Ιερός Ναός Αγίων Πάντων Μακεδονίτισσας

Ιερός Ναός Αγίων Πάντων Μακεδονίτισσας
Άγιοι του Θεού πρεσβεύετε υπέρ ημών !

Τετάρτη, 22 Αυγούστου 2018

Θέλει γενναιότητα για να ευχαριστείς τραυματισμένος



Συνήθως όταν μας πληγώσουν, αυτόματα ακολουθούν οι εξής αντιδράσεις: είτε διαμαρτυρόμαστε και βρίζουμε όποιον μας τραυμάτισε, είτε θρηνούμε γι’ αυτό που συνέβη, είτε αγχωνόμαστε και ενδέχεται να φθάσουμε σε πανικό σχετικά με το τι θ’ απογίνει.
Ο Mεγάλος Παρακλητικός Κανόνας τον οποίο ψάλλουμε (εναλλάξ με τον Μικρό) τον Δεκαπενταύγουστο, αποτελεί μια εξαίρεση.

Τον έγραψε ένας πληγωμένος άνθρωπος, ο αυτοκράτορας Θεόδωρος Λάσκαρης, που έζησε τον 13ο αιώνα. Δεν γράφτηκε κατά παραγγελία, επειδή του τον ζήτησαν άλλοι ασθενείς. Τον συνέθεσε για να διεκτραγωδήσει τα δικά του βάσανα, τις αρρώστιες και τις ταλαιπωρίες.

Και κατάφερε να μείνει έξω από το συνηθισμένο. Ούτε επιθετικότητα και εκδίκηση βγάζει το κείμενο, ούτε θρήνο για την «ζωή που δεν έζησε», ούτε πανικό για το μέλλον. Λέει τα πράγματα με το όνομά τους, δεν εξωραΐζει την πραγματικότητα. Αλλά ταυτόχρονα βγάζει αρχοντιά. Θα δούμε λίγα μόνο τροπάρια.

«Οι περιστάσεις των λυπηρών ταλαιπωρούν την άθλια ψυχή μου και τα νέφη των συμφορών καλύπτουν την καρδιά μου. Αλλά συ που γέννησες το Φως, το θεϊκό και προαιώνιο, λάμψε πάνω μου το χαρμόσυνο φως».

Σχεδόν χωρίς εξαίρεση, τα τροπάρια εναλλάσσονται στο περιεχόμενο: ένα ικετευτικό, ένα ευχαριστιακό. «Θρηνώ και στενάζω, μη μέ παραβλέψεις τον ελεεινό». Και αμέσως μετά: «Δεν θα σωπάσω να διακηρύσσω φωναχτά τα μεγαλεία σου. Αν δεν πρέσβευες εσύ, πώς θα σωζόμουν από τόσα κύματα και συμφορές;».

Στην Παναγία απευθύνεται. Παρά τον καημό του έχει την οξυδέρκεια να διακρίνει την αγάπη της και την φροντίδα της. Γνωρίζει ότι χωρίς αυτήν θα ήταν σε χειρότερη κατάσταση.

«Τα έχω στερηθή όλα και σου κραυγάζω με πόνο: πρόφτασε να με βοηθήσεις». Και κατόπιν: «Σε ομολογώ Θεοτόκο, εσένα που εξαφάνισες τη δύναμη του θανάτου».

Μέσα στον ατομικό του πόνο δεν ξεχνά την ευλογία που η Θεοτόκος χάρισε στην ανθρωπότητα. Η οδύνη του δεν σκεπάζει την ευγνωμοσύνη για τις δωρεές.

«Με δέρνει καταιγίδα και βουλιάζω σε τρικυμία. Δώσε μου χείρα βοηθείας». Και ύστερα: «Το γλυκό ποτάμι του ελέους σου δρόσισε με ποικίλες δωρεές την φτωχή και πανάθλια ψυχή μου, αυτή που φλεγόταν στο καμίνι των συμφορών και των θλίψεων».

Και έτσι προχωρεί. Ένα τροπάριο ικετευτικό, ένα δοξολογικό εναλλάξ. Εκφράζει μια ισορροπία την οποία βιώνει, τού είναι γνήσια.

Είναι γνωστό ότι ο πόνος μάς κάνει να χάνουμε τις ισορροπίες μας. Διογκώνεται το πρόβλημά μας και εξαφανίζει από το οπτικό μας πεδίο τις ευλογίες που ζήσαμε. Όλα γίνονται ένα τεράστιο και καταθλιπτικό παρόν. Έτσι η ευγνωμοσύνη συχνά εξαφανίζεται πίσω από το αφόρητη οδύνη.

Ο άρρωστος υμνογράφος μας εδώ δεν κλονίζεται. Το δέντρο δεν τού αποσπά την ματιά από το δάσος. Ο πόνος του αποτελεί μια μικρή στιγμή στην ιστορία της ανθρωπότητας. Η οποία έχει σημαδευτή από το απερίγραπτο δώρο της Ενανθρώπησης, αυτό που έχει τη σφραγίδα της μοναδικότητας της Μαρίας.

«Με κύκλωσαν οι ζάλες της ζωής σαν μέλισσες γύρω από την κυψέλη, καταπληγώνοντας την καρδιά μου με τα βέλη των θλίψεων». Όμως, «Σε βρήκα λιμάνι από τη ζάλη της ζωής, σε βρήκα χαρά και αγαλλίαση στις θλίψεις, σε βρήκα γρήγορη βοήθεια στις αρρώστιες, σε βρήκα προστάτη στους κινδύνους».

Θέλει γενναιότητα για να ευχαριστείς τραυματισμένος. Γιατί;

Κατ’ αρχήν για να μην βουλιάξεις μέσα στην κακουχία, για να μην ταυτιστεί η ύπαρξή σου μόνο με τον πόνο.

Δεύτερον, για να μπορέσεις να σκεφτείς και τους άλλους, να ευχαριστήσεις δηλαδή τον Χριστό και την Μητέρα Του για όσα πρόσφεραν και προσφέρουν στους συνανθρώπους σου. Η δική τους υγεία και χαρά γίνεται και δικό σου πανηγύρι

Τρίτον, για να μην ενδώσεις στον τόσο συνηθισμένο πειρασμό να θεωρήσεις αυτονόητα τα καλά και ανεπιθύμητο δυστύχημα τα κακά. Κοινή διαπίστωση όλων μας είναι ότι τα καλά της ζωής δεν μας χαροποιούν σε ένταση και διάρκεια αντίστοιχη με την οδύνη που γεννούν οι συμφορές. Γιατί, άραγε; Μήπως επειδή θεωρούμε τα καλά δεδομένα δικαιώματα; Ποιο υποσυνείδητο «συμβόλαιο» κρύβεται από πίσω; Ποια φαντασίωση «εξαίρεσης» έχει περιβάλει την ύπαρξή μας;

Εν ολίγοις, για να ευχαριστείς τραυματισμένος θέλει γενναιότητα απέναντι στα εξής τρία: α)στον πόνο σου, β) στην εγωκεντρικότητά σου, γ) στον ναρκισσισμό σου που σου ψιθυρίζει ότι ειδικά για σένα τα πράγματα θα έπρεπε να είναι διαφορετικά. Και τα τρία φτιάχνουν μιαν ωριμότητα δυσεύρετη σε όλες τις εποχές. Η Μεγάλη Παράκληση δεν είναι απλώς μια ικεσία για να βγούμε από τα δύσκολα˙ μας θυμίζει πώς μπορούμε να εξελιχθούμε ως άνθρωποι.
π. Βασίλειος Θερμός
Ψυχίατρος παιδιών καί εφήβων. Δρ. Θεολογικής Σχολής του Παν/μιου Αθηνών. Αναπληρωτής καθηγητής στην Ανωτάτη Εκκλησιαστική Ακαδημία Αθηνών



Πέμπτη, 26 Ιουλίου 2018

Η Αγία Παρασκευή

 
 

 Ήταν ένας νέος άνθρωπος η αγία Παρασκευή. Με όλες τις προοπτικές για μια ωραία ζωή. Για να τη ζήσει όπως ήθελε. Να κάνει τη ζωή της, όπως λέμε.

Η επιλογή της...

Μα η αγία Παρασκευή δεν βρέθηκε καθόλου σε δίλημμα, όταν τής ζητήθηκε να διαλέξει ανάμεσα στον Χριστό και τη ζωή της. Αν και ήταν μια πολύ νεαρή κοπέλα, με τα όνειρα όλα μπροστά της, αλλά και με όλες τις δυνατότητες να τα πετύχει, δεν είχε καθόλου πρόβλημα να θυσιάσει τα πάντα, παρά να αρνηθεί τον Χριστό. Είχε ήδη ευθυγραμμίσει τη ζωή της με το θέλημα του Χριστού. Νόημα της ζωής της, για να είναι αληθινή, έκαμε τον Χριστό (Ιω. 14, 6). Χωρίς αυτόν δεν ήθελε να ζήσει. Γι’ αυτό και προτίμησε το μαρτύριο με ολοπρόθυμη διάθεση, απ’ το να ζει ανοημάτιστα, μια ά-χριστη (χωρίς Χριστό) και συνεπώς άχρηστη ζωή.
Είναι η βασική της διαφορά με μάς, τους σημερινούς Χριστιανούς. Που δεν καλούμαστε φυσικά να μαρτυρήσουμε. Δεν μας οδηγούν ενώπιον βασιλέων και ηγεμόνων, δεν μας τραβολογούν «εις συνέδρια και εις συναγωγάς» (Μαρκ. 13, 9). Υπάρχουν βέβαια Χριστιανοί, σε άλλες χώρες, που και σήμερα δίνουν τη μαρτυρία τους ενώπιον βασιλέων και ηγεμόνων, βασανίζονται το ίδιο σκληρά με τους παλιούς μάρτυρες και σφραγίζουν με το αίμα τους τη μαρτυρία τους για τον Χριστό.
Εμείς όμως σήμερα εδώ ζούμε σε μια εντελώς άλλη διάσταση. Δεν καλούμαστε όπως εκείνοι να μαρτυρήσουμε. Και ευτυχώς, γιατί η διάθεση που μας χαρακτηρίζει είναι η άρνηση του μαρτυρίου. Και σ’ αυτό διαφέρουμε καίρια απ’ την αγία Παρασκευή και όλους τους μάρτυρες και τους αγίους. Για ποια όμως άρνηση του μαρτυρίου μιλάμε; Ποιο είναι αυτό το μαρτύριο;

Η ψεύτικη ζωή
«Δεν θα γίνω οσιομάρτυρας», είπε μια νεαρή κοπέλα, της εποχής μας αυτή. Εννοούσε πως δεν το ’χε σκοπό να κάτσει να σκάσει υπομένοντας ένα σύζυγο, με τον οποίο πλέον δεν μπορούσε, η και ίσως να μην ήθελε, να τα βρει. Τόσες άλλες ευκαιρίες έχει πλέον η ζωή! Γιατί να μην προτιμήσει και αυτή να κάνει τη ζωή της, αντί να τη χαραμίσει; Ο σημερινός Χριστιανός ζωή θεωρεί ό,τι και ο κόσμος, που δεν έχει φρόνημα Θεού.
Ο Χριστός όμως λέγει κάποια παράξενα πράγματα. Ενάντια στη δική μας λογική. Ότι όποιος προσπαθεί να ζήσει τη ζωή του, θα τη χάσει (Ματθ. 10, 39). Δεν θα ζήσει τίποτε. Δεν θα νοιώσει τίποτε από ζωή. Αυτό που θα ζει δεν θα ‘ναι ζωή, μα απουσία ζωής. Άνοστη, ανούσια, ανοημάτιστη. Φάντασμα ζωής, όχι χαρά. Όσο περισσότερο θα τη ζει, τόσο πιο πολύ θα του φεύγει από τα χέρια του και θα μένει ανικανοποίητος. Όσο θα τη γεμίζει ηδονές, απόλαυση, διασκεδάσεις, τόσο πιο άδεια θα γίνεται. Σαν το τρύπιο πιθάρι των Δαναΐδων του αρχαίου μύθου, που όσο κι αν προσπαθούσαν να το γεμίσουν με νερό, έμενε άδειο πάντοτε, αφού ήταν τρύπιος ο πάτος του.
Αυτή η ζωή θα έχει μία και μόνο προοπτική: τον θάνατο. Γιατί θα είναι ζωή χωρίς αγάπη (Α Ἰω. 3, 14). Η ακόρεστη ικανοποίηση του εαυτού μας συνεπάγεται τον άμεσο υποβιβασμό του κάθε άλλου σε δεύτερη μοίρα. Την ανικανότητα να αγαπήσουμε κάποιον άλλον πάνω απ’ τον εαυτό μας. Αυτό όμως λέγεται: απόλυτη μόνωση, και είναι το ισοδύναμο της κόλασης, του θανάτου. Δεν είναι κόλαση το να μη σε αγαπούν, αλλά το να μην αγαπάς.
Τί τη θέλουμε τότε μια ζωή, στην οποία έχει ήδη εισβάλει και έχει κάνει κατοχή ο θάνατος; Τόσο μικρές είναι λοιπόν οι απαιτήσεις μας; Τόσο μίζερα τα όνειρά μας; Τερματίζουν μόνο σε μια χαμοζωή-κόλαση; Πού είναι τα οράματά μας;

Η αληθινή ζωή
Και πάλι λέγει ο Χριστός, ότι όποιος χάσει μια τέτοια ζωή για χάρη του, αυτός θα βρει τη ζωή και θα τη ζήσει πραγματικά (Ματθ. 10, 39). Και τί εννοεί ο Χριστός, όταν λέγει να χάσει κάποιος τη ζωή του για χάρη του;
Κάποιες φορές, όπως στην περίπτωση της αγίας Παρασκευής, να τη θυσιάσουμε εξ ολοκλήρου γι’ αυτόν με το μαρτύριο.
Συνήθως όμως, καθημερινά, σημαίνει να βγαίνουμε όλο και περισσότερο απ’ τον εγωκεντρικό μας τρόπο ζωής. Να δίνουμε προτεραιότητα όχι στα δικά μας θελήματα, στο δικό μας εγώ, αλλά στον άλλον (Α΄ Κορ. 10, 24). Τον κάθε άλλον. Τον Θεό η τον άνθρωπο. Να συγκρατούμε κάθε πάθος, κάθε κακία, κάθε εγωιστική και εκδικητική κίνηση προς τον άλλο. Να αγαπήσουμε αυτόν τον άλλο, που κάποτε μπορεί να μην είναι πια του γούστου μας, να μη μας αρέσει καθόλου. Με μια σχεδόν παράλογη αγάπη, για το δικό του καλό, τη δική του σωτηρία και μόνο. Χωρίς να θέτουμε όρους ή δικές μας απαιτήσεις, ξεχνώντας κάθε δικό μας θέλημα, συμφέρον, υπολογισμό. Να ξεφύγουμε δηλαδή από τα εντελώς φυσικά (δηλαδή εγωκεντρικά και γι’ αυτό ανάξια λόγου) αισθήματά μας και να δούμε στο πρόσωπό του την εικόνα του Θεού. Τα σπάνια και ανεκτίμητα χαρίσματα με τα οποία τον τίμησε ο Θεός, και που ο τυφλός μας εγωκεντρισμός πεισματικά τα θάβει και τα αγνοεί.

Το μαρτύριο
Αυτό σημαίνει όμως για μάς ανά πάσα στιγμή κάποιο μικρό ή μεγάλο μαρτύριο. Πράγμα που από φυσικού μας αποστρεφόμαστε. Πώς ενεργούσαν όμως οι άγιοι;
Επισκέφθηκε κάποτε τον αββά Αχιλλά ένας γέροντας μοναχός και τον είδε να βγάζει αίμα από το στόμα του.
- Τί είναι αυτό, πάτερ; τον ρώτησε.
- Αυτό, απάντησε ο αββάς Αχιλλάς, είναι ο λόγος κάποιου αδελφού που με στενοχώρησε και αγωνίστηκα να μην τον φανερώσω. Και προσευχήθηκα στον Θεό να τον εξαφανίσει από μέσα μου. Και έγινε ο πικρός αυτός λόγος σαν αίμα στο στόμα μου και τον έφτυσα και έτσι ανακουφίστηκα και ξέχασα τη στενοχώρια μου.
Μας παραπέμπει το περιστατικό αυτό ευθέως στα λόγια του αββά Λογγίνου: «δος αίμα και λάβε πνεύμα» (Γεροντικόν, αββάς Αχιλλάς, δ , αββάς Λογγίνος, ε ).
Το να συγκρατείς κάποιο πάθος, να θυσιάζεις κάποια επιθυμία σου χάριν του άλλου, είναι πολύ δύσκολο. Σαν να χύνεις αίμα. Να, λοιπόν, το μαρτύριο. Χύνοντας όμως το «αίμα» αυτό, λαμβάνουμε πνεύμα. Τότε νοιώθουμε, κατά τον λόγο του Χριστού, τί θα πει αληθινή ζωή. Μόνο τότε δηλαδή χαιρόμαστε πραγματικά τη ζωή μας. Μόνο τότε αυτή έχει νόημα, ποιότητα, χαρά. Η κάθε μας θυσία έχει και άμεση αντίδοση: την εισβολή της ευλογίας του Θεού στη ζωή μας, που αντιστρέφει οριστικά την προοπτική της: αντί για προοπτική θανάτου τής δίνει προοπτική ζωής. Όλο και καλύτερης ζωής. Και όχι μόνο της αιώνιας, όπως νομίζουν μερικοί, αλλά και της επίγειας. Που με τη χάρη του Θεού και μόνο γίνεται όχι απλώς βιώσιμη, αλλά και χαρούμενη. Αλλιώς δεν υποφέρεται (άγ. Νικόλαος Βελιμίροβιτς).
Σ’ αυτόν τον όντως δυσκολότατο αγώνα, στο καθημερινό μαρτύριο της απάρνησης των εγωκεντρικών θελημάτων, μας καλεί ο Χριστός.

Η άρνηση του μαρτυρίου Και εδώ είναι που σήμερα ο Χριστιανός αρνείται το μαρτύριο. Τού είναι αδιανόητο να απαρνηθεί όσα τού αρέσουν για χάρη κάποιου άλλου. Προσβάλλει έτσι και υβρίζει απροκάλυπτα την αγία μας Παρασκευή και όλους τους αγίους, αφού δείχνει με την πράξη του πόσο μεγάλη ανοησία και βλακεία θεωρεί τη δική τους επιλογή. Τυφλός και μωρός, αλλά και κουφός για τα λόγια του Θεού (Μαρκ. 8, 17-18), ψάχνει σαν όλους τους άλλους κι αυτός για τη δική του ευκαιρία στη ζωή. Για μια βουλιμική απόλαυσή της. Κι όσο περνάει η ηλικία, τόσο περισσότερο τον πιάνει υστερία. Μη δεν προλάβει να ρουφήξει και την τελευταία σταγόνα απ’ το ποτήρι της ηδονής.
Να μια ανάγλυφη περιγραφή της νοοτροπίας του ανθρώπου της εποχής μας, με τον οποίο ταυτίζεται δυστυχώς απόλυτα και ο Χριστιανός, που σήμερα προσβλέπει πλέον στην Εκκλησία όχι για την αλήθεια, όχι για τη σωτηρία από την αμαρτία, αλλά για ψυχολογική και μόνο ευφορία, για να νοιώσει απλώς καλά, να διώξει το άγχος και ό,τι άλλο τον ταλαιπωρεί ψυχολογικά.
«Ο σύγχρονος άνθρωπος δεν κατατρέχεται από ενοχή γιατί αδυνατεί να ευθυγραμμίσει τον βίο του με κάποιον υπερκείμενο και δεσμευτικό Νόμο, αλλά από αγωνία και άγχος γιατί αδυνατεί να διακρίνει κάποιο νόημα σε ό,τι κάνει. Ζει στο απόλυτο τώρα, χωρίς τον ορίζοντα του μέλλοντος και με ισχνό έως μηδενικό ενδιαφέρον για το παρελθόν…
Το κυρίαρχο πάθος συνίσταται στο να ζεις για τη στιγμή, επικεντρωμένος στον εαυτό σου, αδιαφορώντας για προγόνους και απογόνους, χωρίς την αίσθηση της ιστορικής συνέχειας, την αίσθηση ότι ως άνθρωποι ανήκουμε σε μία διαδοχή γενεών που εκκινούν από το παρελθόν και προεκτείνονται στο μέλλον.
Το πρόβλημα εντείνεται από το γεγονός ότι οι θεραπευτές που γίνονται σήμερα δημοφιλείς, …εστιάζουν την παρέμβασή τους στην εκπλήρωση των συναισθηματικών απαιτήσεων του ανθρώπου. Το ενδεχόμενο να ενθαρρυνθεί ο σύγχρονος άνθρωπος να υποτάξει τις ανάγκες του και τα ενδιαφέροντά του σε αυτά ενός άλλου ανθρώπου, ακόμα και των πιο κοντινών και «αγαπητών», …είναι συνήθως εκτός συζήτησης. Η αγάπη ως θυσία και προσφορά, το νόημα ως υποταγή σε μία πίστη που μας υπερβαίνει, κρίνονται ως αφόρητα καταπιεστικές, προσβλητικές για τον κοινό νου και επιζήμιες για την προσωπική ευημερία του ανθρώπου επιλογές» (π. Ευαγγ. Γκανά, Η Ποιμαντική στα χρόνια της εκκοσμίκευσης, ΘΕΟΛΟΓΙΑ, 81, 2 [2010], σ. 58-59).
Ένας τέτοιος άνθρωπος αδυνατεί να κατανοήσει ότι η ζωή αληθεύει, γίνεται αυθεντική και αποκτάει πληρότητα, μόνο όταν πετυχαίνει τη θυσιαστική συνύπαρξη με τον άλλον, για χάρη του άλλου. Κάτι που μπορεί να λάβει χώρα μόνο στην αληθινή κοινωνία και αμοιβαιότητα του εκκλησιαστικού σώματος, του σώματος του Χριστού, όπου οι πάντες «μέλη εσμέν» (Εφεσ. 5, 30). «Μέσα στην αμοιβαία αυτή κοινωνία κανένας δεν προσπαθεί να κάνει κάτι για τον εαυτό του, αλλά όλοι συνδέονται μεταξύ τους με την αδιαίρετη χάρη και δύναμη της μιας πίστεως. Και όλων η καρδιά και η ψυχή είναι μία, ώστε από πολλά διαφορετικά μέλη να φαίνεται ένα σώμα άξιο αληθινά του Χριστού» (αγ. Μαξίμου Ομολογητού, Μυσταγωγία, 1, 3).

Ο άθεος Χριστιανός
Η άρνηση του σημερινού Χριστιανού να συμμετάσχει στο όντως συγκλονιστικό γεγονός μιας τέτοιας κοινωνίας, είναι ακριβώς άρνηση του μαρτυρίου. Αν δεν φοβάται τις λέξεις, πρέπει να το παραδεχθεί ξεκάθαρα, πως με μια τέτοια επιλογή παύει πια οριστικά να είναι Χριστιανός. Δεν ανήκει στο ενιαίο σώμα του Χριστού. Απ’ τη στιγμή που δεν εγκολπώνεται το πνεύμα αυταπάρνησης που ζητά ο Χριστός (Λουκ. 9, 23) και απορρίπτει τα μέλη του Χριστού, (ένα ή πολλά, δεν παίζει ρόλο), έχει απορρίψει τον Χριστό. Και απορρίπτεται φυσικά και από αυτόν. «Ουκ έστι μου άξιος», λέει γι’ αυτόν ο Χριστός (Ματθ. 10, 38), που μας θέλει Χριστιανούς στα έργα και όχι μόνο στα λόγια (Ματθ. 7, 21).
Ας μη ζει κανείς λοιπόν με αυταπάτες. Ας βγει επιτέλους από την ψευδαίσθηση, με την οποία αποκοιμίζει τη συνείδησή του. Απ’ τη στιγμή που δεν σταυρώνει τις αμαρτωλές (νόει πάντα: εγωκεντρικές) επιθυμίες και τα πάθη του (Γαλ. 5, 24), αλλά συσχηματίζεται (Ρωμ. 12, 2) και ζει σαν όλο τον κόσμο που «κείται εν τω πονηρώ» (Α Ἰω. 5, 19), ζει δηλαδή μόνο για τον εαυτό του, τότε δεν είναι πια Χριστιανός, αλλά αρνητής του Χριστού. Δεν έχει καμμιά σχέση μαζί του. Δεν είναι του Χριστού. Τελεία και παύλα. Δεν γίνεται να πλέει αδιάκοπα πατώντας σε δυό βάρκες ταυτόχρονα. Είναι «υιός του αιώνος τούτου» (Λουκ. 16, 8· 13), ναι! Όχι όμως και Χριστιανός.
Και ο Χριστός με τη σειρά του, σεβόμενος απλώς ό,τι ο άνθρωπος εν ελευθερία επιλέγει, δεν μπορεί να τον αναγνωρίσει για δικόν του (Λουκ. 13, 25-27).

Η αντιστροφή της πορείας
Ο σημερινός Χριστιανός θα ‘πρεπε να συγκλονισθεί από την ειλικρινή ομολογία της Γαλλίδας συγγραφέως Σιμόν ντε Μποβουάρ (στο έργο της «Πώς έγινα συγγραφέας»):
«Ποτέ δεν απαρνιόμουν πράγματα που μ’ ευχαριστούσαν, επειδή δήθεν ο Θεός τα απαγόρευε. Άρα δεν πίστευα πια σ’ Eκείνον!»
Καιρός λοιπόν να αλλάξει πορεία, να διαχωρίσει τον δρόμο του από τον κόσμο. Να αρχίσει να γίνεται σιγά-σιγά του Χριστού, σταυρώνοντας τα αναρίθμητα, ανόητα και καταστροφικά «θέλω» του, τα φυσικά του (και γι’ αυτό καθόλου πνευματικά) αισθήματα, αποδεχόμενος με καλή, θυσιαστική και αγαπητική διάθεση τον κάθε άλλον «αδελφό» του Χριστού. Από τη λατρεία του εαυτού του, που συνιστά έμπρακτη απιστία και αθεΐα, να γίνεται όλο και πιο συνειδητά πιστός, «ποιών το θέλημα του Πατρός» (Ματθ. 7, 21), δηλαδή τη μία και μοναδική εντολή του για γνήσια, θυσιαστική αγάπη, χωρίς όρους και υπολογισμό, προς τον κάθε άλλον (Α΄ Ἰω. κεφ. 3, 4, 5· Β΄ Ἰω.· Α΄ Κορ. 10, 24· 33). Και ο Χριστός απ’ τη μεριά του πάντα τον περιμένει, τον αγαπάει, τον αγκαλιάζει οποτεδήποτε θελήσει να επιστρέψει, να ξαναγίνει πιστός.

Η αγία Παρασκευή που θυσίασε ολοκληρωτικά τη ζωή της προσφέροντας το αίμα της για τον Χριστό, ας μας ενισχύει με τις πρεσβείες της να κατανοούμε πρώτα και κατόπιν να αποδεχόμαστε το καθημερινό μαρτύριο της θυσίας των εγωκεντρικών μας θελημάτων. Και εν συνεχεία να προσφέρουμε με πρόθυμη διάθεση το «αίμα» της θυσίας μας αυτής ως λογική λατρεία στον Κύριο (Ρωμ. 12, 1), για να λάβουμε κι εμείς πνεύμα, χάρη, ζωή αληθινή, όπως εκείνη, μετά πάντων των αγίων. Αμήν.

Τρίτη, 17 Ιουλίου 2018

Η Αγία Μαρίνα η Μεγαλομάρτυς

Η Αγία Μαρίνα η Μεγαλομάρτυς (17 Ιουλίου): μια 15χρονη κοπέλα που νίκησε το διάβολο! Ο βίος της .

"Είμαι η Μαρίνα από την Άνδρο”

 
marina6-2-e1279320560592
 
Η καλλιπάρθενος αγία Μαρίνα θεωρείται προστάτης των παιδιών και μάλιστα ειδική για τη θεραπεία όσων απ’ αυτά είναι άρρωστα και καχεκτικά ή έχουν ειδικές ανάγκες.
 Γέννηση και ανατροφή
Η παρθενομάρτυς Μαρίνα γεννήθηκε στη πόλη Αντιόχεια της Πισιδίας, γύρω στο έτος 270, όταν αυτοκράτορας ήταν ο Διοκλητιανός ή ο Κλαύδιος Καίσαρας. Οι γονείς της άνηκαν στην ανώτερη τάξη της περιοχής της Πισιδίας, ο πατέρας ήταν διακεκριμένος και σεβαστός από τους εθνικούς ιερέας των ειδώλων, λεγόταν δε Αιδέσιος.
Αμέσως μετά τη γέννηση της Μαρίνας, έφυγε από την παρούσα ζωή η μητέρα της. Έτσι ο πατέρας αναγκάστηκε να αναθέσει την ανατροφή της θυγατέρας του σε μία άλλη γυναίκα, η οποία την ανέλαβε για να την θηλάσει (ας μην ξεχνάμε ότι τότε δεν υπήρχαν βρεφικά γάλατα και εάν μια νέα μητέρα έφευγε από τη ζωή, το θηλασμό του βρέφους αναλάμβανε μια άλλη μητέρα).
 
Ασπάζεται την χριστιανική πίστη
Η γυναίκα στην οποία ο Αιδέσιος είχε εμπιστευτεί την ανατροφή της κόρης του ήταν χριστιανή. Έτσι και η μικρή Μαρίνα γαλουχήθηκε νωρίς στη νέα πίστη του Χριστού. Και σε ηλικία 12 ετών έλαβε το Βάπτισμα. Με αμείωτο ενδιαφέρον ποθούσε να μάθει καθετί πού είχε σχέση με τον Ιησού Χριστό.
O πατέρας της Αιδέσιος όταν πληροφορήθηκε ότι ήταν χριστιανή, τυφλωμένος από το φανατισμό της ειδωλολατρικής θρησκείας του, μίσησε το ίδιο το σπλάχνο του και αποκλήρωσε τη μοναχοκόρη του.
 
Το άνομο σχέδιο του επάρχου
Η Μαρίνα είχε γίνει πλέον 15 ετών. Ο Θεός δεν την είχε προικίσει μόνο με πλούσια ψυχικά χαρίσματα, αλλά και με σωματικό κάλλος εντυπωσιακό. Ο έπαρχος όμως Ολύβριος θέλησε και προσπάθησε να την πάρει για γυναίκα του επειδή ένιωσε μέσα του έρωτα γι’ αυτήν. Χωρίς καθυστέρηση λοιπόν της ανακοίνωσε ότι αποφάσισε να αναλάβει την προστασία της και σύντομα να την κάνει γυναίκα του.
Η νεαρή χριστιανή παρέμεινε σιωπηλή, ενώ μέσα της προσευχόταν θερμά, ζητώντας από τον Θεό να τη στηρίξει και να τη φωτίσει ώστε να φερθεί καθώς αρμόζει στις αφιερωμένες σ’ Εκείνον ψυχές.
Στην επιμονή του Ολυβρίου να λάβει απάντηση στην πρότασή του, εκείνη απάντησε πώς είναι αδύνατο να την αποδεχτεί. Η έκπληξη του επάρχου ήταν μεγάλη. Στην ερώτησή του γιατί ήταν αδύνατο, έλαβε τη σεμνή αλλά γεμάτη αποφασιστικότητα και παρρησία απάντηση: Διότι είμαι χριστιανή! Και μόνο το άκουσμα της λέξης «χριστιανή» ήταν αρκετό να κάνει τον έπαρχο εκτός εαυτού.
 
Αρχίζουν τα μαρτύρια της Αγίας
Για ένα μικρό διάστημα ο έπαρχος προσπάθησε, να πείσει τη νέα τούτη χριστιανή να αλλάξει γνώμη και να δεχθεί τον γάμο, τάζοντάς της τιμές, καλοπέραση και δόξα πλάι του. Εκείνη όμως, ενισχυόμενη από τον Κύριο, στον όποιο δεν έπαυσε να προσεύχεται μυστικά, επέμενε στην ομολογία της πίστεως στον Ιησού Χριστό.
Τότε την έστησε μπροστά σε δικαστήριο,  το οποίο ζήτησε επίσημα κατά το ρωμαϊκό δίκαιο να μάθει αν όντως ήταν χριστιανή. Η Μαρίνα ομολόγησε και εδώ με γενναιότητα και παρρησία τη χριστιανική της ιδιότητα, γεγονός πού κατέπληξε τους παρισταμένους, οι οποίοι έβλεπαν τόσο ηρωισμό και θάρρος σε μια νεαρή γυναίκα!
Εξαιτίας της ομολογίας της καταδικάστηκε στην ποινή της μαστίγωσης. Η καρτερικότητά της όμως και η αντοχή ήταν τέτοιες πού άφησε κατάπληκτους έπαρχο, αξιωματούχους και λαό. Έχοντας υψωμένο το βλέμμα της στον ουρανό, δεν έπαυσε να προσεύχεται, να επικαλείται τη βοήθεια του Κυρίου και τη στήριξή του για να υπομείνει με ανδρεία τις μαστιγώσεις.
Ο έπαρχος έδωσε εντολή να σταματήσουν οι στρατιώτες τη μαστίγωση και να την οδηγήσουν στη φυλακή, ελπίζοντας ενδόμυχα ότι ίσως μετά απ’ αυτό να συνετισθεί η Μαρίνα και ν’ αλλάξει στάση.
Ύστερα από λίγες ημέρες με εντολή του επάρχου οδηγήθηκε εκ νέου στο δικαστήριο, όπου και πάλι ομολόγησε πίστη στο Χριστό και αρνήθηκε να θυσιάσει στα είδωλα. Αφού την κρέμασαν, καταξέσχισαντα πλευρά της με σιδερένια νύχια. Τα βασανιστήρια ήταν τόσο σκληρά, πού όλο το κάλλος του νεανικού της σώματος εξαφανίστηκε. Στη συνέχεια ρίχνεται και πάλι στη φυλακή και αφήνεται χωρίς τροφή και φροντίδα.
 
AgiaMarina02
 
Πειράζεται από το μισόκαλο διάβολο
Ο φθονερός διάβολος θέλησε να δοκιμάσει να κάμψει ο ίδιος την Αγία. Έτσι λοιπόν πήρε ο ίδιος τη μορφή μεγάλου και φοβερού δράκοντος (φιδιού) και πρόβαλε ξαφνικά μπροστά στη Μαρίνα.
Από το στόμα του πετούσε φλόγες, ενώ τα αγριωπά μάτια του λαμπύριζαν απειλητικά και η γλώσσα του ήταν κατακόκκινη. Καθώς σερνόταν, σύρριξε εκνευριστικά και προκαλούσε τρόμο και σύγχυση, επιδιώκοντας να φοβίσει τη μάρτυρα και να την αποσπάσει από την προσευχή της.
Διαπιστώνοντας όμως ότι εκείνη η μακάρια καλλιπάρθενος δεν διέκοπτε την προσευχή της, κατευθύνθηκε εναντίον της και άνοιξε το στόμα του απειλητικά, δείχνοντας ότι θέλει να την καταπιεί. Και ναι μεν η μεγαλομάρτυς  αρχικά έγινε έντρομη από το φόβο της, χωρίς καθυστέρηση όμως επικαλέστηκε το σωτήριο όνομα του Σωτήρος Χριστού. Και, ώ του θαύματος, ο δράκοντας διερράγη και έγινε άφαντος, η δε Μαρίνα χαίροντας έψαλε ύμνους και νικητήρια στον Θεό.
Ο διάβολος μετασχηματίσθηκε σε άνθρωπο κατάμαυρο, με τρομερή και κακάσχημη εμφάνιση, σαν μαύρου σκυλιού. Η Μαρίνα όμως, στερεωμένη όσο ποτέ στην πίστη, τον άρπαξε από τα μαλλιά και μ’ ένα σφυρί πού ήταν κάπου εκεί ξεχασμένο, τον χτύπησε δυνατά στο κεφάλι και στη ράχη και τον ταπείνωσε εντελώς. Και ενώ η μεγαλομάρτυς άρχισε και πάλι να προσεύχεται και να υμνεί τον Κύριο, ο διάβολος, σκοτεινός και άσχημος όρμησε εναντίον της και κραυγάζοντας την απειλούσε ότι θα τη σκοτώσει αν δεν σταματούσε να προσεύχεται.
Και η αγία Μαρίνα, παίρνοντας από την προσευχή της νέο θάρρος κατά του μετασχηματισμένου σε άνθρωπο διαβόλου, τον άρπαξε από τα μαλλιά της κεφαλής του και τον μαστίγωσε.
 
AgiaMarina04
 
Βλέπει ουράνιες οπτασίες
Μετά από αυτό δυνατό φως καταύγασε το σκοτεινό χώρο της φυλακής της, πού έβγαινε από ένα Σταυρό, του οποίου η κορυφή υψωνόταν στον ουρανό. Πάνω από το Σταυρό πετούσε κυκλικά ένα περιστέρι . Ο συναξαριστής της αγίας Μαρίνας δίνει και την εξήγηση των συμβολισμών του οράματος: Όλα αυτά σήμαιναν το μυστήριο της Αγίας Τριάδος, το φώς, τη δόξα του Πατέρα. Ο Σταυρός, τον εσταυρωμένο Χριστό. Και το περιστέρι, το Άγιο Πνεύμα.
Το περιστέρι κατέβηκε κάποια στιγμή, πλησίασε την καλλιπάρθενο Μαρίνα και της είπε: «Χαίρε, Μαρίνα, η λογική περιστερά του Θεού, διότι νίκησες τον πονηρό δαίμονα και ντρόπιασες τον εχθρό.
Χαίρε πιστή και αγαθή δούλη του Κυρίου σου, τον οποίο πόθησες με όλη την καρδιά σου και μίσησες κάθε πρόσκαιρη απόλαυση. Χαίρε και αγάλλου, γιατί έφτασε η μέρα να λάβεις το στεφάνι της νίκης και να μπεις, όπως το αξίζεις, στολισμένη, μαζί με τις φρόνιμες παρθένες στο νυμφώνα του Χριστού και βασιλιά σου».
Ενώ η αγία Μαρίνα άκουγε τα λόγια αυτά συντελέστηκε στο σώμα της άλλο θαύμα: Όλες οι πληγές του επουλώθηκαν και η νεαρή μάρτυς απέκτησε και πάλι το κάλλος το όποιο θαύμαζαν όλοι.
 
Σκληρότερα μαρτύρια και το μακάριο τέλος
Ο έπαρχος Ολύβριος βλέποντας την υγιής προσπάθησε με κολακείες να την μεταπείσει όμως μάταια. Το μένος του επάρχου έφτασε στο αποκορύφωμά του. Γεμάτος λοιπόν θυμό δίνει εντολή να γυμνώσουν τη μάρτυρα, να την κρεμάσουν στο ξύλο και να καίνε με λαμπάδες το σώμα της.
Στη συνέχεια, γέμισαν ένα μεγάλο λέβητα με νερό, κατέβασαν την καλλιπάρθενο μεγαλομάρτυρα από το ξύλο, την έδεσαν γερά και τη βούτηξαν με το κεφάλι προς τα κάτω μέσα στο νερό για να πεθάνει από πνιγμό. Η μάρτυς και πάλι προσευχήθηκε θερμά στον Κύριο και Θεό της, οπότε «παρευθύς σεισμός μέγας ἐγένετο καί ἐφάνη πάλιν ἡ πρώτη περιστερά ἐπάνω του ὕδατος, βαστάζουσα εἰς τό στόμα στέφανον. Αὐτήν τήν ὥρα ἐφάνη καί ὁ πύρινος στύλος, ἐπάνω δέ τούτου Σταυρός». Η μάρτυς βγήκε από το νερό σώα, τα δεσμά της είχαν λυθεί και στεκόταν και πάλι σε στάση προσευχής, δοξάζουσα τον Θεό. Το δε περιστέρι κάθισε πάνω στο κεφάλι της, κρατώντας στο στόμα του το στεφάνι και είπε προς τη Μαρίνα: «Εἰρήνη σέ σένα, δούλη τοῦ Θεοῦ. Ἔχε θάρρος καί λάβε ἀπό τή δεξιά τοῦ Ὑψίστου αὐτό τό οὐράνιο στεφάνι».
Λέγοντας αυτά η θεϊκή περιστερά, πέταξε και κάθισε πάνω σ’ εκείνο το Σταυρό και απευθυνόμενη προς τη μεγαλομάρτυρα είπε δυνατά, έτσι πού ν’ ακούνε όλοι: «Έλα, Μαρίνα, στις άνω μονές του Παραδείσου, για ν’ απολαύσεις το στεφάνι της αφθαρσίας στα αγαπητά σκηνώματα του Κυρίου, να χαίρεσαι μαζί με τους αγίους και να αναπαύεσαι αιώνια».
Η φωνή αυτή πού ακούστηκε από πολλούς, συγκλόνισε άντρες και γυναίκες, αρκετοί δε απ’ αυτούς ομολόγησαν πώς ήταν έτοιμοι να πιστέψουν και να δώσουν ακόμα και τη ζωή τους για το Χριστό.
Ο έπαρχος πρόσταξε να θανατώσουν όσους είχαν πριν λίγο ομολογήσει πίστη στο Χριστό.
 Ο Ολύβριος, για να προλάβει μεγαλύτερο κακό για τους ειδωλολάτρες, διέλυσε το δικαστήριο και προσποιήθηκε ότι δίνει εντολή να μεταφέρουν την αγία Μαρίνα και πάλι στη φυλακή. Στην ουσία όμως, έδωσε μυστικά προσταγή στον επικεφαλής της φρουράς να πάρουν την καλλιπάρθενο μεγαλομάρτυρα και να την αποκεφαλίσουν στον τόπο της καταδίκης. Εκεί η αγία, αφού προσευχήθηκε για τελευταία φορά πάνω στη γη, έσκυψε και το ξίφος του δημίου «ἐκκόψαν τήν κεφαλήν της, περιέβαλεν αὐτήν μέ τόν ἀδαμάντινον στέφανον τοῦ μαρτυρίου».
 
Τα ιερά λείψανά της
Μετά τον διά του ξίφους θάνατο της οι χριστιανοί παρέλαβαν κρυφά το τίμιο λείψανο και το ενταφίασαν με τιμές πού αρμόζουν στους μάρτυρες της πίστεως.
Άγνωστο πότε ακριβώς μετακομίστηκαν στην Κωνσταντινούπολη, εφόσον είναι αληθινή η πληροφορία ότι το έτος 1230 σταυροφόροι της Δύσεως μετέφεραν τα λείψανα αυτά από την πρωτεύουσα του Βυζαντίου στη Βενετία, γεγονός πού οι Ρωμαιοκαθολικοί γιορτάζουν στις 17 Ιουλίου (ημέρα μνήμης της μεγαλομάρτυρος και για μας τους Ορθοδόξους).
Η καλλιπάρθενος αγία Μαρίνα θεωρείται προστάτης των παιδιών και μάλιστα ειδική για τη θεραπεία όσων απ’ αυτά είναι άρρωστα και καχεκτικά ή έχουν ειδικές ανάγκες.