεπισκοπή του φτωχοκομείο, ξενώνα, νοσοκομείο και άλλα φιλανθρωπικά ιδρύματα.Στις δύσκολες στιγμές των διωγμών του Διοκλητιανού εμψύχωνε το ποίμνιο του και ιδιαίτερα τους νέους. Γι' αυτό συλλαμβάνεται, φυλακίζεται και βασανίζεται. Υπομένει όμως όλες τις διώξεις και τις ταλαιπωρίες προς δόξαν Κυρίου.Μετά την κατάπαυση των διωγμών από τον αυτοκράτορα Μέγα Κωνσταντίνο αναλαμβάνει και πάλι το ποιμαντικό του έργο στα Μύρα.Το 325 μ.Χ. λαμβάνει μέρος στην Α' Οικουμενική Σύνοδο, που έγινε στη Νίκαια της Βιθυνίας, και καταπολεμεί με θάρρος και τόλμη τις κακοδοξίες του Αρείου. Υπερασπίζεται με σθένος την Ορθοδοξία και αναδεικνύεται κανών πίστεως και διδάσκαλος του Ευαγγελίου. Για την ενίσχυση του εμφανίστηκε ο ίδιος ο Χριστός και του έδωσε ευαγγέλιο και η Μητέρα Παναγία, που του χάρισε ωμοφόριο.Όταν επέστρεψε απο τη Σύνοδο, συνέχισε το ποιμαντικό του έργο μέχρι τα βαθιά γεράματα, οπότε και παρέδωσε το πνεύμα του στον Πανάγαθο Θεό το 330 μ.Χ.Ο Κύριος τον τίμησε ιδιαίτερα για την ενάρετη χριστιανική ζωή του, που τη διέκρινε η βαθιά πίστη στον Παντοδύναμο Θεό και η ανεκτίμητη αγάπη του για τον άνθρωπο. Τον ανέδειξε ποταμό ιαμάτων και πηγή θαυμάτων. Θαυματουργούσε όταν ζούσε αλλά και μετά την κοίμηση του τα θαύματα του είναι αναρίθμητα.Το έτος 1087, λόγω ταραχών, έγινε η μετακομιδή των ιερών λειψάνων του από τα Μυρά στο Μπάρι της Ιταλίας. Κατά την τέλεση της θείας λειτουργίας έτρεχε τόσο πολύ μύρο από τα ιερά λείψανα, που οι πιστοί το μάζευαν σε δοχεία για θεραπεία από διάφορες αρρωστιές, αρκετοί μάλιστα λιποθυμούσαν απο την ευωδία του.Με τα ωραιότερα εγκώμια τον τιμά η Εκκλησία. Κανόνα πίστεως και εικόνα πραότητος, εγκρατείας διδάσκαλον τον ονομάζει ο υμνωδώς και ποιμένα μέγαν τον αποκαλεί. Ανατολή και Δύση του αναγνωρίζουν ξεχωριστή θέση μεταξύ των Αγίων. Με εξαιρετική λαμπρότητα και δόξα τιμάται από τους Ρώσσους.Ο 'Αγιος Νικόλαος είναι ο μεγάλος προστάτης των ναυτικών. Στο τιμόνι, στην πλώρη κάθε πλοίου είναι η εικόνα του. Αμέτρητοι είναι οι ναοί στα λιμάνια, στα νησιά και στα ακρωτήρια, που φέρουν το όνομα του, τάματα των ναυτικών σε δύσκολες στιγμές, που τον επικαλούνται: 'Αϊ-Νικόλα, βοήθα με!Η Ορθόδοξη Εκκλησία μας τιμά τη μνήμη του Αγίου Νικολάου στις 6 Δεκεμβρίου και την ανακομιδή των ιερών λειψάνων του στις 20 Μαΐου, αλλά και κάθε Πέμπτη ψάλλονται στον 'Αγιο Νικόλαο ωραιότατοι ύμνοι, διότι η Πέμπτη ημέρα της εβδομάδας είναι αφιερωμένη από την Εκκλησία μας στους δώδεκα αποστόλους και στον 'Αγιο Νικόλαο.

Απολυτίκιο Αγίου Νικολάου (ήχος δ΄)
.
"Κανόνα πίστεως και εικόνα πραότητος
εγκρατείας διδάσκαλον ανέδειξέ σε
τη ποίμνη σου η των πραγμάτων αλήθεια
δια τούτω εκτείσω τη ταπεινώσει τα υψηλά
τη πτωχεία τα πλούσια.
Πάτερ ιεράρχα Νικόλαε, πρέσβευε Χριστώ τω Θεώ
σωθήναι τας ψυχάς ημών".

.

Παρασκευή 4 Δεκεμβρίου 2009

Η Προσευχή !

.
Όταν αγαπάς κάποιον, θέλεις να τον σκέφτεσαι, να μιλάς γι’ αυτόν, να είσαι μαζί του. Η ψυχή αγαπά τον Κύριο ως Πατέρα και Δημιουργό της και παρίσταται ενώπιόν Του με φόβο και αγάπη: με φόβο, γιατί είναι ο Κύριος∙ με αγάπη, γιατί η ψυχή Τον γνωρίζει ως Πατέρα γεμάτο έλεος και η Χάρη Του είναι γλυκύτερη από οτιδήποτε άλλο…
Ο Κύριος μας έδωσε εντολή να Τον αγαπάμε με όλη την καρδιά, με όλο το νου και με όλη την ψυχή μας. Αλλά χωρίς προσευχή, πώς είναι δυνατόν να αγαπάς; Γι’ αυτό ο νους και η καρδιά πρέπει να είναι πάντα ελεύθερα για προσευχή (όσιος Σιλουανός ο Αθωνίτης).
Η απόλυτη αναγκαιότητα της προσευχής φαίνεται από τη θέση που έχει στη ζωή του Κυρίου σε όλη τη διάρκεια της δημόσιας δράσης Του, αλλά και από τον απόστολο Παύλο, ο οποίος όταν αναφέρεται σ’ αυτήν χρησιμοποιεί εκφράσεις όπως «πάντοτε», «αδιαλείπτως», «εν παντί καιρώ νυκτός και ημέρας», τονίζοντας έτσι τον εξαιρετικό και καθοριστικό της ρόλο στη ζωή του ανθρώπου.
Διαβάζοντας κανείς τα παραπάνω, θα υποψιασθεί τουλάχιστον ότι η προσευχή δεν έχει διακοσμητικό και επιφανειακό ρόλο, αλλά είναι κάτι το βαθύτερο, ουσιαστικότερο και απαραίτητο στη ζωή κάθε Χριστιανού. Πώς όμως ο καθένας από εμάς θα μπορέσει να εφαρμόσει, αλλά και να βιώσει τους λόγους του Κυρίου και των αγίων μας;
Οι Πατέρες της Εκκλησίας μας από τη μεγάλη τους πείρα σημειώνουν ότι η πνευματική ζωή είναι επιστήμη επιστημών και τέχνη τεχνών. Έτσι, λοιπόν, η προσευχή για να μην καταλήγει σε μια απρόσωπη, κουραστική και επιδερμική εμπειρία, αλλά να ‘ναι μια προσωπική, καρδιακή και αγαπητική ένωση με το Θεό, πρέπει να ασκείται με τις ανάλογες προϋποθέσεις:
Να διατηρούμε σταθερή την ώρα της, ρυθμίζοντας το πρόγραμμά μας κατά τρόπο που να μη μας παρουσιάζονται εμπόδια κατά το συγκεκριμένο χρονικό διάστημα.
Να προσπαθούμε να αγωνιζόμαστε καθημερινά, να μην αποσπόμαστε από τις διάφορες μέριμνες, τα υλικά αγαθά, την ανθρωπαρέσκεια, και γενικότερα τη φιληδονία. Απαλλαγμένοι απ’ όλα, να προσηλωνόμαστε στην προσευχή. Για τον προσευχόμενο δεν υπάρχει τίποτε άλλο, εκτός απ’ το Θεό.
Να έχουμε τακτική μυστηριακή ζωή (Θεία Κοινωνία, Εξομολόγηση).
Η προσευχή απαιτεί:
αγαπητική διάθεση προς το Θεό. Η αγάπη είναι το παν στην προσευχή∙ η προϋπόθεση και το τέλος της
πίστη ότι ο Κύριος παρίσταται ενώπιόν μας
επιμονή∙ δηλαδή χωρίς να απογοητευόμαστε αν δεν εκπληρωθεί το αίτημά μας ακριβώς όπως το θέλαμε και στον ποθητό χρόνο
αποφυγή φανταστικών στοιχείων∙ δηλαδή χωρίς να περισπάται ο νους μας την ώρα της προσευχής από διάφορες σκέψεις και εικόνες, ακόμη και καλές∙ να προσέχουμε μόνο στα λόγια της προσευχής
ταπείνωση και μετάνοια∙ δηλαδή διάθεση για αλλαγή ζωής και επίγνωση της αμαρτωλότητάς μας.
Εμπόδια στην καλή και καθαρή προσευχή είναι η υπερηφάνεια, η κατάκριση, η πολυλογία, η προσκόλληση στα γήινα και η εν γένει αθέτηση των εντολών του Θεού.
Όσον αφορά το τι πρέπει να περιλαμβάνει η προσευχή, σύμφωνα με την επικρατούσα άποψη των αγίων της Εκκλησίας μας, πρέπει να περιέχει ευχαριστία, δοξολογία, εξομολόγηση των αμαρτιών μας με συναίσθηση, και τέλος αναφορά των αιτημάτων μας προς το Θεό. Για να διευκολυνθούμε στην προσευχή υπάρχουν σε χριστιανικά βιβλιοπωλεία προσευχητάρια με ακολουθίες και προσευχές γραμμένες με την έμπνευση του Αγίου Πνεύματος από τους Πατέρες της Εκκλησίας.
Παράλληλα πάντως με τον παραπάνω τρόπο προσευχής, κάθε Χριστιανός θα βοηθεί πολύ στην προσευχή με την επίκληση του ονόματος του Χριστού, την γνωστή και ως ευχή «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με».
Τα πλεονεκτήματα της ευχής είναι, πρώτον η καταπληκτική της δύναμη, λόγω της συνεχούς επίκλησης του ονόματος του Χριστού, δεύτερον ότι μπορεί εύκολα να μείνει συγκεντρωμένος ο νους στις λέξεις και να μην μετεωρίζεται, τρίτον επειδή είναι τόσο μικρή και πρακτική στην εξάσκησή της, μπορεί να λέγεται παντού, είτε όταν περπατάς στον δρόμο είτε όταν ξαπλώνεις, είτε όταν εργάζεσαι και τέταρτον ότι ζητάς οτιδήποτε είναι ωφέλιμο και εποικοδομητικό για την ψυχή σου, επειδή στη λέξη έλεος περιλαμβάνονται όλα τ’ αγαθά του Θεού.
Ένα συνηθισμένο ερώτημα των πιστών είναι γιατί δεν εισακούονται πολλές φορές οι προσευχές μας, μιας και ο ίδιος ο Χριστός έχει διακηρύξει «αιτείτε και δοθείσετε υμίν∙ ζητείτε και ευρήσετε∙ κρούετε και ανοιγήσεται υμίν». Φυσικά είναι απόλυτα ξεκάθαρο, ότι δεν υπάρχει περίπτωση ο Θεός να μην ενδιαφέρεται για οποιοδήποτε λόγο να μας ακούσει. Ο Χριστός είναι συνεχώς δίπλα μας και πάντα μας ακούει, αλλά πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι δεν είναι το «τζίνι του Αλαντίν» για να μας κάνει τα χατίρια. Σαν παντογνώστης και πάνσοφος που είναι, φαίνεται μερικές φορές ότι δεν ανταποκρίνεται στα αιτήματά μας, πράγμα που μπορεί να συμβαίνει για τους εξής λόγους:
για να συνεχίσουμε να προσευχόμαστε, να μην επαναπαυόμαστε εύκολα και έτσι να προοδεύουμε πνευματικά,
διότι δεν είμαστε έτοιμοι να δεχθούμε την εκπλήρωση του αιτήματός μας,
γιατί πολλές φορές δε ζητούμε τα συμφέροντα για την ψυχή μας.
Η προσευχή είναι ένα τόσο μεγάλο κεφάλαιο στη ζωή του χριστιανού που δε θα εξαντλούνταν ούτε σε πολυσέλιδα βιβλία. Πιστεύουμε όμως και ελπίζουμε ότι αρχίζοντας από αυτά τα λίγα, μπορούμε να ανοίξουμε ένα νέο κεφάλαιο στη ζωή μας!
.
Πηγή : Χριστιανική Φοιτητική Δράση

.

Η Αγία Βαρβάρα

.
Σε πολύ παλιά, σε αιματοβαμμένα αλλά και δοξασμένα χρόνια θα φέρουμε τη σκέψη μας. Στα μαρτυρικά χρόνια των φοβερών διωγμών. Τότε πού Ιουδαίοι και ειδωλολάτρες έβαλαν σε εφαρμογή το σατανικό πρόγραμμα τους να εξοντώσουν τους χριστιανούς, για να μην ακούγεται πουθενά στον κόσμο το όνομα του Χρίστου. Τότε πού τετρακόσια χρόνια οι λεγεώνες του Ρωμαϊκού στρατού σε κάθε γωνιά της απέραντης Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας καταδίωκαν τους χριστιανούς και το αίμα των χριστιανών μαρτύρων πότιζε αδιάκοπα το θείο δένδρο της πίστης μας.
Σ' αυτά τα χρόνια, της φωτιάς και του αίματος, θα βρούμε σαν ανθός πνευματικό και ουράνιο, σαν ζηλευτό καρπό πίστεως και αγάπης στο Χριστό, σαν επίγειο άγγελο, την αγία Βαρβάρα.
Γεννήθηκε στη Νικομήδεια της Βιθυνίας, γύρω στα 280 μ.Χ. Έζησε και στην Ηλιούπολη της Συρίας. Ό πατέρας της, πού λεγότανε Διόσκουρος ήταν Έλληνας και ήταν από τους πιο πλούσιους του τόπου του. Είχε κυβερνητική υπηρεσία πού τον ανάγκαζε να λείπει από την πατρίδα του για πολύ καιρό, αφήνον-τας τη μονάκριβη κόρη του σε ξένα χέρια. Ήταν όμως σκληρός στο χαρακτήρα και πολύ φανατικός ειδωλολάτρης.
Για τη μητέρα της Βαρβάρας δεν γίνεται λόγος σε κανένα από τα βιβλία της Εκκλησίας πού γράφουν το βίο της αγίας. Δεν αναφέρεται ούτε το όνομα της. Φαίνεται ότι είχε πεθάνει αρκετά νωρίς αφήνοντας την κόρη της ορφανή από μητέρα.
Ό Διόσκουρος φρόντιζε να έχει ή κόρη του όλα τα καλά του κόσμου. Φορέματα και στολίδια, τα καλύτερα πού εύρισκε σε ξένους τόπους. Πλήρωνε δα-σκάλους και δασκάλες να της μάθουν γράμματα, υπηρέτριες να την φροντίζουν και να την υπηρετούν, αφού εκείνος έλλειπε για τις δουλειές του τον περισσότερο καιρό, και όταν ερχότανε στο σπίτι του έδειχνε με κάθε τρόπο την αγάπη του στην κόρη του.
Και όμως κάποιος φόβος τον κυρίευε. Καθώς ήταν φανατικός ειδωλολάτρης, φοβότανε μη τύχει και πλησιάσει την κόρη του κάποιος χριστιανός και της μιλήσει για τη νέα αυτή θρησκεία του Ναζωραίου Ιησού, πού αυτός δεν ήθελε να ακούει ούτε το όνομά του.
Ένας άλλος φόβος ήταν μη ξελογιάσει κανείς προικοθήρας την τόσο προικισμένη αλλά και πανέμορφη κόρη του, πού εκείνος ονειρευότανε γι' αυτήν ένα γάμο λαμπρό, όπως τον ήθελε εκείνος, με γαμπρό πού ό ίδιος θα της έδινε.
Αυτοί οι δυο φόβοι τον έκαναν να λάβει τα μέτρα του, όπως ενόμιζε σωστό. Και πρώτα απαγόρευσε στην κόρη του να βγαίνει από το σπίτι μόνη ή αν ήταν ανάγκη να βγει για να πάει στο ναό να θυσιάσει στα είδωλα, όπως εκείνος ήθελε, έπρεπε να τη συνοδεύει μια από τις πιο έμπιστες σ' αυτόν γυναίκες του σπιτιού, και μάλιστα μια πού την είχε σαν παραμάνα της κόρης του και οικονόμο του αρχοντικού του. Άλλα και όλο το προσωπικό πού είχε στο σπίτι του φρόντιζε με μεγάλη επιμέλεια να είναι όλοι τους έμπιστοι σ' αυτόν ειδωλολάτρες και να μην επιτρέπουν σε κανένα ξένο να επισκέπτεται τη νεαρή Βαρβάρα.
Ένα άλλο πού θεώρησε καλό να κάνει για την κόρη του, ήταν να της χτίσει ένα πραγματικό αρχοντικό σπίτι, μια θαυμάσια βίλα έξω από την Νικομήδεια, στο ωραιότερο μέρος, σε μια βουνοπλαγιά καταπράσινη μέσα στο δάσος, με νερά άφθονα και καθαρό αέρα, μια και δεν της επέτρεπε να βγαίνει έξω από το σπίτι.
Εκεί σ' αυτό το όμορφο πραγματικά περιβάλλον πού εύφραινε σώμα και ψυχή, ζούσε ή Βαρβάρα. Βλέποντας όλα γύρω της σκεφτότανε και φιλοσοφούσε. Ή σκέψη της ήτανε καθαρή και αμόλυντη ή ψυχή της από πάθη και πονηριές, και σαν καθαρός καθρέφτης καθρεφτιζότανε σ' αυτόν οι ομορφιές του κόσμου.
Α! Πόσο όμορφα ήταν τα βουνά και τα λαγκάδια! Ακόμη και το αεράκι πού φυσούσε τόσο όμορφα και ερχότανε αρωματισμένο από τα ανθισμένα δένδρα και τους θάμνους του βουνού να την συναντήσει στη βεράντα της, ήταν τόσο ευεργετικό σαν ένας ευχάριστος επισκέπτης πού ομόρφαινε τη μοναξιά της. Τα κελαϊδίσματα των πουλιών και τα πηδήματα" τους από δένδρο σε δένδρο και από κλαδάκι σε κλαδί, απορροφούσαν την προσοχή της και μεγάλωναν την αγάπη της στη φύση. Και όταν βημάτιζε στον απέραντο και τόσο περιποιημένο κήπο της και έβλεπε τα πολύχρωμα και μυρωμένα λουλούδια και τα δένδρα τα γεμάτα φρούτα με άρωμα και γεύση και χρώμα και σχήμα, πού όλα της άρεσαν, ευχαριστιόταν και ένα αίσθημα ευγνωμοσύνης γέμιζε τη ψυχή της. Σε ποιόν; Στον πατέρα της, πού φρόντισε να τα φτιάξει όλα γι' αυτήν; Ναι, μα πιο πάνω από τον πατέρα της, καταλάβαινε ότι κάποιος άλλος ήταν πού τα έφτιαχνε όλα τόσο όμορφα, τόσο καλά. Ό πατέρας της βέβαια, πλήρωνε και έφτιαχνε και καλλιεργούσε το δικό τους κήπο, όμως τα βουνά με τα πυκνά καταπράσινα δάση, με τα άπειρα χρωματιστά πηδηχτά πουλάκια, με τα λουλούδια του αγρού και αυτόν τον ήλιο πού τόσο ομορφαίνει όλα και φωτίζει και δίνει ζωή στο κάθε τί στη γη, ποιος τα έφτιαξε; Και την απάντηση την έδινε αυθόρμητα ή ψυχή της. Ναι, πάνω από τον πατέρα της, και πάνω από τον καθένα, ένας άλλος πατέρας αιώνιος και παντοδύναμος και πάνσοφος υπάρχει, πού πραγματικά με πατρική αγάπη για όλους, φρόντισε να φτιάξει αυτόν τον όμορφο κόσμο. Ένοιωσε στη ψυχή της αυτό πού ό Απόστολος Παύλος έγραφε στους χριστιανούς της Ρώμης, πώς ό Θεός καθρεφτίζεται και τον βλέπουμε στα έργα του, όπως καθρεφτίζονται τα δένδρα στα ήσυχα νερά της λίμνης. Ναι, έβλεπε με τα μάτια της ψυχής της τον αληθινό Θεό στα δημιουργήματα του. Και όταν ερχότανε ή σκέψη πώς για θεούς πίστευαν ακόμα οι άνθρωποι τα είδωλα, έδιωχνε τη σκέψη της αυτή με το λογικό της πού της έλεγε: Τί είναι τα είδωλα; αυτά τα μαρμαρένια αγάλματα πού προσκυνά ό κόσμος, αυτά πού δεν είχαν τη δύναμη να γίνουν μόνα τους, αυτά πού χέρια ανθρώπων κατασκεύασαν; Μάτια έχουν και δεν βλέπουν, αυτιά έχουν και δεν ακούνε. Όχι, όχι δεν είναι αυτά θεοί. Άλλος είναι ό Θεός. Για τούτο και ή Βαρβάρα δεν ήταν πρόθυμη να συνοδεύει τον πατέρα της όταν πήγαινε να προσφέρει στα είδωλα αυτά θυσίες.
Της άρεσε πολύ το κέντημα. Ώρες ολόκληρες με τη βελόνα στο χέρι και τις χρωματιστές κλωστές, κεντούσε στα μεταξωτά υφάσματα πού της έφερνε ό πατέρας της λογιών λογιών φιγούρες.
Είχε γίνει γνωστό πώς ή Βαρβάρα αγαπούσε τα κεντήματα.
"Έτσι κάποια μέρα μια φτωχή γυναίκα χτυπούσε την πόρτα του αρχοντικού της. Όταν της άνοιξαν είπε ότι είναι πωλήτρια όμορφων κεντημάτων, πού θα ήθελε να τα δείξει στην αρχοντοπούλα πού τόσο της αρέσουν τα κεντήματα. Οι υπηρέτριες δέχτηκαν και της άνοιξαν την πόρτα και ειδοποίησαν την Βαρβάρα να κατεβεί να τα ιδεί. Και όταν ή ξένη γυναίκα άνοιξε να δείξει τα κεντήματα της, τα μάτια της Βαρβάρας καρφώθηκαν σ' αυτά.
- Α! τί ωραία, τί ωραία πού είναι! είπε και άρχισε να τα βλέπει ένα ένα με μεγάλη προσοχή.
Εδώ ήταν κεντημένο με ασημένια κλωστή ένα ψάρι πού φαινότανε σαν να κολυμπούσε μέσα στα γαλάζια νερά της θάλασσας. Έμεινε με ανοιχτό το στόμα ή Βαρβάρα βλέποντας το.
Σε άλλο ύφασμα ήταν κεντημένο μέσα σε καταπράσινο κάμπο ένας βοσκός πού σήκωνε στους ώμους του ένα αρνάκι. Ενθουσιάστηκε ή Βαρβάρα βλέποντας το, αλλά και ή πωλήτρια δείχνοντας τα, δεν μπόρεσε να συγκρατήσει δυο δάκρυα πού έφυγαν από τα μάτια της καθώς της μιλούσε για τον «Ποιμένα» πού σήκωνε στους ώμους του το αρνάκι. Το παρατήρησε ή Βαρβάρα και την ρώτησε:
— Γιατί δακρύζεις, κυρά μου, μιλώντας γι' αυτόν τον βοσκό; Μήπως είναι δικός σου άνθρωπος; Μήπως έχεις και συ κάποιο παιδί σου βοσκό;
Και ή πωλήτρια βρήκε την ευκαιρία να μιλήσει με συγκίνηση για τον «Καλό Ποιμένα» τον Χριστό, πού αναζητεί και σώζει το χαμένο πρόβατο. Και για το ψάρι ρώτησε ή Βαρβάρα και της είπε ή χριστιανή πωλήτρια πώς, τον Σωτήρα μας Χριστό συμβολίζει αυτό το σχεδιασμένο ψάρι, γιατί τα αρχικά γράμματα των λέξεων «Ιησούς Χριστός Θεού Υιός Σωτήρ», κάνουν τη λέξη «ΙΧΘΥΣ» και έτσι εμείς οι χριστιανοί βλέποντας το ψάρι φέρνουμε τη σκέψη μας και την ψυχή μας στο Σωτήρα μας Χριστό.
Έβαλαν σε σκέψεις τη Βαρβάρα τα συγκινητικά αυτά λόγια της χριστιανής πωλήτριας πού τα ελεγμε τόση πίστη, με τόση αγάπη.
Αγόρασε τα κεντήματα αυτά ή νεαρή Βαρβάρα και παρακάλεσε την πωλήτρια να ξανάρθει στο σπίτι της φέρνοντας και αλλά κεντήματα. Τα πήρε στο δωμάτιο της ή Βαρβάρα και ώρα πολύ τα έβλεπε, φέρνοντας τη σκέψη της στα λόγια της γυναίκας.
Έπειτα από λίγες μέρες με χαρά δέχθηκε πάλι ή Βαρβάρα την χριστιανή πωλήτρια και πάλι μίλησαν, μυστικά από όλους, για τον Χριστό. Ή Βαρβάρα όλο ρωτούσε να μάθει όλο και περισσότερα γι' αυτήν την όμορφη πίστη του Χρίστου.
Ή Βαρβάρα αγόραζε κεντήματα και παράγγελνε όλο και περισσότερα, όχι μόνο γιατί της άρεσαν, αλλά και γιατί της άρεσε να ακούει την χριστιανή πωλήτρια. Έγιναν φίλες.
Δεν άργησε ή Βαρβάρα να δηλώσει με χαρά πώς και εκείνη πίστεψε στο Χριστό και θέλει να δεχθεί το άγιο βάπτισμα.
"Ω! τί χαρά, τί συγκίνηση, τί αγαλλίαση ένοιωθε στην ψυχή της ή Βαρβάρα όταν διάβαζε μυστικά στο δωμάτιο της τα βιβλία πού της έφερνε ή καλή χριστιανή! Και όσο διάβαζε τόσο περισσότερο χαιρόταν για τη σιγουριά πού αποκτούσε ή ψυχή της γνωρίζοντας έτσι τον αληθινό Θεό. Ένοιωθε τώρα χαρά, γιατί βρήκε το σωστό δρόμο πού αναζητούσε.
Ό πατέρας της, ανύποπτος για ό,τι συνέβαινε στην ψυχή της κόρης του, άρχισε να σκέπτεται πώς ήταν καιρός πια να φροντίσει για τον γάμο της Βαρβάρας. Τα ψυχικά και σωματικά χαρίσματα της κόρης του ήταν τόσα και τέτοια πού την έκαμαν νύφη περιζήτητη.
Οι καλύτεροι νέοι ζητούσαν σε γάμο τη Βαρβάρα. Και ό πατέρας της πραγματικά εκτιμούσε τις προτάσεις πού δεχόταν κάθε μέρα για το γάμο της κόρης του και θα ήθελε να την παντρέψει με έναν από τους τόσο πλουσίους και καλούς γαμπρούς πού την ζητούσαν. Και της μίλησε σχετικά, με αγάπη σαν πατέρας για το ζήτημα αυτό.
—Κόρη μου, της λέγει, φρόντισα να έχεις όλα τα καλά του κόσμου. Όμως είναι καιρός να φτιάξεις δική σου οικογένεια. Υπάρχουν πολλά καλά παιδιά πού σε ζητούν σε γάμο...
Τον διέκοψε ή Βαρβάρα λέγοντας:
—Πατέρα μου, σ' ευχαριστώ για όλα. Αναγνωρίζω και σε ευγνωμονώ για όλη την αγάπη σου και την φροντίδα σου για μένα, όμως δεν σκέπτομαι το ζήτημα του γάμου. Δεν με απασχολεί αυτό το θέμα, και θα ήθελα να σε παρακαλέσω να μην νοιάζεσαι για το ζήτημα αυτό.
—Μα κόρη μου, είναι καιρός. Και αυτοί πού σε ζητούν ξέρω ότι θέλουν, αλλά και είναι ικανοί να εξασφαλίσουν την ευτυχία σου.
—Όχι, πατέρα. Είμαι αρκετά ευτυχισμένη. Δεν θέλω κάτι περισσότερο. Δεν υπάρχει κάτι περισσότερο ή καλύτερο από αυτό πού έχω, και σε παρακαλώ, αν με αγαπάς, να μη μου μιλήσεις άλλη φορά γι' αυτό το ζήτημα.
—Καλά κόρη μου σ' αφήνω να το σκεφθείς καλύτερα, είπε και έφυγε ό πατέρας της.
Ή άρνηση της Βαρβάρας έβαλε σε σκέψεις τον Διόσκουρο. Σκέφθηκε αρκετά και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι φταίχτης ήταν αυτός ό ίδιος για τη θέση πού πήρε ή κόρη του στο ζήτημα του γάμου. Έφταιγε εκείνος, σκέφθηκε, πού τόσα χρόνια την είχε περιορισμένη μέσα στο σπίτι χωρίς να γνωρίσει κόσμο. Χωρίς να της ειπεί, λοιπόν, τον λόγο, της έδωσε την άδεια να βγαίνει από το σπίτι μόνη της, προσέχοντας βέβαια σαν γνωστική κοπέλλα πού πάει και τί κάνει.
Τούτο το δέχτηκε ή Βαρβάρα με χαρά, όχι για άλλο λόγο, αλλά γιατί, από τότε πού γνώρισε την χριστιανή γυναίκα, λαχτάρα της ήταν να πάει και αυτή εκεί πού πήγαιναν οι χριστιανοί, εκεί, πού όπως της είχε πει ή φίλη της εμπιστευτικά, στις κατακόμβες, ή σε άλλα μέρη πού έκαμαν μυστικά και με χίλιους κινδύνους τη θεία λειτουργία και μιλούσαν για τον Χριστό οι ιερείς της Εκκλησίας και κοινωνούσαν οι χριστιανοί το σώμα και αίμα του Κυρίου.
Και πραγματικά μπόρεσε και πήγε και ένοιωσε τη χαρά αύτη. Εκεί είδε πλούσιους και φτωχούς να νοιώθουν σαν να είναι αδέλφια ενωμένοι με την αγάπη του Χριστού. Θυμήθηκε αυτό πού διάβαζε στα βιβλία πού της έφερνε ή χριστιανή φίλη της, ότι ή ψυχή και ή καρδιά των χριστιανών ήταν μια, έτσι πού ζούσαν αδελφωμένοι με αγάπη.
Όμως ή χαρά της δεν ήταν ολόκληρη ακόμα. Όσο και να το ήθελε δεν μπορούσε αυτή να κοινωνήσει. Έπρεπε πρώτα να βαπτισθεί. Αυτός τώρα ήταν ό πόθος της και ό στόχος της ζωής της. Να βαπτισθεί. Να γίνει και αυτή χριστιανή. Τότε γνώρισε τον Ιερέα Βαλεντίνο πού την κατήχησε συστηματικά στη χριστιανική πίστη και έπειτα από ένα διάστημα την εβάπτισε. Τώρα πια ολοκλήρωσε τη χαρά της ή Βαρβάρα. Ζούσε σε ένα καινούργιο κόσμο. Με την ελευθερία πού της έδωσε ό πατέρας της να βγαίνει από το σπίτι ελπίζοντας να γνωρίσει κόσμο και να θελήσει να παντρευτεί, αυτή χρησιμοποίησε την ελευθερία αυτή για τη λατρεία του Θεού, τρέχοντας με ανείπωτη χαρά στις λειτουργίες και συγκεντρώσεις των χριστιανών, σε επισκέψεις αρρώστων και ορφανών πού βοηθούσε με κάθε τρόπο ακόμα και υπηρετώντας ή ίδια με ταπείνωση και καλωσύνη φτωχούς και ανήμπορους μέσα σε παράγκες και καλύβες, αυτή πού στο σπίτι της είχε τόσους και τόσους υπηρέτες. Εκεί εύρισκε τη μεγαλύτερη χαρά και ευτυχία. Θυμότανε ότι ό Χριστός έπλυνε τα πόδια των μαθητών του για να τους διδάξει την ταπείνωση και τη διάθεση να εξυπηρετούν όλους τους άλλους. Και όσο αυτή έδινε αγάπη σ' όλους, τόσο όλοι την καμάρωναν, την αγαπούσαν και την θεωρούσαν πρώτη και καλύτερη. Έτσι είχε ειπεί ό Χριστός στους μαθητές του, ότι οποίος θέλει από σας να είναι πρώτος και καλύτερος θα το πετύχει, υπηρετώντας με ταπείνωση όλους τους άλλους.
Ή Βαρβάρα ήταν το κρυφό καμάρι των χριστιανών της περιοχής αυτής. Τώρα τα ψυχικά της χαρίσματα έλαμπαν ακόμη περισσότερο, λουσμένα στο φως της πίστης του Χριστού και της αγάπης.
Τώρα πια ήταν φανερό, ότι καρποφόρησαν στον ψυχικό της κόσμο οι καρποί του αγίου Πνεύματος, πού όπως γράφει ό Απόστολος Παύλος είναι «αγάπη, χαρά, ειρήνη, μακροθυμία, χρηστότης, αγαθοσύνη, πίστις, πραότης, εγκράτεια». Άλλα και τα σωματικά της κάλλη συναγωνίζονταν την ψυχική της ομορφιά. Με ταπείνωση δόξαζε ή ίδια το Θεό και του ζητούσε τη δύναμη να βαδίζει όλο και πιο σταθερά το δρόμο Του.
Οι χριστιανοί πού την γνώριζαν και γνώριζαν και τον πατέρα της θαύμαζαν και δόξαζαν το Θεό βλέποντας να θριαμβεύει του Θεού το θέλημα και όχι των ανθρώπων. Όλοι ήξεραν πόσο προσπάθησε, πόσα μέτρα έλαβε ό Διόσκουρος για να μη γίνει χριστιανή ή κόρη του. Όμως έγινε του Θεού το θέλημα.
Γράφει ή Αγία Γραφή μια μεγάλη αλήθεια, πού δεν πρέπει ποτέ να την ξεχνάμε: «Εάν μη Κύριος οικοδόμηση οίκον, εις μάτην εκοπίασαν οι οικοδομούντες. Εάν μη Κύριος φύλαξη πόλιν, εις μάτην ηγρύπνησεν ο φυλάσσων». Με αλλά λόγια, εάν δεν θέλει ό Θεός να φυλάξει μια πόλη, μάταια θα προσπαθούν να την φυλάξουν τα φρούρια και τα στρατεύματα. Και εάν ό Θεός δεν θέλει να χτιστεί ένα σπίτι, μάταια θα κοπιάζουν οι οικοδόμοι να το χτίσουν. Το ίδιο βλέπουμε και τώρα. Μάταια όλα τα μέτρα πού έλαβε ό άπιστος πατέρας. Έγινε του Θεού το θέλημα.
Ό Διόσκουρος δεν είχε πάρει είδηση ούτε πώς έγινε χριστιανή ούτε πώς βαφτίστηκε ή κόρη του. Ένα γεγονός, πού αναφέρεται σ' όλα τα βιβλία του βίου της αγίας, του φανέρωσε την αλήθεια.
Ή Βαρβάρα ζήτησε από τον πατέρα της να χτίσει στο αρχοντικό τους ένα λουτρό. Μα είναι δυνατόν σε ένα τέτοιο αρχοντικό σαν το δικό τους, να μην είχαν κάνει λουτρό όταν χτίστηκε; Πιστεύω ότι ίσως σε άλλη θέση να ήθελε το λουτρό ή Βαρβάρα και κάνω και μια σκέψη, ότι ίσως να το ήθελε πιο κοντά της για να το χρησιμοποιεί σαν τόπο μοναξιάς για προσευχή. Ό πατέρας της, πού επρόκειτο να απουσιάσει αρκετό καιρό ταξιδεύοντας για την υπηρεσία του, έδωσε πρόθυμα εντολή σε χτίστες να φτιάξουν το λουτρό, αφήνοντας δυο παράθυρα, μάλλον δυο φεγγίτες στρογγυλούς, όπως συνήθιζαν, στην οροφή.
Όμως όταν προχώρησε το χτίσιμο, ή Βαρβάρα έδωσε εντολή στους χτίστες να ανοίξουν όχι δυο αλλά τρεις φεγγίτες, θέλοντας να βλέπει τρεις φωταγωγούς για να πηγαίνει ό νους της στα τρία πρόσω-πα της Αγίας Τριάδος, όπως ψάλλει ή Εκκλησία" «Φως ό Πατήρ, Φως ό Λόγος, Φως και το Άγιον Πνεύμα».
Οι χτίστες συμμορφώθηκαν, αφού τους είπε ή Βαρβάρα ότι αναλαμβάνει αυτή την ευθύνη για την τροποποίηση του σχεδίου και της εντολής πού αφήκεν ό πατέρας της. Όμως όταν επέστρεψε ό Διόσκουρος και είδε τρεις και όχι δύο φωταγωγούς οργίσθηκε. Γιατί; Φαίνεται ότι υποψιάστηκε για ποιο λόγο ή Βαρβάρα ήθελε τρεις φωταγωγούς. Κάτι είχε ακούσει για τον τριαδικό Θεό των χριστιανών. Οργισμένος καθώς ήταν ζήτησε από την κόρη του εξηγήσεις. Και εκείνη απάντησε με όλο το θάρρος και τη δύναμη πού της έδινε ή πίστη της.
—Ναι, πατέρα. Πρέπει να ξέρεις ότι είμαι χριστιανή. Ότι τώρα είδα το φως, πιστεύοντας στον Πατέρα, τον Υιόν και το Αγιον Πνεύμα. Και για να έχω πάντα αυτό το φως στη ψυχή μου να με φωτίζει και να με καθοδηγεί, ζήτησα να φτιάξουν τρεις φωταγωγούς.
Νευρικό κλονισμό έπαθε ό Διόσκουρος. Ένα ασταμάτητο νευρικό γέλιο τον κράτησε για πολύ ώρα. Ή δψη του αγρίεψε και ξεφώνισε βρισιές και απειλές και κατάρες. Όλη του ή αγάπη στη Βαρβάρα μεταβλήθηκε σε μίσος φοβερό, πού φαινότανε στο βλέμμα του, στα λόγια του, στην κάθε κίνηση του. Εκείνο πού τον εξόργισε περισσότερο ήταν όταν ή Βαρβάρα διακόπτοντας τίς απειλές του, του είπε:
—Πατέρα, πρέπει και συ να ιδείς το φως του Χρίστου.
—Μη με ξαναπείς, πατέρα, της λέγει και ώρμησε επάνω της.
Την άρπαξε από τα μαλλιά και την έριξε στο πάτωμα χτυπώντας την άγρια με τα χέρια και τα πόδια του. Κατόρθωσε να ξεφύγει ή Βαρβάρα. Βγαίνει από το σπίτι και τρέχοντας όσο μπορούσε προχώρησε στο δάσος και αγκομαχώντας πήρε την ανηφοριά του βουνού από τα πιο δύσβατα και δασωμένα μέρη, για να κρύβεται.
Ό πατέρας της νόμιζε ότι κάπου στο σπίτι θα κρύφτηκε ή κόρη του, όμως όταν τη νύχτα δεν την βρήκε οπού και αν την εζήτησε στο σπίτι, πρωΐ πρωΐ πήρε ανθρώπους και άρχισε να την" αναζητεί στο δάσος. Υπεσχέθη πολλά χρήματα σ' όποιον την έβρισκε ή σ' οποίον θα τον βοηθούσε να βρει την κόρη του, όχι πια από αγάπη, αλλά με μίσος, με μανία να τη βρει και ή να την επαναφέρει στην ειδωλολατρική θρησκεία ή να την παραδώσει στις αρχές σαν χριστιανή να μη την ξαναδεί στα μάτια του. Αρκετές μέρες συνεχίστηκε ή ερευνά. Ή Βαρβάρα ζούσε με χόρτα αγρία και... προσευχή. Κάποια μέρα ψάχνοντας ό Διόσκουρος, είδε στο δάσος δυο βοσκούς. Τους ρώτησε αν είδαν μια κοπέλλα στο βουνό και τους υποσχέθηκε αρκετά χρήματα αν τον βοηθούσαν να τη βρει. Ό ένας απ' αυτούς βλέποντας το μίσος ζωγραφισμένο στα μάτια του Διόσκουρου κατάλαβε ότι δεν είχε καλό σκοπό και δεν θέλησε να φανερώσει ότι είχε ιδεί την Βαρβάρα κάπου στο βουνό. Ό άλλος υπολογίζοντας την αμοιβή πού θα έπαιρνε, έδειξε με το δάχτυλο του το μέρος πού κρυβότανε ή Βαρβάρα ανάμεσα σε βράχους και κλαδιά.
Ό Διόσκουρος σέρνοντας και χτυπώντας αλύπητα την κόρη του την έφερε στο σπίτι και την έκλεισε σε μια αποθήκη, την κλείδωσε και έβαλε έμπιστους φύλακες να την φυλάγουν από φόβο μήπως την ξεκλειδώσει κάποιος χριστιανός και δραπετεύσει.
Άλλα δεν χρειάστηκε να παραμείνει για πολύ ή Βαρβάρα στην φυλακή αυτή, γιατί αμέσως έτρεξε ό πατέρας της στον ανώτερο απ' αυτόν ηγεμόνα Μαρκιανό, να καταδώσει την κόρη του.
Με την φρίκη και το μίσος ζωγραφισμένο στο πρόσωπο του λέγει στον Μαρκιανό:
—Βρίσκομαι στην ανάγκη να σου πω κάτι φοβερό, φρικτό. Συγκρατήσου να το ακούσεις. Ή κόρη μου, παρ' όλα τα μέτρα πού πήρα, έγινε χριστιανή. Μου το ομολόγησε ή ίδια.
Δεν μπόρεσε να προχωρήσει. Έπαθε νευρική κρίση και άρχισε να χτυπά το κεφάλι του με τα δυο του χέρια. Ό Μαρκιανός τινάχθηκε από την θέση του. Προσπάθησε να ηρεμήσει τον Διόσκουρο λέγοντας του, πώς δεν πιστεύει να είναι αλήθεια, πώς κάποια νεανική επιπολαιότητα θα έπιασε τη Βαρβάρα και πώς οπωσδήποτε εκείνος θα αναλάμβανε να την μεταπείσει.
—Αδύνατο, του λέγει ό Διόσκουρος, Αύτη είναι τόσο λογική και τόσο σταθερή στα λόγια της πού δεν πρόκειται να αλλάξει γνώμη.
—Εκείνο πού θέλω, είπε ό Διόσκουρος είναι να διατάξεις να την συλλάβουν και να την φέρουν εδώ, τώρα. Ανάλαβε την υπόθεση σαν να μην είναι κόρη μου. Βασάνισε την με τον χειρότερο τρόπο. Φυλάκισε την, μαστίγωσε την, ξέσκισε το κορμί της, κομμάτιασε την, κάψε την, βασάνισε την όπως θέλεις. Αν αλλάξει γνώμη έχει καλώς. Αν δεν αλλάξει, θέλω εγώ ό ίδιος να την σκοτώσω. Εγώ πού της έδωσα την ζωή, θέλω να της δώσω και το θάνατο.
Έτσι και έγινε. Ό Μαρκιανός διέταξε μια φρουρά στρατιωτών να ακολουθήσει τον Διόσκουρο στο σπίτι του. Εκείνος μπροστά στριφογυρίζοντας νευριασμένα στα χέρια του το κλειδί της αποθήκης και πίσω του οι στρατιώτες, έφθασαν στο σπίτι και ξεκλείδωσε την αποθήκη ό Διόσκουρος. Βλέποντας άγρια την κόρη του, την ρώτησε:
— Ήρθες στα λογικά σου; Σκέψου καλά. Βλέπεις ήρθαν να σε συλλάβουν. "Η θα πάμε τώρα μαζί να θυσιάσεις στους θεούς μας ή θα ακολουθήσεις αυτούς πού βλέπεις, πού θα σε οδηγήσουν δεμένη στον ηγεμόνα και θα σε βασανίσουν όπως όλους τους χριστιανούς.
—Πατέρα, δεν πρόκειται να αρνηθώ τον Κύριο και Σωτήρα μου.
Δεν πρόλαβε να συνεχίσει ή Βαρβάρα και φώναξε με άγρια φωνή ό Διόσκουρος.
—Μη με λες πατέρα. Δεν ανέθρεψα εγώ κόρη για να γίνει χριστιανή, είπε και διάταξε τους στρατιώτες να την συλλάβουν.
Την οδήγησαν στον Μαρκιανό.
Ή Βαρβάρα στάθηκε μπροστά του με παρθενική σεμνότητα, αλλά και με όλο το θάρρος πού της έδινε ή πίστη της στο Χριστό. Δεν έτρεμε, δεν φοβότανε αν και ήξερε τί την περιμένει. Μέσα στη σκέψη της είχε τα λόγια του Κυρίου, «Θα σας οδηγήσουν μπροστά σε βασιλείς και ηγεμόνες... Σεις ούτε καν να σκεφθείτε πώς και τί θα απαντήσετε. Εγώ θα είμαι μαζί σας. Εγώ θα θέσω στο στόμα σας αυτά πού θα πρέπει να πείτε σ' ό,τι και αν σας πούνε και θα μιλήσετε κατά τέτοιο τρόπο, πού δεν θα μπορέσουν να απαντήσουν στα λόγια σας. «Θέσθε ουν εν ταις καρδίαις υμών μη προμελετάν απολογηθήναι, εγώ γαρ δώσω υμίν στόμα και σοφίαν ή ου δυνήσονται αντειπείν ουδέ αντιστήναι πάντες οι αντικείμενοι υμίν».
—Βαρβάρα, της λέγει ό Μαρκιανός, λυπήσου τον πατέρα σου πού τόση αγάπη έδειξε για σένα. Είσαι ή μοναχοκόρη του, ή χαρά, ή ελπίδα και παρηγοριά του. Και μόνο αυτό να σκεφθείς δεν πρέπει να επιμένεις σε κάτι πού του δίνει τόση προσβολή και στενοχώρια. Έπειτα λυπήσου τον εαυτό σου. Είσαι τόσο μορφωμένη, τόσο λογική, πού δεν θα έπρεπε να αφή-σεις να σε παρασύρουν αυτοί οι ανόητοι χριστιανοί πού δεν πιστεύουν στους θεούς μας. Σκέψου καλά Βαρβάρα. Θα χάσεις τη ζωή σου. Πες μας ότι πιστεύεις στους θεούς μας και κάνε μια θυσία να σε ιδεί και ό κόσμος ότι πιστεύεις, και αμέσως θα επιστρέψεις ελεύθερη στο σπίτι σου και θα δώσεις χαρά μεγάλη στον πατέρα σου και σ' όλους μας. Και συ θα ζήσεις ευτυχισμένη.
—Μιλήσατε, Έπαρχε, για τη λύπη του πατέρα μου. Θέλω και εγώ να του δώσω τη χαρά. Άλλα τη χαρά θα την βρει μόνο αν πιστέψει στον Χριστό, όπως την βρήκα και εγώ. Για τον πατέρα μου το καλύτερο πού έχω να κάνω, είναι να προσεύχομαι στο Θεό να τον φωτίσει να αφήσει αυτές τις ψευτιές και ανοησίες των ειδώλων και να ειδεί το αληθινό φως του Χριστού. Το ίδιο προσεύχομαι και για όλους Έπαρχε.
Έπειτα μου λέτε να πιστέψω και να θυσιάσω στους θεούς αυτούς, στα είδωλα. Άλλα δεν σκέπτεσθε ότι τα είδωλα είναι μάρμαρα ψυχρά και άψυχα; Ακούσατε ποτέ τα είδωλα αυτά να σας μιλήσουν; να σας διδάξουν; να σας πουνε έστω ένα λόγο, μια λέξη; Είδατε ποτέ να κάνουν ένα θαύμα; να θεραπεύσουν έναν άρρωστο, να δώσουν φως σε έναν τυφλό; Κοιτάξτε το είδωλο πού έχετε δίπλα στο θρόνο σας, μιλήστε του. Σάς ακούει; σας βλέπει; άνοιξε ποτέ το στόμα του να σας μιλήσει; Και έπειτα λέτε εμάς τους χριστιανούς, ανόητους;
—Δίκιο έχει ό πατέρας σου! τα λόγια σου είναι φοβερά. Υβρίζεις τους θεούς μας. Πάρτε την, κλείστε την στην φυλακή. Και στρέφοντας το πρόσωπο του στη Βαρβάρα της λέγει: Θα σε αφήσω δυο μέρες να σκεφθείς. Αν αλλάξεις γνώμη θα ζήσεις όπως ταιριάζει σε μια αρχοντοπούλα. Αν επιμένεις στην ανόητη πίστη αυτού του σταυρωμένου Ιησού θα χάσεις τη ζωή σου με τα πιο φοβερά βασανιστήρια.
Δυο μερόνυχτα πέρασε ή Βαρβάρα σε μια φυλακή με δάπεδο χώμα υγρό γεμάτο σκορπιούς. Έξω απ' τη φυλακή βρίσκονταν ειδωλολάτρες βαλμένοι από τον Μαρκίωνα, πού βλαστημούσαν κατά τον χειρότερο τρόπο τον Χριστό για να την εκνευρίζουν και να μην την αφήνουν να προσευχηθεί. Όμως ή Βαρβάρα είχε, όπως είπε ό Χριστός, τη δύναμη «του πατείν επάνω όφεων και σκορπιών και επί πάσαν την δύναμιν του εχθρού». Φως και παρηγοριά και δύναμη της ήταν ό Χριστός πού μέσα στο σκοτάδι της φυλακής γέμιζε την ψυχή της χαρά και αγαλλίαση.
Έπειτα από δυο μέρες έφεραν και πάλι τη Βαρβάρα στον Διοικητή.
—Ελπίζω να σκέφθηκες τώρα καλύτερα, Βαρβάρα, της είπε. Δεν θέλω να σε κρατώ στη φυλακή, ούτε να διατάξω για σένα, την κόρη του άρχοντα Διόσκουρου, να σε βασανίσουν. Είσαι τόσο νέα, τόσο όμορφη πού σε περιμένει μια ζωή όλο χαρές και ευτυχία. Έλα λοιπόν, πάμε να προσφέρεις στους θεούς θυσία.
—Δεν πρόκειται να θυσιάσω στους θεούς σας. Μόνο ένας Θεός υπάρχει. Αυτός πού δημιούργησε τον κόσμο και έστειλε στη γη τον Υιόν του τον Ιησού Χριστό, πού σταυρώθηκε για μας. Αυτός μόνο είναι Θεός, αυτόν μόνο πιστεύω και λατρεύω. Όσο για τη ζωή μου, δεν με νοιάζει αν θα με βασανίσεις και θα με θανατώσεις. Θα φύγω από την πρόσκαιρη αυτή ζωή αλλά με περιμένει ή άλλη, ή αιώνια ζωή στους ουρανούς. Και όσο συντομώτερα φύγω από τη ζωή αυτή, τόσο συντομώτερα θα συναντήσω τον Κύριο μου στους ουρανούς. Αυτή είναι ή απάντηση μου.
—Τότε και ή δική μου απάντηση είναι αυτή, είπε με οργή ο Έπαρχος. Και γυρίζοντας προς το μέρος των στρατιωτών διέταξε:
Πάρτε την έξω και μαστιγώστε την αλύπητα μπροστά σ' όλους πού περιμένουν έξω την απόφαση μου. Βγήκε και ο ίδιος έξω να παρακολουθήσει το φρικτό θέαμα, ίσως και με την ελπίδα ότι με τα πρώτα χτυπήματα θα αρνηθεί την πίστη της.
Έδεσαν την Βαρβάρα με τις πλάτες γυμνές πάνω σε ξύλο και άρχισαν να τη μαστιγώνουν αλύπητα με βούνευρα. Από το περισσότερο μέρος του σώματος της μάδησε, ξέφτισε το δέρμα. Το αίμα έτρεχε στο έδαφος. Σταματώντας το μαστίγωμα έξυναν το δέρμα με σιδερένιους τρύφτες, νύχια σιδερένια, πού τα είχαν κατασκευάσει για να βασανίζουν τους χριστιανούς.
Την νύχτα την έκλεισαν και πάλι στη φυλακή. Πέρασε όλη τη νύχτα με προσευχή μέσα σ' ένα φως πού γέμισε και παρέμεινε στη φυλακή, όταν φανερώθηκε ολόφωτος ό Χριστός πού θεράπευσε τις πληγές της και της έδωσε θάρρος και δύναμη να υποφέρει ως το τέλος τα βασανιστήρια.
Την άλλη μέρα συνέχισαν οι βασανιστές το έργο τους, μπροστά σε πλήθος ειδωλολατρών πού είχαν μαζευτεί για να βλέπουν και να βρίζουν τους χριστιανούς. Άλλα είχαν φέρει εκεί από τις φυλακές και όλους τους χριστιανούς για να τους κάνουν να λιποψυχούν και να αρνηθούν την πίστη τους στον Χριστό. Εκεί ήταν και ό Μαρκιανός και ό Διόσκουρος.
Ό Μαρκιανός όταν είδε επουλωμένες τις πληγές πού είχαν ανοίξει την προηγούμενη μέρα τα μαστίγια, διάταξε να τις ξύσουν με τα σιδερένια νύχια και να καίουν με αναμμένα δαδιά τις πληγές και τα δεμένα χέρια της, και να χτυπούν το κεφάλι της με σιδερένια όργανα.
Ήταν τόσο πολλά και φοβερά όσα υπέφερε, πού μια κοπέλλα από το πλήθος άρχισε να κλαίει. Ίουλιανή την έλεγαν. Την είδε ό Μαρκιανός και ταράχτηκε. Διάταξε να την συλλάβουν και να την φέρουν κοντά του. Κι όταν τη ρώτησε τί έπαθε και κλαίει, αύτη απάντησε με θάρρος, πώς δεν είναι σωστό να βασανίζουν έτσι τους ανθρώπους για την πίστη τους. Την ίδια ώρα διάταξε να τη δέσουν και να την μαστιγώσουν κατά τον ίδιο τρόπο.
Ή Ιουλιανή πάνω στους πόνους της έλεγε λόγια ενθαρρύνοντας την Βαρβάρα και ή Βαρβάρα την Ιουλιανή. Και ανάμεσα στα χτυπήματα και τις βρισιές, ακούγονταν από το στόμα των δυο γυναικών λόγια προσευχής. Δόξαζαν τον Θεό πού τις αξίωνε να βασανίζονται για το όνομά Του.
Ό Μαρκιανός στην απόγνωση του να βρει και αλλά φρικτότερα βασανιστήρια διάταξε να ξεσκίσουν και να κόψουν το στήθη της Βαρβάρας και της Ίουλιανής. Το υπέμειναν και αυτό με αφάνταστη καρτερία και με υψωμένα τα δακρυσμένα μάτια τους ψηλά στον ουρανό. Ούτε αυτό όμως ικανοποίησε τον Μαρκιανό, πού έχοντας κοντά του τον Διόσκουρο και παίρνοντας για όλα αυτά τη γνώμη του, σκέφθηκε άλλο βασανιστήριο ψυχικό και σωματικό για την Βαρβάρα. Διάταξε να τη γυμνώσουν τελείως μπροστά σ' όλο αυτό το πλήθος και μαστιγώνοντας την ολόγυμνη να την εξευτελίσουν και πληγώσουν έτσι την σεμνότητα της.
Άκουσε ή Βαρβάρα τη διαταγή του Μαρκιανού και πριν προλάβουν οι δήμιοι να την πλησιάσουν προσευχήθηκε με λόγια ολόθερμα: Κύριε, είπε, όλα τα υπέφερα. Τούτο μην το επιτρέψεις, σε παρακαλώ, σε ικετεύω. Πάρε καλλίτερα τη ζωή μου το συντομώτερο. Πάρε με κοντά σου.
Όρμησαν οι δήμιοι με χαρά να εκτελέσουν τη διαταγή, αλλά ενώ ήταν μισόγυμνη μέχρι τώρα με τα μαρτυρικά αίματα στο σώμα ή Βαρβάρα, τώρα την είδαν ντυμένη με νυφικά καθαρότατα φορέματα. Τα ξέσχισαν με μανία και τα έβγαλαν κομμάτια από πάνω της, όμως αλλά θεόσταλτα φορέματα εκάλυψαν το μαρτυρικό της σώμα. Αυτό πού ήθελαν δεν έγινε. Δεν κατόρθωσαν να την γυμνώσουν.
Όσο βασάνιζαν τις δυο γυναίκες τόσο φαινότανε ή δύναμη του αληθινού Θεού. Αυτό ήταν επικίνδυνο για τους ειδωλολάτρες. Σε πάρα πολλές περιπτώσεις πού βασανίζονταν οι άγιοι, πολλοί άλλοι πίστευαν βλέποντας και θαυμάζοντας την πίστη των αγίων και πολλές φορές και αυτοί οι ίδιοι οι δήμιοι πίστευαν στο Χριστό. Αυτό σκέφθηκε και τώρα ό Μαρκιανός και θέλησε να δώσει ένα τέλος. Διάταξε να τις αποκεφαλίσουν, αυτή την ίδια στιγμή.
Υπακούοντας οι δήμιοι πήραν στα χέρια τους τα κατάλληλα σπαθιά και αρπάζοντας τις δυο γυναίκες από τα μαλλιά σήκωσαν τα σπαθιά τους επιδεικτικά έτοιμοι να τις αποκεφαλίσουν. Τότε όρμησε ό πατέρας της Βαρβάρας φωνάζοντας με λύσσα στον δήμιο πού κρατούσε την Βαρβάρα.
—Όχι εσύ, εγώ θα πάρω το κεφάλι της. Εγώ πού την έφερα στη ζωή, θέλω να τη φέρω στο θάνατο.
Έφριξε ή Βαρβάρα ακούγοντας τούτα τα φοβερά λόγια του πατέρα της. Ότι θα έδινε τη ζωή της για τον Χριστό βέβαια το είχε αποφασίσει και το περίμενε με όλη της την καρδιά, αλλά δεν μπορούσε να δεχθεί τούτο το φοβερό αμάρτημα, να ιδεί παιδοκτόνο τον πατέρα της.
—Μην το κάνεις αυτό πατέρα. Άφησε τον δήμιο να πάρει το κεφάλι μου.
Ό Διόσκουρος ούτε έβλεπε ούτε άκουγε αυτή τη στιγμή. Με διαβολική δύναμη και μανία, με ένα φοβερό χτύπημα, έρριξε κάτω στο χώμα το κεφάλι της Βαρβάρας.
Μαρτύρησε σε ηλικία 26 χρονών περίπου, στις 4 Δεκεμβρίου, γύρω στο 306 μ.Χ.
Την ίδια στιγμή έπεφτε και το κεφάλι της Ιουλιανής.
Σαν να έκαμε ένα κατόρθωμα μεγάλο ό Διόσκουρος, γύρισε και είδε τον Μαρκιανό, σαν να περίμενε βραβείο για το κατόρθωμα του. Τί κατόρθωσε; Πρόσθεσε μία αγία ακόμη στους αμέτρητους αγίους της Εκκλησίας μας. Πότισε με ένα ακόμη μαρτυρικό αίμα το θείο δένδρο της πίστης του Χρίστου. Για τον εαυτό του κέρδισε την αιώνια καταδίκη και έμεινε στην ιστορία φοβερό και σιχαμερό παράδειγμα πατέρα, πού σκότωσε το παιδί του.
Όσο για την θρησκεία των ειδώλων πού φρόντισαν να στηρίξουν ό Μαρκιανός, ό Διόσκουρος και τόσοι άλλοι, ήταν πια καταδικασμένη να σβύσει για πάντα και να δώσει τη θέση της στον ολόλαμπρο ήλιο της Χριστιανικής θρησκείας, πού τότε ανάτειλε και μεσουρανούσε.
ΤΟ ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ
Βαρβάραν την αγίαν τιμήσωμεν, εχθρού γαρ τας παγίδας συνέτριψεν και ως στρουθίον ερρύσθη εξ αυτών, βοήθεια και όπλο του Σταυρού η πάνσεμνος.
Το νόημα του απολυτίκιου
Ας τιμήσωμε την αγία Βαρβάρα (με τους ύμνους μας), γιατί αύτη ή τόσο σεμνή κόρη έσπασε τις παγίδες πού της έστησε ό διάβολος (και μέσα στο σπίτι της με τον άπιστο πατέρα της) και λυτρώθηκε απ' αυτές σαν το σπουργίτι πού ξεφεύγει από την παγίδα πού του έστησαν. Και το κατόρθωσε αυτό έχοντας σαν όπλο στον αγώνα της του Σταύρου την βοήθεια.
ΤΟ ΣΕΠΤΟ ΛΕΙΨΑΝΟ
Μετά το μαρτυρικό τέλος της αγίας Βαρβάρας, χριστιανοί παρέλαβαν το σεπτό λείψανο και το έθαψαν σε τόπο μυστικό απ' τους ειδωλολάτρες, κοντά στο χωριό Γέλασο.
Αργότερα ό Αυτοκράτωρ του Βυζαντίου Λέων ο Σοφός (886-912) έχτισε μέσα στα ανάκτορα του Ναό της αγίας Βαρβάρας και τοποθέτησε μέσα στο Ναό μέρος των λειψάνων της αγίας.
Υπάρχει ή πληροφορία ότι τα έφερε από την Βενετία το έτος 911, αλλά πώς βρέθηκαν στη Βενετία είναι άγνωστο.
Έπειτα ή κόρη του Αυτοκράτορα Αλεξίου Κομνηνού πού την έλεγαν Βαρβάρα και είχε παντρευτεί με τον Ρώσο μεγάλο Δούκα του Κιέβου Σβιατοπόλκ Μιχαήλ, πήρε πάλι ένα μέρος των λειψάνων και το μετάφερε στο ναό της Ιεράς Μονής Κιέβου πού έχτισε ό Σβιατοπόλκ το έτος 1108.
.
του Γεωργίου Σωτηρίου
θεολόγου
Έκδοση Ιερού Ναού Αγίας Βαρβάρας Παμφίλων Λέσβου
Μυτιλήνη 1990
.

Πέμπτη 3 Δεκεμβρίου 2009

Το πνεύμα των χριστουγέννων

.
Τούτες τις μέρες, από την αρχή σχεδόν του Δεκεμβρίου μέχρι και τα Θεοφάνεια, όλοι μιλούν για «το πνεύμα των Χριστουγέννων». Στολίδια, λαμπιόνια, ετοιμασίες, δώρα, αγορές, χαρά και προσμονή σε πρόσωπα μικρών και μεγάλων, στοιχειοθετούν αυτό το σκηνικό. Ένα πανηγύρι φωτός, χρωμάτων, μυρωδιών και διαφορετικής απ’ ότι τον υπόλοιπο χρόνο διάθεσης, έρχεται να αλλάξει για λίγες μέρες την ζωή μας, αλλά και την όψη των σπιτιών, των δρόμων, των πόλεων.
Το πνεύμα των Χριστουγέννων δεν είναι για τους πολλούς παρά ένα πνεύμα καταναλωτικό, μια συγκυρία κοινωνικών συναναστροφών και καταναλωτικής μανίας. Μια εικόνα και μια πρακτική που, δυστυχώς, μας έχει έρθει και αυτή από έξω, από τις κοινωνίες που δεν έχουν κάτι βαθύτερο μέσα τους, που έχουν ξεχάσει τον Θεό, που έχουν λησμονήσει ότι γιορτάζουμε ακριβώς την Γέννηση του Θεανθρώπου και κατά συνέπεια δεν μπορούν να κατανοήσουν τη σημασία αυτού του γεγονότος στην ίδια τους τη ζωή.
Δεν είναι λίγοι που αποφασίζουν να περάσουν Χριστούγεννα κάνοντας ένα ταξίδι στο εξωτερικό, στην καρδιά της Ευρώπης, γιατί εκεί τα Χριστούγεννα έχουν ένα χρώμα πιο λαμπερό, πιο φαντασμαγορικό, αλλιώτικο από τα δικά μας δεδομένα. Κι έτσι ακριβώς είναι. Γιατί όσο κανείς ξεχνά το νόημα και το περιεχόμενο κάποιου πράγματος, τόσο μεγαλύτερη σημασία δίνει σε ό,τι το περιβάλλει, στα εξωτερικά του γνωρίσματα, στη λάμψη δηλαδή του περιτυλίγματος και της εντύπωσης που αυτό προκαλεί.
Στην Ευρώπη, δυστυχώς, τα Χριστούγεννα γιορτάζονται χωρίς Θεό. Ελάχιστοι μιλούν ή θυμούνται αυτή την παράμετρο, αυτή την πραγματικότητα. Έτσι δεν υπάρχει άλλος δρόμος, από την λάμψη των εξωτερικών γνωρισμάτων, από την δημιουργία ενός τεχνητού κλίματος ευδαιμονίας και χαράς, το οποίο, ελλείποντος του βάθους, προσπαθούν να επεκτείνουν χρονικά με γιορτές και εκδηλώσεις από τα μέσα ακόμη του Νοέμβρη. Είναι όμορφη η ατμόσφαιρα, χαρούμενη, πολύχρωμη, μα δεν είναι τίποτα άλλο από ένα καταναλωτικό όργιο, από μια επίπλαστη χαρά, που συνοδεύεται από τα ρεβεγιόν της νύχτας των Χριστουγέννων, όπου όλοι πρέπει να είναι ντυμένοι στα καλά τους, να φορούν το πιο πλατύ τους χαμόγελο και να ανταλλάσσουν ευχές μηχανικά, που η υπέρμετρη επανάληψή τους έχει φτάσει στο σημείο να στερείται παντελώς νοήματος και ουσίας. Για το καταναλωτικό πνεύμα η γιορτή κορυφώνεται με τα πλούσια και συχνά εξεζητημένα φαγητά, με το πολύ και καλό κρασί και την διασκέδαση μέχρι πρωίας. Στην Ευρώπη ακόμα και η συνήθεια των δώρων, από χειρονομία αγάπης έχει γίνει σχέση δοσοληψίας, αναγκαίο κακό, ένα ακόμα έξοδο… δεν είναι λίγοι που για να βγουν από αυτή την υποχρέωση απλά προσφέρουν ένα φάκελο με κάποιο χρηματικό ποσό, νομίζοντας πως με τον τρόπο αυτό αγοράζουν την εύνοια των άλλων ή ότι προσφέρουν ευτυχία.
Είναι αλήθεια όμως ότι τα χρήματα ή η καταναλωτική μανία των ημερών στο τέλος δεν γεμίζει τις καρδιές κανενός, ξεθυμαίνει αμέσως και τελικά κουράζει τους ανθρώπους. Είναι αλήθεια ότι εκεί που απουσιάζει κάποιο βαθύτερο νόημα, τα πάντα μετατρέπονται σε αριθμούς, σε χρήματα, σε έξοδα… και η ζωή συνεχίζεται, παίρνοντας και πάλι τους καθημερινούς της ρυθμούς.
Το πνεύμα των Χριστουγέννων πώς μπορεί να είναι άλλο από το πνεύμα της Γέννησης του Χριστού; Πώς μπορεί να απουσιάζει ο εορτάζων από μια γιορτή; Πώς μπορούμε να μιλάμε για αγάπη και να ευχόμαστε ειρήνη κι ευτυχία, χωρίς Αυτόν που έχει την δύναμη να την προσφέρει; Χωρίς Αυτόν που ήρθε ανάμεσά μας κι έγινε άνθρωπος μόνο και μόνο για να μας προσφέρει αυτά τα αγαθά, πού τόσο ποθεί η καρδιά όλων, και να μας διδάξει τον τρόπο για να τα αποκτήσουμε; Και δυστυχώς για μας, μας έδειξε ότι η ευτυχία και η αγάπη δεν βρίσκονται στα χρήματα, ούτε στην ευδαιμονία, ούτε στις καθώς πρέπει κοινωνικές συναναστροφές, ούτε στην δύναμη, ούτε στην εξουσία, ούτε στην περιχαράκωση της ζωής μας πίσω από τύπους και κοινωνικούς συμβιβασμούς. Με την παρουσία Του, με την Γέννησή Του και με την ζωή Του μας έδειξε πως την μεγαλύτερη αξία έχουν οι παιδικές ψυχές, από τις οποίες απουσιάζει το άγχος της καθημερινότητας, η αγωνία για κοινωνική καταξίωση, το κυνήγι του χρήματος ή η υποκρισία στην επικοινωνία. Μας παρότρυνε να γίνουμε και πάλι παιδιά, δηλαδή ειλικρινείς, άνθρωποι της αγάπης, ειρηνοποιοί, με πραγματική αξία.
Αν αναζητούμε λοιπόν να βρούμε κάποιο νόημα τούτες της ημέρες, που θα μας συνοδεύει όλο το χρόνο και όλη μας τη ζωή, δεν έχουμε παρά να μιμηθούμε τους βοσκούς και τους Μάγους που ταπεινά Τον προσκύνησαν στο σπήλαιο της Βηθλεέμ, δεν έχουμε παρά να βρούμε την χαμένη αθωότητα, αυτή που βρίσκεται στα καθαρά μάτια των παιδιών.
.
πάτερ Χερουβείμ
.
Αναδημοσίευση από : Απλά και Ορδόδοξα
( http://xerouveim.blogspot.com/ )


.

Τετάρτη 2 Δεκεμβρίου 2009

Ο Προφήτης Αββακούμ

.
Ρώτησαν κάποτε ένα γέροντα ασκητή να τους πει από την πείρα του, πως μπορεί ένας άνθρωπος να σωθεί.
Κι αυτός, αφού έσκυψε και σκέφτηκε λίγο, σήκωσε το κεφάλι κι απήντησε:
— Ο άνθρωπος μπορεί να σωθεί μόνο σαν βαδίσει τον σωστό δρόμο.

— Και ποιος είναι, γέροντα, ο σωστός δρόμος;Ο ασκητής, αφού βυθίστηκε και πάλι σε σκέψεις, τίναξε ξαφνικά το κατάλευκο κεφάλι κι είπε αποφασιστικά:
- Ο ανήφορος.
Ναι! Ο ανήφορος είναι ο σωστός αλλά και σωστικός δρόμος.
Αυτόν πρέπει να πάρει και να βαδίσει με υπομονή και σταθερότητα καθένας, που ποθεί και θέλει να επιτύχει τη σωτηρία του.Τον ανήφορο διάλεξαν και με υπομονή κι επιμονή βάδισαν όλοι οι άγιοι και μάρτυρες της πίστεως και της πατρίδος μας.


Τον ανήφορο βάδισε κι ο όσιος Αββακούμ, που τη μνήμη του γιορτάζουμε στις 2 Δεκεμβρίου.
Γι' αυτόν χαράσσονται κι οι παρακάτω λίγες γραμμές.Άγνωστη η πατρίδα του, άγνωστοι κι οι γονείς του. Εκείνο που υποτίθεται δι' αυτόν είναι, πως ήταν ένας από τους 300 «Αλαμανούς» αγίους, που ήρθαν στην Κύπρο από την Παλαιστίνη κι ασκήτεψαν σε διάφορα μέρη του νησιού μας. Οι άνθρωποι αυτοί ήσαν Έλληνες εργάτες που δούλευαν στη Γερμανία η «Αλαμανία» (Allemagne). Έλαβαν μέρος στη Β' Σταυροφορία (1147-49) και μετά τη διάλυση της, αφού πήγαν και προσκύνησαν στην Ιερουσαλήμ, αποφάσισαν να ζήσουν τη μοναχική ζωή στην έρημο του Ιορδάνη, Επειδή όμως εκεί οι Λατίνοι διαρκώς τους ενοχλούσαν, ήρθαν στην Κύπρο και διασκορπίστηκαν στο όμορφο νησί μας. Ο όσιος Αββακούμ, αφού επισκέφθηκε διάφορους τόπους, εγκαταστάθηκε στο τέλος στην περιοχή της Σολέας και μάλιστα στο όρος της Καλαμιθάσας, που είναι δυτικά από το χωριό της Πιτσιλιάς Φτερικούδι. Εκεί, σε μια σπηλιά, έστησε το ασκητήριό του και άρχισε έντονα τον αγώνα του για την ηθική του τελείωση.Τα λόγια του Κυρίου μας «αγωνίζεσθε εισελθείν δια της στενής πύλης» (Λουκ. ιγ', 24), έγιναν για τον άγιο μας ένα σύνθημα, μα κι ένας τρόπος ζωής. «Στενή η πύλη και τεθλιμμένη η οδός η απάγουσα εις την ζωήν» (Ματθ. ζ', 14), σκεφτόταν. Πόσο στενή είναι η θύρα και γεμάτος δυσκολίες και κινδύνους ο δρόμος που φέρει στην αιώνια ζωή! Είναι δύσκολος ο δρόμος, γιατί εκείνος που θέλει να τον βαδίσει, πρέπει να έχει υπ' όψη του πως πρέπει πολύ να παλέψει. Να παλέψει με τον εαυτό του πρώτα κι ύστερα με τον κόσμο της αμαρτίας. Με τις κακές παρακινήσεις των ανθρώπων που είναι γύρω του. Κι ακόμη με τον πονηρό διάβολο. Τα γνωρίζει αυτά ο φωτισμένος άνθρωπος του Θεού, γι' αυτό και αναλαμβάνει τον αγώνα του με ζήλο φλογερό. Μια σκέψη κι ένας πόθος κυριαρχεί μέσα στην ψυχή του. Πως να αρέσει στον Θεό. Τα προστάγματα του αγίου Ευαγγελίου είναι πάντα μπροστά του. Κι είναι μπροστά του, γιατί η μελέτη του αγίου αυτού βιβλίου, όσο και ολόκληρης της Αγίας Γραφής, έγιναν καθημερινή φροντίδα του. Τη σύσταση του Πνεύματος του Θεού προς τον Ιησού του Ναυή, «ουκ αποστήσεται η Βίβλος του νόμου τούτου εκ του στόματος σου και μελετήσεις εν αυτώ ημέρας και νυκτός» (Ιησ. του Ναυή α', 8), τη θεωρεί σαν σύσταση, που γίνεται σε κάθε πιστό. Κάθε πιστός που θέλει να προχωρεί στην πνευματική ζωή πρέπει να μην αφήνει από τα χέρια του ποτέ ούτε κι από την καρδιά κι από το στόμα του το βιβλίο του Θεού, που δεν είναι άλλο από την Αγία Γραφή, την Παλαιά δηλαδή και την Καινή Διαθήκη. Το βιβλίο αυτό κάθε συνειδητός πιστός πρέπει να το μελετά τακτικά. Αυτό κάνει κι ο ασκητής μας. Από την Αγία Γραφή αντλεί τα επιχειρήματα του για να αντιμετωπίσει τους ποικίλους πειρασμούς που ο διάβολος παρεμβάλλει στον αγώνα του μέρα και νύκτα. Από την Αγία Γραφή διδάσκεται και πάλι πόση ευτυχία γεμίζει την ψυχή εκείνων που με τη θέληση τους αναλαμβάνουν την υποταγή του εαυτού τους στον «χρηστόν ζυγόν του Κυρίου».Ο άνθρωπος πλάστηκε από τον Θεό για τον Θεό. Κοντά στον Θεό και μόνο μπορεί να βρει αυτός της ψυχής του την ειρήνη, την αληθινή χαρά, μα και την μακαριστή ευτυχία. Ελεύθερος πλάστηκε ο άνθρωπος. Την ελευθερία του όμως μπορεί να την διαφυλάξει μόνο σαν υποτάξει τη θέληση του στη θέληση του Θεού. Σ' αυτή την κατάσταση βρισκόταν ο άνθρωπος μέχρι την ημέρα που αμάρτησε. Γι' αυτό κι η ζωή του ήταν χωρίς πόνους και λύπες. Ζωή ευλογημένη σε όλα. Δυστυχώς η αμαρτία που αντιστρατεύεται πάντα το θέλημα του Θεού, μίλησε κακά στην ψυχή του ανθρώπου. Κι αυτός παρασύρθηκε και νικήθηκε κι έπεσε, και ξέκοψε το θέλημα του από το θέλημα του Θεού. Το αποτέλεσμα μας είναι γνωστό. Ο άνθρωπος τότε, όπως λέγει η Αγία Γραφή και βεβαιώνει κι η ιστορία, κατήντήσε σε μια άθλια κατάσταση. Πόσο παραστατικά περιγράφει το κατάντημα του ανθρώπου της αμαρτίας ο λόγος του Θεού. «Άνθρωπος εν τιμή ων ου συνήκε• παρασυνεβλήθη τοις κτήνεσι τοις ανοήτοις και ωμοιώθη αυτοίς».
Η αμαρτία αποκτήνωσε κι αποκτηνώνει τον άνθρωπο.Από την τρομερή αυτή κατάσταση έβγαλε τον δυστυχισμένο άνθρωπο με την ενανθρώπηση του ο Μονογενής Υιός του Θεού, ο Κύριος μας. «Όστις θέλει οπίσω μου ακολουθείν απαρνησάσθω εαυτόν και αράτω τον σταυρόν αυτού και ακολουθείτω μοι» είναι το σάλπισμα Του για μετάνοια. Απόλυτη εμπιστοσύνη στο Πανάγιο πρόσωπο Του ζήτησε και ζητά ο Κύριος από τον καθένα με τούτο το προσκλητήριο του. Εκατομμύρια σαγηνεύτηκαν από αυτό κι από τα λόγια της αγάπης του. Ανάμεσα τους κι ο άγιος μας. Μελετά με ζήλο τα λόγια Του κι αγωνίζεται με πάθος ενάντια στην αμαρτία. Ολόκληρο τον εαυτό του τον προσφέρει στον Κύριο. Συχνά-πυκνά επαναλαμβάνει του ψαλμωδού τα λόγια:
«Αποκάλυψαν τους οφθαλμούς μου, και κατανοήσω τα θαυμάσια εκ του νόμου σου». (Φαλμ. ριη', 18).
Δηλαδή, Κύριε, απομάκρυνε από τα μάτια της ψυχής μου κάθε εμπόδιο και φώτισε το μυαλό μου, ώστε να μπορέσω να κατανοήσω το θαυμαστό βάθος της σοφίας και τη χρησιμότητα του νόμου σου.
Θέλει να εμβαθύνει η αγνή εκείνη ψυχή στο θέλημα του Κυρίου, για να μπορεί να βοηθά κι άλλους. Πόσο ευσεβής ο πόθος του! Μα και πόσο διδακτικός για τους χριστιανούς της εποχής μας, οι οποίοι για μύρια πράγματα ενδιαφέρονται και φροντίζουν και για ένα μονάχα αδιαφορούν. Για τη γνωριμία τους με τον λόγο του Θεού και την κατανόηση του, αλλά και την προσφορά του στους γύρω τους.Ένας που γεύθηκε το μέλι είναι φυσικό να θέλει τη γλυκύτητα του να τη γνωρίσουν κι άλλοι. Γεύθηκε το μέλι του λόγου του Θεού ο άγιος μας. Την ευχαρίστηση και χαρά, που δοκιμάζει ο ίδιος με την καθημερινή περιπλάνηση του στους χλοερούς λειμώνες της Αγίας Γραφής, δεν του είναι εύκολο να την κρατήσει μόνο για τον εαυτό του. Ένα έργο ιεραποστολής αρχίζει με ζήλο στα γειτονικά χωριά, μα και σ' εκείνους οι οποίοι τον επισκέπτονται στο ασκητήριό του και μια παρότρυνση για έργα αγάπης.Με τις προτροπές του οι κάτοικοι του χωρίου Καλαμιθάσα, που βρισκόταν στους πρόποδες του ομώνυμου όρους, ανέλαβαν να κτίσουν μια εκκλησία προς τιμή του προφήτου Αββακούμ. Στο κτίσιμο βοηθά κι ο όσιος. Κάθε μέρα κατεβαίνει από την κορφή του όρους όπου είχε το ασκητήριό του, για να προσφέρει τις υπηρεσίες του ως εργάτης. Μαζί με την υλική αυτή προσφορά του, δεν αμελεί να προσφέρει από το πολύτιμο θησαυροφυλάκιο της καρδιάς του και τα πνευματικά. Σαν φωτεινή λαμπάδα ξεχύνει το ιλαρό φως του Ευαγγελίου στις σκοτισμένες καρδιές που εργάζονται μαζί του. Με τα λόγια του, λόγια καλοσύνης και αγάπης, λόγια φόβου Θεού, οι πονεμένοι και πολυβασανισμένοι εκείνοι άνθρωποι των βουνών βρίσκουν ανακούφιση και παρηγοριά, αλλά και τον φωτισμό και τη χειραγώγηση τους στον δρόμο της αρετής και της ανθρωπιάς.
Όταν με τη βοήθεια του Θεού η μικρή εκκλησία τελείωσε, ο όσιος έφτιαξε δίπλα σ' αυτή κι ένα μικρό δωμάτιο στο όποιο και εγκαταστάθηκε. Στο δωμάτιο αυτό συνεχίζει την ασκητική ζωή του. Μια ζωή εγκράτειας, νηστείας, αγρυπνίας και ζωντανής προσευχής.
Το αποτέλεσμα μιας τέτοιας ζωής υπήρξε άμεσο. Πλούσια «η θεία χάρις, η τα ασθενή θεραπεύουσα και τα ελλείποντα αναπληρούσα» επεσκίασε τον όσιό μας. Καθηγίασε τις ιερές του προσπάθειες. Φώτισε τον νου και την καρδιά του. Αλλά και τον ανέδειξε εκλεκτό και τιμημένο, όπως τον θέλει ο Κύριος. (Α' Πέτρ. 8', 4).Στο ταπεινό κι απέριττο εκείνο δωμάτιο η σεβάσμια και επιβλητική μορφή του και γενικά η αγιότητα του τραβά σαν δυνατός μαγνήτης κοντά του πλήθη πιστών. Όλοι έρχονται για να ακούσουν από αυτόν τα λόγια του, λόγια ζωής, μα και να πάρουν τη θαυματουργική του χάρη κι ευλογία, γιατί πολύ τον χαρίτωσε ο Κύριος και με τούτο το δώρημα. Ο άγιος θεραπεύει διάφορες αρρώστιες κι ιδιαίτερα την κωφότητα. Η προθυμία του να εξυπηρετήσει τον καθένα κι η στοργή του προς όλους ήταν κάτι το πολύ συγκινητικό. Οι επισκέπτες του φεύγουν από κοντά του πάντα γοητευμένοι, ανανεωμένοι και με καινούργιες αποφάσεις.Έτσι πέρασε τη ζωή του ο ζηλωτής αυτός λάτρης της αγγελικής ζωής. Μέχρι την τελευταία του πνοή βάστασε σταθερά με έργα και λόγια τον ζυγό του Κυρίου και παρέδωκε την αγία του ψυχή στα χέρια του αγωνοθέτου Χριστού, από τον οποίο και έλαβε «το βραβείον της άνω κλήσεως του Θεού εν Χριστώ Ιησού». (Φιλιπ. γ', 14).Οι χριστιανοί των γύρω χωριών στο άκουσμα του θανάτου του έτρεξαν και με δάκρυα στοργής κι ευγνωμοσύνης κήδεψαν το άγιο σκήνωμα του μέσα στην εκκλησία. Αργότερα έκτισαν και ναό προς τιμή του και μέσα σ' αυτόν εναπέθεσαν και το άγιο λείψανό του.Όταν οι Τούρκοι κατέλαβαν το μαρτυρικό νησί μας, το χωριό Καλαμιθάσα στο οποίο βρισκόταν ο ναός και το άγιο λείψανο καταστράφηκε από αυτούς. Όσοι από τους χριστιανούς επέζησαν, κατέφυγαν στα γύρω βουνά. Αργότερα κατά τον 19ο αιώνα πολλοί Έλληνες ήρθαν κι εγκαταστάθηκαν στο Φτερικούδι. Στην εκκλησία, που έκτισαν στο χωριό αυτό προς τιμή του αγίου Νικολάου, έφεραν και τοποθέτησαν από τον κατεστραμμένο ναό της Καλαμιθάσας διάφορες εικόνες, μεταξύ των οποίων μια μεγάλη του προφήτου Αββακούμ. Στον ίδιο ναό, ο κτίτοράς του αφιέρωσε και μια μικρή εικόνα του οσίου Αββακούμ με διαστάσεις 0,95x0,167.
Στην εικόνα αυτή ο όσιος παρίσταται ως μοναχός. Στο δεξί χέρι κρατά σταυρό και στο αριστερό ειλητάριο με την επιγραφή:
«Ιησού μνήμη φωτίζει τον νουν».Οι κάτοικοι των γύρω χωριών την ήμερα της μνήμης των αγίων (2 Δεκεμβρίου), του οσίου δηλαδή και του προφήτη Αββακούμ, συνέρχονται και πανηγυρίζουν, μα και αναλογίζονται με συγκίνηση την ιδιαίτερη τιμή που τους έχει γίνει από τον Πανάγαθο θεό με τον καθαγιασμό των χωριών τους από την άγια μορφή του φλογερού εργάτη της αρετής, του οσίου και θαυματουργού Αββακούμ.«Τιμή αγίου, μίμησις αγίου». Όσιοι χριστιανοί θεωρούν καθήκον τους να συνεχίσουν να προσφέρουν κάποια τιμή στον άγιο Αββακούμ, ας προσπαθήσουν να μιμηθούν τη ζωή του. Να μιμηθούμε όλοι την αγάπη του στα λόγια του Θεού και τη μελέτη της Αγίας Γραφής. Να μιμηθούμε την προσήλωση του στο θέλημα του Θεού και τον αγώνα της αρετής. Σ' αυτό πολύ θα βοηθήσει κι εμάς η εγκράτεια, ο σεβασμός μας στον θεσμό της νηστείας, που είναι η μητέρα της σωφροσύνης, η ειλικρινής μετάνοια κι η αδιάλειπτος προσευχή. Στή στοργική φωνή του Σωτήρος μας Χριστού «δεύτε προς με πάντες οι κοπιώντες και πεφορτισμένοι καγώ αναπαύσω υμάς», ας σπεύσουμε να απαντήσουμε. Μάλιστα, Κύριε, ερχόμαστε. «Βοήθησον ημίν και λύτρωσαι ημάς ένεκεν της δόξης του ονόματος σου» (Ψαλμ. μγ', 27). Με τούτο τον τρόπο θα απαλλαγεί η ζωή μας από κάθε σύγχυση και ταραχή. Κι ακόμη η γαλήνη κι η πνευματική χαρά, που όλοι ποθούμε και νοσταλγούμε, δεν θα μένει σε μας μονάχα ένας νοσταλγικός πόθος και μια διακαής επιθυμία, αλλά θα γίνει μια ζων τανή πραγματικότητα. Όταν δε και πάλι θα φύγουμε από τούτο τον κόσμο τον προσωρινό και μάταιο, η ψυχική σωτηρία «η ασφαλής τε και βεβαία» (Εβρ. στ', 19) θα προσφερθεί και σε μας σύμφωνα με τα λόγια του Κυρίου μας, που βεβαιώνουν το «ευρήσετε ανάπαυσιν ταις ψυχαίς υμών».Δια των πρεσβειών του οσίου πατρός ημών Αββακούμ, Κύριε Ιησού Χριστέ, ο Θεός ελέησον και σώσον ημάς. Αμήν.

Απολυτίκιο του οσίουΉχος α'

Των Κυπρίων το κλέος, Καλαμιθάσης το καύχημα, και θαυματουργός ανεδείχθης, Αββακούμ πατήρ ημών, όσιε. Της Σολέας ανεδείχθης φαεινός, ως λύχνος διαυγέστατος, σοφέ. θεραπεύεις τους νοσούντας και τους κωφεύοντας άμα, μακάριε. Δόξα τω δεδωκότι σοι ισχύν, δόξα τω σε θαυμαστώσαντι, δόξα τω ενεργούντι δια σου πάσιν ιάματα.
.
( Από την " Πηγή Ζωής " )
.

Τρίτη 1 Δεκεμβρίου 2009

Με τη ματιά ενός Αγίου

.
" Όλη μου η ευτυχία ή η δυστυχία εξαρτάται από τους λογισμούς μου και από τις διαθέσεις της καρδιάς μου. Αν οι λογισμοί κι οι διαθέσεις μου είναι σύμφωνα με την αλήθεια του Θεού, με το θέλημά Του, τότε είμαι αναπαυμένος, γεμάτος θείο φως, χαρά κι ευλογία. Αν όχι, τότε είμαι ανήσυχος, γεμάτος με πνευματικό και ψυχοφθόρο σκότος, νιώθω να με βαραίνει η απόγνωση. Αν μεταβάλλω τελείως τους απατηλούς κι ακάθαρτους λογισμούς και τις διαθέσεις της καρδιάς μου και τους κάνω αληθινούς και θεάρεστους, τότε αποκτώ πάλι ανάπαυση κι ευλογία.
Ο πλησίον μου είναι μια ύπαρξη με ίσα δικαιώματα μαζί μου. Είναι ένας άνθρωπος σαν και μένα, πλασμένος κατ’ εικόνα Θεού. Κι αφού είναι σαν και μένα, πρέπει να τον αγαπώ όπως αγαπώ και τον εαυτό μου. «Αγαπήσεις τον πλησίον σου ως σεαυτόν» (Ματθ. κβ΄ 39). Πρέπει να τον φροντίζω και να τον προσέχω όπως προσέχω τη σάρκα και το αίμα μου, να του φέρομαι στοργικά, ευγενικά, καλοσυνάτα, να του συγχωρώ τις αστοχίες όπως θα συγχωρούσα και τις δικές μου, όπως θα ‘θελα να συγχωρήσουν κι οι άλλοι τα σφάλματά μου και να μου φέρονται με συγκατάβαση. Δηλαδή, όπως θα ‘θελα οι άλλοι άνθρωποι να μην παρατηρούν τα λάθη μου, σαν να μην υπάρχουν, ή να τα αγνοούν με ευγένεια, με καλοσύνη και μεγαλοψυχία, το ίδιο πρέπει να κάνω κι εγώ στον αδελφό μου.
Ο σαρκικός άνθρωπος δεν μπορεί να καταλάβει την ευλογία και την πνευματική ευφροσύνη που απολαμβάνουμε με την προσευχή και την άσκηση της αρετής. Ούτε στο ελάχιστο δεν μπορεί να κατανοήσει τι ευλογία και ποια μακαριότητα μάς περιμένει στον άλλο κόσμο. Δε γνωρίζει τίποτα υψηλότερο από την επίγεια σαρκική χαρά. Τις μέλλουσες ευλογίες τις λογαριάζει φαντασίες. Ο πνευματικός άνθρωπος όμως γνωρίζει εμπειρικά την ευλογία που νιώθει η ενάρετη ψυχή, γιατί η καρδιά του προγεύεται από τώρα τη μέλλουσα μακαριότητα.
Όσο περισσότερο προοδεύει στην πνευματική ζωή ο άνθρωπος, τόσο περισσότερο πνευματοποιείται. Αρχίζει σιγά σιγά να βλέπει παντού το Θεό, την ύπαρξη της δύναμής Του σε όλα τα πράγματα. Βλέπει παντού και πάντα τον εαυτό του να κατοικεί στο Θεό, να εξαρτάται απ’ Αυτόν ακόμα και στα πιο παραμικρά πράγματα. Αντίθετα, όσο περισσότερο ο άνθρωπος είναι δοσμένος στο σαρκικό τρόπο ζωής, τόσο περισσότερο σαρκικός γίνεται. Δε βλέπει παντού το Θεό. Δεν Τον βλέπει ούτε και στα πιο θαυμαστά επιτεύγματα της θείας Του δύναμης. Το μόνο που βλέπει παντού είναι σάρκα και ύλη. Στα δικά του μάτια ο Θεός δεν υπάρχει ποτέ και πουθενά. (πρβλ. Ψαλμ. 35: 2). ".
.......
Άγιος Ιωάννης της Κροστάνδης


.

Δευτέρα 30 Νοεμβρίου 2009

Ο Απόστολος Ανδρέας , ο Πρωτόκλητος

.
Μορφή βιβλική. Φυσιογνωμία προνομιούχος και διαλεχτή. Πρώτος απ' όλους τους αποστόλους γνώρισε τον Ιησού, αλλά και πρώτος κλήθηκε να τον ακολουθήσει, γι' αυτό και Πρωτόκλητος. Το όνομα του το ιερό κατέχει ιδιαίτερη θέση στην ψυχή των Ελλήνων.
Αυτός είναι ο Ανδρέας ο Πρωτόκλητος μαθητής του Χριστού κι ο ένας από τους αποστόλους του Έθνους μας.Ο Ανδρέας καταγόταν από την Βηθσαϊδά της Γαλιλαίος κι ήταν γιος του Ιωνά κι αδελφός του πρωτοκορυφαίου αποστόλου Πέτρου. Το επάγγελμα του ήταν ψαράς.
Ήταν όμως από τις ευγενικές εκείνες ψυχές, που μελετούσαν τους προφήτες και περίμεναν με λαχτάρα την εκπλήρωση των υποσχέσεων του Θεού για τη σωτηρία του κόσμου.
Ο Ανδρέας μαζί με τον Ιωάννη τον ευαγγελιστή υπήρξαν στην αρχή μαθητές του Ιωάννου του Προδρόμου. Κάποια μέρα μάλιστα, που βρισκόντουσαν στις όχθες του Ιορδάνη κι ο Πρόδρομος τους έδειξε τον Ιησού και τους είπε «ίδε ο αμνός του Θεού ο αίρων την αμαρτίαν του κόσμου», οι δύο απλοϊκοί εκείνοι ψαράδες συγκινήθηκαν τόσο πολύ, που χωρίς κανένα δισταγμό κι επιφύλαξη αφήκαν αμέσως τον δάσκαλο τους κι ακολούθησαν τον Ιησού. Τον ακολούθησαν με προθυμία και ζήλο κι έμειναν κοντά του εκείνη την ήμερα. Τι είδαν και τι άκουσαν όλες εκείνες τις αξέχαστες ώρες; Χωρίς άλλο λόγια άγια και θεία. Ρήματα ζωής αιωνίου. Λόγια, που τους συνεπήραν την ψυχή και τους έκαμαν να πιστέψουν πως στ' αλήθεια ο Ιησούς ήταν Εκείνος που περίμεναν.
Ο Μεσσίας. Ο Σωτήρας και Λυτρωτής των ανθρώπων.Τον ενθουσιασμό και την ικανοποίηση τους από την επικοινωνία κι επαφή τους με τον Κύριο την βλέπουμε από την ενέργεια του Ανδρέα. Μόλις χωρίστηκαν από τον Ιησού, έτρεξε να συναντήσει τον μεγαλύτερο αδελφό του Πέτρο και να του πει με χαρά: «Ευρήκαμεν τον Μεσσίαν (ο εστί μεθερμηνευόμενον Χριστός)• και ήγαγεν αυτόν προς τον Ιησούν». Πόση καλοσύνη. Πόση ευγένεια ψυχής! Πόση αγάπη! Δεν κράτησε μόνος τη χαρά του. Έσπευσε να τη μοιραστεί με τον αδελφό του. Κι είχε δίκαιο! Κείνος που γεύτηκε το μέλι του Ευαγγελίου δεν μπορεί να το τρώει μόνος του. Η πραγματική χάρη, όταν φωτίσει την ψυχή, βάνει τέρμα στο πνευματικό μονοπώλιο, λέει κι ένας μεγάλος ιεραπόστολος του περασμένου αιώνα.Η περίπτωση αυτή είναι ένα έξοχο παράδειγμα αδελφικής αλληλεγγύης και πνευματικότητας. Τα αδέλφια μας, οι γονείς μας, οι συγγενείς μας, οι οικείοι μας πρέπει να 'ναι για μας πρόσωπα προσφιλή. Πρόσωπα, με τα οποία να' μαστε έτοιμοι να μοιραστούμε κάθε στιγμή και τη χαρά και τη λύπη μας. Σ' αυτούς θα πούμε τον καλό τον λόγο. Θα δώσουμε το χριστιανικό έντυπο. Θα τους καλέσουμε σε μια χριστιανική συγκέντρωση. Θα τους πούμε σε μιαν επίσκεψη: «Ευρήκαμεν τον Μεσσίαν». Αδελφοί μας! Ελάτε στον Χριστό. Αυτός είναι η χαρά. Αυτός η ζωή και το φως. Αυτός η ειρήνη του κόσμου. Μη σας σκανδαλίζουν μερικά έκτροπα, που βλέπετε γύρω σας. Μη σας σκανδαλίζει η ζωή μερικών, που αυτοκαλούνται χριστιανοί και θέλουν τάχατες να δείχνουν και τον δρόμο στους άλλους. Εσείς κοιτάτε μόνο τον Χριστό. Αυτός και μόνο αυτός στον κόσμο τούτο δίνει τη χαρά και την ειρήνη. Το μαρτυρεί η ζωή όλων των απλών, των αληθινών χριστιανών. Το βεβαιώνει η ζωή και το παράδειγμα του μεγάλου αποστόλου μας.Ύστερα από το επεισόδιο, που αναφέραμε, τόσο ο Ανδρέας, όσο κι ο Πέτρος κι ο Ιωάννης ξαναγύρισαν στα πλοία τους κι έπιασαν πάλι τη δουλειά τους. Δεν είχε έρθει ακόμη η ευλογημένη ώρα να αρχίσει ο Κύριος το έργο του. Αυτό έγινε λίγες μέρες αργότερα. Εκεί στη λίμνη της Γεννησαρέτ οι δύο αδελφοί καταγίνονταν να ρίψουν τα δίκτυα τους στη θάλασσα, όταν τους ξαναβρήκε ο Ιησούς και τους κάλεσε να τον ακολουθήσουν. «Δεύτε οπίσω μου», τους είπε, «και ποιήσω υμάς αλιείς ανθρώπων». Κι αυτοί «ευθέως αφέντες τα δίκτυα ηκολούθησαν αυτώ». «Ευθέως», χωρίς καμιά χρονοτριβή, χωρίς καμιά αναβολή τον ακολούθησαν. Στην περίσταση αυτή έμοιασαν με τον σοφό και συνετό εκείνο έμπορο της ευαγγελικής περικοπής, που ζητούσε να βρει και ν' αγοράσει μαργαριτάρια. Κι όταν βρήκε κάποτε ένα σπουδαίο και «πολύτιμον μαργαρίτην», έσπευσε να πωλήσει όλα όσα είχε και να τον αγοράσει. Αυτό έκαμαν κι οι δύο αδελφοί.Ο Ανδρέας ακολούθησε τον Κύριο πιστά και πρόθυμα μέχρι τέλους. Κατά το διάστημα αυτό της μαθητείας του δύο από τα πολλά επεισόδια καταδεικνύουν την ιδιαίτερη θέση, που είχε ανάμεσα στους άλλους μαθητές και κοντά στον Ιησού. Το πρώτο συνέβηκε στην έρημο. Τα πλήθη, που είχαν πληροφορηθεί πως ο Κύριος βρισκόταν εκεί, μαζεύτηκαν απ' όλα τα μέρη γύρω, για να ζητήσουν τις ευεργεσίες του και ν' ακούσουν τη διδασκαλία του. Κόντευε να δύσει ο ήλιος και κανένας δεν έλεγε να φύγει. Κάποια στιγμή ο Ιησούς φώναξε κοντά του τον Φίλιππο και τον ρώτησε: «Από πού και με τι χρήματα θα αγοράσουμε ψωμιά, για να φάγουν όλοι αυτοί οι άνθρωποι;» Ο Κύριος φυσικά γνώριζε τι θα έκαμνε. Το είπε όμως αυτό, για να δοκιμάσει τον Φίλιππο και τους άλλους μαθητές. Κι αυτός από μέρους και των άλλων μαθητών γεμάτος αμηχανία απήντησε: «Διακοσίων δηναρίων άρτοι ουκ αρκούσιν αυτοίς ίνα έκαστος αυτών βραχύ τι λαβή». Διακοσίων δηναρίων ψωμιά δεν φτάνουν, όχι για να χορτάσουν, αλλά για να πάρει ο καθένας μια μπουκιά. Τη στιγμή εκείνη πετάχτηκε ο Ανδρέας κι είπε. «Κύριε, είναι εδώ ένα παιδάκι, που έχει πέντε κριθαρένια ψωμιά και δύο ψαράκια» (Ιωάν. ς', 9). Φυσικά πέντε κριθαρένια ψωμιά και δύο ψαράκια δεν είναι τίποτα για τόσο κόσμο. Μα εσύ. Κύριε, μπορείς να τα ευλογήσεις και τότε, ω, ναι! Τότε μπορούν να φάνε όλοι οι άνθρωποι και να περισσέψουν. Πρόσωπο με παρρησία και με μια λανθάνουσα πίστη στον Χριστό μας παρουσιάζει το επεισόδιο αυτό τον Ανδρέα.Πρόσωπο με πλατιά και μεγάλη καρδιά μας τον παρουσιάζει το δεύτερο επεισόδιο. Συγχρόνως όμως και άνθρωπο με τόλμη, που δεν διστάζει να πάρει μια μεγάλη απόφαση και ν' αναλάβει συνάμα και τις ευθύνες του. Αφορμή γι' αυτό το επεισόδιο έδωκαν μερικοί συμπατριώτες μας Έλληνες. Ήταν οι μέρες του Πάσχα, του τελευταίου Πάσχα του Κυρίου μας. Μέσα στα πλήθη, που μαζεύτηκαν στα Ιεροσόλυμα από τα διάφορα μέρη του κόσμου, ήταν κι αυτοί. Ασφαλώς ήταν άνθρωποι που είχαν προσηλυτισθεί στον ιουδαϊσμό. Η πνευματική θρησκεία του Ισραήλ τους είχε τραβήξει μέσα στην καρδιά τους βαθύ τον πόθο να τον γνωρίσουν. Πλησίασαν λοιπόν τον Φίλιππο - ίσως το ελληνικό του όνομα τους έδωκε το θάρρος- και του ζήτησαν να τους οδηγήσει στον Χριστό. Ο Φίλιππος όμως έσπευσε να ζητήσει τη γνώμη του Ανδρέα. Γιατί του Ανδρέα; Γιατί ήταν συμπατριώτης του κι ήξερε την παρρησία του. Αλλά και γιατί ο Ανδρέας ήταν γνωστός σαν ο άνθρωπος με τη μεγάλη καρδιά και το θέμα θα το αντίκριζε όχι με τη στενή ιουδαϊκή αντίληψη, πως ο Χριστός ήλθε κι ανήκε μόνο στους Ιουδαίους, αλλά και στους άλλους ανθρώπους. Και πραγματικά η στάση του δικαίωσε τη φήμη του.Ο Ανδρέας, σαν έμαθε από τον Φίλιππο το περιστατικό, χωρίς να χάσει καιρό, πήρε τους Έλληνες και μαζί μ' αυτόν τους έφερε στον Χριστό (Ιωάν. ιβ', 20-22). Τι φανερώνει και το επεισόδιο αυτό; Τη μεγάλη, την πλατιά του καρδιά, μα και την οικειότητα του προς τον Χριστό. Ευτυχείς όλοι εκείνοι που μιμούνται τον Πρωτόκλητο και βοηθούν κι άλλες ψυχές να πλησιάσουν και να γνωρίσουν τον Κύριο.Η ζωή του Πρωτοκλήτου κατά τα τρία χρόνια της μαθητείας είναι η ίδια με τη ζωή των άλλων μαθητών. Αχόρταγα κι αυτός μαζί με τους άλλους αποστόλους ρουφούσε από το στόμα του θείου Διδασκάλου τα «ρήματα της αιωνίου ζωής». Μαζί του περιέτρεχε την Άγια Γη κι έβλεπε τις ευεργεσίες και τα θαύματα του. Βαθιά ήταν η συγκίνηση του για την υποδοχή, που ο περιούσιος λαός επεφύλαξε στον Κύριο μας «πρό εξ ημερών του Πάσχα». Πιο βαθιά η θλίψη του για τη σύλληψη του Διδασκάλου του και για όσα ακολούθησαν αυτή. Η επίσκεψη του Κυρίου όμως κατ' αυτή την ήμερα της Αναστάσεως Του κι ενώ πια είχε βραδιάσει κι οι πόρτες του σπιτιού ήταν κλειστές «δια τον φόβον των Ιουδαίων» ξανάφερε στην ψυχή του τη χαρά και την ελπίδα. Ο Ανδρέας παρευρέθηκε στην Ανάληψη κι έλαβε μέρος στην εκλογή του Ματθία.Μετά την επιφοίτηση του Αγίου Πνεύματος κατά την ήμερα της Πεντηκοστής, ο απόστολος μας, όπως ψάλλει κι ο ιερός υμνογράφος, αφού «διεπέτασε το ιστίον του Πνεύματος, ως κύμα γαληνόν πραέω πνεύματι κινούμενον, πάσαν επλούτισε την γήν του ενθέου κηρύγματος». Ο Ανδρέας υπήρξε ο κατ' εξοχήν απόστολος των Ελλήνων. Η Σκυθία, δηλαδή η σημερινή νότιος Ρωσία, η Ελληνική Βιθυνία, ο Πόντος, η Θράκη, η Μακεδονία, η Ήπειρος κι η Αχαΐα ποτίστηκαν πλούσια με τον τίμιο ιδρώτα του Πρωτοκλήτου. Αλλά κι η Εκκλησία του Βυζαντίου, που απετέλεσε κι αποτελεί το κέντρο της Ορθοδοξίας, από τον απόστολο μας ιδρύθηκε. Εδώ ο Ανδρέας εγκατέστησε πρώτο επίσκοπο τον απόστολο Στάχυ κι αυτού διάδοχος είναι ο Οικουμενικός Πατριάρχης. Σε μια του περιοδεία, αναφέρεται από την παράδοση, πως ο άγιος μας ήλθε και στο νησί μας. Το καράβι, που τον μετέφερε στην Αντιόχεια από την Ιόππη, λίγο πριν προσπεράσουν το γνωστό ακρωτήρι του αποστόλου Ανδρέα και τα νησιά, που είναι γνωστά με το όνομα Κλείδες, αναγκάστηκε να σταματήσει εκεί σ' ένα μικρό λιμανάκι, γιατί κόπασε ο άνεμος. Τις μέρες αυτές της νηνεμίας τους έλειψε και το νερό. Ένα πρωί, που ο πλοίαρχος βγήκε στο νησί κι έψαχνε να βρει νερό, πήρε μαζί του και τον απόστολο. Δυστυχώς πουθενά νερό. Κάποια στιγμή, που έφτασαν στη μέση των δύο εκκλησιών, που υπάρχουν σήμερα, της παλαιάς και της καινούργιας, που 'ναι κτισμένη λίγο ψηλότερα, ο άγιος γονάτισε μπροστά σ' ένα κατάξερο βράχο και προσευχήθηκε να στείλει ο Θεός νερό. Ποθούσε το θαύμα, για να πιστέψουν όσοι ήταν εκεί στον Χριστό. Ύστερα σηκώθηκε, σφράγισε με το σημείο του Σταυρού τον βράχο και το θαύμα έγινε. Από τη ρίζα του βράχου βγήκε αμέσως μπόλικο νερό, που τρέχει μέχρι σήμερα μέσα σ' ένα λάκκο της παλαιάς εκκλησίας κι απ' εκεί προχωρεί και βγαίνει από μια βρύση κοντά στη θάλασσα. Είναι το γνωστό αγίασμα. Το ευλογημένο νερό, που τόσους ξεδίψασε, μα και τόσους άλλους, μυριάδες ολόκληρες, που το πήραν με πίστη δρόσισε και παρηγόρησε. Και πρώτα-πρώτα το τυφλό παιδί του καπετάνιου.Ήταν κι αυτό ένα από τα πρόσωπα του καραβιού που μετέφερε ο πατέρας. Γεννήθηκε τυφλό και μεγάλωσε μέσα σε ένα συνεχές σκοτάδι. Ποτέ του δεν είδε το φως. Δένδρα, φυτά, ζώα αγωνιζόταν να τα γνωρίσει με το ψαχούλεμα. Εκείνη την ήμερα, όταν οι ναύτες γύρισαν με τα ασκιά γεμάτα νερό κι εξήγησαν τον τρόπο που το βρήκαν στο νησί, ένα φως γλυκιάς ελπίδας άναψε στην καρδιά του δύστυχου παιδιού. Μήπως το νερό αυτό, σκέφτηκε, που βγήκε από τον ξηρό βράχο ύστερα απ' την προσευχή του παράξενου εκείνου συνεπιβάτη τους, θα μπορούσε να χαρίσει και σ' αυτόν το φως του που ποθούσε; Αφού με θαυμαστό τρόπο βγήκε, θαύματα θα μπορούσε και να προσφέρει. Με τούτη την πίστη και τη βαθιά ελπίδα ζήτησε και το παιδί λίγο νερό. Διψούσε. Καιγόταν απ' τη δίψα. Ο απόστολος, που ήταν εκεί, έσπευσε κι έδωσε στο παιδί ένα δοχείο γεμάτο από το δροσερό νερό. Όμως το παιδί προτίμησε, αντί να δροσίσει με το νερό τα χείλη του, να πλύνει πρώτα το πρόσωπο του. Και ω του θαύματος! Μόλις το δροσερό νερό άγγιξε τους βολβούς των ματιών του παιδιού, το χρόνιο σκοτάδι άρχισε να διαλύεται. Κι ένα φως, ιλαρό φως, άρχισε να λούζει τα γύρω πράγματα...— Πατέρα, πατέρα, άρχισε να φωνάζει το παιδί πότε ψαχουλεύοντας και πότε τρέχοντας να βρει τον πατέρα. Κι ο καπετάνιος που τρόμαξε απ' τις φωνές του παιδιού τρέχει κι αυτός προς το μέρος που ακουόταν η φωνή. Στο αντίκρισμα του παιδιού του σταμάτησε, έσκυψε κι άνοιξε την αγκαλιά του.— «Παιδί μου, τι σου συμβαίνει»; ρώτησε με τρόμο ο πατέρας.— «Βλέπω! Πατέρα μου, βλέπω! Για κοίτα με, βλέπω τη θάλασσα, τους ανθρώπους, τα πανιά του καραβιού μας που φουσκώνουν. Πατέρα, το ευλογημένο νερό που μου έδωκε εκείνος ο παππούλης, για να πιώ και να πλυθώ, αυτό μου χάρισε ό,τι ποθούσαμε. Το φως μου, πατέρα...»Ύστερα από μικρή διακοπή που πέρασε μέσα σε δάκρυα κι αναφιλητά ευγνωμοσύνης ο καπετάνιος σηκώθηκε κι είπε:— «Παιδί μου, πάμε να βρούμε τον παππούλη που λες, για να τον ευχαριστήσουμε για ό,τι μας χάρισε!».— «Όχι εμένα, είπε ο απόστολος που πλησίασε. Τον Χριστό να ευχαριστήσουμε όλοι. Αυτός μας έδωκε το νερό. Αυτός γιάτρεψε και το παιδί. Αυτός είναι ο αληθινός Θεός, που έγινε άνθρωπος κι ήρθε στον κόσμο για να μας σώσει!»Κι ο απόστολος, που τον κοίταζαν όλοι με θαυμασμό, άρχισε να τους μιλά και να τους διδάσκει τη νέα θρησκεία. Το τέλος της ομιλίας πολύ καρποφόρο. Όσοι τον άκουσαν πίστεψαν και βαφτίστηκαν. Την αρχή έκανε ο καπετάνιος με το παιδί του, που πήρε και το όνομα Ανδρέας. Κι ύστερα όλοι οι άλλοι επιβάτες και μερικοί ψαράδες που ήσαν εκεί. Πίστεψαν όλοι στον Χριστό που τους κήρυξε ο απόστολος μας και βαφτίστηκαν. Φυσικά το θαύμα της θεραπείας του τυφλού παιδιού, ακολούθησαν κι άλλα, κι άλλα. Στο μεταξύ ο άνεμος άρχισε να φυσά και το καράβι ετοιμάστηκε για να συνεχίσει το ταξίδι του. Ο απόστολος, αφού κάλεσε κοντά του όλους εκείνους που πίστεψαν στον Χριστό και βαφτίστηκαν, τους έδωκε τις τελευταίες συμβουλές του και τους αποχαιρέτησε. Έτσι στο ευλογημένο νησί οργανώθηκε ακόμη μια ομάδα, μια εκκλησία πιστών στον ένα αληθινό Θεό.Αργότερα, μετά από χρόνια, κτίστηκε στον τόπο αυτόν που περπάτησε και άγιασε με την προσευχή, τα θαύματα και τον ιδρώτα του ο Πρωτόκλητος μαθητής, το μεγάλο μοναστήρι του Αποστόλου Ανδρέα, που με τον καιρό είχε γίνει παγκύπριο προσκύνημα. Κάθε χρόνο χιλιάδες προσκυνητές απ' όλα τα μέρη της Κύπρου, ορθόδοξοι και ετερόδοξοι κι αλλόθρησκοι ακόμη, συνέρεαν στο μοναστήρι, για να προσκυνήσουν τη θαυματουργό εικόνα του αποστόλου, να βαφτίσουν εκεί τα νεογέννητα παιδιά τους και να προσφέρουν τα πλούσια δώρα τους σε χρήμα ή σε είδη, για να εκφράσουν τα ευχαριστώ και την ευγνωμοσύνη τους στον θείο απόστολο. Κολυμβήθρα Σιλωάμ ήταν η εκκλησία του για τους πονεμένους. Πλείστα όσα θαύματα γινόντουσαν εκεί σε όσους μετέβαιναν με πίστη αληθινή και συντριβή ψυχής.Σε όλους τους ναούς του μαρτυρικού νησιού μας θα βρούμε την αγία εικόνα Του και το όνομά Του είναι το πιο συνηθισμένο μεταξύ των κατοίκων (Ανδρέας ή Αδρεανή - Ανδρούλα) και το πιο διαδεδομένο. Για λόγους που μόνο ο Κύριος γνωρίζει, εδώ και μερικά χρόνια - από το 1974 — το άγιο μοναστήρι μαζί με όλη την Καρπασία, τη Μεσαορία και τη Βόρειο Κύπρο έχει περιέλθει στην κυριαρχία του πιο βάρβαρου εισβολέα, του Τούρκου. Οι ευλογημένες εκκλησίες που βρίσκονται στα μέρη αυτά μένουν κανονικά αλειτούργητες. Κι οι καμπάνες σώπασαν από τότες να κτυπούν και να καλούν τους πιστούς σε συναγερμό ψυχής... Το αγίασμα όμως που βγήκε απ' τη γη ύστερα από την προσευχή του μεγάλου αποστόλου Ανδρέου μένει και συνεχίζει το κελάρυσμά του. Συνεχίζει το κελάρυσμά του και περιμένει την άγια ώρα, που οι πιστοί του νησιού, πλυμένοι και καθαρισμένοι μέσα στα δάκρυα μιας ειλικρινούς μετάνοιας, θα αξιωθούν ελεύθεροι και πάλι να επισκεφθούν το όμορφο μοναστήρι για να ψάλουν τα ευχαριστήρια στον Κύριο για τη λύτρωση τους από τα δεινά της πικρής δοκιμασίας και να πιουν και να δροσίσουν τα χείλη από το γλυκό νερό. Ο Θεός να δώσει, με τη βοήθεια των πρεσβειών του αγίου αποστόλου Ανδρέου, μα και των άλλων αγίων της Κύπρου μας, η μέρα αυτή να έρθει το γρηγορότερο.Το τέλος του αποστόλου υπήρξε ανάλογο της ιστορίας του. Μαρτύρησε στις Πάτρες, όπου είχε φτάσει, για να μεταδώσει κι εδώ το μήνυμα της λυτρώσεως και να σκορπίσει το φως του Χριστού. Η επίσκεψη του από την πλευρά αυτή έφερε πολλούς καρπούς. Σε λίγες μέρες το κήρυγμα του μαζί με τα πολλά του θαύματα συγκλόνισε κυριολεκτικά τα θεμέλια της ειδωλολατρίας στην Αχαΐα. Ανάμεσα στους πρώτους, που πίστεψαν, ήταν αυτός ο ίδιος ο ανθύπατος. Έτσι λεγόντουσαν κατά τους ρωμαϊκούς χρόνους οι Ρωμαίοι άρχοντες, που διοικούσαν μια από τις επαρχίες του κράτους. της πόλεως, ο Λέσβιος όπως λεγόταν, που είχε αρρωστήσει άξαφνα βαριά και τον είχε γιατρέψει ο απόστολος μας. Το παράδειγμα του ανθύπατου έσπευσαν ν' ακολουθήσουν κι άλλοι ειδωλολάτρες. Μα το πράγμα έγινε γνωστό στη Ρώμη. Ο αυτοκράτορας Νέρων λύσσαξε απ' το κακό του κι έδωσε εντολή να αντικατασταθεί αμέσως ο Λέσβιος από κάποιο Αιγεάτη, πολύ φανατικό ειδωλολάτρη και πολύ σκληρό.Ο Πρωτόκλητος έχοντας συνοδό τον Λέσβιο συνεχίζει καθημερινά τα κηρύγματα του και τις θαυματουργικές του θεραπείες. Πλήθη λαού απ' όλη την Αχαΐα τα παρακολουθούν με ενδιαφέρον και πολλοί κάθε μέρα πυκνώνουν τις τάξεις των πιστών. Μέσα σ' αυτούς προστίθενται τώρα κι η σύζυγος του Αιγεάτη, η Μαξιμίλλα, ο αδελφός του Στρατοκλής, σοφός μαθηματικός, κι άλλοι πολλοί από τους συγγενείς του και τη συνοδεία του.Ο ανθύπατος Αιγεάτης, αν και είδε τη γυναίκα του Μαξιμίλλα να σώζεται από βέβαιο θάνατο με την επέμβαση του Πρωτοκλήτου, αν και είδε τον αδελφό του Στρατοκλή, που τον εκτιμούσε τόσο, να προσχωρεί στη νέα πίστη, εν τούτοις ο ίδιος έμεινε ασυγκίνητος. Κάτι περισσότερο. Πείσμωσε με τη γυναίκα του κι αξίωσε απ' αυτή να αρνηθεί τον Χριστό. Η Μαξιμίλλα όμως δεν δέχτηκε ν' ακούσει.- Προτιμώ, του είπε, να χωριστώ από σένα παρά από τον Χριστό μου.Κι αυτός, τυφλωμένος απ' το πάθος του, διατάσσει να συλλάβουν τον Πρωτόκλητο και να τον ρίξουν στη φυλακή. Για να εκβιάσει δε περισσότερο την αφοσιωμένη στον Χριστό γυναίκα, την απειλεί πως, αν δεν επιστρέψει στη θρησκεία των πατέρων της, την ειδωλολατρία, θα βασανίσει τρομερά τον γέροντα απόστολο και στο τέλος θα τον σταυρώσει. Ανήσυχη η Μαξιμίλλα τρέχει στη φυλακή, για να μεταφέρει στον απόστολο τις απειλές του συζύγου της. Τρέμει η καλή γυναίκα, μήπως πάθει κανένα κακό ο ευεργέτης και σωτήρας της.— Μη φοβάσαι, κόρη μου, για τη ζωή μου, της είπε ο Πρωτόκλητος. Κράτησε σταθερά την πίστη σου. Θα 'ναι τιμή και εύνοια του Θεού σε μένα ν' αξιωθώ να φύγω απ' τον κόσμο αυτό κατά τον ίδιο τρόπο, που έφυγε ο Λυτρωτής μας. Ας κάμει, ό,τι θέλει ο Αιγεάτης. Ας με κάψει στη φωτιά. Ας με κατακάψει με τα μαχαίρια. Άς με καρφώσει στον Σταυρό. «Ουκ άξια τα παθήματα του νυν καιρού προς την μέλλουσαν δόξαν αποκαλυφθήναι εις ημάς». Ο Στρατοκλής, που βρισκόταν εκεί, λούστηκε στο κλάμα.- Μην κλαις, του είπε ο απόστολος. Κάποια μέρα θα φύγουμε από τον κόσμο αυτό. «Ούκ έχομεν ώδε μένουσαν πόλιν». Πρόσεξε μόνο τον σπόρο του Ευαγγελίου, που έσπειρα στην καρδιά σου. Κράτησε τον προσεκτικά και σπείρε τον κι εσύ παρακάτω.Τα λόγια του αποστόλου τόνωσαν το θάρρος της Μαξιμίλλας και του Στρατοκλή κι ατσάλωσαν τη θέληση τους ν' αγωνιστούν ως το τέλος. Ο Αιγεάτης ξαναφώναξε τη γυναίκα του και προσπάθησε με λόγια γλυκά και κολακευτικά να την μεταπείσει από την πίστη του Χριστού.— Είμαι έτοιμος να κάμω το καθετί για την αγάπη σου, της είπε. Αν πεισθείς να αφήσεις τον Χριστό, θα σ' έχω βασίλισσα στο σπίτι μου. Αλλιώς θα καρφώσω σ' ένα σταυρό τον γέρο, που σου πήρε τα μυαλά, και θα σκοτώσω κι εσένα.Η απάντηση της Μαξιμίλλας υπήρξε αληθινά ηρωϊκή.— Προτιμώ χίλιες φορές τον θάνατο παρά τη ζωή μ' ένα ειδωλολάτρη σαν και σένα.Τα λόγια της ηρωίδας χριστιανής άναψαν τον θυμό του συζύγου της, που έδωκε εντολή να βασανίσουν σκληρά τον άγιο και στο τέλος να τον υψώσουν πάνω σ' ένα σταυρό, που είχε το σχήμα του γράμματος Χ και που είχε στηθεί στο «χείλος της θαλάσσιας αμμουδιάς». Πάνω στον Σταυρό αυτό, που ήταν φτιαγμένος από ξύλα ελιάς, έδεσαν τα χέρια και τα πόδια του αποστόλου, χωρίς να τον καρφώσουν. Κι αυτό έγινε, γιατί ο Ανθύπατος ήθελε να κρατήσει πολύν καιρό τον άγιο στη ζωή, για να τον βασανίσει.Από μια θάλασσα, την όμορφη θάλασσα της Γαλιλαίας, κάλεσε ο Κύριος τον μεγάλο Ψαρά να τον ακολουθήσει για να γίνει μαθητής του και να ψαρεύει ανθρώπους. Από μια άλλη θάλασσα κοντά, τη θάλασσα της ιστορικής πόλεως των Πατρών, κάλεσε και πάλι ο Χριστός τον μαθητή κι απόστολο του Ανδρέα, ύστερα από σκληρή εργασία σποράς του λόγου του, να μεταπηδήσει στην ουράνια πατρίδα μας, για να λάβει τον άφθαρτο στέφανο της δικαιοσύνης. Ο απόστολος έφυγε από τον κόσμο αυτό σε ηλικία 80 περίπου χρόνων.Οι χριστιανοί της Αχαΐας θρήνησαν βαθιά τον θάνατο του. Ο πόνος τους έγινε ακόμη πιο μεγάλος, όταν ο ανθύπατος Αιγεάτης αρνήθηκε να τους παραδώσει το άγιο λείψανο του, για να το θάψουν. Ο Θεός όμως οικονόμησε τα πράγματα. Την ίδια μέρα, που πέθανε ο άγιος, ο Αιγεάτης τρελάθηκε κι αυτοκτόνησε. «Θάνατος αμαρτωλών πονηρός. Οι χριστιανοί τότε με τον επίσκοπο τους τον Στρατοκλή, πρώτο επίσκοπο των Πατρών, παρέλαβαν το σεπτό λείψανο και το 'θαψαν με μεγάλες τιμές. Αργότερα, όταν στον θρόνο του Βυζαντίου ανέβηκε ο Κωνστάντιος, που ήταν γιος του Μ. Κωνσταντίνου, μέρος του ιερού λειψάνου μεταφέρθηκε από την πόλη των Πατρών στην Κωνσταντινούπολη και κατατέθηκε στον ναό των αγίων Αποστόλων «ένδον της Αγίας Τραπέζης». Η αγία Κάρα του Πρωτοκλήτου φαίνεται πως απέμεινε στις Πάτρες. Όταν όμως οι Τούρκοι επρόκειτο να καταλάβουν την πόλη το 1460, τότε ο Θωμάς Παλαιολόγος, αδελφός του τελευταίου αυτοκράτορας Κωνσταντίνου του Παλαιολόγου και τελευταίος Δεσπότης του Μοριά, πήρε το πολύτιμο κειμήλιο και το μετέφερε στην Ιταλία. Εκεί εναποτέθηκε στον ναό του αγίου Πέτρου της Ρώμης, όπου έμεινε μέχρι του 1964. Την 26η του Σεπτέμβρη του έτους αυτού αντιπροσωπεία του πάπα Παύλου μετέφερε από τη Ρώμη τον πολύτιμο θησαυρό και τον παρέδωσε στον νόμιμο κάτοχο, την Εκκλησία των Πατρέων. Η αγία Κάρα του Πρωτοκλήτου ύστερα από ενέργειες της Αρχιεπισκοπής μεταφέρθηκε και στην Κύπρο το 1967 για μερικές μέρες κι εξετέθηκε σε ευλαβικό προσκύνημα. Χιλιάδες Κύπριοι τότε, μικροί και μεγάλοι, άνδρες και γυναίκες, ξεκίνησαν από τα τέσσερα σημεία του νησιού μας και πήγαν και προσκύνησαν την άγια Κάρα του Πρωτοκλήτου και μπροστά της κατέθεσαν τον βαθύ σεβασμό και την ευλαβική ευγνωμοσύνη τους για τα όσα η χάρη του πρόσφερε και προσφέρει στο νησί μας.Στη μνήμη του μεγάλου αποστόλου ας κλίνει τακτικά με ευλάβεια το γόνυ της ψυχής κάθε Ελληνική καρδιά. Είναι ένας απ' τους αποστόλους που αγάπησαν την πατρίδα μας κι αγωνίστηκαν να της μεταδώσουν το ανέσπερο φως του Χριστού. Το μήνυμα του δε «ευρήκαμεν τον Μεσσίαν» ας γίνει και για μας σύνθημα ζωής.«Ευρήκαμεν τον Μεσσίαν» φωνάζει και σ' εμάς ο Πρωτόκλητος μαθητής. Ο Χριστός ήταν και είναι ο μοναδικός Σωτήρας και Λυτρωτής των ανθρώπων. Έτσι τον γνωρίσαμε εμείς. Έτσι θα τον γνωρίσετε κι εσείς, αν τον αναγνωρίσετε Αρχηγό και Κύριο σας κι αν βάλετε το θέλημα και τον νόμο του οδηγό στη ζωή σας. Ναί! αν βάλετε το άγιο θέλημα και τον νόμο του οδηγό και σύντροφο στη ζωή σας. Γιατί ο Χριστός ήταν κι είναι «χθες και σήμερον ο Αυτός και εις τους αιώνας». Το σωστικό αυτό μήνυμα ας αγκαλιάσουμε με πίστη φλογερή όλοι ανεξαίρετα όσοι ποθούμε να δούμε στον μαρτυρικό αυτό τόπο καλύτερες μέρες. Ό,τι γκρεμίζει η αμαρτία ανορθώνει και ξαναφτιάχνει μόνο μια ειλικρινής μετάνοια. Με μια γνήσια μετάνοια και συντριβή ψυχής ας καταφύγουμε και πάλι όλοι στον Σωτήρα Χριστό κι ας του ζητήσουμε να συγχωρήσει κι εμάς όπως κάποτε τους Νινευίτες και να μας ξαναδώσει τη λευτεριά μας. Και θα μας ακούσει ο Κύριος. Οπωσδήποτε θα μας ακούσει. Μας το βεβαιώνει με τα άγια λόγια Του: «Επικάλεσαί με, μας λέγει, εν ημέρα θλίψεώς σου και εξελούμαί σε και δοξάσεις με». Παιδί μου, όπου και να 'σαι, φώναξε με στον πόνο σου. Και θα σε ακούσω. Και θα σου δώσω αυτό που μου ζητάς, μια κι είναι για το καλό σου. Και θα με δοξάσεις. Ακούς; Θα στο δώσω και θα με δοξάσεις.Θα μας το δώσει, αδελφοί μου. Ναι! Θα μας το δώσει. Η εθνική κι η εκκλησιαστική μας ιστορία έχουν τόσα παραδείγματα παρόμοια, που μας το βεβαιώνουν. Θα θελήσουμε επιτέλους έστω και τώρα οι Πανέλληνες να προσέξουμε και να αποδεχτούμε το σωστικό μήνυμα; Τι λέτε; Θα θελήσουμε; Προσωπικά το ευχόμεθα μετά κραυγής ισχυρός. Η πορεία του Πρωτοκλήτου, όπως την ψάλλει στην «Παράκλησιν» ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης:
Κήρυξ Οικουμένης μέγας φανείς,Πάλιν ΒυζαντίδαΣυ φωτίζεις κατ' εξοχήνσυν τη του Ευξείνου,Ανδρέα μάκαρ, Πόντου τη Αμισώ και ταύταιςσαφώς εφώτισας.Λόγοις Σου φωτίζεις την Λαζικήνκαι την Τραπεζούντασυν Νικαία τη θαυμαστήκαι Νικομήδεια,συνάμα Χαλκηδόνι, ως μύστης και αυτόπτηςΧριστού, Απόστολε.Την Πόντου Ηρακλείαν, ως εικός,λόγοις εκδιδάξας,ω Ανδρέα Καθηγητά,και την Προποντίδαωσαύτως εκδιδάσκεις και πόλιν του Ευξείνουσυν τε 'Αμάστριδα.Θαύμασι φωτίζεις τους Σινωπείς,Μύστα του Δεσπότου,Σαμοσάτας τε τους σοφούς,Νεοκαισαρείς τε,τους πρώην απειθείς μεν, πιστούς δε δια λόγωνΣου εις το ύστερον.Κήρυξ και της Θράκης ούν γεγονώς,πάσης Θετταλίαςκαι Ελλάδος, Μάκαρ Σοφέ,και Μακεδονίας,εσχάτως εκδιδάσκεις, Ανδρέα Μυστολέκτα,Την Πελοπόννησον.
Απολυτίκιο Ήχος δ'Ως των αποστόλων Πρωτόκλητος και του κορυφαίου αυτάδελφος, τω Δεσπότη των όλων, Ανδρέα, ικέτευε ειρήνην τη Οικουμένη δωρήσασθαι και ταίς ψυχαίς ημών το μέγα έλεος.Εξήγηση: Άγιε απόστολε Ανδρέα, σαν πρωτόκλητος που είσαι στην αγία δωδεκάδα των μαθητών του Χριστού και σαν αδελφός του κορυφαίου αποστόλου Πέτρου, Σε παρακαλούμε να μεσιτεύεις στον Δεσπότη και Κύριο του κόσμου, για να χαρίζει ειρήνη στην Οικουμένη και στις ψυχές μας τη μεγάλη Του ευσπλαγχνία.ΜεγαλυνάριοΠρώτος προσπελάσας τω Ιησού, Πρωτόκλητος ώφθης, και ακρότης των Μαθητών, Ανδρέα θεόπτα, εντεύθεν διανύεις, παθών τας αναβάσεις της αναστάσεως.

Παρασκευή 27 Νοεμβρίου 2009

Ο όσιος Θεοδόσιος Τυρνόβου

.
Ο όσιος Θεοδόσιος έζησε στα τέλη του 13ου αιώνα στην περιοχή του Τυρνόβου. Υπήρξε μια μεγάλη εκκλησιαστική μορφή της εποχής του. Είναι εκείνος που πρώτος έφερε στη Βουλγαρία τη διδασκαλία του οσίου Γρηγορίου του Σιναΐτου και το ορθόδοξο ασκητικό ήθος του Αγίου Όρους.
Ο ισχυρός πόθος του να αφιερωθεί στο Θεό από τη νεανική του ηλικία τον έκανε να απαρνηθεί τα εγκόσμια, πατρίδα, περιουσία και συγγενείς, και να πορευθεί στη Μονή του Αγίου Νικολάου του Αρτσάρ (περιοχή Βιδυνίου). Εκεί απορροφήθηκε από τη μελέτη των Αγίων Γραφών. Αποστήθισε το Ψαλτήριο και προσευχόταν απερίσπαστα καλλιεργώντας τις αρετές της νηστείας, της ταπεινοφροσύνης και της υπακοής. Όταν εκοιμήθη ο πνευματικός του καθοδηγός Ιώβ, αναχώρησε για την Ιερά Μονή της Θεοτόκου της Οδηγήτριας στο Τύρνοβο. Εκεί μέσα στην ησυχία των δασών του Σλίβεν με μια ομάδα ασκητών μοναχών απολάμβανε την παρουσία του Θεού και ζούσε πλημμυρισμένος από τη θεία Χάρη.
Σύντομα όμως αναχώρησε για τη μονή της Θεοτόκου Επικέρνους αναζητώντας νέο πνευματικό οδηγό. Ο Κύριος ικανοποίησε το βαθύ πόθο του δούλου του. Εκεί στα σύνορα της Βουλγαρίας με τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία κατέφθασε τότε από το Άγιον Όρος ο μεγάλος ασκητής και όσιος, ο Γρηγόριος ο Σιναΐτης με συνοδεία μαθητών. Οι ληστρικές επιδρομές Σαρακηνών πειρατών είχαν καταστήσει το Άγιον Όρος την εποχή εκείνη δύσκολο τόπο ασκήσεως. Συνάντησε λοιπόν ο όσιος Θεοδόσιος τον όσιο Γρηγόριο και συνέβη, όπως λέει ο βιογράφος του, να ελκυσθεί από αυτόν τόσο ισχυρά, «όπως ο σίδηρος έλκεται απόν μαγνήτη».
Ο Θεοδόσιος ανακάλυψε στο πρόσωπο του οσίου Γρηγορίου πνευματικό θησαυρό. Αφοσιώθηκε στο νέο του γέροντα απορροφώντας με δίψα το ασκητικό του ήθος αλλά και τις σοφές διδαχές του. Σύντομα ο Θεοδόσιος αναδείχθηκε πρότυπο μοναχού, έγινε «υπόδειγμα υπακοής και ζηλωτής νοεράς προσευχής». Στη συνοδεία αυτή γνώρισε και συνδέθηκε με πνευματική φιλία με τον όσιο Ρωμύλο. Δυστυχώς όμως ο Θεοδόσιος δεν απόλαυσε για πολύ τη χαρά του Κοινοβίου, γιατί ο όσιος Γρηγόριος εκοιμήθη. Οι μοναχοί προέκριναν για νέο ηγούμενο τον όσιο και ευλαβή Θεοδόσιο. Αυτός όμως έντονα αρνήθηκε και αναχώρησε αμέσως με τον συμμοναστή του Ρωμύλο για την περιοχή του Σλίβεν και τον Άθωνα για μελέτη των έργων των αγίων Πατέρων. Επειδή όμως οι πειρατείες δεν είχαν κοπάσει, σύντομα αναχώρησε και από εδώ. Και μετά από επίπονη περιοδεία (Θεσσαλονίκη – Βέροια – Κωνσταντινούπολη – Παρόρια, Σλίβεν) κατέληξε στο όρος Κελιφάρεβο (κοντά στο σημερινό Μπουργκάς στη Μαύρη θάλασσα). Εκεί με τη συνδρομή του Βούλγαρου βασιλιά Ιωάννη Αλεξάνδρου (1331-1371), που αγαπούσε και θαύμαζε πολύ τον Μοναχισμό και το βυζαντινό πολιτισμό, έκτισε Μονή.
Το ιερό αυτό συγκρότημα από 50 περίπου μοναχούς που διηύθυνε ο Θεοδόσιος θεμελιώθηκε στις πνευματικές αυστηρές βάσεις της ασκητικής διδασκαλίας του οσίου Γρηγορίου. Υπήρξε φάρος της Ορθοδοξίας που εξέπεμπε το φως του γνήσιου ησυχασμού σ’ όλη τη Βουλγαρία και έξω από τα σύνορά της. Εκεί οι μοναχοί «αντέγραφαν χειρόγραφα και μετέφραζαν στα Σλαβονικά έργα μεγάλων Πατέρων της Εκκλησίας μας» μεταγγίζοντας στη χώρα τους την αγιοπνευματική εμπειρία της Ορθοδοξίας. Σ’ αυτή τη Μονή έφθαναν μαθητές από τη Σερβία, Ουγγαρία και Βλαχία για να φωτισθούν και να ακούσουν την ορθόδοξη διδασκαλία. Η Μονή υπήρξε ακόμη και κέντρο αντιαιρετικό που αντιμετώπιζε με σθένος τους οπαδούς των αιρετικών Βαρλαάμ και Ακινδύνου, τους Βογομίλους και Ιουδαΐζοντες.
Μεγάλη υπήρξε η συμβολή του οσίου Θεοδοσίου και στη Σύνοδο της Βουλγαρίας του 1359, που συγκλήθηκε για θέματα αιρέσεων. Ο ίδιος ο Όσιος προέδρευσε σ’ αυτήν και με τη δυναμική του συμβολή χάρισε νίκη στην Ορθοδοξία. Όμως επιδρομές αλλοθρήσκων ανάγκασαν το Θεοδόσιο να αναχωρήσει από το Μοναστήρι. Αποσύρεται λοιπόν σε απρόσιτο σπήλαιο, όπου έζησε εκεί τρία χρόνια με αυστηρότατη άσκηση. Ασθένεια όμως βαριά τον καθήλωσε επί είκοσι μήνες. Αγόγγυστα υπέμενε τη νέα δοκιμασία ευρισκόμενος πάντα ξαπλωμένος με αχώριστο σύντροφο τη νοερά προσευχή και την ιερά μελέτη.
Επιθυμούσε όμως πολύ πριν πεθάνει να επισκεφθεί τον Οικουμενικό Πατριάρχη Κάλλιστο τον Α΄, παλαιό φίλο και συμμαθητή του. Έφθασε λοιπόν στην Κωνσταντινούπολη και του υπέβαλε ευλαβικά τη «μετάνοιά» του. Ζήτησε την ευλογία του και συζήτησε μαζί του με εγκαρδιότητα όχι μόνο θέματα πνευματικής ζωής αλλά και για προβλήματα της Εκκλησίας της Βουλγαρίας. Μέχρι το τέλος της ζωής του ο μακάριος όσιος Θεοδόσιος παρέμεινε στη Βασιλεύουσα στην Ιερά Μονή του Αγίου Μάμαντος.
Προαισθανόμενος το τέλος του κάλεσε γύρω του τους μαθητές του αφήνοντάς τους τις τελευταίες του υποθήκες. Τους είπε: «Να είστε προσηλωμένοι στο Θεό, να προσεύχεσθε, να αγνίζετε τα συναισθήματά σας και να ευαρεστείτε στον πανάγιο Θεό με τον αγώνα σας».
Οι μαθητές ασπάστηκαν με δάκρυα τα χέρια και τα πόδια του αγίου καθοδηγού τους. Και αφού ο Όσιος απήγγειλε το «Πιστεύω» και μετέλαβε με κατάνυξη τα Άχραντα Μυστήρια, παραδόθηκε σε έκσταση βλέποντας γύρω του φωτοειδείς Αγγέλους. Και με ειρηνικό μειδίαμα στα χείλη κλείνοντας τα βλέφαρά του παρέδωσε την ψυχή του στο Δημιουργό του, τον Κύριο και Θεό μας, στις 27 Νοεμβρίου του 1363. Τότε γέμισε το κελλί του από μια άρρητη ευωδία.
Ο Κύριος δόξασε το δούλο του και πιστό μαθητή Θεοδόσιο. Η κηδεία του έγινε στην Κωνσταντινούπολη με μεγαλοπρέπεια με την παρουσία του Πατριάρχου και της Ιεράς Συνόδου. Το έργο του οσίου Θεοδοσίου δεν έσβησε. Δικά του πνευματικά αναστήματα είναι ο άγιος Κυπριανός Κιέβου (16/9) και ο άγιος Ευθύμιος Πατριάρχης Τυρνόβου (20/1).
Το αγνό, γνήσιο και αυθεντικό ήθος και δόγμα της Ορθοδοξίας μας, που μας χάρισε ο πανάγιος Θεός, ας το απολαμβάνουμε. Και ας το μεταλαμπαδεύουμε γύρω μας με καύχηση εν Κυρίω και με συναίσθηση ευθύνης όπως ο όσιος Θεοδόσιος ο εν Τυρνόβω.
Η μνήμη του τιμάται στις 27 Νοεμβρίου.
.
Πηγή : Χριστιανική Φοιτητική Δράση
.