Ιερός Ναός Αγίων Πάντων Μακεδονίτισσας

Ιερός Ναός Αγίων Πάντων Μακεδονίτισσας
Άγιοι του Θεού πρεσβεύετε υπέρ ημών !

Δευτέρα 23 Φεβρουαρίου 2009

Ο Άγιος Πολύκαρπος


ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΩΡΕΣ -


ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΟΛΥΚΑΡΠΟΥ


του Κώστα Δ. Παπαδημητρίου

168 μ.Χ.· ο λαμπρός αστερισμός του Χριστιανισμού σελάγιζε σ ολόκληρη τη Μ. Ασία. Από τους βασικούς στυλοβάτες του ο Επίσκοπος Σμύρνης Πολύκαρπος. Χαρισματικός εκκλησιαστικός ηγέτης, γεμάτος καρπούς αρετής και χριστιανικής καθαρότητας, δέχεται τους επαίνους του ουράνιου Πατέρα, όπως αναγράφεται στο δεύτερο κεφάλαιο της Αποκάλυψης:
“Τα γνωρίζω καλά τα έργα σου και τη θλίψη σου και τη φτώχεια που σού προξένησε ο διωγμός”.
Ταυτόχρονα τον προειδοποιεί:
“Μη φοβού ά μέλλεις πάσχειν....Θα ξεσπάση διωγμός που θα κρατήση μόνο δέκα ημέρες. Μείνε πιστός μέχρι θανάτου και θα λάβης για στεφάνι την αιώνια ζωή”.
Και νά! η μπόρα ξεσπά. Στίφη Εθνικών και Ιουδαίων ξαμολύονται σ ολόκληρη τη Σμύρνη. Διωγμοί, συλλήψεις, ξυλοδαρμοί σε βάρος των Χριστιανών. Και κύριος στόχος τους τούτη τη φορά η κεφαλή της τοπικής Εκκλησίας, ο Επίσκοπος Πολύκαρπος. Αν χτυπηθή το κεφάλι, σκέφτονται, θα παραλύση όλο το σώμα της Εκκλησίας. Και τον αναζητούν με πάθος.
Ο ίδιος έχει αποσυρθή σε μια αγροικία, ύστερα από επιμονή των Χριστιανών. Και από κεί προσεύχεται να περάση ο κίνδυνος για το πλήθος των Χριστιανών. Εκεί φτάνουν αργά το βράδυ και οι διώκτες του. Τους καθοδηγεί ένα παιδί, που το είχαν βασανίσει.
Ήταν Παρασκευή βράδυ. Οι στρατιώτες σπρώχνουν την πόρτα και εξαγριωμένοι μπαίνουν στην αγροικία. Ο Πολύκαρπος δεν προσπαθεί να κρυφτή ή να φύγη. “Ας γίνη το θέλημα του Κυρίου”, σιγοψιθυρίζει. Και πλησιάζει τους στρατιώτες. Πράος και μειλίχιος ανοίγει κουβέντα μαζί τους. Τους μιλάει για την αγάπη, που πρέπει να έχουν οι άνθρωποι μεταξύ τους. Είπε μάλιστα στον οικοδεσπότη να δώση τροφή στους στρατιώτες, γιατί φαίνονταν εξαντλημένοι από το άχαρο έργο τους. Οι στρατιώτες τον ακούν με προσοχή και αναρωτιούνται γιατί με τέτοια μανία οι αρχηγοί τους στρέφονται εναντίον ενός τέτοιου σοφού και αγνού γέροντα. Ο Πολύκαρπος τους ζητάει, πριν τον οδηγήσουν στους αρχηγούς τους, να τον αφήσουν να προσευχηθή. Εκείνοι το επιτρέπουν. Και ο σεβάσμιος γέροντας αποσύρεται πιο πέρα, γονατίζει και με θερμά λόγια προσεύχεται.

Είπε και τούτο:


“Κύριε, Θεέ Παντοδύναμε, Πατέρα του αγαπημένου
κι ευλογημένου Σου παιδιού, του Ιησού Χριστού,
απ τον οποίο διδαχθήκαμε τη φανέρωση του προσώπου Σου,
Θεέ των Αγγέλων, των Δυνάμεων, κι όλης της κτίσεως
καί όλης της τής γενιάς των δικαίων, που ζούν
μέσα στη δική Σου παρουσία· Σε ευλογώ, που με αξίωσες
τής μεγάλης αυτής ημέρας και ιερής ώρας, που θα πάρω
μέρος στο μαρτύριο και θα συναριθμηθώ μαζί
μέ τους μάρτυρές Σου και θα γίνω μέτοχος στο ποτήρι
τού μαρτυρίου του Χριστού Σου και θα διαβώ
γιά την αιώνια ανάσταση της ζωής και της ψυχής
καί του σώματος μέσα στην αφθαρσία, που μας χορηγεί
τό Άγιο Πνεύμα. Μαζί μ' αυτούς τους μάρτυρές Σου,
μακάρι να γίνω κι εγώ δεκτός σήμερα ενώπιόν Σου
σάν μια πλούσια και ευπρόσδεκτη θυσία, που Σύ
τήν προετοίμασες και την προφανέρωσες και τήν
πραγματοποίησες, Θεέ μου, που ποτέ δεν διαψεύδεσαι
καί είσαι πάντα αληθινός.
Γι' αυτό κι εγώ για όλα αυτά Σε υμνώ, Σε ευλογώ,
Σε δοξολογώ δια μέσου του αιωνίου και επουρανίου
Αρχιερέα Ιησού Χριστού, του αγαπημένου Σου παιδιού,
Απ' τον Οποίο πηγάζει η δόξα που ανήκει σε Σένα
καί μαζί Σου σ' Εκείνον και στο Άγιο Πνεύμα και στον
παρόντα και στον μέλλοντα αιώνα. Αμήν”.


Δυο ώρες κράτησε η προσευχή του. Έπαιρνε στο μεταξύ να ξημερώνη το Σαββάτο. Με βαρειά καρδιά τον παίρνουν οι στρατιώτες να τον οδηγήσουν στο στάδιο της πόλης. Τα χρόνια όμως και οι νηστείες βάραιναν πάνω του και δεν μπορούσε να περπατήση γρήγορα. Τον βάζουν πάνω σε ένα γαϊδουράκι, που βρίσκουν στο δρόμο και προχωρούν. Στο δρόμο συναντούν έναν αξιωματούχο, τον Ηρώδη, που πήγαινε μ' ένα κάρο στην πόλη μαζί με τον πατέρα του. Λυπήθηκαν το γέρο Επίσκοπο και τον πήραν στο κάρο. Καταλάβαιναν το μαρτύριο που περίμενε τον Επίσκοπο και στο δρόμο τον συμβούλευαν:
“Δεν είναι δά και τίποτα σπουδαίο να πής “Κύριος είναι ο Καίσαρας” και να θυσιάσης. Και ό,τι άλλο να σού πούν να το κάνης για να σωθής”.
Ο Πολύκαρπος χωρίς περιστροφές τους απαντά:
“Όχι, αυτό ποτέ δεν θα το κάνω!”
Εξαγριωμένος ο Ηρώδης τον ρίχνει από το κάρο. Τόσο βάθος είχε η καλωσύνη του! Και ο άγιος γέροντας προχωρεί πεζός. Μπαίνει στο στάδιο. Το δικαστήριο είναι έτοιμο, όπως έτοιμη είναι και η απόφαση. Ετοιμος είναι και ο συρφετός των Ιουδαίων και τεχνικών που μαίνονται και ουρλιάζουν με βρισιές σε βάρος του Πολυκάρπου.
“Αίρε τον Πολύκαρπον. Ούτός εστιν καθαιρέτης των ημετέρων θεών, ο πολλούς διδάσκων μη θύειν, μη προσκυνείν αυτούς....”
Ο Πολύκαρπος σκύβει το κεφάλι καταστενοχωρημένος για την κατάντια των πλασμάτων του Θεού. Ταυτόχρονα ακούει και μια φωνή που ερχόταν από τον ουρανό:
“Ίσχυε, Πολύκαρπε, και ανδρίζου!”
Πλησιάζει τον Πολύκαρπο ο Ανθύπατος. Κάνει μια τελευταία προσπάθεια να τον πείση ν' αλλαξοπιστήση. Τον πιέζει, τον φοβερίζει και αρχίζει μεταξύ τους ο ιστορικός εκείνος διάλογος:
Άνθύπατος: “Όμωσον και απολύσω σε. Λοιδόρησον τον Χριστόν!”
Πολύκαρπος: “Ογδοήκοντα και έξ έτη δουλεύω αυτώ και ουδέν με ηδίκησεν και πώς δύναμαι βλασφημήσαι τον Βασιλέα μου, τον σώσαντά με; Και συνεχίζει: Μήν κάνεις πώς δεν γνωρίζεις ποιός είμαι· στο λέω με παρρησία. Είμαι Χριστιανός! Αν θέλης να μάθης τί είναι Χριστιανός, δός μου μια μέρα καιρό και άκουσέ με”.
Ανθύπατος: “Το λαό να πείσης!”
Πολύκαρπος: “Έσένα κρίνω άξιον!”
Ανθύπατος: “Θα σε ρίξω στα θηρία, αν δεν αλλάξης γνώμη! Ετοιμα τα έχω!”
Πολύκαρπος: “Φέρε τα, εγώ μένω αμετάθετος στην πίστη μου!”
Ανθύπατος: “Θα σε ρίξω στη φωτιά!”
Πολύκαρπος: “Με φοβερίζεις με τη φωτιά, που ανάβει για μια στιγμή και σβήνει. Δεν ξέρεις τη φωτιά της μέλλουσας κρίσης και της αιώνιας κόλασης, που περιμένει τους ασεβείς! Κάνε αυτό που θέλεις! Μήν αργείς!”


Ο Ανθύπατος εξοργισμένος από τη θαρραλέα απάντηση του Πολυκάρπου προστάζει τον ντελάλη και κείνος ερεθίζει τα πλήθη που ξεχύνονται, μαζεύουν ξύλα, ανάβουν φωτιά. Δένουν τα χέρια του αγίου γέροντα και τον πετούν στη φωτιά. Αλλά τί θαύμα! Οι φλόγες της φωτιάς κάνουν καμπύλες, παρακάμπτουν το σώμα του Πολυκάρπου. Ο Ανθύπατος απορεί, φοβάται. Καταλαβαίνει τη μεγάλη προσβολή, που τον περιμένει, και προστάζει τους δημίους να τρυπήσουν με τα ξίφη τους το σώμα του αγίου.
Αυλάκι τρέχει το αίμα απ' τις πληγές του. Η φωτιά σβήνεται και η άγια ψυχή του Πολυκάρπου ανεβαίνει στο Θρόνο του Θεού. Ηταν η ώρα οχτώ το πρωΐ του Μεγάλου Σαββάτου. Και το νεκρό σώμα όμως το φοβούνται οι ειδωλολάτρες. Γι' αυτό προστάζει ο Ανθύπατος να το κάψουν.
Οι φλόγες ανεβαίνουν τώρα ψηλά και όλο το πλήθος διαλύεται. Εκείνη όμως η φλόγα φώτισε τις καρδιές αρκετών από τους ειδωλολάτρες, που είδαν με τα μάτια της ψυχής τους το θαύμα και έγιναν Χριστιανοί. Και κάποιοι έτρεξαν να περιμαζέψουν τα οστά του Αγίου και να τα φυλάξουν σαν πολύτιμα πετράδια. Ένα μέρος από τον ανεκτίμητο αυτόν θησαυρό - το χαριτόβρυτο χέρι του Αγίου - το έχει η Ναυπακτία στα χέρια της. Φυλάσσεται στο σπίτι της “Παναγίας Αμπελακιώτισσας” και συχνά- πυκνά θαυματουργεί σε όσους το προσκυνούν. “Θεραπεύει γαρ αλάλους, παραλύτους συσφίγγει, τους δε την χείρα προσκυνούντας εκ των κινδύνων απαλλάττει”.-

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου