Ιερός Ναός Αγίων Πάντων Μακεδονίτισσας

Ιερός Ναός Αγίων Πάντων Μακεδονίτισσας
Άγιοι του Θεού πρεσβεύετε υπέρ ημών !

Δευτέρα, 30 Αυγούστου 2010

Η Κατάθεση Της Τιμίας Ζώνης Της Παναγίας μας

... ...
Η Εκκλησία εορτάζει και τιμά όχι μόνο τα πρόσωπα των Αγίων, αλλά και τα ιερά αντικείμενα και ενδύματά των. Ό,τι σχετίζεται με τη ζωή του ανθρώπου και μάλιστα τα ενδύματά του, που εγγίζουν το σώμα του, είναι πάντα από τα πιο προσωπικά ενθυμήματα, που διατηρούν οι μεταγενέστεροι. Αλλά τα ενδύματα των Αγίων δεν είναι απλώς αντικείμενα που διατηρούν σ’ εμάς τη μνήμη τους, αλλά έχουν κι αυτά τη χάρη του Θεού, καθώς εκείνοι που τα φορούσαν επάνω τους. Το βλέπομε στα ιερά Ευαγγέλια, όπου η αιμορροούσα γυναίκα, «ακούσασα περί του Ιησού, ελθούσα εν τω όχλω όπισθεν, ήψατο του ιματίου αυτού· έλεγε γάρ ότι εάν άψωμαι των ιματίων αυτού σωθήσομαι. Και εξηράνθη η πηγή του αίματος αυτής».
Αλλά και στις Πράξεις των Αποστόλων βλέπομε ότι ο Θεός έκανε μεγάλα θαύματα με τα χέρια του αποστόλου Παύλου, «ώστε και επί τους ασθενούντας επιφέρεσθαι από του χρωτός αυτού σουδάρια και σιμικίνθια και απαλλάσσεσθαι απ’ αυτών τας νόσους.,,». Μαντήλια και προσόψια, που μεταχειριζόταν ο Απόστολος, τα έβαζαν επάνω στους αρρώστους και γίνονταν καλά. Αυτά όλα φανερώνουν ότι όχι μόνο με τα πρόσωπα, αλλά και με τα ενδύματα των Αγίων εκδηλώνεται η χάρη του Θεού σ’ εκείνους που πιστεύουν και ζητούν απαλλαγή από τα δεινά του βίου και ψυχική σωτηρία. Όλα, που καθαγιάζονται μέσα στην Εκκλησία, και πρόσωπα και πράγματα, είναι ιερά και άγια και σαν ευωδιαστό μύρο αναβλύζουν τη χάρη του Θεού.
Το ίδιο και πολύ περισσότερο συμβαίνει με τα ιερά οστά και λείψανα των Αγίων. Για τα άγια λείψανα ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός διδάσκει· «Πηγάς ημίν σωτηρίας ο Δεσπότης Χριστός τα των αγίων παρέσχετο λείψανα, πολυτρόπως τας ευεργεσίας πηγάζοντα, μύρον ευωδίας βρύοντα». Δηλαδή ο Δεσπότης Χριστός μας χάρισε πηγές, από τις οποίες αντλούμε σωτηρία, τα λείψανα των αγίων, που με πολλούς τρόπους πηγάζουν τις ευεργεσίες και αναβλύζουν μύρο ευωδίας. Κάθε τόπος όπου έζησε ένας άγιος άνθρωπος, ο τάφος του, τα λείψανά του και τα ενδύματά του, όλα έχουν τη χάρη της αγιοσύνης. Γι’ αυτό, ολ’ αυτά οι χριστιανοί τα τιμούν και τα σέβονται, σαν τον πολυτιμότερο πνευματικό θησαυρό. Ο άγιος Χρυσόστομος λέγει ότι ο Θεός μοίρασε μαζί μας τους Άγιους· εκείνος πήρε τις ψυχές και σ’ εμάς αφήκε τα ιερά λείψανα τους.
Μα ο,τι λέμε για όλους τους Αγίους, περισσότερο και πρώτα έχουμε να πούμε για την Υπεραγία Θεοτόκο. Ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός γράφει και διατυπώνει την πίστη της Εκκλησίας· «Την Θεοτόκον, ως κυρίως και αληθώς Θεού μητέρα, τιμήσωμεν»· ας τιμήσουμε τη Θεοτόκο, που δικαιωματικά και αληθινά είναι μητέρα του Θεού. Η Εκκλησία, καθώς ψάλλομε στο γνωστό τροπάριο, μεγαλύνει την Υπεραγία Θεοτόκο, «την τιμιωτέραν των Χερουβείμ και ενδοξοτέραν ασυγκρίτως των Σεραφείμ». Η αγία Παρθένος είναι όχι μόνο πρώτη απ’ όλους τους Αγίους, αλλά και παραπάνω από τους Αγγέλους· είναι η «όντως Θεοτόκος», όπως ορθόδοξα εδογμάτισε η τρίτη Οικουμενική Σύνοδος και είπε· «Ομολογούμεν την αγίαν Παρθένον Θεοτόκον,..».
Η Εκκλησία ιδιαίτερα τιμά την Υπεραγία Θεοτόκο και απονέμει στο σεπτό πρόσωπο της τιμητική προσκύνηση. Όλες οι Θεομητορικές εορτές, και είναι πολλές όλο το χρόνο, είναι εορτές, όπου η Εκκλησία στο πρόσωπο της αγίας Παρθένου τιμά και εκφράζει σεβασμό στη γυναίκα, τη μητέρα την αδελφή και τη σύζυγο. Άλλες, φτιαχτές εορτές για τη γυναίκα, όπως είναι «η εορτή της μητέρας», περνάνε απαρατήρητες, ενώ όλες οι εορτές για την Υπεραγία Θεοτόκο ομιλούν βαθιά στη ψυχή των πιστών. Τρεις από τις Θεομητορικές εορτές αναφέρονται στα ιερά άμφια της Υπεραγίας Θεοτόκου· πρώτη είναι η εορτή της μετακομιδής της αγίας Ζώνης, που εορτάζεται στις 12 Απριλίου· δεύτερη είναι η εορτή της κατάθεσης της άγιας Εσθήτος που εορτάζεται στις 2 Ιουλίου· και τρίτη είναι η εορτή της κατάθεσης της αγίας Ζώνης, που εορτάζεται στις 31 Αυγούστου.
Σήμερα λοιπόν η Εκκλησία, τελευταία ημέρα του εκκλησιαστικού έτους, εορτάζει την κατάθεση της αγίας Ζώνης της Υπεραγίας Θεοτόκου στον ιερό ναό των Χαλκοπρατείων, που ήταν στην Κωνσταντινούπολη. Στα χρόνια του αυτοκράτορα Ιουστινιανού, πήραν την αγία Ζώνη από την Καππαδοκία και την έφεραν στην Κωνσταντινούπολη. Ύστερ’ από τετρακόσια χρόνια, όταν αρρώστησε η Βασίλισσα, άνοιξαν «την αγίαν σορόν», δηλαδή τη λειψανοθήκη στην όποια φυλαγότανε το ιερό άμφιο· ο Πατριάρχης πήρε την αγία Ζώνη και την ακούμπησε επάνω στην άρρωστη, η οποία έγινε καλά. Χαρακτηριστικό είναι το συναξαριακό δίστιχο στη σημερινή εορτή· «Χρυσήν κορωνίδ’ οία, σεμνή Παρθένε, τω του χρόνου τίθημι σην Ζώνην τέλει». Σαν χρυσή κορώνα, σεμνή Παρθένε, επάνω στο τέλος του χρόνου βάζω τη ζώνη σου. Αμήν.
(Επισκόπου Διονυσίου Λ. Ψαριανού, Εικόνες Έμψυχοι, Εκδ. Αποστ. Διακονία, Αθήνα 2000, σ. 261-263)
31 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ- ΕΟΡΤΗ ΚΑΤΑΘΕΣΗΣ ΤΗΣ ΤΙΜΙΑΣ ΖΩΝΗΣ ΤΗΣ ΥΠΕΡΑΓΙΑΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ.
ΙΕΡΑ ΛΕΙΨΑΝΑ ΚΑΙ ΑΜΦΙΑ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ
Η Εκκλησία εορτάζει και τιμά όχι μόνο τα πρόσ¬ωπα των Αγίων, αλλά και τα ιερά αντικείμενα και εν¬δύματά των. Ό,τι σχετίζεται με τη ζωή του ανθρώπου και μάλιστα τα ενδύματά του, που εγγίζουν το σώμα του, είναι πάντα από τα πιο προσωπικά ενθυμήματα, που διατηρούν οι μεταγενέστεροι. Αλλά τα ενδύματα των Αγίων δεν είναι απλώς αντικείμενα που διατηρούν σ’ εμάς τη μνήμη τους, αλλά έχουν κι αυτά τη χάρη του Θεού, καθώς εκείνοι που τα φορούσαν επάνω τους. Το βλέπομε στα ιερά Ευαγγέλια, όπου η αιμορροούσα γυ¬ναίκα, «ακούσασα περί του Ιησού, ελθούσα εν τω όχλω όπισθεν, ήψατο του ιματίου αυτού· έλεγε γάρ ότι εάν άψωμαι των ιματίων αυτού σωθήσομαι. Και εξηράνθη η πηγή του αίματος αυτής».
Αλλά και στις Πράξεις των Αποστόλων βλέπομε ότι ο Θεός έκανε μεγάλα θαύματα με τα χέρια του απο¬στόλου Παύλου, «ώστε και επί τους ασθενούντας επιφέρεσθαι από του χρωτός αυτού σουδάρια και σιμικίνθια και απαλλάσσεσθαι απ’ αυτών τας νόσους.,,». Μαντήλια και προσόψια, που μεταχειριζόταν ο Απόστολος, τα έβαζαν επάνω στους αρρώστους και γίνονταν καλά. Αυ¬τά όλα φανερώνουν ότι όχι μόνο με τα πρόσωπα, αλλά και με τα ενδύματα των Αγίων εκδηλώνεται η χάρη του Θεού σ’ εκείνους που πιστεύουν και ζητούν απαλλαγή από τα δεινά του βίου και ψυχική σωτηρία. Όλα, που καθαγιάζονται μέσα στην Εκκλησία, και πρόσωπα και πράγματα, είναι ιερά και άγια και σαν ευωδιαστό μύρο αναβλύζουν τη χάρη του Θεού.
Το ίδιο και πολύ περισσότερο συμβαίνει με τα ιερά οστά και λείψανα των Αγίων. Για τα άγια λείψανα ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός διδάσκει· «Πηγάς ημίν σωτηρίας ο Δεσπότης Χριστός τα των αγίων παρέσχετο λείψανα, πολυτρόπως τας ευεργεσίας πηγάζοντα, μύρον ευωδίας βρύοντα». Δηλαδή ο Δεσπότης Χριστός μας χά¬ρισε πηγές, από τις οποίες αντλούμε σωτηρία, τα λείψα¬να των αγίων, που με πολλούς τρόπους πηγάζουν τις ευεργεσίες και αναβλύζουν μύρο ευωδίας. Κάθε τόπος όπου έζησε ένας άγιος άνθρωπος, ο τάφος του, τα λείψα¬νά του και τα ενδύματά του, όλα έχουν τη χάρη της αγιο¬σύνης. Γι’ αυτό, ολ’ αυτά οι χριστιανοί τα τιμούν και τα σέβονται, σαν τον πολυτιμότερο πνευματικό θησαυρό. Ο άγιος Χρυσόστομος λέγει ότι ο Θεός μοίρασε μαζί μας τους Άγιους· εκείνος πήρε τις ψυχές και σ’ εμάς αφήκε τα ιερά λείψανα τους.
Μα ο,τι λέμε για όλους τους Αγίους, περισσότερο και πρώτα έχουμε να πούμε για την Υπεραγία Θεοτόκο. Ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός γράφει και διατυπώνει την πίστη της Εκκλησίας· «Την Θεοτόκον, ως κυρίως και αληθώς Θεού μητέρα, τιμήσωμεν»· ας τιμήσουμε τη Θεο¬τόκο, που δικαιωματικά και αληθινά είναι μητέρα του Θεού. Η Εκκλησία, καθώς ψάλλομε στο γνωστό τροπά¬ριο, μεγαλύνει την Υπεραγία Θεοτόκο, «την τιμιωτέραν των Χερουβείμ και ενδοξοτέραν ασυγκρίτως των Σερα¬φείμ». Η αγία Παρθένος είναι όχι μόνο πρώτη απ’ όλους τους Αγίους, αλλά και παραπάνω από τους Αγγέλους· είναι η «όντως Θεοτόκος», όπως ορθόδοξα εδογμάτισε η τρίτη Οικουμενική Σύνοδος και είπε· «Ομολογούμεν την αγίαν Παρθένον Θεοτόκον,..».
Η Εκκλησία ιδιαίτερα τιμά την Υπεραγία Θεοτόκο και απονέμει στο σεπτό πρόσωπο της τιμητική προσκύνη¬ση. Όλες οι Θεομητορικές εορτές, και είναι πολλές όλο το χρόνο, είναι εορτές, όπου η Εκκλησία στο πρόσωπο της αγίας Παρθένου τιμά και εκφράζει σεβασμό στη γυναίκα, τη μητέρα την αδελφή και τη σύζυγο. Άλλες, φτιαχτές εορ¬τές για τη γυναίκα, όπως είναι «η εορτή της μητέρας», περ¬νάνε απαρατήρητες, ενώ όλες οι εορτές για την Υπεραγία Θεοτόκο ομιλούν βαθιά στη ψυχή των πιστών. Τρεις από τις Θεομητορικές εορτές αναφέρονται στα ιερά άμφια της Υπεραγίας Θεοτόκου· πρώτη είναι η εορτή της μετακομιδής της αγίας Ζώνης, που εορτάζεται στις 12 Απριλίου· δεύτερη είναι η εορτή της κατάθεσης της άγιας Εσθήτος που εορτάζεται στις 2 Ιουλίου· και τρίτη είναι η εορτή της κατάθεσης της αγίας Ζώνης, που εορτάζεται στις 31 Αυγούστου.
Σήμερα λοιπόν η Εκκλησία, τελευταία ημέρα του εκ¬κλησιαστικού έτους, εορτάζει την κατάθεση της αγίας Ζώ¬νης της Υπεραγίας Θεοτόκου στον ιερό ναό των Χαλκοπρατείων, που ήταν στην Κωνσταντινούπολη. Στα χρόνια του αυτοκράτορα Ιουστινιανού, πήραν την αγία Ζώνη από την Καππαδοκία και την έφεραν στην Κωνσταντινού¬πολη. Ύστερ’ από τετρακόσια χρόνια, όταν αρρώστησε η Βασίλισσα, άνοιξαν «την αγίαν σορόν», δηλαδή τη λειψα¬νοθήκη στην όποια φυλαγότανε το ιερό άμφιο· ο Πατριάρ¬χης πήρε την αγία Ζώνη και την ακούμπησε επάνω στην άρρωστη, η οποία έγινε καλά. Χαρακτηριστικό είναι το συναξαριακό δίστιχο στη σημερινή εορτή· «Χρυσήν κορωνίδ’ οία, σεμνή Παρθένε, τω του χρόνου τίθημι σην Ζώνην τέλει». Σαν χρυσή κορώνα, σεμνή Παρθένε, επάνω στο τέ¬λος του χρόνου βάζω τη ζώνη σου. Αμήν.

(Επισκόπου Διονυσίου Λ. Ψαριανού, Εικόνες Έμψυχοι, Εκδ. Αποστ. Διακονία, Αθήνα 2000, σ. 261-263)

Αναδημοσίευση από http://vatopaidi.wordpress.com/

Κυριακή, 29 Αυγούστου 2010

Αποτομή κεφαλής του Τιμίου Προδρόμου

...
Η 29η Αυγούστου είναι αφιερωμένη στη φυσιογνωμία Ιωάννου του Προδρόμου, ο οποίος αποκεφαλίστηκε από τον Ηρώδη. Ο Ιωάννης είναι εκείνος για τον οποίο ο Κύριος είπε ότι άλλος σαν αυτόν δε γεννήθηκε από γυναίκα στη γη. Και πράγματι η ζωή του Ιωάννη υπήρξε κάτι το μοναδικό στην ιστορία. Κατά πρώτον η γέννηση του υπήρξε τόσο απίθανη ώστε και αυτός ο πατέρας του Ζαχαρίας δεν πίστεψε. Αποτέλεσμα ήταν να μείνει βουβός μέχρι τη στιγμή που κλήθηκε να αναγράψει το όνομα του παιδιού σε πινακίδιο.
Το όνομα Ιωάννης σημαίνει δώρο του Θεού, και πράγματι ο Ιωάννης ήταν θεοδώρητος. Η ενδυμασία του όσο και η τροφή του ήταν απλή και λιτή. Φορούσε χιτώνα από τρίχες καμήλας και ζώνη στη μέση του. Τρεφόταν δε με ακρίδες, δηλαδή με βλαστάρια από διάφορα αγριόχορτα και μέλι άγριο που εύρισκε μέσα στα σπλάχνα των κορμών των δένδρων. Ο Ιωάννης όλως ιδιαιτέρως ήταν πολύ ταπεινός ώστε, ενώ ζούσε σαν επίγειος άγγελος, εν τούτοις είπε για το Χριστό ότι δεν είμαι άξιος να λύσω τον ιμάντα των υποδημάτων Του. Έτυχε δε της μεγάλης τιμής να βαπτίσει το Λόγο του Θεού, τον Οποίον όλοι οι άλλοι προφήτες τον αντίκρισαν μόνο μέσω των συμβόλων και οραμάτων. Ο Ιωάννης αντίθετα, αξιώθηκε να θέσει το χέρι του στην κεφαλή του Δεσπότου, και να ζήσει τη Θεοφάνεια του Τριαδικού Θεού στον Ιορδάνη ποταμό, στη βάπτιση του Κυρίου. Ο Ιωάννης είναι ο συνδετικός κρίκος της προ Χριστού και μετά Χριστό εποχής, και ο τελευταίος προφήτης της Παλαιάς Διαθήκης.
Όμως αυτός ο Ιωάννης ο Πρόδρομος είχε μαρτυρικό τέλος εξ αιτίας του μίσους μιας γυναίκας εναντίον του, επειδή έκανε έλεγχο στα ηθικά της παραπτώματα. Αυτή ήταν η Ηρωδιάδα που ζούσε παράνομα με τον Ηρώδη, η οποία συμβούλεψε την κόρη της να ζητήσει την κεφαλή του Προδρόμου σε πινάκιο. Αυτό έγινε όταν ο Ηρώδης υποσχέθηκε να της χαρίσει ό, τι του ζητήσει μέχρι το μισό βασίλειο του. Έτσι ο Ηρώδης, αν και λυπήθηκε πάρα πολύ, όμως για τους όρκους που είχε δώσει και για να μη εκτεθεί στους συνδαιτυμόνας του ως επίορκος, δεν θέλησε να αθετήσει την υπόσχεση του. Αμέσως έστειλε δήμιο και διέταξε να φέρει την κεφαλή του Ιωάννη. Εκείνος πήγε, τον αποκεφάλισε στη φυλακή, έφερε την κεφαλή του σε πινάκιο και την έδωσε στην κόρη και η κόρη στη μητέρα της. Όταν άκουσαν οι μαθητές του Ιωάννη το θλιβερό γεγονός, ήλθαν και πήραν το νεκρό σώμα του και το έβαλαν στο μνημείο.
Επειδή το απαίσιο αυτό έγκλημα ήταν καρπός μέθης, η Εκκλησία όρισε νηστεία κατά την ημέρα αυτή, την οποία σέβονται όλοι οι Χριστιανοί. Αλλά δεν είναι μόνο η νηστεία, γιατί η Εκκλησία τίμησε τον Πρόδρομο και με πολλούς άλλους τρόπους. Χαρακτηριστικό είναι το ότι στο τέμπλο των ναών ευρίσκεται πάντοτε ο Πρόδρομος Ιωάννης παραπλεύρως του Κυρίου τον Οποίον υποδεικνύει στους ανθρώπους να πιστέψουν για να σωθούν. Και κάτι που, αν δεν το έλεγε ο Ίδιος ο Κύριος, δεν θα το πίστευε κανείς. Όλοι εκείνοι που θα αξιωθούν να κληρονομήσουν τη Βασιλεία του Θεού στον ουρανό, θα αποδειχθούν μεγαλύτεροι από τον Ιωάννη το βαπτιστή. Αυτοί θα βλέπουν το Πρόσωπο του Σωτήρα πολύ πιο ένδοξο από ότι το αντίκρισε ο Ιωάννης στον Ιορδάνη ποταμό. Αυτό είθε να αξιωθούμε όλοι μας με τις προσευχές του Τιμίου Προδρόμου. Αμήν.

.

Παρασκευή, 27 Αυγούστου 2010

Ο Άγιος Φανούριος

...
Ο Άγιος Φανούριος είναι αναμφίβολα μια άγια, σημαντική νεανική μορφή, που ξεχωρίζει με τον δικό του τρόπο ανάμεσα στους άλλους Αγίους της χριστιανοσύνης, γιατί δεν τιμάται απλώς σε μια μόνον ημε­ρομηνία, αλλά η πίστη των χριστιανών κά­νει συχνά τη γνωστή φανουρόπιτα.
Ο Άγιος Φανούριος, που έζησε στα Ρω­μαϊκά χρόνια, συγκρούσθηκε τότε θαρρετά με τον κόσμο της ειδωλολατρίας, γιατί το χριστιανικό πνεύμα του θεανθρώπου, δεν του επέτρεπε ν' αρνηθεί τις αναμφισβήτη­τα ενάρετες αρχές του. Έτσι τα 12 μαρτύ­ρια που υπόφερε ο Άγιος, αποτελούν για μας ένα δυνατό κίνητρο για αντοχή και προ­σκόλληση στις ηθικές αξίες του χριστιανι­σμού, για να βγούμε νικητές από ένα αδιά­κοπο αγώνα, ενάντια στην απιστία και αδικία της εποχής μας. Ο Άγιος μας δίδαξε με την πραγματική θυσία του, πως εμείς τώ­ρα δεν παλεύουμε βέβαια με στρατοκράτες Ρωμαίους και απαίσιους Αγαρηνούς, αλλά έχομε ν' αντιμετωπίσουμε τις πιο έντεχνα στημένες παγίδες του υλισμού και αθεϊσμού, που προσπαθούν μαζικά να σαρώσουν τις τάξεις των χριστιανών.
Ο Άγιος Φανούριος ακόμα μας δίδαξε, πως το στεφάνι της ενάρετης ζωής δεν κερ­δίζεται εύκολα, αλλά μόνον με συνεχείς δο­κιμασίες, με θάρρος, υπομονή και αντοχή. Επομένως σαν αληθινοί αγωνιστές της πί­στεως ας μιμηθούμε την υποδειγματική και άμεμπτη ζωή του Αγίου, για να καταξιωθούμε κάποτε κι εμείς να τιμήσουμε το χρι­στιανικό όνομα που φέρουμε, όπως κι αυ­τός επάξια το τίμησε.

Ο Άγιος Φανούριος

1. Γενικά για τη ζωή του

Για την καταγωγή και τη ζωή του Αγίου Φανουρίου δεν υπάρχει τίποτε συγκε­κριμένο, επειδή όλα τα στοιχεία της ζωής του χάθηκαν σε καιρούς ανωμαλίας.
Τα μόνα στοιχεία που έχομε αναφορικά με τον Άγιο είναι η εύρεση της εικόνας του, γύ­ρω στα 1500 μ.Χ., σύμφωνα με τα συναξά­ρια, ή κατ' άλλους γύρω στα 1355-1369 μ.Χ. Άλλοι υποστηρίζουν πως η εικόνα του Αγίου βρέθηκε στη Ρόδο και άλλοι στην Κύ­προ.

2. Η εύρεση της εικόνας

Επιστρέφομε στο παρελθόν, όταν οι Αγαρηνοί εξουσίαζαν τη Ρόδο και απο­φάσισαν να ξαναχτίσουν τα τείχη της πόλης, που βάρβαρα κατέστρεψαν και κατεδάφισαν στον πόλεμο λίγα χρόνια πριν.
Άρχισαν λοιπόν να στέλλουν εργάτες έξω απ' το νότιο μέρος του φρουρίου και να μαζεύουν πέτρες απ' τα μισογκρεμισμένα σπί­τια των κατοίκων, για να ξαναφτιάξουν τα νέα και ισχυρά τείχη της πόλης τους. Ξαφ­νικά μέσα στα χαλάσματα βρήκαν μια ωραιό­τατη, αλλά μισοχαλασμένη στη μια πλευρά εκκλησία κι εκεί μέσα βρήκαν ένα σωρό ει­κόνες, που απ' την πολυκαιρία δεν ξεχώρι­ζαν τις μορφές των Αγίων καθώς και τα γράμματα, που είχανε επάνω τους.
Μια μόνο καταπληκτική εικόνα ξεχώριζε απ' όλες, που ο χρόνος δεν την άγγιξε και παρίστανε ένα νέο ντυμένο σαν στρατιώτης. Ο Μητροπολίτης της Ρόδου Νείλος έτρεξε αμέσως επί τόπου και διάβασε καθαρά το όνομα του Αγίου, που λεγόταν Φανούριος. Συγκινημένος ο Σεβασμιώτατος, για τη φανέρωση του Αγίου, παρατήρησε, πως ήταν ντυμένος σαν Ρωμαίος στρατιωτικός, κρα­τώντας στο αριστερό χέρι του ένα σταυρό και στο δεξιό μια αναμμένη λαμπάδα. Ο α­γιογράφος ακόμα ολόγυρα της εικόνας ζω­γράφισε σε δώδεκα παραστάσεις τα μαρτύ­ρια, που υπόφερε ο Άγιος και, που εξιστορούν ολοφάνερα την όλη ζωή του.

Οι παραστάσεις αυτές είναι οι ακόλουθες:

Α΄. Ο Άγιος παρουσιάζεται όρθιος μπρο­στά στο Ρωμαίο ανακριτή του και φαίνεται ν' απολογείται με θάρρος και να υπερασπί­ζει την χριστιανική πίστη του.

Β΄. Οι στρατιώτες εδώ επεμβαίνουν και χτυ­πούν με πέτρες στο κεφάλι και στο στόμα τον Φανούριο, για ν' αναγκασθεί να υποκύ­ψει και ν' αρνηθεί τον Κύριο.

Γ΄. Οι στρατιώτες έχουν εξαγριωθεί πια απ' την επιμονή του Φανουρίου, γι' αυτό τον έριξαν κάτω και τον χτυπούν τώρα άγρια με ξύλα και ρόπαλα, για να κάμψουν το ακμαίο ηθικό του.

Δ΄. Ο Φανούριος είναι στη φυλακή κι εκεί βασανίζεται με αποτρόπαιο τρόπο. Φαίνε­ται εντελώς γυμνός κι οι στρατιώτες ολόγυ­ρα του ξεσχίζουν τις σάρκες του με αιχμη­ρά σιδερένια εργαλεία. Ο Άγιος υπομένει αγόγγυστα το τρομερό μαρτύριό του.

Ε΄. Ο Φανούριος βρίσκεται και πάλι στη φυ­λακή και προσεύχεται στον θεό, για να τον ενισχύσει ν' αντέξει μέχρι τέλους τα βασανι­στήρια.

ΣΤ΄. Ο Άγιος παρουσιάζεται και πάλιν μπροστά στον Ρωμαίο ανακριτή για ν' απο­λογηθεί για τη στάση του. Απ' την ατάρα­χη έκφραση του προσώπου του φαίνεται, πως ούτε τα βασανιστήρια που υπόφερε, ούτε οι μελλοντικές απειλές του τυράννου του εκλόνισαν την πίστη και έτσι απτόητος περιμένει ακόμη χειρότερα μαρτύρια.

Ζ΄. Οι δήμιοι του Φανουρίου με μανία και σκληρότητα καίουν με αναμμένες λαμπάδες το ολόγυμνο σώμα του, που φαίνεται έτσι η ανυπέρβλητη θυσία του για τον Εσταυ­ρωμένο. Ο Άγιος νικά και πάλιν με την α­δάμαστη θέληση και καρτερία του στον Κύ­ριο.

Η΄. Εδώ οι άγριοι βασανιστές του χρησιμο­ποιούν και μηχανικά μέσα για να φθάσουν στο κορύφωμα του μαρτυρίου του. Έχουν δέσει τον Άγιο πάνω σ' ένα μάγκανο κι αυ­τό σαν περιστρέφεται, του συντρίβει τα κόκκαλα. Υποφέρει εκείνος αγόγγυστα αλλά στο ωραίο πρόσωπό του είναι ζωγραφισμέ­νη ανέκφραστη αγαλλίαση, γιατί υποφέρει για χάρη του Κυρίου.

Θ΄. Ο Φανούριος ρίπτεται σ' ένα λάκκο, για να γίνει βορά άγριων θηρίων κι οι δήμιοί του από πάνω παρακολουθούν να δούνε το τέ­λος του. Τα θηρία όμως έχουν κυριολεκτι­κά εξημερωθεί απ' τη χάρη του Θεού, γι' αυ­τό τον περιτριγυρίζουν ήσυχα σαν αρνάκια και απολαμβάνουν θαυμάσια τη συντροφιά του.

Ι΄. Οι δήμιοί του δεν ικανοποιούνται απ' το προηγούμενο αποτέλεσμα κι έτσι τον βγάζουν απ' τον λάκκο και τον καταπλακώνουν μ' ένα μεγάλο λίθο, βέβαιοι πια πως θα τον αποτελειώσουν. Τίποτε όμως δεν πετυχαίνουνε κι αυτή τη φορά.

ΙΑ΄. Η σκηνή παρουσιάζει τον Άγιο μπρο­στά σε βωμό, όπου οι δήμιοί του τον προτρέπουν να θυσιάσει, βάζοντας στις παλά­μες του αναμμένα κάρβουνα. Ο Φανούριος βγαίνει και απ' αυτή τη δοκιμασία νικητής και αυτό διακρίνεται από ένα διάβολο, που έχει τη μορφή δράκου, που πετά στον αέ­ρα και κλαίει για την αποτυχία του.

ΙΒ΄. Η τελευταία σκηνή είναι το τέλος του μαρτυρίου του, με τον Φανούριο ριγμένο σ' ένα μεγάλο καμίνι να στέκεται όρθιος πάνω σ' ένα σκαμνί και να τον περιζώνουν φλό­γες και καπνοί. Ο Άγιος φαίνεται να προ­σεύχεται αδιάκοπα στον Θεό, χωρίς να εκ­φράζει κανένα παράπονο ή γογγυσμό κι έ­τσι άκαμπτος κι ανυποχώρητος πέταξε στα ουράνια, γεμάτος ικανοποίηση για όσα βά­σανα υπόφερε για χάρη του Κυρίου.

3. Το χτίσιμο του ναού

Ο Μητροπολίτης τότε του νησιού, ο Νεί­λος, όταν μελέτησε επισταμένα την ει­κόνα που βρέθηκε, αποφάνθηκε, πως ο Φα­νούριος ήταν ένας απ' τους σπουδαιότε­ρους μεγαλομάρτυρες της Πίστεώς μας. Α­μέσως έστειλε αντιπροσωπεία στον ηγεμό­να του νησιού και τον παρακαλούσε να του δώσει άδεια για ν' ανακαινίσει την εκκλησία. Όταν όμως ο ηγεμόνας αρνήθηκε, τότε ο Μητροπολίτης μετέβη ο ίδιος προσωπικά στην Κωνσταντινούπολη και κατόρθωσε να εξασφαλίσει απ' τον Σουλτάνο την άδεια που ζητούσε. Επέστρεψε σύντομα στη Ρό­δο κι αναστήλωσε το ναό ακριβώς στην πα­λιά θέση του, έξω από τα τείχη του. Ο να­ός σώζεται ως τα σήμερα και αποτελεί από τότε ιερό προσκύνημα όλων των Χριστια­νών.

4. Στοιχεία απ' την εύρεση της εικόνας

Βλέποντας την εικόνα του Αγίου Φανου­ρίου που βρέθηκε στη Ρόδο, εξάγουμε πολλά αξιόλογα στοιχεία που είναι τα ακό­λουθα:

1. Σαν διαβάσουμε στην εικόνα το όνομα του Αγίου συμπεραίνομε αμέσως, πως εί­ναι ελληνικής καταγωγής.
2. Επίσης συμπεραίνομε πως οι γονείς του ήταν πολύ ευσεβείς, για να του δώσουν ένα τόσο χριστιανικό όνομα.
3. Ο νέος αυτός ακόμα θα ήταν πολύ μορ­φωμένος για να γίνει στρατιωτικός.
4. Υπολογίζουμε ακόμα πως τα μαρτύρια του Αγίου Φανουρίου έγιναν τον β' και γ' αιώνα, όταν οι διωγμοί των χριστιανών βρί­σκονταν στο αποκορύφωμά τους.
5. Ο Φανούριος ολοφάνερα αποδεικνύε­ται πως ήταν Μεγαλομάρτυρας απ' τα πολ­λά και φοβερά μαρτύρια που υπέφερε.
6. Βεβαιωνόμαστε επίσης πως ετιμάτο απ' τους πιστούς χριστιανούς απ' τα χρόνια του μαρτυρίου του σε χριστιανικούς ναούς, για να βρεθεί μάλιστα ένας τέτοιος ναός και στη Ρόδο.
7. Απ' την απεικόνιση του Αγίου φαίνεται πως ο Φανούριος μαρτύρησε σε νεαρά
ηλικία.

5. Θαύματα του Αγίου

Ο Άγιος Φανούριος έκανε αρκετά θαύ­ματα στους πιστούς που επικαλούνται το όνομά του κι ένα απ' αυτά είναι το ακό­λουθο:
Σε μια περίοδο της ιστορικής ζωής της η Κρήτη ήταν υποδουλωμένη στους Λατίνους (1204 - 1669 μ.Χ.), που είχαν δικό τους Αρ­χιεπίσκοπο και γι' αυτό προσπαθούσαν με κάθε τρόπο να παρασύρουν τους κατοίκους του νησιού στον Καθολικισμό (Παπισμό).
Έτσι οι Λατίνοι πήρανε σαν καταπιεστι­κό μέτρο ενάντια στην Ορθοδοξία να μην επιτρέπουν να χειροτονούνται ιερείς στην Κρήτη, οπότε οι Κρητικοί αναγκάζονταν να μεταβαίνουν στο νησί Τσιρίγο (Κύθηρα) για να χειροτονηθούν ιερείς από Ορθόδοξο Αρχιερέα, που έδρευε εκεί.
Κάποια εποχή λοιπόν ξεκίνησαν απ' την Κρήτη τρεις διάκονοι για το Τσιρίγο κι αφού χειροτονήθησαν εκεί ιερείς, επέστρεφαν τρι­σευτυχισμένοι στο πολύπαθο τότε απ' τη σκλαβιά νησί τους. Κατά κακή τους τύχη Αγαρηνοί πειρατές τους συνέλαβαν στο πέ­λαγος, τους μετέφεραν στη Ρόδο, όπου τους πώλησαν σε τρεις διαφορετικούς Αγαρηνούς αφέντες.
Η θέση των τριών ιερέων ήταν αξιοθρή­νητη κι όμως μια γλυκειά προσμονή ήλθε να γλυκάνει το πικρό παράπονό τους. Μάθα­νε πως στη Ρόδο ο Άγιος Φανούριος θαυματουργούσε και σ' αυτόν στήριξαν τις ελ­πίδες τους κι ολοένα προσεύχονταν και τον επικαλούνταν ο καθένας τους ξεχωριστά, για να τους λυτρώσει απ' την σκληρή αιχ­μαλωσία στους μιαρούς Αγαρηνούς.
Ζήτησε, λοιπόν, ο κάθε ιερέας, χωρίς να συνεννοηθούν μεταξύ τους, απ' τον αφέν­τη του, να του δώσει άδεια να μεταβεί στην εκκλησία για να προσκυνήσει την εικόνα του Αγίου Φανουρίου. Πήρανε κι οι τρεις τους μ' ευκολία την άδεια, προσκύνησαν μ' ευ­λάβεια την εικόνα του Αγίου βρέχοντας τη γη με τα δάκρυά τους γονατιστοί σαν προ­σεύχονταν και με όλη τη δύναμη της ψυχής τους παρακαλούσαν τον Άγιο Φανούριο να μεσολαβήσει για να γλυτώσουν πια απ' τα χέρια των Αγαρηνών.
Αφού οι ιερείς αναχώρησαν, ανακουφι­σμένοι απ' τον πόνο τους, ο Άγιος Φανού­ριος παρουσιάστηκε τη νύχτα και στους τρεις αφέντες τους και τους διέταξε να ελευ­θερώσουν τους σκλάβους ιερείς τους, δια­φορετικά θα τους τιμωρούσε σκληρά. Οι Αγαρηνοί όμως άρχοντες θεώρησαν την επέμ­βαση του Αγίου σαν κάποια μαγεία, γι' αυ­τό αλυσόδεσαν τους σκλάβους τους κι άρ­χισαν να τους βασανίζουν με χειρότερο τρό­πο.
Την άλλη όμως νύχτα ο Άγιος Φανούριος επέμβηκε πιο αποτελεσματικά, έλυσε τους τρεις ιερείς απ' τα δεσμά τους και τους υ­ποσχέθηκε, πως θα τους ελευθέρωνε από τους Αγαρηνούς την άλλη μέρα. Φανερώ­θηκε και πάλι στους Αγαρηνούς και τους απείλησε αυτή τη φορά, πως αν δεν ελευθέρωναν το πρωί τους ιερείς, θα μεταχειρι­ζότανε σκληρά μέτρα γι' αυτούς.
Το άλλο πρωί οι Αγαρηνοί αισθάνθησαν την τιμωρία, γιατί έχασαν όλοι το φως τους και το κορμί τους έμεινε παράλυτο. Έτσι αναγκάσθησαν τότε να συμβουλευτούν τους συγγενείς τους, για να συζητήσουν το κα­κό που τους βρήκε. Όλοι δε οι άρχοντες α­ποφάσισαν να καλέσουν τους τρεις ιερείς, μήπως μπορούσαν να τους βοηθήσουν. Οι ιερείς την μόνη απάντηση που έδωσαν ήταν, πως αυτοί θα παρακαλούσαν τον Θεό τους κι Εκείνος θα αποφάσιζε.
Την τρίτη νύχτα παρουσιάστηκε πάλι ο Άγιος Φανούριος στους Αγαρηνούς και τους ανακοίνωσε πως αν δεν έστελναν οι τρεις άρχοντες γραπτώς στο ναό του τη συγκατάθεση τους για την απελευθέρωση των ιερέων, δεν θα ξανάβρισκαν πια την υ­γεία τους. Οι Αγαρηνοί τότε θέλοντας και μη έγραψαν το γράμμα που ζήτησε ο Άγιος Φανούριος και δήλωναν απερίφραστα, πως παραχωρούσαν, στους τρεις ιερείς την ελευ­θερία τους. Αυτές οι δηλώσεις τους κατατέ­θηκαν στον ιερό ναό του Αγίου.
Πριν ακόμα επιστρέψει η αντιπροσωπεία των Αγαρηνών απ' το ναό, οι τυφλοί και παράλυτοι άπιστοι έγιναν εντελώς καλά με το θέλημα του Αγίου. Οι πλούσιοι Αγαρηνοί έδωσαν στους τρεις ιερείς όλα τα έξοδα του ταξιδιού τους κι αυτοί πριν αναχωρή­σουν κατέφυγαν στην εκκλησία, και αφού ευχαρίστησαν τον Άγιο για την απελευθέ­ρωσή τους, αντέγραψαν πιστά την εικόνα του Αγίου Φανουρίου και την πήραν στην Κρήτη, όπου την τιμούσαν κάθε χρόνο με δοξολογίες και λιτανείες.

6. Η πίτα του Αγίου Φανουρίου

Η μεγάλη τιμή που τρέφουν οι χριστιανοί στον Άγιο Φανούριο, έγινε αιτία να δημιουργηθεί στο λαό το παραδοσιακό έθι­μο της πίττας του Αγίου ή καλύτερα της φανουρόπιτας.
Η πίτα συνήθως είναι μικρή και στρογ­γυλή και γίνεται από καθαρό αλεύρι, ζάχα­ρη, κανέλλα, λάδι κι αφού όλα αυτά τα υλι­κά ανακατευθούν, ζυμώνονται, μπαίνουν σε στρογγυλή φόρμα και η πίττα ψήνεται σε μέτρια θερμοκρασία στο φούρνο.
Η πίτα γίνεται για να φανερώσει ο Ά­γιος σε κάποιον ένα χαμένο αντικείμενο, κά­ποια δουλειά αν ένας είναι άεργος, κάποια χαμένη υπόθεση, την υγειά σε κάποιο άρ­ρωστο και άλλα παρόμοια.

Η Εκκλησία μας γιορτάζει τη μνήμη του στις 27 Αυγούστου.

ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ
Ήχος δ΄. Βασίλειον διάδημα
Ουράνιον εφύμνιον εν γη τελείται λαμπρώς, επίγειον πανήγυριν νυν εορτάζει φαιδρώς Αγγέλων πολίτευμα, άνωθεν υμνωδίαις, ευφημούσι τους άθλους, κάτωθεν Εκκλησία την ουράνιον δόξαν. ην εύρες πόνοις και άθλοις τοις σοις, Φανούριε ένδοξε.

ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ
Ήχος γ΄. Η Παρθένος σήμερον

Ιερείς διέσωσας αιχμαλωσίας αθέου και δεσμά συνέθλασας δυνάμει Θεία, Θεόφρον, ήσχυνας τυράννων θράση γενναιοφρόνως, ηύφρανας Αγγέλων τάξεις Μεγαλομάρτυς, δια τούτο σε τιμώμεν, θείε οπλίτα, Φανούριε ένδοξε.

ΜΕΓΑΛΥΝΑΡΙΟΝ

Τους ασπαζομένους την σην σεπτήν εικόνα εν πίστει και αιτούντας σην αρωγήν, Μάρτυς, κληρονόμους της Θείας Βασιλείας, Φανούριε, λιταίς σου πάντας ανάδειξον.

( ΕΚΔΟΣΕΙΣ: ΟΡΘΟΔΟΞΟΝ ΙΔΡΥΜΑ «Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΒΑΡΝΑΒΑΣ» )

Αναδημοσίευση από Ιερόν Ησυχαστήριον Παντοκράτορος Μελισσοχωρίου

.

.

Πέμπτη, 26 Αυγούστου 2010

« Θησαυρός Μετανοίας »

...
Τά εκούσια, Σωτήρ,

καί τα ακούσια πταίσματά μου

καί τα φανερά

καί κρυπτά και γνωστά

καί άγνωστα πάντα

συγχωρήσας ως Θεός,

ιλάσθητι καί σώσον με.


Τα θεληματικά, Σωτήρα μου,

καί τα ΄αθέλητα σφάλματά μου

καί τα φανερά

καί τα κρυφά καί τα γνωστά

καί τ΄ άγνωστα, όλα

συγχώρησέ τα, ως Θεός.

Σπλαχνίσου με και σώσε με.


Η υπερβολική αγάπη του Θεού στον μετανοούντα άνθρωπο.
Τα είδη της μετάνοιας και τα είδη των αμαρτημάτων.

Δεν έχει τόσο μεγάλη αγάπη καί τόσο φλογερό έρωτα ο γαμπρός για τη νύφη, όση αγάπη καί όσον έρωτα έχει ο αληθινός και γλυκύτατος Νυμφίος των ψυχών μας, ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός, για έναν αμαρτωλό, πού επιστρέφει από την πλάνη με γνήσια μετάνοια. Τον αγκαλιάζει αόρατα, σάν Πατέρας φιλόστοργος, τον καταφιλάει γλυκά, κάνει για χάρη του στους ουρανούς γιορτή, πανηγύρι μεγάλο, όπως βεβαιώνει ο ίδιος στο Ευαγγέλιο: "Χαρά γίνεται στον ουρανό για τη μετάνοια ενός αμαρτωλού" (Λουκ. 15:7).

Ένας άνθρωπος, πάντως, πού είναι για πολύ καιρό υποταγμένος σε αμαρτωλά πάθη, δεν θα μπορέσει να ελευθερωθεί απ΄ αυτά καί να μετανοήσει γνήσια, έστω κι αν το αποφασίσει, αν δεν λάβει απ΄ το Θεό το χάρισμα της μετάνοιας. Αλλά το χάρισμα αυτό δεν δίνεται στον αμαρτωλό, αν πρώτα δεν το ζητήσει επίμονα καί επίπονα από τον ελεήμονα και φιλάνθρωπο Κύριο. "Ζητάτε", λέει, "καί θα σας δοθεί, χτυπάτε την πόρτα καί θα σας ανοιχθεί" (Ματθ. 7:7). Κανένα ουράνιο χάρισμα δεν μας δίνει ο Θεός, αν εμείς δεν το ζητάμε με επιμονή, για να μήν παραβιάσει το αυτεξούσιο καί την ελευθερία μας. Μας δίνει, όμως, πολλές αφορμές, για να ζητάμε τη χάρη Του. Έτσι, με παραχώρησή Του, βρίσκουν από τη μια τους δικαίους θλίψεις και πειρασμοί διάφοροι, πού πολλές φορές φτάνουν στα όρια της ανθρώπινης αντοχής, καί από την άλλη τους αμαρτωλούς συμφορές, αρρώστιες, κίνδυνοι και αναποδιές, ώστε, αναγκασμένοι απ΄ όλα αυτά, να έρχονται σε μετάνοια, ν΄ αφήνουν κάθε κακία καί να προστρέχουν στου Θεού το έλεος, ζητώντας τη χάρη καί τη βοήθειά Του.

Η μετάνοια, αγαπητοί μου, με κριτήριο την προσέλευσή της, είναι δύο ειδών. Εκείνη που προέρχεται από την ελεύθερη βούλησή μας -όταν κραυγάζουμε το, "Αμάρτησα!", καί τρέχουμε στους πνευματικούς μας πατέρες για να εξομολογηθούμε τις αμαρτίες μας. Και εκείνη που προέρχεται από το Θεό, πού δίνεται χαρισματικά απ΄ Αυτόν- όταν ολότελα και ολόψυχα μισήσουμε τις αμαρτίες πού εξομολογηθήκαμε, χύνοντας δάκρυα κατανυκτικά στη θύμησή τους. Η κατάνυξη τούτη είναι σημάδι φανερό της συγχωρήσεως καί της σωτηρίας μας.

Πρέπει, όμως, να ξέρουμε, ότι καί τ΄ αμαρτήματα διακρίνονται σε διάφορα είδη. Άλλα είναι εκούσια, δηλαδή θεληματικά, καί άλλα ακούσια, δηλαδή αθέλητα. Άλλα είναι φανερά, εκείνα δηλαδή πού βλέπουν οι άνθρωποι, και άλλα κρυφά, εκείνα πού δεν γίνονται μπροστά στα μάτια των άλλων. Άλλα πάλι είναι γνωστά, εκείνα δηλαδή πού, κι αν δεν τα είδαν οι άνθρωποι, ωστόσο τα γνωρίζουν, και άλλα άγνωστα, εκείνα που σκεπάζονται με το πέπλο της υποκρισίας. Γιατί συχνά ένας άνθρωπος άλλος φαίνεται και άλλος είναι στην πραγματικότητα. Ενώ φαίνεται δίκαιος, καλοσυνάτος και ενάρετος, εσωτερικά είναι γεμάτος κακία και δολιότητα. Πολύμορφο ζώο, βλέπετε, είναι ο άνθρωπος.

Όλα τ΄ αμαρτήματα, πάντως, που διαπράττουμε με τη διάνοια, τα λόγια και τα έργα, εκούσια ή ακούσια, γνωστά ή άγνωστα, φανερά ή κρυφά, είναι γυμνά και τρανά μπροστά στα φοβερά θεία Μάτια, πού βλέπουν τα πάντα. Καί αν δεν απαλλαγούμε απ΄ αυτά όσο ακόμα βρισκόμαστε στη ζωή με τέλεια αποχή και εξομολόγηση, τη φοβερή μέρα της Κρίσεως θα διαλαληθούν μπροστά σε μυριάδες αγγέλων καί ανθρώπων. Τότε όχι μόνο θα καταντροπιαστούμε, μα καί θα υποστούμε την αιώνια κόλαση.

Ας εξομολογηθούμε, λοιπόν, στον πνευματικός μας πατέρα, με τη σταθερή απόφαση να μήν ξανακάνουμε τα ίδια αμαρτήματα, καί ας παρακαλέσουμε τον Κύριο να μας δώσει το χάρισμα της κατανυκτικής μετάνοιας, πού γεννάει τα θερμά δάκρυα. Έτσι θα έχουμε πάντα κοντά μας ιλαρό και στοργικό τον φιλόψυχο Δεσπότη μας. Με τη χάρη Εκείνου θα πετύχουμε την ψυχική μας σωτηρία καί θ΄ αξιωθούμε να σταθούμε στα δεξιά Του μαζί με τους αγίους όλων των αιώνων. Αμήν, αμήν!

Κατανυκτική ερμηνεία τροπαρίων του Μεγάλου Κανόνος του αγίου Ανδρέου Κρήτης
από τον αρχιεπίσκοπο Μύρων Ιωάννη τον Λίνδιο (+1796),
Εκδ. Ιερά Μονή Παρακλήτου

ΠΡΩΤΗ ΩΔΗ - Τροπάριο ΙΘ΄
.
.

Τετάρτη, 25 Αυγούστου 2010

Το παράπονο Του Χριστού !

...
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
Με ονομάζεται, Κύριον αλλά δεν με Υπακούετε.
Με ονομάζεται Φως, αλλά δεν με Βλέπετε.
Με ονομάζεται Οδόν αλλά δεν με Ακολουθείτε.
Με ονομάζεται Ζωήν αλλά δεν με Επιθυμείτε.
Με ονομάζεται Σοφία, αλλά δεν με Συμβουλεύεσθε.
Με ονομάζεται Αλήθεια, αλλά δεν με Πιστεύετε.
Με ονομάζεται Παντοδύναμον, αλλά δεν με Εμπιστεύεσθε.
Με ονομάζεται Δίκαιο, αλλά δεν με Φοβείσθε.
Με ονομάζεται Πατέρα, αλλά δεν γίνεσθε Παιδιά μου.
Με ονομάζεται Σωτήρα αλλά δεν θέλετε την Σωτηρία Σας.
.
.

Τρίτη, 24 Αυγούστου 2010

Ο Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός

...
Από τους μεγαλύτερους της αφύπνισης και αναγέννησης του ελληνισμού, ο λόγιος ιερέας Κοσμάς, μορφωμένος σε εκκλησιαστικές σχολές έρχεται σε αντίθεση με την μεροληπτική και επίπεδη επιχειρηματολογία των Εθνικών για τον δήθεν ανθελληνισμό της Βυζαντινής Ελληνικής Ορθόδοξης Αυτοκρατορίας και των πολιτών της, όπως επίσης και για εκείνον της Εκκλησίας. Επίσης θα καταδείξει την πάγια τακτική της εξουσίας προς τους πολέμιούς της, ανεξαρτήτου θρησκευτικού φρονήματος και εθνικής προέλευσης. Ας προσεχθεί επίσης πως αυτός ο αφυπνιστής του Γένους είναι Χριστιανός και όχι υποτιθέμενος «κρυπτόμενος Εθνικός υπό διωγμό, που θεράπευε τον Ελληνικό πολιτισμό». Αυτός ο Έλληνας Προφήτης Χριστιανός Ιερέας συνέβαλε στην αφύπνιση του Ελληνισμού σπουδάζοντας και μαθαίνοντας γράμματα αποκλειστικά σε εκκλησιαστικά μορφωτικά ιδρύματα (Αθωνιάδα, Πατριαρχική Σχολή Κωνσταντινούπολης κ.α.). Αυτό έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τα επιχειρήματα Εθνικών για την μη «ελληνική» παιδεία της Ορθόδοξης Εκκλησίας και τους θεσμούς που αυτή περικλείει.

Γεννήθηκε το 1714 στο Μεγάλο Δένδρο της Αιτωλίας. Το βαπτιστικό του όνομα ήταν Κώνστας. Στην ηλικία των 8 στάλθηκε στην Σιγδίτσα της επαρχίας Παρνασσίδος όπου ήταν μαθητής του ιεροδιδάσκαλου Λύτσικα , αργότερα μετέβη στο Άγιο Όρος όπου σπούδασε στην Αθωνιάδα Σχολή υπό τους διδάσκαλους Παναγιώτη Παλαμά και Νικόλαο Ζερτζούλην. Μετά την αποφοίτησή του πήγε στην μονή Φιλοθέου, όπου και χειροτονήθηκε μοναχός με το όνομα Κοσμάς. Ο μονότονος μοναχικός βίος του δεν του άρεσε όπου ήθελε να δράση για το όφελος της κοινωνίας.

Αφού εγκατέλειψε την μονή πήγε στην Κωνσταντινούπολη όπου συναντήθηκε με τον μεγάλο αδελφό του Χρύσανθο διδάσκαλο της πατριαρχικής σχολής. Με τις συστάσεις που του έκανε γνωρίστηκε με πολλούς αρχιερείς και με τον πατριάρχη Σεραφείμ και με την έγγραφη άδεια του Πατριαρχείου άρχισε το ευαγγελικό κήρυγμα το 1760 από την πρωτεύουσα. Μετά περιηγήθηκε στα νησιά του Αιγαίου Πελάγους , τη Μακεδονία , Ήπειρο , Θεσσαλία , Στερεά Ελλάδα και Ιόνια Νησιά κηρύττοντας τον θείο λόγο.

Τα κηρύγματα του Κοσμά δημιούργησαν μεγάλη εντύπωση διότι χρησιμοποιούσε την δημοτική γλώσσα. Ο λαός κατά χιλιάδες παρακολουθούσε τα κηρύγματά του σε όλα τα χωριά ενώ εκείνος δίδασκε με ασυνήθιστη ευγλωττία , κοινωνική αλληλεγγύη , θρησκευτική ευλάβεια και την αγάπη του προς την παιδεία. Ήταν ένθερμος υποστηριχτής της παιδείας. Αυτό φαίνεται και από μια επιστολή του προς τον αδελφό του Χρύσανθο που τώρα ήταν Σχολάρχης Νάξου και από την οποία μαθαίνουμε ότι ταξίδεψε σε 30 επαρχίες , ίδρυσε 10 ελληνικά σχολεία και 200 δημοτικά. Στο τέλος της επιστολής του γράφει : «Δέκα χιλιάδες Χριστιανοί με αγαπώσι και ένας με μισεί. Χίλιοι Τούρκοι με αγαπώσι και ένας όχι τόσο. Χιλιάδες εβραίοι θέλουσι τον θάνατό μου και ένας όχι. Αψοθ’ Μαρτίου β΄. Ο σός αδελφός Κοσμάς Ιερομόναχος».

Όχι μόνο οι Χριστιανοί αλλά και οι Τούρκοι σέβονταν τον Κοσμά και άκουαν με προσοχή τις συμβουλές του. Σε όποιο μέρος δίδασκε καρφωνόταν ένας ξύλινος σταυρός για να αποδεικνύει ότι πέρασε από εκεί. Κατά την αποστολική του περιοδεία ακολουθείτο από πολλούς ιερείς οι οποίοι μιμούμενοι αυτόν διασκορπίζονταν στα χωριά κηρύττοντας ή αναγιγνώσκοντας τους λόγους του. Επειδή δε συνήθως έψεγε και κάκιζε τους άρχοντες των κοινοτήτων που επισκεπτόταν και τις αυθαιρεσίες τους , είχε πολλούς εχθρούς. Στην Κεφαλονιά οι άρχοντες - ευγενείς ζήτησαν από τον Ενετό διοικητή την απέλασή του η οποία όμως ματαιώθηκε από την ενθουσιώδη υποστήριξη του λαού. Όταν αποφάσισε να μεταβεί στην Ζάκυνθο τον συνόδευσαν 10 πλοία κατάμεστα από Κεφαλλονίτες θαυμαστές του. Επειδή όμως οι άρχοντες του απαγόρευσαν να αποβιβασθεί γιατί φοβήθηκαν τα λεγόμενά του , γύρισε ξανά στην Κεφαλονιά και μετά από αρκετό καιρό στην Κέρκυρα όπου και του έγινε μεγάλη υποδοχή. Πρωτοφανής ήταν η συρροή των ακροατών τόσο από τους Ιονίους νήσους όσο και από την Ήπειρο ώστε και πάλι ο Κοσμάς δεν έμεινε ήσυχος. Αναγκάσθηκε από τον διοικητή του νησιού , που παρακινήθηκε από τους προύχοντες , να εγκαταλείψει το νησί και να περάσει στην Ήπειρο και την Αλβανία.

Οι Εβραίοι της Ηπείρου συκοφάντησαν τον Αιτωλό ως φιλοπόλεμο και τον κατηγόρησαν στην Τουρκική διοίκηση ως οργανωτή επαναστάσεως. Προσκλήθηκε τότε στο Βεράτιο της Αλβανίας για να απολογηθεί και καταγοήτευσε τόσο τον διοικητή ώστε αντί να καταδικασθεί του δόθηκε μικρός θρόνος όπου και ανέβηκε κηρύσσοντας τον λόγο του Θεού. Τότε οι Εβραίοι επινόησαν άλλο μέσο για να καταδικασθεί. Προσέλαβαν μουσουλμάνο εισπράκτορα ο οποίος ανάφερε στον διοικητή ότι λιγόστευαν οι φόροι διότι ο κόσμος παρακολουθεί την διδασκαλία του Αιτωλού αντί να ασχολείται με την γεωργία. Ο διοικητής διέταξε να τον σταματήσουν αλλά ο εισπράκτορας παρερμήνευσε την διαταγή και ενέργησε κρυφά ώστε να θανατωθεί. Σκοτώθηκε τις 24 Αυγούστου 1779.

Την μνήμη του Κοσμά σέβονταν και οι Μουσουλμάνοι. Ο διαβόητος Αλή - Πασάς των Ιωαννίνων έκτισε με δικά του έξοδα εκκλησία στο χωριό Καλκουτάση του Βεράτιου, όπου κρεμάστηκε ο Άγιος Κοσμάς, ονομάσθηκε Άγιος με απόφαση της εκκλησίας , και ζήτησε να του ετοιμάσουν αργυρή κεφαλή του Αγίου. Όταν την έφεραν μπροστά στον Αλή , αυτός τότε έψαυσε 3 φορές τα γένια του σε σημείο σεβασμού. Επειδή οι παρόντες μουσουλμάνοι δυσανασχέτησαν τους είπε ο Αλή - Πασάς : «φέρετέ μου ένα μουσουλμάνο σαν αυτόν τον χριστιανό να του φιλήσω και τα πόδια».


Η ΖΩΗ ΤΟΥ ΚΟΣΜΑ ΤΟΥ ΑΙΤΩΛΟΥ
( Του Γ. Δ. Μεταλληνού , κοσμήτορα της Θεολ. Σχολής του Παν. Αθηνών )

Ο Κοσμάς ο Αιτωλός, μοναχός, υπήρξε διδάσκαλος και φωτιστής του Γένους, εθνομάρτυρας και άγιος της Εκκλησίας. Καμιά προσωπικότητα των χρόνων της δουλείας δεν έχει απασχολήσει τόσο πολύ την επιστήμη, τη λογοτεχνία και τη θεολογία, όσο ο Πατροκοσμάς, όπως επικράτησε να ονομάζεται από τα πλατιά λαϊκά στρώματα. Ανήκει στις φωτισμένες μορφές, που προετοίμασαν το Γένος για την παλιγγενεσία του. Η εμφάνιση του συνέπεσε με μια κρισιμότατη περίοδο της ιστορίας του δούλου Γένους. Τον 18ο αιώνα συντελείται η ανασυγκρότηση του ελληνισμού σε όλους τους τομείς. Μέσα στο προστατευτικό πλαίσιο της εθναρχούσας Εκκλησίας διατήρησε την ακεραιότητα του και μπόρεσε να επιβιώσει στους ιδιαίτερα δύσκολους 16ο και 17ο αιώνες.

Βιογραφικά

Γεννήθηκε το 1714 στο Μέγα Δένδρο (κατ' άλλους στον Ταξιάρχη), της επαρχίας Αποκούρου της Αιτωλίας. Το Μέγα Δένδρο δέχεται ως τόπο καταγωγής του ο πρώτος βιογράφος και σύγχρονος του Νικόδημος ο Αγιορείτης. Έμαθε τα πρώτα γράμματα στο ιεροδιδασκαλείο του Λύτσικα στη Σιγδίτσα της Παρνασσίδος και στη μονή Αγίας Παρασκευής στα Βραγγιανά των Αγράφων. Δίδαξε ως «υποδιδάσκαλος» στη Λομποτινά Ναυπακτίας και σε άλλα χωριά. Επιθυμώντας να λά6ει μιαν ανώτερη παιδεία πήγε στην Αθωνιάδα Σχολή (μονή Βατοπεδίου) γύρω στο 1750, όπου είχε δασκάλους τον Παν. Παλαμά, τον Ευγένιο Βούλγαρη και τον Νικ. Τζαρτζούλη.

Στο Άγιο Όρος επιδόθηκε στην άσκηση και τη μελέτη της Αγίας Γραφής και των εκκλησιαστικών Πατέρων. «Μελετώντας το άγιον και ιερόν Εύαγγέλιον -έλεγε στο κήρυγμα του-εύρον μέσα πολλά και διάφορα νοήματα, τα οποία είναι όλα μαργαριτάρια, διαμάντια, θησαυρός, πλούτος, χαρά, ευφροσύνη, ζωή αιώνιος». Μολονότι το περιεχόμενο της παιδείας του δεν είναι εύκολο να προσδιοριστεί με ακρίβεια, από το κήρυγμα του συνάγεται ότι είχε μια βαθιά εκκλησιαστική γνώση και μια επαρκή γενικότερη «θύραθεν» παιδεία. Γνώριζε καλά Ελληνικά, έμαθε ξένες γλώσσες («Εβραϊκά, Τουρκικά, Φράγκικα») και δείχνει κάποια άνεση στη χρήση και της αρχαίας ελληνικής γραμματείας. Άλλωστε, και μετά τη φοίτηση του στην Αθωνιάδα, ως μοναχός μπορούσε να συνεχίσει την κατάρτιση του «κατ' ιδίαν» («... έφθειρα την ζωήν μου είς την σπουδήν σαράντα πενήντα χρόνους... τα βάθη της σοφίας ήρεύνησα» -θα ομολογήσει). Το 1759 έγινε μοναχός στη μονή Φιλόθεου. Τότε άλλαξε το κοσμικό του όνομα Κώνστας με το μοναχικό Κοσμάς.

Στον χώρο της μετανοίας του φλεγόταν από τον πόθο να βοηθήσει το υπόδουλο Γένος, συμβάλλοντας στον κατά Θεόν φωτισμό του. «Άκούοντας και εγώ, αδελφοί μου -θα πει αργότερα-τούτον τον γλυκύτατον λόγον, όπου λέγει ο Χριστός μας, να φροντίζωμεν και δια τους αδελφούς μας, μ' έτρωγεν εκείνος ο λόγος μέσα είς την καρδίαν τόσους χρόνους, ωσάν το σκουλήκι, όπου τρώγει το ξύλον... Όθεν άφησα την Ιδικήν μου προκοπήν, το ιδικόν μου καλόν, και εβγήκα να περιπατώ από τόπον είς τόπον και διδάσκω τους αδελφούς μου». Και αλλού θα συμπληρώσει: «Επειδή το Γένος μας έπεσεν εις αμάθειαν, είπα: Ας χάση ο Χριστός εμένα, ένα πρόβατον, και ας κερδίση τα άλλα. Ίσως η ευσπλαγχνία του Θεού και η ευχή σας σώση και εμένα».

Στα τέλη του 1760, πιθανότατα, πήγε στην Κωνσταντινούπολη και έλαβε άδεια και ευλογία του οικουμενικού πατριάρχη Σωφρονίου Β', για να αρχίσει το ιεραποστολικό του έργο, το οποίο συνέχισε για μια περίπου εικοσαετία και το επισφράγισε με το μαρτύριο του.

Ο Κοσμάς πραγματοποίησε τέσσερεις ή κατ' άλλους τρεις περιοδείες, σε όλο τον ελλαδικό χώρο. Οι πορείες του δεν μπορούν να οριστούν με ακρίβεια. Διάφορες «ενθυμήσεις» εκκλησιαστικών βιβλίων, τοπικές παραδόσεις και οι επιστολές του βεβαιώνουν ότι περιόδευσε τα μέρη της Κωνσταντινούπολης, τη Θράκη, το Άγιο Όρος, τη Στερεά Ελλάδα, την Αχαΐα, τη Θεσσαλία, τη Μακεδονία, την Ήπειρο, τα νησιά του Αιγαίου και Ιονίου, τμήμα της Σερβίας και τη Βόρειο Ήπειρο, όπου υπήρχε ελληνικό στοιχείο. Κήρυττε σε πόλεις και χωριά, σε ορεινές και απομονωμένες περιοχές, αψηφώντας μόχθο και κινδύνους. Παρά την ηπιότητα και πατρικότητα του κηρύγματος του, που έβρισκε μεγάλη λαϊκή ανταπόκριση, δεν έλειψαν οι αντιδράσεις. Τους πλουσίους και κάθε είδους δυνατούς προκαλούσε ο λόγος του να δώσουν «το άδικον οπίσω»· πολλούς από τους κοτζαμπάσηδες ο λόγος του για δικαιοσύνη- τους Ενετούς και το επτανησιακό αρχοντολόι η ρωμαίικη παράδοση, που αυτός εκπροσωπούσε· και τέλος τους Εβραίους η μεταφορά, με ενέργειες του, του παζαριού από την Κυριακή στο Σάββατο και οι λαϊκές αντιεβραϊκές παραδόσεις, που χρησιμοποιούσε. Η επιβουλή των Εβραίων εναντίον του έγινε ο μεγαλύτερος κίνδυνος του: «Να τον παρακαλέσετε (τον Χριστό) -έλεγε-να με φυλάγη από τις παγίδες του Διαβόλου και μάλιστα των Εβραίων, όπου εξοδιάζουν χιλιάδες πουγγιά δια να με θανατώσουν». Στις 2 Μαρτίου 1779 έγραφε στον λόγιο αδελφό του Χρύσανθο: «Δέκα χιλιάδες Χριστιανοί με άγαπώσι και ένας με μισεί. Χίλιοι Τούρκοι με άγαπώσι και ένας όχι τόσον. Χιλιάδες Εβραίοι θέλουν τον θάνατον μου και ένας όχι». Οι Εβραίοι τον συκοφάντησαν ότι δήθεν ήταν όργανο της Ρωσίας και υποκινούσε επανάσταση. Ενώ κήρυσσε στο χωριό Κολικόντασι του Βερατίου, συνελήφθη με εντολή του Κουρτ πασά, στις 23 Αυγούστου 1779, και την επομένη κρεμάστηκε από δέντρο στις όχθες του ποταμού Άψος, χωρίς καμιά δίκη και καταδικαστική απόφαση. Το σώμα του γυμνώθηκε και ρίχτηκε οτον ποταμό, απ' όπου το ανέσυρε ύστερα από τρεις μέρες ο εφημέριος του χωριού και το έθαψε στον ναό του.

Η δράση

Ο Κοσμάς επέλεξε τον αποστολικό τρόπο δράσης, υπακούοντας σε εντολές και ευρύτερο σχέδιο του οικουμενικού πατριαρχείου. Η έναρξη ιεραποστολικής δράσης σχεδόν ταυτόχρονα με τον Κοσμά και από τον λόγιο ιεροκήρυκα του πατριαρχείου Δωρόθεο Βουλησμά ενισχύει αυτή την εκδοχή. Οι περιοδείες του Πατροκοσμά αποσκοπούσαν στην ενίσχυση της λαϊκής ενότητας μέσα στην εκκλησιαστική παράδοση, που ήταν και εθνική. Πρωταρχικός στόχος του ήταν η ανάσχεση των εξισλαμισμών, που είχαν πυκνωθεί τον 18ο αιώνα. Το κήρυγμα του Πατροκοσμά μπόρεσε να βρει απήχηση και συνεπώς να έχει και διάρκεια, γιατί ο Κοσμάς μπορούσε να μιλεί με τρόπο κατανοητό στον λαό, αντίθετα με άλλους λογίους ιεροκήρυκες της εποχής του. Ο λόγος του φανερώνει το λαϊκό φρόνημα του. Χρησιμοποίησε τον γλωσσικό κώδικα επικοινωνίας των λαϊκών στρωμάτων, για να μπορεί να βρει απήχηση ο λόγος του. Διάνθιζε το κήρυγμα του με ελεύθερη απόδοση αγιογραφικών και πατερικών χωρίων, με τα οποία ο λαός ήταν εξοικειωμένος στη λειτουργική ζωή του. Ο «δημοτικισμός» όμως του Πατροκοσμά δεν ήταν τεχνητός, αλλά φυσικός και αβίαστος. Δεν επεδίωκε, άλλωστε, τον εντυπωσιασμό του λαού, αλλά την πνευματική προκοπή του. Στην απλουστευμένη μορφή του λόγου του σώζεται ατόφιος ο ελληνικός γλωσσικός πλούτος, μέσα σε μια φυσική και ανεπιτήδευτη ρητορικότητα, που παρουσιάζει σε πολλά σημεία σπάνια λογοτεχνική δύναμη. Ο Πατροκοσμάς δεν κατέχεται από κάποιο γλωσσικό μονισμό. Γνωρίζει την ελληνική γλώσσα σ' όλη τη διαχρονία της. Γι' αυτό χρησιμοποιεί με άνεση διάφορες γλωσσικές μορφές, ανάλογα με τις περιστάσεις. Αρκεί να παραβάλει κανείς τη γλώσσα του κηρύγματος του με εκείνη της αλληλογραφίας του.

Η αγάπη του Κοσμά για τον λαό φανερώνεται συχνά στο κήρυγμα του. «Χρέος έχουν εκείνοι, όπου σπουδάζουν -σημειώνει-να μη τρέχουν εις αρχοντικά και αυλάς μεγάλων και να ματαιώνωσι (να χαραμίζουν) τη σπουδή τους, δια να αποκτήσουν πλούτον και αξίωμα, αλλά να διδάσκωσι μάλιστα τον κοινόν λαόν, όπου ζώσι με πολλήν απαιδευσίαν και βαρβαρότητα». Πρότυπα του σε αυτό το πλησίασμα του λαού, που επιχείρησε, είχε ασφαλώς τον Φραγκίσκο Σκούφο (1644-1697), τον Ηλία Μηνιάτη (1669-1714) και τον Βικέντιο Δαμοδό (1700-1752). Την ίδια δε παράδοση θα ακολουθήσει και ο νεώτερος του Κοσμά Νικηφόρος Θεοτόκης (1730-1800).

Το κήρυγμα του Πατροκοσμά και η διδασκαλία του αποτυπώθηκαν στις περίφημες Διδαχές του, ο οποίες δείχνουν την πατερικότητα και παραδοσιακότητά τους. Στον λιτό και ανεπιτήδευτο λόγο του ανακεφαλαιώνεται όλη η πατερική παράδοση. Το φιλολογικό πρόβλημα των Διδαχών εξέτασε εκτεταμένα ο Ι. Μενούνος στη διατριβή του. Ο λόγος του Πατροκοσμά δεν έχει μεγάλη ποικιλία. Είναι μια βασική διδασκαλία, που ο «σκελετός» της παρέμενε βασικά ο ίδιος, με ανάλογες προσαρμογές κατά τις περιστάσεις. Το θεολογικό του σχήμα είναι: δημιουργία από τον Θεό -πτώση- σωτηρία εν Χριστώ -μέθοδος οικειώσεως της εν Χριστώ σωτηρίας (λυτρωτικά μέσα της Εκκλησίας: άσκηση -μυστήρια). Ο Ι. Μενούνος διακρίνει πέντε τύπους Διδαχών (συνολικά 26 κείμενα) του Κοσμά, των τελευταίων ετών της δράσης του. Κανένα αυτόγραφο του δεν σώζεται. Τα κηρύγματα του καταγράφονταν από ακροατές του.

Ο Κοσμάς ακολουθούσε συγκεκριμένη πορεία στο κήρυγμα του. Σε κάθε τόπο έκανε μια πρώτη ομιλία το βράδυ, γιατί η μετακίνηση του γινόταν στη διάρκεια της ημέρας. Το πρωί έκανε μια δεύτερη ομιλία. Στην πρώτη μιλούσε για τη δημιουργία και την πτώση, στη δεύτερη για τη σωτηρία. Το δεύτερο βράδυ έκανε τρίτη ομιλία με θέμα την ανάσταση και την εξάπλωση της πίστης, μέχρι τη Δευτέρα Παρουσία.

Η ευρύτερη θεματική των ομιλιών του είχε στόχο την ανταπόκριση στις άμεσες ανάγκες και στους προβληματισμούς του Γένους. Θα μπορούσαν να διακριθούν εδώ τρεις άξονες:

α) Η ορθόδοξη πίστη και παράδοση

Απέβλεπε στην αναζωπύρηση του πατερικού φρονήματος, για την επανεύρεση των υπαρκτικών θεμελίων του Γένους. ΓΓ αυτό έκανε συνεχώς έκκληση στην ορθόδοξη συνείδηση του λαού: «Έμαθα -έλεγε-πώς με την χάρη του Κυρίου μας Ιησού Χρίστου και Θεού δεν είσθενε Έλληνες (δηλ. ειδωλολάτρες), δεν είσθενε ασεβείς αιρετικοί άθεοι, αλλ' είσθενε ευσεβείς ορθόδοξοι Χριστιανοί, πιστεύετε και είσθενε βαπτισμένοι εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος και είσθενε τέκνα και θυγατέρες του Χριστού μας...». Η δική του (δια)φωτιστική προσπάθεια διαφοροποιούνταν ριζικά από εκείνη των δυτικόφρονων Διαφωτιστών της εποχής και επεδίωκε να προφυλάξει τον λαό από τη σύγχυση των διαφόρων προπαγανδών, που άρδευαν κατακλυσμικά τη συνείδηση του: «Όλες οι πίστες -ήταν το κήρυγμα του Πατροκοσμά-είναι ψεύτικες, κάλπικες, όλες του Διαβόλου. Τούτο εκατάλαβα αληθινόν, θείον, ούράνιον, σωστόν, τέλειον και δια λόγου μου και δια λόγου σας, πως μόνη η πίστις των ευσεβών και ορθοδόξων Χριστιανών είναι καλή και αγία...». Το κήρυγμα του, τριαδοκεντρικό οπωσδήποτε, εστιάζεται συχνά στο πρόσωπο του Χριστού, αφού το «κινδυνευόμενον και προκείμενον» ήταν η χριστιανική (ορθόδοξη) υπόσταση του Έθνους. Ο Χριστός είναι για τον Κοσμά «ό γλυκύτατος αύθέντης και δεσπότης». Χρυσοστομικές εξάρσεις στον λόγο του είναι συχνές: «Άνίσως, αδελφοί μου, και ήταν δυνατόν να ανεβώ εις τον ούρανόν, να φωνάξω μίαν φωνήν μεγάλην, να κηρύξω εις δλον τον κόσμον πώς μόνος ό Χριστός μου είναι Υιός και Λόγος του Θεού και Θεός αληθινός και ζωή των απάντων, ήθελα να το κάμω».

Το κήρυγμα του δεν ήταν άχρωμη ηθικολογία, αλλά θεολογία, πατερικό στην ουσία του και δογματικό παρά την απλότητα του. Προέβαλλε το ορθοδοξοπατερικό ήθος μέσα από τον ρεαλισμό της εν Χριστώ σωτηρίας. Ζητούσε καθαρότητα της καρδιάς, για να μπορεί να βλαστήσει ο Θείος σπόρος (πρβλ. Λουκ, η' 5 κ.εξ.) και μετοχή στα μυστήρια της Εκκλησίας. Γι' αυτό έστηνε έναν ξύλινο σταυρό (πολλοί από αυτούς έχουν σωθεί) και δίδασκε στη σκιά του, καλώντας τον λαό στα μυστήρια (ευχέλαιο, εξομολόγηση, Θεία Ευχαριστία). Από την ορθόδοξη παράδοση προχωρούσε στο ορθόδοξο ήθος, προβάλλοντας την τριάδα των αρετών: ταπείνωση, συγχωρητικότητα, αγάπη, ως θεμέλιο της εκκλησιαστικής κοινωνικότητας. Ζητούσε από τον Θεό να «φύτευση και να ρίζωση εις την καρδίαν (των ακροατών του) την εϊρήνην, την άγάπην, την όμόνοιαν, την πραότητα, την θερμήν πίστιν, την όρθήν έξομολόγησιν». Οικοδομούσε, έτσι, τον σύνδεσμο ατομικότητας και κοινωνικότητας μέσα στο εκκλησιαστικό σώμα.

β) Η γνήσια παιδεία

Ο Πατροκοσμάς υπήρξε απόστολος όχι μόνο της Ορθόδοξης πίστης, αλλά και της ελληνικής παιδείας. Σ' αυτό το σημείο δεν έλειψαν οι αντιφατικές κρίσεις και ιδεολογικές ακόμη χρήσεις των λόγων του. Την παιδεία συνδύαζε με τον φωτισμό του ανθρώπου και γι' αυτό θεωρούσε αμάρτημα την αδιαφορία απέναντι της: «Άμαρτάνετε πολύ να τα αφήνετε (=τα παιδιά) αγράμματα και τυφλά, και μη μόνον φροντίζετε να τους αφήσετε πλούτη καί υποστατικά, και μετά τον θάνατο σας να τα τρων και να τα πίνουν και να σας όπισολογοϋν (κατηγορούν; δυσφημούν;). Καλύτερα να τα αφήσετε φτωχά και γραμματισμένα, παρά πλούσια και αγράμματα». Η παιδεία όμως, που αυτός συνιστά, είναι η παιδεία του Γένους, ελληνική. Δεν τον κινεί κάποιος εθνικιστικός σωβινισμός στο αίτημα αυτό, αλλά η ιστορία του Γένους. Μιλεί για την παιδεία των Πατέρων, η οποία ως γνήσια ζήτηση της αλήθειας (φιλοσοφία) ανοίγει τον δρόμο προς το Ευαγγέλιο, τον λόγο της σωτηρίας. «Ή Εκκλησία μας -λέγει-είναι εις την έλληνικήν. Και αν δεν σπουδάσης τα Ελληνικά, δεν ημπορείς να καταλάβης εκείνα πού ομολογεί η Εκκλησία μας». Για να περιορίσει και να εξαφανίσει από τους Έλληνες τη χρήση του βλάχικου ή αρβανίτικου γλωσσικού ιδιώματος, θα φθάσει σε σημείο να δηλώσει: «Όποιος χριστιανός, άνδρας ή γυναίκα, υπόσχεται μέσα είς το σπίτι του να μη κουβεντιάζη Αρβανίτικα, ας σηκωθή επάνω να μου είπη και να πάρω όλα του τα αμαρτήματα εις τον λαιμόν μου από τον καιρόν όπου εγεννήθηκε, έως τώρα, και να βάλω όλους τους χριστιανούς να τον συγχωρέσουν...».

Η παιδεία που διέδιδε ο Πατροκοσμάς απέβλεπε στην αναγέννηση του Έθνους. Όπως έγραφε στους Παργίους, το ελληνικό σχολείο που θα ίδρυαν, έπρεπε να συντελέσει «εις την διαφύλαξιν της πίστεως και ελευθερίαν της πατρίδος». Ήταν μια παιδεία που ανταποκρινόταν στις άμεσες ανάγκες του δούλου Γένους και διαφοροποιούνταν ριζικά από εκείνη των δυτικοπλήκτων και τα «άθεα γράμματα» μερικών Διαφωτιστών. Το αυθεντικό πατερικό φρόνημα του αποτυπώνουν τα λόγια του: «Αι πολλαί Εκκλησίαι ούτε διατηρούν, ούτε ενισχύουν την πίστιν μας, όσον και όπως πρέπει, εάν οι εις Θεόν πιστεύοντες δεν είναι φωτισμένοι υπό των παλαιών και νέων Γραφών. Η πίστις μας δεν εστερεώθη από αμαθείς Αγίους, αλλά από σοφούς και πεπαιδευμένους, οίτινες και τας αγίας Γραφάς ακριβώς μας εξήγησαν και δια θεοπνεύστων λόγων αρκούντως μας εφώτισαν...». Πάνω σε παρόμοιες θέσεις του Πατροκοσμά, φαίνεται, στηρίχθηκε η άποψη ότι γκρέμισε στη Χειμάρρα εκκλησίες, για να γίνουν σχολεία. Δεν είναι όμως απίθανο, ερειπωμένες και εγκαταλελειμμένες εκκλησίες να όριζε να τις μετατρέψουν σε σχολεία. Το σχολείο όμως του Κοσμά ήταν προέκταση της Εκκλησίας: «Από το σχολείο μανθάνομεν, το κατά δύναμιν, τί είναι Θεός, τί είναι ή Αγία Τριάς, τί είναι άγγελοι, τί είναι αρχάγγελοι, τί είναι δαίμονες, τί είναι παράδεισος, τί είναι κόλασις, τί είναι αμαρτία, αρετή. Από το σχολείον μανθάνομεν τι είναι Αγία Κοινωνία, τι είναι Βάπτισμα, τι είναι το άγιον Εύχέλαιον, ο τίμιος γάμος, τι είναι ψυχή, τι είναι κορμί, τα πάντα από το σχολείον τα μανθάνομεν». Έβλεπε, συνεπώς, το σχολείο ως ναό της αληθινής γνώσης και θεοκεντρικής παιδείας. Ο διαφωτισμός του Πατροκοσμά ήταν ορθοδοξοκεντρικός. Το παιδευτικό του πρότυπο ήταν ο Θεάνθρωπος, όχι ο κατά κόσμον σοφός, αλλ' ο θεούμενος. Πλήρης η ταύτιση του με τους συγχρόνους του Κολυβάδες. Ως φωτιστής του Γένους δεν μπορεί να τοποθετηθεί δίπλα στους δυτικόφρονες, αλλά δίπλα στον Βούλγαρι και τον Νικόδημο τον Αγιορείτη. Ο ζήλος του για την παιδεία των ομοεθνών του φαίνεται από τα ίδια τα έργα του. Στον αδελφό του Χρύσανθο έγραφε (1779) ότι ίδρυσε 10 ελληνικά σχολεία και 200 για τα κοινά γράμματα (δημοτικά), στις 30 επαρχίες που είχε επισκεφθεί.

γ) Ορθόδοξη κοινωνικότητα

Ο Πατροκοσμάς απέβλεπε με το κήρυγμα του να σώσει και τα υπαρκτικά θεμέλια του Γένους στις διαστάσεις της ρωμαίικης κοινωνικότητας. Αποσκοπούσε όχι μόνο στην αναγέννηση του ανθρώπινου προσώπου, αλλά και σύνολης της κοινωνίας. Την κοινωνικότητα έβλεπε ως οριζόντια θρησκευτικότητα. Κήρυττε ισότητα και αδελφότητα όλων των ανθρώπων («από ένα άνδρα και μίαν γυναίκα εγεννήθημεν και όλοι είμεθα αδελφοί»). Δεν παρέλειπε όμως να συμπληρώνει: «Όλοι είμεθα αδελφοί, μόνον η πίστις μας χωρίζει», δείχνοντας την πατερική και εδώ θεμελίωση του. Η υπερφυλετική παναδελφοσύνη των ανθρώπων απέρρεε από τη ρωμαίικη οικουμενικότητα του φρονήματος του, που θεμελιωνόταν όχι στο όμαιμο, αλλά στο ομόπιστο, στο ομόδοξο. Παράλληλα όμως κήρυττε την ισότητα ανδρών και γυναικών και την ιερότητα του γάμου, μέσα όμως στη λειτουργική ιδιαιτερότητα των φύλων και της αποστολής τους στο κοινωνικό σώμα (ήθελε τον άνδρα «ωσάν βασιλέα» στην οικογένεια και την γυναίκα «ωσάν βεζίρη»). Συνιστούσε την πρακτική δικαιοσύνη, την αποφυγή «της αρπαγής και αδικίας» και να δίνεται «το άδικον οπίσω», σ' όποιον και αν είχε γίνει η αδικία («... όσοι αδικήσατε Χριστιανούς, ή Εβραίους, ή Τούρκους»).

Ιδιαίτερα εντυπωσιάζει το γεγονός ότι ο Πατροκοσμάς έδειχνε σημαντικό ενδιαφέρον για τη συλλογική -κοινωνική συμπεριφορά και οργάνωση, για κοινή-κοινοτική ύπαρξη και σύμπραξη: «Άμή τί είναι ή πλερωμή μου; Να καθίστετε από πέντε-δέκα να συνομιλήσετε αυτά τα θεϊα νοήματα, να τα βάλετε μέσα είς την καρδίαν σας, δια να σας προξενήσουν την ζωήν την αίώνιον». Σε κάθε τόπο, που επισκεπτόταν, συνιστούσε στη συσσωμάτωση σε αδελφότητα, για τη συλλογική δραστηριοποίηση της κοινωνικής ομάδας, στα όρια όμως μιας κοινής και εθνωφελούς στοχοθεσίας. Όριζε εκλογή των υπευθύνων με βάση δημοκρατική («με τη γνώμη όλων των χριστιανών»). Σύμφωνα με μαρτυρία του προβλεπτή της Λευκάδας, που είχε πάρει από τον κατάσκοπο του αγίου, άρχοντα Μαμωνά, ο Πατροκοσμάς απέτρεπε τους κατοίκους της Πρέβεζας να εκκλησιάζονται στις ενορίες εκείνες που δεν είχαν συσσωματωθεί σε αδελφότητα. Είναι φανερό ότι το κοινοβιακό πρότυπο του Αγιορείτη μοναχού Πατροκοσμά μεταφυτευόταν στις κοσμικές ενορίες και κοινότητες.

Την κοινωνική ενότητα στήριζε στον αλληλοσεβασμό «αρχόντων και αρχομένων». Προέτρεπε τους πιστούς να τιμούν τους ιερείς παραπάνω από τους βασιλείς και τους αγγέλους, αλλά και τους προεστούς και τους γεροντότερους, χωρίς «να καταφρονούν κανένα... ότι ο Θεός όμοια μας έχει όλους». Τις ρωμαίικες-ορθόδοξες ρίζες της κοινωνικής του θεωρίας αποκαλύπτει η θέση του για τους προεστούς: «Ό,τι χρεία τύχη της χώρας, τους προεστούς γυρεύουν και σεις κοιμάσθε ξέγνοιαστοι...». Στη συνάφεια αυτή έχει σημασία η τοποθέτηση του Πατροκοσμά απέναντι στον κατακτητή. Συνιστά στον λαό νομιμοφροσύνη, αλλ' όχι δουλικότητα: «Περιπατώ -γράφει σε κάποιον κατή-και διδάσκω τους Χριστιανούς να φυλάγουσι τας εντολάς του Θεού και να πείθωνται (υπακούουν) εις τας κατά Θεόν βασιλικάς προσταγάς» (Πράξ. ε' 29). Συνιστούσε υπακοή σε όσα «δεν αντιστέκονται στο Ευαγγέλιο».

Στη θέση του απέναντι στους Τούρκους μένει πιστός στη χαραγμένη ήδη από τον πατριάρχη Γεννάδιο Β' τον Σχολάριο τακτική. Βραχυπρόθεσμη συνεργασία και κατευνασμός του «θηρίου» και πρόκριση του Τούρκου, ως λιγότερο επικίνδυνου για την «ψυχή», από τον Φράγκο: «Και διατί δεν έφερεν ο Θεός άλλον βασιλέα, που ήταν τόσα ρηγάτα εδώ κοντά να τους το δώση, μόνον ήφερε τον Τούρκον μέσαθε από την Κόκκινην Μηλιά και του το έχάρισεν; Ήξερεν ο Θεός, πως τα άλλα ρηγάτα μας βλάπτουν εις την πίστιν, και ο Τούρκος δεν μας βλάπτει. Άσπρα (χρήματα) δώσ' του καί καβαλλίκευσέ τον από το κεφάλι...». Έδινε έτσι μιαν απάντηση στους δυτικόφρονες ενωτικούς. Δεν δίσταζε όμως, όταν έπρεπε, να αποκαλύπτει τους εχθρούς της πίστεως και του Γένους: «Ό αντίχριστος ο ένας είναι ο Πάπας και ο έτερος είναι αυτός, που είναι εις το κεφάλι μας. Χωρίς να είπω το όνομα του, το καταλαβαίνετε...».

Ο οραματισμός

Η μεγαλόπνοη δράση του Πατροκοσμά δέχθηκε πολλές ερμηνείες, αναζητήθηκαν διάφορες σκοπιμότητες και επισημάνθηκαν ανάλογοι στόχοι. Θεωρήθηκε «εθνικιστής», «κοινωνικός επαναστάτης», «δημοτικιστής» κ.ά. Οι τοποθετήσεις όμως αυτές μάλλον τον αδικούν, διότι είναι ευδιάκριτη η πατερικότητά του. Ο άγιος Κοσμάς ανήκε ολόκληρος στην ορθόδοξη πατερική παράδοση, είχε ευρύ πατερικό πνεύμα και οι στόχοι και τα μέσα του καθορίζονταν από τη ζωή και πράξη της Εκκλησίας. Απέβλεπε στον αναβαπτισμό του Έθνους στην πατερική παράδοση, όπως αυτή σώζεται στην πραγματικότητα της Εκκλησίας. Οραματιζόταν μια ελληνική κοινωνία «κατοικία του Θεού, κατοικία των αγγέλων». Τίποτε λιγότερο, δηλαδή, ή περισσότερο από ό,τι ο ιερός Χρυσόστομος, όταν έλεγε: «γήν ούρανόν ποιήσωμεν». Το κήρυγμα του, προϋποθέτοντας την ακαταστασία των καιρών, οδηγούσε σε μια χριστοκεντρική κοινωνία, σε μια αταξική αδελφοποιία, μέσα στην ελευθερία και τη δικαιοσύνη: «Να ζήσουν (οι άνθρωποι) -έλεγε-και εδώ καλά, ειρηνικά και αγαπημένα, και μετά να πηγαίνουν εις τον παράδεισον να χαίρωνται πάντοτε». Έξω από κάθε ουτοπία, κινούνταν στον πνευματοκρατικό ρεαλισμό της Ορθοδοξίας, στα όρια του -υπαρκτού Χριστιανισμού», όπως σώζεται στη μοναστική αδελφότητα-ενορία. Αδιανόητη ήταν γι' αυτόν μια Ελλάδα χωρίς Χριστό, χωρίς Ορθοδοξία. Η φιλοπατρία του διεπόταν από τη διπολικότητα πρόσκαιρου - αιωνίου, με έμφαση βέβαια στο δεύτερο:

α) «Ή πατρίδα μου η ψεύτικη, η γήινη και ματαία, είναι από του Αγίου Άρτης και από την έπαρχίαν Άπόκουρον». Αλλά συμπλήρωνε:

β) «Ήμεϊς, Χριστιανοί μου, δεν έχομεν εδώ πατρίδα (Εβρ. ιγ' 14). Δια τούτο και ό Θεός μας έβαλε τον νουν εις το επάνω μέρος, δια να στοχαζώμασθε πάντοτε την ούράνιον βασιλείαν, την αληθινήν πατρίδα μας».

Μέσα σ' αυτό το πλαίσιο πρέπει να ιδωθεί και η εθνική του προσδοκία, η οποία δεν πρέπει να χωριστεί από τη ρωμαίικη οικουμενικότητα, που, όπως στους Κολυβάδες, σωζόταν και στον Πατροκοσμά. Μιλούσε για το ρωμαίικο («αυτό μια μέρα θα γίνη ρωμαίικο»). Η ανάσταση του Γένους προσανατολιζόταν στην Πόλη και την Ελληνορθόδοξη αυτοκρατορία της Ρωμανίας. Αυτή την αποκατάσταση του Γένους υπαινίσσονταν και οι σπουδαίες προφητείες του. Με υπονοούμενα και συμβολικές φράσεις, εξάλλου, προσπαθούσε να εμπνεύσει στις ψυχές των υποδούλων τον πόθο της παλιγγενεσίας και να συντηρήσει την ελπίδα για την έλευση του «ποθούμενου». Και ως μόνο μέσο γι' αυτή την ενδυνάμωση της συλλογικής συνείδησης θεωρούσε την εμμονή στην πίστη: «Το κορμί σας ας το καύσουν, ας το τηγανίσουν· τα πράγματα σας ας τα πάρουν, μη σας μέλλει. Δώσατε τα. Δεν είναι δικά σας. Ψυχή και Χριστός σας χρειάζονται. Αυτά τα δύο όλος ο κόσμος να πέση δεν ημπορεί να σας τα πάρη, εκτός και τα δώσετε με το θέλημα σας. Αυτά τα δύο να τα φυλάττετε, να μη τα χάσετε». Μετά τις αποτυχίες των ρωσοτουρκικών συγκρούσεων (1774 κ.ε.) πρέπει να συνειδητοποίησε ο Κοσμάς την ανάγκη της εσωτερικής σποράς μέσα στη λαϊκή ψυχή, ώστε να βρει μόνη της τον δρόμο της ελευθερίας, με την αναζωπύρηση της αυτοσυνειδησίας της.

Η απήχηση

Το κήρυγμα του Πατροκοσμά είχε τεράστια απήχηση στον λαό. Σε κάθε τόπο, που επισκεπτόταν, προκαλούσε σεισμό στις συνειδήσεις, συνοδευόμενο από μετάνοια. Εχθροί συμφιλιώνονταν, κλέπτες επέστρεφαν τα κλοπιμαία, ληστές μεταβάλλονταν, πλούσιες γυναίκες πρόσφεραν τα χρυσάφια τους για έργα φιλανθρωπίας κ.λπ. Κατά τον βιογράφο του Νικόδημο μοίρασε συνολικά «υπέρ τα πεντακόσιας χιλιάδας σταυρούδια». Τις ομιλίες του παρακολουθούσαν χιλιάδες (τουλάχιστον 6.000 ήταν οι ακροατές του στο χωριό Μαύρο Μανδήλι κοντά στην Πρέβεζα κατά τον κατάσκοπο του Μαμωνά). Ακόμη και σήμερα όλη η βορειοδυτική Ελλάδα διατηρεί τη μνήμη της παρουσίας του. Σε πολλά μέρη της Θεσσαλίας, της Μακεδονίας, των Αγράφων και της Στερεάς άρχιζε η επανάσταση με το δίστιχο: «Βοήθα μας, άγιε Γιώργη, και συ άγιε Κοσμά / να πάρουμε την Πόλη και την Αγιά-Σοφιά». Ιδιαίτερη εκτίμηση έτρεφε για τον άγιο ο διαβόητος Αλή πασάς των Ιωαννίνων, του οποίου το μέλλον είχε προφητεύσει ο Κοσμάς. Γι' αυτό και ανήγειρε μεγαλοπρεπή ναό στον τόπο της ταφής του αγίου. Διέταξε ακόμη να κατασκευάσουν αργυρά θήκη για την κάρα του, την οποία πολλές φορές έφερε στα Γιάννινα, για να την προσκυνήσει. Όταν κάποιοι τον χλεύασαν για την πράξη του αυτή, απάντησε με οργή: «Φέρετε μου ένα μουσουλμάνο σαν κι αυτόν τον Χριστιανό και να του φιλήσω και τα πόδια».

Ο Πατροκοσμάς είχε και το χάρισμα της θαυματουργίας, ευρύτατα γνωστό στον λαό, που είχε, έτσι, τη βεβαίωση του αγιοπνευματικού φωτισμού του. Δείγματα της αγιότητας του ήταν και οι προφητείες του, πολλές από τις οποίες βρήκαν την πραγμάτωση τους. Έλεγε λ.χ. «το ποθούμενο θα γίνη στην τρίτη γενεά. Θα τδ δουν τα εγγόνια σας». Πράγματι, η γενεά του 1821 ήταν η τρίτη από την εποχή του Κοσμά. «Πότε θαρθή το ποθούμενο;» -τον ρώτησαν στα Τσαραπλανά της Ηπείρου. «Όταν ενωθούν αυτά», απάντησε, δείχνοντας δύο μικρά δένδρα, τα οποία πράγματι μεγάλωσαν και ενώθηκαν το 1912. Ο λαός τον τιμούσε γι' αυτό ως άγιο ήδη πριν από το μαρτύριο του, μετά το οποίο του αποδίδονταν τιμές μάρτυρα της πίστεως. Αυτή την πράξη έλαβε υπ' όψιν το οικουμενικό πατριαρχείο, το οποίο με πράξη του τον κατέταξε μεταξύ των αγίων της Εκκλησίας, στις 20 Απριλίου 1961, υπογραμμίζοντας, ότι «άπασαν την πατρώαν γήν διέδραμε, κηρύττων ιεραποστολικώς τον λόγον του θεού, σχολεία πολλαχοϋ ιδρύων, ασθενούντας θεραπεύων, την άγίαν αυτού έκκλησίαν κρατύνων, τύπον δ' εαυτόν ταπεινώσεως, αύταπαρνήσεως, αρετής και εγκράτειας άναδείξας, έως ου και τον μαρτυρικόν ύπέμεινε θάνατον».

Η μνήμη του τιμάται στις 24 Αυγούστου, μέρα του μαρτυρίου του.

Ο άγιος Κοσμάς ονομάστηκε «ο μεγαλύτερος μετά την άλωση Έλληνας» και πατέρας του νεοελληνικού Έθνους.

Ίσως θα πρέπει να προστεθεί ότι υπήρξε πρότυπο νεοελληνικού ήθους και αναστηλωτής του αυθεντικού ελληνορθόδοξου ιδεώδους.

.

Πέμπτη, 19 Αυγούστου 2010

Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με

...
Καρδίαν συντετριμμένην και τεταπεινωμένην ο Θεός ουκ εξουδενώσειν
Χριστιανέ μου.

Επαναλάμβανε συνεχώς την ευχή ΚΥΡΙΕ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΕ ΕΛΕΗΣΟΝ ΜΕ ΤΟΝ ΑΜΑΡΤΩΛΟΝ.
ΓΝΩΡΙΖΕ ΟΤΙ:

Με την συνεχή αυτή ευχή θα διαλυθούν όλες oι εσωτερικές ταραχές, φόβοι, στενοχώριες και θα σε βοηθήσει ό Χριστός ν' αποκτήσεις καρδίαν συντετριμμένην και τότε ακριβώς θα συντριβή εις την τελειότητα ή δύναμις του Σατανά.
Όπως κάποιος φοβάται να πιάσει με το χέρι του ένα πυρακτωμένο σίδερο, έτσι και ό διάβολος φοβάται την συντριβή της καρδίας, την οποίαν προκαλεί ή ευχή

ΚΥΡΙΕ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΕ, ΥΙΕ ΤΟΥ ΘΕΟΥ, ΕΛΕΗΣΟΝ ΜΕ.
.
Ή συντριβή της καρδίας πού προκαλεί ή συνεπής αυτή ευχή διώχνει την αμαρτία και κάθε σατανική πονηρία, ταπεινώνει την Έπαρσιν του Εωσφόρου και εξασφαλίζει την σωτηρίαν της ψυχής.
Μπροστά εις την συντετριμμένην καρδίαν με την ευχή

ΚΥΡΙΕ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΕ ΥΙΕ ΤΟΥ ΘΕΟΥ, ΕΛΕΗΣΟΝ ΜΕ

ό Σατανάς και οι δαίμονές του φεύγουν πιο γρήγορα και από την αστραπή.
Όπως δεν μπορείς να μετρήσεις τις κινήσεις των πτερών της μέλισσας όταν πετά, έτσι δεν μπορείς ν' αντιληφθείς τα τόσον γοργά βήματα του Σατανά. όταν φεύγει από πρόσωπου της συντετριμμένης καρδίας με την συνεχή ευχή

ΚΥΡΙΕ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΕ, ΥΙΕ ΤΟΥ ΘΕΟΥ, ΕΛΕΗΣΟΝ ΜΕ.
.
Όπως εκείνος πού ομιλεί δημόσια για τη φωτιά, μόλις περικυκλωθεί απ' αυτήν αμέσως σταματά και φεύγει, έτσι και Σατανάς πού ομιλεί δημόσια για κάθε κακό, σταματά και φεύγει από προσώπου της συντετριμμένης καρδίας- ύστερα από την ευχή

ΚΥΡΙΕ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΕ, ΥΙΕ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΕΛΕΗΣΟΝ ΜΕ.

Όταν ό δαίμονας περιεργάζεται την καρδίαν σου πού λέγει την' ευχή

ΚΥΡΙΕ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΕ. ΥΙΕ ΤΟΥ ΘΕΟΥ, ΕΛΕΗΣΟΝ ΜΕ,

πρώτα ετοιμάζει τα βήματά του για να φύγει από τον φόβο του, μήπως συνετρίβη ή καρδία σου με την ευχή αυτή.
Κάθε αρετή φοβίζει τον δαίμονα, στό βαθμό πού φοβάται ό λαγός, όταν καταδιώκεται από τον σκύλο. Όπως ό λαγός αντιλαμβάνεται ότι δύσκολα διαφεύγει την καταδίωξιν των λαγωνικών, έτσι και ό δαίμονας είναι βέβαιος ότι περισσότερον από κάθε άλλην αρετήν θα τον φθάσει γρηγορώτερον ό κεραυνός της συντετριμμένης καρδίας από την ευχή

ΚΥΡΙΕ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΕ, ΥΙΕ ΤΟΥ ΘΕΟΥ, ΕΛΕΗΣΟΝ ΜΕ.

Τα στρουθία δεν φοβούνται τόσον την ορμή του αετού, όσον φοβούνται οι δαίμονες την ορμή της συντετριμμένης καρδίας από την ευχή

KYPΙE ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΕ. ΥΙΕ ΤΟΥ ΘΕΟΥ, ΕΛΕΗΣΟΝ ΜΕ.
.
Όπως το φίδι περισσότερον από κάθε άλλη πληγή φοβάται τα νύχια του γάτου, έτσι και ό δαίμονας περισσότερον από κάθε άλλην αρετή φοβάται την συντριβή της καρδίας από την ευχή ΚΥΡΙΕ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΕ, ΥΙΕ ΤΟΥ ΘΕΟΥ, ΕΛΕΗΣΟΝ ΜΕ.

Φαρμακερά είναι στο φίδι τα νύχια του γάτου, άλλα στην ψυχή του ανθρώπου είναι επτά φορές πιο φαρμακερά τα νύχια του διαβόλου, ενώ ή συντριβή της καρδίας γι' αυτόν είναι εβδομήντα επτά φορές πιο φαρμακερή από τα δικά του νύχια, ύστερα από την Ευχή

ΚΥΡΙΕ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΕ, ΥΙΕ ΤΟΥ ΘΕΟΥ, ΕΛΕΗΣΟΝ ΜΕ.

Μη φοβηθείς την συντριβή της καρδίας σου γιατί με αυτόν τον τρόπο θα σε φοβηθούν οι δαίμονες.

Εκείνος πού συντρίβει την καρδιά του με την ευχή ΚΥΡΙΕ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΕ. ΥΙΕ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΕΛΕΗΣΟΝ ΜΕ, έχει τον σατανά σαν μυρμήγκι κάτω από τα πόδια του και δεν τον φοβίζει. Εκείνος δε πού δεν την συντρίβει, τον έχει κατεπάνω του σαν λιοντάρι και γι’ αυτό πάντοτε τον φοβάται. Ίδρωσες από την στενοχώρια σου προσευχόμενος εκ βαθέων και από καρδίας; Χαίρε, διότι εμιμήθης εμπράκτως τον Ιδρώτα του Χριστού σου, ο οποίος έγινε ως θρόμβος αίματος εις την προσευχήν του, πίπτοντας επι την γην.


Διασκευή και μεταγλώττιση από αρχαίο χειρόγραφο της Ί. Μονής Κωσταμονίτου. Αγίου Όρους.

Αναδημοσίευση από ιστοσελίδα Ιεράς Μητρόπολης Λεμεσού

Κυριακή, 15 Αυγούστου 2010

Οι τελευταίες στιγμές της Παναγίας μας στην γη .

...
Η Μητέρα του Θεού λοιπόν έδειξε στους Αποστόλους, που ήδη το γνώριζαν, το σύμβολο της αναχωρήσεώς της, το φοίνικα, τους μετέδωσε επίσης ευλογία και ανάλογη παρηγοριά και αφού τους μίλησε για την έξοδο της και τους προθυμοποίησε για το κήρυγμα, τους είπε με λίγα λόγια ολόκληρη την οικονομία της αποστολής τους. Έπειτα ασπάσθηκε τον Πέτρο και τους άλλους Αποστόλους, “χαίρετε”, λέγοντας, “τέκνα και φίλοι και μαθηταί του Υιού και Θεού μου και να αισθάνεστε ευτυχείς, που αξιωθήκατε τέτοιο δάσκαλο και Δεσπότη και να υπηρετείτε τέτοια μυστήρια και να μετέχετε των διωγμών και των παθημάτων του, για να γίνετε κοινωνοί της δόξας και της Βασιλείας Του”.Αφού τους μίλησε για τα τελευταία γεγονότα, τους ζήτησε να ψάλλουν τους επιτάφιους ύμνους, ενώ Εκείνη άρχισε τις προς τον Θεό ευχαριστίες της.

Η ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ

«Σε ευλογώ”, έλεγε, “Δέσποτα και Θεέ και Υιέ του Θεού του προανάρχου σου Πατρός και δικέ μου υιέ, της δούλης σου, για την φιλανθρωπία σου. Σε ευλογώ, που μας λύτρωσες από την κατάρα και μας έδωσες την ευλογία. Σε ευλογώ τον αίτιο όλων των αγαθών μας, της ζωής, του φωτός, της ειρήνης, της δυνατότητας να γνωρίσουμε τον Πατέρα σου και το συνάναρχό σου και ζωοποιό Πνεύμα. Σε ευλογώ Λόγε, που ευλόγησες την κοιλιά μου κατοικώντας σ’ αύτη με ανέκφραστο τρόπο. Σε ευλογώ, που με τέτοιο τρόπο μας αγάπησες ώστε και για μας να σταυρωθείς και να πεθάνεις. Σε ευλογώ, που κατέστησες μακάρια την κοιλιά μου και πιστεύω ότι θα εκπληρωθούν και όλα τα άλλα, για τα οποία μου έχεις μιλήσει».

Η ΠΑΡΑΔΟΞΗ ΚΑΘΟΔΟΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ

Μετά από αυτά τα λόγια ακολούθησε αμέσως η παράδοξη κάθοδος του Υιού της που συνοδευόταν από τους Προφήτες, τους Πατριάρχες και όλους τους Δικαίους. Μπροστά πήγαιναν οι Άγγελοι και Αρχάγγελοι και όλες οι υπόλοιπες Αγγελικές δυνάμεις. Τότε ο αέρας και ολόκληρο το σπίτι γέμισε. Όλα εκείνα που η Παρθένος προγνώριζε, τότε τα έβλεπε μπροστά της, ενώ οι άλλοι έβλεπαν μέρος από αυτά τα θαυμάσια, ο καθένας ανάλογα με την αγιότητά του. Έτσι η δεύτερη κατάβαση έγινε ενδοξότερη και φρικωδέστερη της πρώτης, και προφανεστέρα για όσους είχαν όραση πνευματική. Δεν ήσαν μόνον παρόντα τα κατώτερα αγγελικά τάγματα και δυνάμεις, αλλά και αυτά ακόμη τα Σεραφείμ και τα Χερουβείμ και οι Θρόνοι παρευρίσκονταν με φόβο, ιεραρχικά σύμφωνα με την τάξη τους. Έβλεπαν με φόβο όχι μικρότερο (ίσως μεγαλύτερο θα έλεγα, αν επιτρεπόταν), γεμάτοι έκπληξη για την δεύτερη κένωση και συγκατάβασή του. Ό,τι έγινε άλλοτε για χάρη ολόκληρου του ανθρωπίνου γένους, τώρα για μία μόνο ψυχή, για μία μόνον γυναίκα γινόταν ένα τέτοιο θαύμα.Η συνοδεία ήταν λαμπρή και πολυάριθμη, όπως άρμοζε για την άφιξη του Δεσπότη και την αναχώρηση της Δέσποινας, αλλά η θέαση αυτών που γίνονταν, όπως ήδη είπα, γινόταν μόνον από τους καθαρούς, αν και η παρουσία του Δεσπότη ήταν ακατανόητη και σ’ αυτούς τους Μαθητές και Αποστόλους που ήσαν γεμάτοι από τη δύναμη της χάριτος του Αγίου Πνεύματος, που κατοικούσε μέσα τους. Παρευρισκόταν εκεί ο Χριστός με σώμα και μορφή πλήρως θεωμένη, λαμπρότερη της αστραπής και της λάμψεώς της, από ότι στο Θαβώρ, αλλά μικρότερη της φυσικής της λαμπρότητας ενώ οι Απόστολοι ήσαν σαν νεκροί. Ο Κύριος αμέσως τους λέγει, “ειρήνη υμίν”, όπως άλλοτε όταν «εισήλθε των θυρών κεκλεισμένων», στο ίδιο σπίτι που μαζεύτηκαν και τότε και τώρα, το σπίτι του Ιωάννη. Τότε συγκεντρώθηκαν για τον φόβο των Ιουδαίων. Σήμερα τους συγκέντρωσε αυτή που γέννησε τον Κύριο, η οποία και κατοικούσε σ’ αυτό με τον αγαπημένο και παρθένο μαθητή του, το δεύτερο και θετό υιό της.Ακούοντας οι Μαθητές αυτήν τη γλυκειά, την ήρεμη και γνώριμη φωνή, πήραν θάρρος στο σώμα και στη ψυχή και, όσο τους ήταν δυνατό, ύψωσαν τα μάτια τους προς τον ήλιο, την ώρα που Εκείνος χαμήλωνε λίγο τη λαμπρότητα της ανατολής του και τους περιέλαμπε με μικρότερο φωτισμό.Αλλά ας σταθούμε λίγο στα επιθανάτια της Παρθένου. Η ψυχή της βρίσκεται σε μία μεγάλη συγκίνηση και σχεδόν σκιρτά και προφθάνει ασυγκράτητη και τρέχει να απομακρυνθεί από το σώμα ώστε το γρηγορότερο να βρεθεί με τον Υιό της και να προσπέσει στα χέρια του και να αναχώρησει μαζί του. Πώς ήταν δυνατό να υπομείνει αυτή τη χαρά, όπως τη λύπη τον καιρό του Πάθους, και πώς εμείς να μην επιθυμούμε να πούμε πως αυτή δεν πέθανε, αν και δεν το λέμε αυτό, για να μην πούμε πρωτάκουστα διδάγματα.Δάκρυσε, και πάλι έγινε ανώτερη των δακρύων από τη μεγάλη ευτυχία και το παράδοξο θέαμα, όταν είδε με σώμα εκείνον, που λίγο παλιότερα τον είδε να σύρεται, να καθυβρίζεται και να κτυπιέται, ενώ περιβαλλόταν από τόσες μυριάδες Αγγέλων, από τόση λαμπρότητα και τόση δόξα. Έβλεπε το πρόσωπο και τη μορφή εκείνου, που άλλοτε τον κορόιδευαν και τον έφτυναν, που ήταν ντυμένος την κόκκινη χλαίνα της ντροπής, να περιβάλλεται τώρα με τόση αξία και λαμπρότητα. Αυτόν που δεν είχε ούτε είδος ούτε ομορφιά, τώρα να αστράφτει από την ομορφιά της θεότητάς του. Έβλεπε τον άλλοτε νεκρό που καταδικάστηκε σαν αντίθεος, Θεό και Βασιλέα και Κριτή των πάντων, αθάνατο και ανίκητο. Ω, πώς ζούσε και πάλι μέσα στις αντιθέσεις, όπως τον καιρό της Σταυρώσεως. Το όραμα τη γέμιζε ευφροσύνη, χαιρόταν υπερβολικά η ψυχή της, αλλά συστελλόταν επειδή αναχωρούσε προς εκείνη τη δόξα και λαμπρότητα.Τώρα πλέον δοξολογούσε περισσότερο από πριν εκείνον που την δόξασε. Προσευχόταν για τους Αποστόλους και για όλους τους παρόντες, ικέτευε για τους πιστούς όλης της γης ή μάλλον για όλο τον κόσμο και αυτών ακόμη των εχθρών και των σταυρωτών. Ζητούσε να λάβει από το Δεσπότη κάποιο λόγο ή κάποιο σημείο ως εγγύηση της σωτηρίας τους, απλώνοντας ικετευτικά τα χέρια εκείνα με τα όποια τον αγκάλιαζε, κινώντας τη γλώσσα και τα χείλη με τα οποία τον ασπαζόταν, θυμίζοντας τον θηλασμό του, και κλαίοντας από ευτυχία, έκαμε το παν, λέγοντας αποχαιρετιστήριους λόγους και προσευχές. Τότε αρχίζουν την υμνωδία οι Άγγελοι και όλοι μένουν ακίνητοι και εκστατικοί, όχι από φόβο αλλά από χαρά. Οι Απόστολοι αντιφωνούν με τη δική τους ψαλμωδία, και έτσι, περνώντας από το πανάγιο στόμα η υπεραγία ψυχή της, σαν σε ύπνο, παραδίδεται στον Υιόν της, ξεφεύγοντας τους πόνους του θανάτου, όπως τους διέφυγε και κατά την γέννηση ή μάλλον με την ίδια και μεγαλύτερη χαρά και όπως τότε, όταν ανέκφραστα γεννιόταν απ’ αυτή ο Υιός και Θεός της, και τώρα που αυτή πήγαινε προς τον Θεό, ο οποίος βρισκόταν μπροστά της όχι μόνο νοερά αλλά και αισθητά.Αμέσως, όλοι οι Άγγελοι άρχισαν να ψάλλουν, και μετά του πνεύματος μεν έβγαινε κάποια άφθονη και ανεξήγητη ευωδία, ενώ το σώμα περιβαλλόταν από πλούσιο και απλησίαστο φως, ώστε και ο αέρας γέμισε από ήχους και άσματα, περισσότερο όμως από την ευχάριστη ευωδία, το δε σώμα ακτινοβολούσε από παντού, ώστε να γίνεται κάπως αθέατο. Έτσι λοιπόν διαμοιράζονται την Παρθένο, οι μαθητές και ο Διδάσκαλος, τα επίγεια και τα ουράνια, όπως και μετά από λίγο ο ουρανός και ο παράδεισος. Ο Κύριος και τα γύρω από αυτόν λειτουργικά πνεύματα πήραν τη ψυχή, ενώ οι μαθητές το σώμα.


πηγή: απόσπασμα από το βιβλίο «Ο βίος της Παναγίας»,
έκδοσις Ι.Μ. Χρυσοποδαριτίσσης Πατρών

Αναδημοσίεευση από :


.

Πέμπτη, 12 Αυγούστου 2010

Υπεραγία Θεοτόκος

......
Κάθε φορά πού γιορτάζουμε τή μνήμη τῆς Παναγίας μᾶς διακατέχει ἱερή χαρά καί δυναμωμένη ἐλπίδα καί, γεμάτοι ἀπό εὐγνωμοσύνη καί θαυμασμό γιά τή χάρη Της ἀναφωνοῦμε ἀπό τά βάθη τῆς καρδιᾶς μας: «πόθεν μοι τοῦτο;» καί, μιμούμενοι τήν Ἐλισάβετ, εὐλογοῦμε τήν ἁγία Παρθένο, τήν αἰτία τῆς σωτηρίας μας, τή Μητέρα τοῦ Θεοῦ ἡμῶν. Ἐνεργεῖ σέ μᾶς τότε τό μυστήριο τοῦ πνευματικοῦ νόμου πού μᾶς δίδαξε ὁ μέγας Ἀπόστολος: «ἡμεῖς δέ οὐ τό πνεῦμα τοῦ κόσμου ἐλάβομεν, ἀλλά τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ, ἵνα εἰδῶμεν τά ὑπό τοῦ Θεοῦ χαρισθέντα ἡμῖν» (Α´ Κορ. β´ 12). Στό δέ κέντρο τῆς λογικῆς λατρείας μας, ἀμέσως μετά τήν κάθοδο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί τόν καθαγιασμό τῶν τιμίων δώρων, κράζομεν εὐχαρίστως: «Ἐξαιρέτως τῆς Παναγίας ἀχράντου, δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου καί ἀειπαρθένου Μαρίας».Ἄν καί ἡ κάθε ἐπίκλησις τοῦ ὀνόματος τῆς Παναγίας γεννᾶ μέσα μας τέτοια χαρά καί λυτρωτική παράκληση καί ἄν τέτοια ἔμπνευση πίστεως καί ἀγάπης Θεοῦ ἐπισκιάζει τήν Ἐκκλησία ὅταν πανηγυρίζει τή δόξα Της, πῶς νά κατανοήσουμε μιά φαινομενική ἀδιαφορία τοῦ Κυρίου πρός τή Μητέρα Του, ὅταν λέγει: «τί ἐμοί καί σοί, γύναι; οὔπω ἥκει ἡ ὥρα μου» (Ἰωάν. β´ 4), ἤ, «τίς ἐστιν ἡ μήτηρ μου ἤ οἱ ἀδελφοί μου» (Μαρκ. γ´ 33);Πῶς εἶναι δυνατό νά περιφρονήσει τή Μητέρα Του Ἐκεῖνος πού ἔδωσε τήν ἐντολή: «τίμα τόν πατέρα σου καί τήν μητέρα σου· καί ὁ κακολογῶν πατέρα ἤ μητέρα θανάτῳ τελευτάτω» (Μαρκ. ζ´ 10); Πῶς εἶναι δυνατό νά παραβεῖ τήν ἴδια τήν ἐντολή Του Ἐκεῖνος πού εἶπε: «ὁ οὐρανός καί ἡ γῆ παρελεύσονται οἱ δέ λόγοι μου οὐ μή παρέλθωσι» (Λουκ. κα´ 33);Ἀκόμα καί ὅταν κρεμόταν πάνω στό σταυρό μέσα σέ ἀπερίγραπτη ὀδύνη καί ἀγωνία γιά τή σωτηρία τοῦ κόσμου καί ἡ ζωή Του αἰωρεῖτο μεταξύ τοῦ οὐρανίου θρόνου τοῦ Πατρός Του καί τῶν καταχθονίων, ἡ μέριμνά Του γιά τήν ἁγία Μητέρα Του δέν ἔσβησε, ἀλλά μέ στοργή ἐμπιστεύθηκε τήν προστασία Της στόν ἀγαπημένο μαθητή Του: «ἰδού ἡ μήτηρ σου» (Ἰωάν. ιθ´ 26). Ἑπομένως τό ρῆμα Του ὅτι δέν «ἦλθε καταλῦσαι τόν νόμον ἤ τούς προφήτας... ἀλλά πληρῶσαι» (Ματθ. ε´ 17) μένει ἀληθινό καί ἀπαράβατο.Γιατί ὅμως οἱ λόγοι «τίς ἐστιν ἡ μήτηρ Μου ἤ οἱ ἀδελφοί Μου»; Γιά τούς κατά τό νόμο μόνο ἀδελφούς Του τό καταλαβαίνουμε. «Οὐδέ γάρ οἱ ἀδελφοί Αὐτοῦ ἐπίστευον εἰς Αὐτόν» (Ἰωάν. ζ´ 5). Ἐκείνη τήν ἐποχή, πρίν τήν Πεντηκοστή, ἀκόμη καί οἱ πρόκριτοι τῶν μαθητῶν δέν γνώριζαν τί νά ζητήσουν (βλ. Ματθ. κ´ 22). Ἀλλά γιά τήν ἀδιαφορία πρός τήν γνήσια Μητέρα Του, ἀπό τήν ὁποία γεννήθηκε ἀληθινά καί μέ θαυμαστό καί ἀνερμήνευτο τρόπο —«τήν γάρ γενεάν Αὐτοῦ τίς διηγήσεται;» (Ἡσ. νγ´ 7-8)— πῶς νά τήν ἐννοήσουμε; Καί ἄν λίγο πρίν ἀνέλθει πάνω στό σταυρό ὁ Κύριος μποροῦσε νά λέγει μέ παρρησία: «ἔρχεται ὁ τοῦ κόσμου ἄρχων, καί ἐν Ἐμοί οὐκ ἔχει οὐδέν» (Ἰωάν. ιδ´ 30), εἶναι φανερό πώς εἶχε ἐκπληρώσει τά πάντα ἀναμάρτητα.Ποιό μυστήριο ἄραγε κρύβει ἡ φαινομενική ἀντίφαση τῶν λόγων τούτων τοῦ Κυρίου;Ἄς ἐξετάσουμε προσεκτικά τίς δύο περιπτώσεις πού ἀναφέραμε στήν ἀρχή: «τί ἐμοί καί σοί, γύναι;» καί «τίς ἐστιν ἡ μήτηρ μου ἤ οἱ ἀδελφοί μου;».Ἐγένετο κάποιος γάμος στήν Κανᾶ τῆς Γαλιλαίας, ὅπου παρευρέθηκαν ἡ ἁγία Παρθένος καί ὁ Κύριος Ἰησοῦς μέ τούς μαθητές Του. Ὅταν τελείωσε τό κρασί, ἡ Μητέρα τοῦ Κυρίου τό ἀνέφερε στόν Υἱόν Της, προτρέποντάς Τον τρόπον τινά νά θαυματουργήσει. Τότε «λέγει αὐτῇ ὁ Ἰησοῦς· τί ἐμοί καί σοί, γύναι; οὔπω ἥκει ἡ ὥρα μου». Ἡ ἁγία Παρθένος δέν ἀπελπίζεται, ἀλλά δέχεται ταπεινά τήν ἄρνηση τοῦ Υἱοῦ Της νά ἐκπληρώσει τήν ἐπιθυμία Της καί μέ πίστη συμβουλεύει τούς διακόνους: «ὅ,τι ἄν λέγῃ ὑμῖν, ποιήσατε». Ὁ δέ Κύριος ἐν συνεχείᾳ τελεῖ τό θαῦμα τῆς μεταβολῆς τοῦ ὕδατος σέ οἶνο. Μέ ἄλλα λόγια, ἡ ταπεινή ἀποδοχή τῆς ἀρνήσεως τοῦ Υἱοῦ νά ἐκπληρώσει τό ἀνθρώπινο θέλημα τῆς κατά σάρκα Μητέρας Του ἐπισπεύδει, σάν θυσία εὐάρεστη ἐνώπιόν Του, τόν ἐρχομό τῆς ὥρας κατά τήν ὁποία θά φανερωθεῖ ἡ δόξα Του. Καί τότε ἀκριβῶς «ἐποίησε τήν ἀρχήν τῶν σημείων ὁ Ἰησοῦς ἐν Κανᾷ τῆς Γαλιλαίας καί ἐφανέρωσε τήν δόξαν αὐτοῦ, καί ἐπίστευσαν εἰς αὐτόν οἱ μαθηταί αὐτοῦ» (Ἰωάν. β´ 11).Στήν δεύτερη περίπτωση βλέπουμε τόν Κύριο Ἰησοῦ νά εἶναι περιστοιχισμένος ἀπό τόν ὄχλο καί νά τούς διδάσκει. Τότε ἦλθαν ἡ Μητέρα Του καί οἱ ἀδελφοί Του νά Τόν πάρουν, φοβούμενοι μήπως Τόν φονεύσουν οἱ ἐχθροί Του. Ὁ Κύριος ὅμως, ὁ Ὁποῖος ἀπό 12 ἐτῶν εἶπε στούς κατά σάρκα γονεῖς Του «οὐκ ἤδειτε ὅτι ἐν τοῖς τοῦ Πατρός μου δεῖ εἶναι με»; (Λουκ. β´ 49) ἀρνεῖται νά ὑπακούσει καί λέγει: «τίς ἐστιν ἡ μήτηρ μου καί τίνες εἰσίν οἱ ἀδελφοί μου; καί ἐκτείνας τήν χεῖρα αὐτοῦ ἐπί τούς μαθητάς αὐτοῦ ἔφη· ἰδού ἡ μήτηρ μου καί οἱ ἀδελφοί μου· ὅστις γάρ ἄν ποιήσῃ τό θέλημα τοῦ Πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς, αὐτός μου ἀδελφός καί ἀδελφή καί μήτηρ ἐστιν» (Ματθ. ιβ´ 48-50).Ὅπως εἴπαμε πιό πάνω, νά ἀρνεῖται ὁ Χριστός τούς κατά τό νόμο ἀδελφούς Του εἶναι κατανοητό, διότι δέν ἦσαν ἀκόμη ἀδελφοί Του καί κατά τό πνεῦμα. Ἡ Παναγία Μητέρα Του ὅμως, καί πρίν νά ποιήσει τό σημεῖο τῆς Κανᾶ γιά νά φανερώσει τή δόξα Του καί νά πιστεύσουν οἱ μαθητές Του, ὅταν ἦταν ἀκόμη στή φάτνη ὁ Ἰησοῦς καί ἀναγνωρίζετο ἀπό τούς ποιμένες ὡς ὁ Σωτήρ τοῦ κόσμου καί δωδεκαετής κατέπληττε μέ τή θεία σοφία Του τούς διδασκάλους τοῦ Ἰσραήλ, εἶχε τέτοια πίστη στόν Υἱό Της, ὥστε ἡ Γραφή μᾶς λέει: «ἡ μήτηρ αὐτοῦ διετήρει πάντα τά ρήματα ταῦτα ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτῆς» (Λουκ. β´ 19 καί β´ 51). Ἑπομένως οἱ αἰνιγματικοί λόγοι τῆς ἄρνησης ἀποτελοῦν περισσότερο ἔπαινο γιά τήν Παναγία παρά μομφή, ὑπονοώντας ὅτι Αὐτή εἶναι «ἕν Πνεῦμα» (Α´ Κορ. στ´ 17) μέ τόν Υἱό Της.Γιατί ὅμως ὁ Κύριος, ὁ ἄμωμος τηρητής τῆς σχετικῆς μέ τούς γονεῖς ἐντολῆς ἀρνεῖται;Πρόκειται, ἀδελφοί, γιά ἕνα μεγάλο πνευματικό νόμο. Τό νόμο τῆς ὑποταγῆς τοῦ ἀνθρωπίνου θελήματος στό θέλημα τοῦ οὐρανίου Πατρός. Λίγο πρίν τήν ἄρνηση στή Μητέρα καί τούς ἀδελφούς Του ὁ Κύριος μέ τή δύναμι τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἐξέφρασε τούς φοβερούς λόγους: «εἴ τις ἔρχεται πρός με καί οὐ μισεῖ τόν πατέρα ἑαυτοῦ καί τήν μητέρα καί τήν γυναῖκα καί τά τέκνα καί τούς ἀδελφούς καί τάς ἀδελφάς, ἔτι δέ καί τήν ἑαυτοῦ ψυχήν, οὐ δύναταί μου μαθητής εἶναι» (Λουκ. ιδ´ 26). Ἄν ὁ Κύριος ὑπάκουε στήν προτροπή τῶν οἰκείων Του καί ἐγκατέλειπε ἀπό φόβο τό ἔργο τῆς διδαχῆς, ὁ ἐχθρός θά στεροῦσε ἀπ᾿ Αὐτόν τό δικαίωμα νά προφέρει αὐτούς τούς λόγους. Κάνοντας ὅμως «βρῶμα» Του (Ἰωάν. δ´ 34) τό θέλημα καί τό ἔργο τοῦ πέμψαντος Αὐτόν Πατρός, ἀρνήθηκε νά ὑπακούσει στό ἀνθρώπινο θέλημα τῆς Μητέρας καί τῶν ἀδελφῶν, καί ὁ λόγος Του παρέμεινε «ἐν ἐξουσίᾳ καί δυνάμει» (Λουκ. δ´ 32-36) καί ἐνεργεῖ μέχρι συντελείας τοῦ αἰῶνος.Γιά τήν ἴδια τέλεια παράδοση στό θέλημα τοῦ Θεοῦ ἡ ἁγία Παρθένος κρίθηκε ἄξια νά γίνει Μητέρα τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ. «Ἰδού ἡ δούλη Κυρίου· γένοιτό μοι κατά τό ρῆμά σου» (Λουκ. α´ 38). Ὅμως γιά τή δόξα τοῦ Υἱοῦ Της ἐκένωσε πλήρως τό θέλημά Της σέ ὅλη τή διάρκεια τῆς ἐπί γῆς ζωῆς Της. Τό πλήρωμα τῆς κενώσεώς Της προηγήθηκε τῶν «μεγαλείων» τά ὁποῖα «ἐποίησεν αὐτῇ ὁ δυνατός» (πρβλ. Λουκ. α´ 49). Στήν ἀρχή τῆς δημιουργίας ὁ Κύριος εἶπε «γενηθήτω» καί «τά πάντα ἐγένοντο».Στήν ἀρχή τῆς ἀναδημιουργίας ἡ ἁγία Παρθένος εἶπε «γένοιτό μοι κατά τό ρῆμά σου» καί ἀνακαινίσθηκε ἡ κτίση. Καί «νῦν», ἀδελφοί μου, μέ τήν ἴδια παράδοση στό τέλειο καί ἅγιο θέλημα τοῦ Θεοῦ, ἄς εἴπωμεν κατά τό ὑπόδειγμα τῆς Μητέρας τοῦ Οὐρανοῦ: «γένοιτο, Κύριε, τό θέλημά σου ἐφ᾿ ἡμᾶς» , ὥστε νά ἀξιωθοῦμε νά γεννηθοῦμε «οὐκ ἐξ αἱμάτων, οὐδέ ἐκ θελήματος σαρκός, οὐδέ ἐκ θελήματος ἀνδρός, ἀλλ᾿ ἐκ Θεοῦ» (Ἰωάν. α´ 13), «ἄνωθεν» (Ἰωάν. γ´ 3) καί νά εἰσέλθουμε στήν οὐράνια βασιλεία τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ὅπου ἡ Παναγία παρίσταται ὡς βασίλισσα ἐκ δεξιῶν (Ψαλμ. μδ´ 10) τοῦ θρόνου τοῦ Θεοῦ, διαφυλάττουσα καί σκέπουσα ὅλους ὅσους πιστεύουν καί ἀκολουθοῦν τόν ἠγαπημένον Υἱόν Της. Ἀμήν.


.
Ἱερομόναχος ΖΑΧΑΡΙΑΣ Ἱερά Μονή Τιμίου ΠροδρόμουἜσσεξ, Ἀγγλία


.

Παρασκευή, 6 Αυγούστου 2010

Η Μεταμόρφωση Του Κυρίου Ημών Ιησού Χριστού

...
Η Μεταμόρφωση του Χριστού επάνω στο όρος Θαβώρ έγινε λίγο προ του Πάθους Του, και συγκεκριμένα σαράντα ημέρες πριν πάθει και σταυρωθεί. Άλλωστε, ο σκοπός της Μεταμορφώσεως ήταν να στηριχθούν οι Μαθητές στην πίστη ότι αυτός είναι ο Υιός του Θεού και να μη κλονισθούν για όσα θα έβλεπαν τις ημέρες εκείνες. Στα τροπάρια της Εκκλησίας φαίνεται αυτή η αλήθεια.Σε ένα ψάλλουμε: «Προ του τιμίου σταυρού σου και του πάθους, λαβών ους προέκρινας των ιερών μαθητών προς το Θαβώριον Δέσποτα, ανήλθες όρος». Και στο Κοντάκιο της εορτής λέγεται: «...ίνα όταν σε ίδωσιν σταυρούμενον το μεν πάθος νοήσωσιν εκούσιον τω δε κόσμω κηρύξωσιν ότι συ υπάρχεις αληθώς του Πατρός το απαύγασμα».
Επομένως, κανονικά η Μεταμόρφωση του Χριστού έπρεπε να εορτάζεται τον μήνα Μάρτιο, ανάλογα με το πότε εορτάζεται κάθε χρόνο το Πάσχα. Επειδή, όμως, ο χρόνος αυτός συμπίπτει με την περίοδο της Τεσσαρακοστής και δεν θα μπορούσε να εορτασθεί πανηγυρικά, γι' αυτό η εορτή μεταφέρθηκε την 6ην Αυγούστου. Η ημερομηνία αυτή δεν είναι τυχαία, αφού προηγείται σαράντα ημέρες από την εορτή της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού (14 Σεπτεμβίου), η οποία είναι σαν την Μ. Παρασκευή.
Τα γεγονότα της εορτής διασώζονται και από τους τρεις λεγομένους συνοπτικούς Ευαγγελιστές, γιατί η Μεταμόρφωση αποτελεί κεντρικό γεγονός στην ζωή του Χριστού και περικλείει πολλά θεολογικά μηνύματα. (Ματθ. ιζ', 1-8, Μαρκ. θ', 2-8, Λουκ. θ', 28-36).[...]

Η λέξη μεταμόρφωση δηλώνει την αλλαγή της μορφής. Δηλαδή σε μια συγκεκριμένη στιγμή ο Χριστός αποκάλυψε αυτό που κρυπτόταν, φανέρωσε την δόξα της θεότητος, με την οποία ήταν ενωμένη η ανθρώπινη φύση από την στιγμή της συλλήψεως στην κοιλία της Θεοτόκου. Ο Χριστός με την μεγάλη Του φιλανθρωπία κάλυπτε αυτό που είχε πάντοτε, ώστε να μη «καούν» οι Μαθητές, λόγω της ακαταλληλότητός τους, επειδή δεν είχαν ακόμη προετοιμασθεί.
Ο Χριστός εκείνη την ώρα μεταμορφώθηκε, «ουχ ο ουκ ην προσλαβόμενος, ουδέ εις όπερ ουκ ην μεταβαλόμενος, αλλ' όπερ ην τοις οικείους μαθηταίς εκφαινόμενος» (αγ. Ιωάννης Δαμασκηνός). Αυτό σημαίνει ότι ο Χριστός δεν προσέλαβε κάτι που δεν είχε, ούτε μεταβλήθηκε σε κάτι που δεν ήταν, αλλά φανέρωσε στους Μαθητές Του αυτό που ήταν. Ουσιαστικά όταν κάνουμε λόγο για Μεταμόρφωση εννοούμε ότι έδειξε την δόξα της θεότητός Του, που την κρατούσε αφανή στο φαινόμενο σώμα, επειδή οι άνθρωποι δεν μπορούσαν να την αντικρύσουν.
Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος θα πει ότι ο Χριστός δεν έδειξε ολόκληρη την θεότητα, αλλά μια μικρή ενέργειά της. Και αυτό ο έκανε αφ' ενός μεν για να πληροφορήσει για το ποια είναι η θεϊκή δόξα της Βασιλείας, αφ' ετέρου δε από φιλανθρωπία, ώστε να μη χάσουν και την ζωή τους ακόμη, βλέποντας ολόκληρη την δόξα της θεότητος. Γι' αυτό, το μυστήριο της Μεταμορφώσεως είναι και αποκάλυψη της Βασιλείας, αλλά και έκφραση της αγάπης και της φιλανθρωπίας του Θεού.
Γίνεται λόγος στα λειτουργικά κείμενα ότι κατά την Μεταμόρφωση ο Χριστός θεούργησε την ανθρώπινη φύση που προσέλαβε. Αυτό, όμως, λέγεται με μια ορισμένη έννοια και δεν σημαίνει ότι τότε μόνο θεουργήθηκε η ανθρώπινη φύση. Κατά τον άγιο Ιωάννη τον Δαμασκηνό η ανθρώπινη φύση θεουργήθηκε, δηλαδή θεώθηκε, από την υποστατική ένωση και κοινωνία με τον Θεό Λόγο, που έγινε από την στιγμή της συλλήψεώς Του στην κοιλία της Θεοτόκου, την ημέρα του Ευαγγελισμού. Τότε, η θεότητα θέωσε την ανθρώπινη φύση, ενώ η ανθρώπινη φύση θεώθηκε (άγ. Γρηγόριος Θεολόγος). Κατά την Μεταμόρφωση του Χριστού φανερώθηκε στους Μαθητάς αυτή η θεουργηθείσα ανθρώπινη φύση από την πρόσληψή της από τον Θεό Λόγο. Προηγουμένως ήταν άγνωστη, τώρα έγινε φανερά. Με αυτήν την έννοια γίνεται λόγος σε μερικά τροπάρια για θεουργία της ανθρώπινης φύσεως κατά την Μεταμόρφωση.
Αυτό ακριβώς το γεγονός μάς οδηγεί στην άποψη ότι στο Θαβώρ δεν έχουμε μόνο Μεταμόρφωση, αποκάλυψη του Χριστού, αφού πραγματικά τότε έδειξε μερικές ακτίνες της θεότητός Του, αλλά και μεταμόρφωση των Μαθητών. Οι Μαθητές αξιώθηκαν να δουν την θεουργία της ανθρώπινης φύσης του Χριστού, ακριβώς γιατί μεταμορφώθηκαν αυτοί οι ίδιοι. Οι Πατέρες κάνουν λόγο για εναλλαγή των Μαθητών. «Ενηλλάγησαν ουν και ούτω την την εναλλαγήν είδον» (άγ. Γρηγόριος Παλαμάς). Αυτό σημαίνει ότι υπάρχει εναλλαγή, Μεταμόρφωση του Χριστού, αλλά αυτό έγινε γνωστό, γιατί υπήρξε και εναλλαγή, μεταμόρφωση των Μαθητών.
Η μεταμόρφωση των Μαθητών έγινε σε όλη τους την ψυχοσωματική ύπαρξη. Οι Μαθητές δεν είδαν το θειό φως μόνο με τον νου τους, που είναι ο οφθαλμός της ψυχής, αλλά και με αυτές τις σωματικές αισθήσεις, οι οποίες όμως προηγουμένως δυναμώθηκαν από την άκτιστη ενέργεια του Θεού και μεταμορφώθηκαν για να τον δουν. Οι σωματικοί οφθαλμοί είναι τυφλοί ως προς το φως του Θεού, επειδή οι οφθαλμοί του ανθρώπου είναι κτιστοί και δεν μπορούν ναδουν το άκτιστο Φως. Γι' αυτό και αλλοιώθηκαν από την ενέργεια του Θεού και αξιώθηκαν να δουν την δόξα του Θεού (άγ. Γρηγόριος Παλαμάς).

Από το βιβλίο «Οι Δεσποτικές Εορτές»
Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγ. Βλασίου Ιεροθέου
.

Πέμπτη, 5 Αυγούστου 2010

Μακροθυμώ - Υποχωρώ - Συγχωρώ

...

"Μακροθυμώ" , σημαίνει δίνω χρόνο στη σχέση μου με το διπλανό μου, ώστε να καταλάβει αυτός το λάθος του, ή να αισθανθώ εγώ την υπαιτιότητά μου;
.

Σημαίνει πως δεν αντιδρώ βίαια και "εν βρασμώ", αλλά αφήνω το χρόνο και τον Θεό να με οδηγήσουν στην αποκάλυψη των αιτιών που προκάλεσαν μια σύγκρουση,
και της ωφέλειας που μπορεί να προκύψει τελικά από αυτήν.
.
.
"Υποχωρώ" , σημαίνει κάνω λίγο πίσω το εγώ μου.
Αρνούμαι τον εγωκεντρισμό μου, "μεριάζω" (κάνω χώρο) στην καρδιά μου για να χωρέσουν μέσα μου όλα;

Η στεναχώρια που μου προξενεί ο διπλανός μας, η φιλία μας που δοκιμάζεται, η συγνώμη που του οφείλω, ο θυμός που δεν πρέπει να εκδηλωθεί, η αγάπη που δεν καλλιεργώ όσο θά έπρεπε.
.
.
" Συγχωρώ " σημαίνει να μπορώ τελικά να χωράω μέσα στον τόπο της καρδιάς μου μαζί με τον συνάνθρωπό μου; Να έχω τόσο συστείλει το εγώ μου, ώστε όχι μόνο να έχω κάνει χώρο για το διπλανό μου, αλλά και να τον προσκαλώ στην καρδιά μου, να τον αποδέχομαι, να τον φιλοξενώ στον τόπο της...
.
Ο στίβος του καθημερινού μας βίου δεν ορίζεται μόνο με λόγια.
Θέλει αγώνα, άσκηση και άθληση.
Αυτή είναι η δυσκολία του αυτή και η γοητεία του!

.

Τετάρτη, 4 Αυγούστου 2010

Επαγρύπνηση και Προσοχή

...
" Ψυχή όλων των ασκήσεων, που γίνονται για τον Κύριο, είναι η προσοχή. Δίχως προσοχή, όλες αυτές οι ασκήσεις είναι άκαρπες, νεκρές. Όποιος ποθεί τη σωτηρία του, πρέπει να μάθει να προσέχει άγρυπνα τον εαυτό του, είτε ζει στη μόνωση είτε ζει μέσα στον περισπασμό, οπότε καμιά φορά, και χωρίς να το θέλει, παρασύρεται από τις συνθήκες.

Αν ο φόβος του Θεού γίνει το ισχυρότερο απ' όλα τ' άλλα αισθήματα της καρδιάς, τότε πιο εύκολα θα προσέχουμε τον εαυτό μας, τόσο στην ησυχία του κελιού μας όσο και μέσα στο θόρυβο που μας κυκλώνει από παντού.

Στη διατήρηση της προσοχής πολύ συμβάλλει η συνετή μετρίαση της τροφής, που μειώνει τη θέρμη του αίματος. Η αύξηση αυτής της θέρμης από τα πολλά φαγητά, από την έντονη σωματική δραστηριότητα, από το ξέσπασμα της οργής, από το μεθύσι της κενοδοξίας και από άλλες αιτίες προκαλεί πολλούς λογισμούς και φαντασιώσεις, δηλαδή τον σκορπισμό του νου. Γι' αυτό οι άγιοι πατέρες σ' εκείνον που θέλει να προσέχει τον εαυτό του συστήνουν πριν απ' όλα τη μετρημένη, διακριτική και διαρκή εγκράτεια από τις τροφές.

Όταν σηκώνεσαι από τον ύπνο -πρόκειται για μια προεικόνιση της αναστάσεως των νεκρών, που περιμένει όλους τους ανθρώπους- να κατευθύνεις τις σκέψεις σου στο Θεό. Να προσφέρεις σαν θυσία σ' Εκείνον τους πρώτους καρπούς της λειτουργίας του νου σου, όταν αυτός δεν έχει ακόμα προσλάβει καμιά μάταιη εντύπωση.

Αφού ικανοποιήσεις όλες τις ανάγκες του σώματος, όπως κάθε άνθρωπος που σηκώνεται από τον ύπνο, διάβασε με ησυχία και αυτοσυγκέντρωση τον συνηθισμένο προσευχητικό σου κανόνα. Φρόντισε όχι τόσο για την ποσότητα όσο για την ποιότητα της προσευχής. Αυτό σημαίνει να προσεύχεσαι με απόλυτη προσοχή. Έτσι θα φωτιστεί και θα ζωογονηθεί η καρδιά από την κατάνυξη και τη θεία παρηγοριά.

Μετά τον κανόνα της προσευχής, προσπαθώντας πάλι με όλες σου τις δυνάμεις για τη διατήρηση της προσοχής, να διαβάζεις την Καινή Διαθήκη, κυρίως το Ευαγγέλιο. Διαβάζοντας, να σημειώνεις με επιμέλεια τις παραγγελίες και τις εντολές του Χριστού, για να κατευθύνεις σύμφωνα μ' αυτές όλες σου τις πράξεις της ημέρας, φανερές και κρυφές.

Η ποσότητα της μελέτης εξαρτάται από τις δυνάμεις σου και από τις περιστάσεις. Δεν πρέπει να βαραίνεις το νου σου με υπέρμετρη ανάγνωση προσευχών ή της Γραφής. Δεν πρέπει, επίσης, να παραμελείς τις υποχρεώσεις σου για να προσευχηθείς ή να μελετήσεις περισσότερο. Όπως η άμετρη χρήση υλικής τροφής προκαλεί διαταραχές στο στομάχι και το εξασθενίζει, έτσι και η άμετρη χρήση πνευματικής τροφής εξασθενίζει το νου, του προκαλεί αποστροφή προς τις ευσεβείς ασκήσεις και του φέρνει αθυμία.

Στον αρχάριο οι άγιοι πατέρες συστήνουν να προσεύχεται συχνά αλλά σύντομα. Όταν ο νους ωριμάσει πνευματικά και δυναμώσει, τότε θα μπορεί να προσεύχεται αδιάλειπτα. Σε τέτοιους χριστιανούς, που έχουν γίνει ώριμοι, φτάνοντας στα μέτρα της τελειότητας του Χριστού, αναφέρονται τα λόγια του αποστόλου Παύλου: «Επιθυμώ να προσεύχονται οι άνδρες σε κάθε τόπο και να σηκώνουν στον ουρανό χέρια καθαρά (από κάθε μολυσμό), δίχως οργή και λογισμούς», δηλαδή δίχως εμπάθεια, περισπασμό ή μετεωρισμό. Γιατί αυτό που είναι φυσικό για έναν άνδρα, δεν είναι ακόμα φυσικό για ένα νήπιο.

Αφού, λοιπόν, ο άνθρωπος φωτιστεί από τον Ήλιο της δικαιοσύνης, τον Κύριο Ιησού Χριστό, μέσω της προσευχής και της μελέτης, μπορεί να επιδοθεί στις καθημερινές του ασχολίες, προσέχοντας ώστε σ' όλα τα έργα και τα λόγια του, σ' όλη την ύπαρξή του να κυριαρχεί και να ενεργεί το πανάγιο θέλημα του Θεού, όπως αυτό αποκαλύφθηκε και εξηγήθηκε στους ανθρώπους με τις ευαγγελικές εντολές.

Αν στη διάρκεια της ημέρας υπάρχουν ελεύθερες στιγμές, χρησιμοποίησε τες για να διαβάσεις με προσοχή μερικές επιλεγμένες προσευχές ή περικοπές της Αγίας Γραφής, ενισχύοντας έτσι τις ψυχικές σου δυνάμεις, που έχουν εξασθενήσει από τις διάφορες δραστηριότητες μέσα στον πρόσκαιρο κόσμο. Αν τέτοιες χρυσές στιγμές δεν υπάρχουν, να λυπάσαι γι' αυτό, όπως αν είχες χάσει θησαυρό. Ό,τι χάθηκε σήμερα δεν πρέπει να χαθεί και αύριο, γιατί η καρδιά μας εύκολα παραδίνεται στη ραθυμία και τη λήθη. Απ' αυτές, πάλι, γεννιέται η σκοτεινή άγνοια, που καταστρέφει το έργο του Θεού, το έργο της σωτηρίας του ανθρώπου.

Αν συμβεί να πεις ή να κάνεις κάτι που έρχεται σε αντίθεση με τις εντολές του Θεού, τότε χωρίς καθυστέρηση διόρθωσε το σφάλμα σου με την ειλικρινή μετάνοια. Με τη μετάνοια να επιστρέφεις πάντα στο δρόμο του Θεού, όταν ξεφεύγεις απ' αυτόν, καταφρονώντας το θείο θέλημα Μη μένεις για πολύ έξω από το δρόμο του Θεού! Στις αμαρτωλές σκέψεις και φαντασιώσεις και στα εμπαθή αισθήματα να αντιπαραθέτεις με πίστη και ταπείνωση τις ευαγγελικές εντολές, λέγοντας μαζί με τον άγιο πατριάρχη Ιωσήφ: «Πώς μπορώ να κάνω αυτό το κακό και ν' αμαρτήσω μπροστά στο Θεό;».

Όποιος προσέχει τον εαυτό του πρέπει ν' απαρνηθεί γενικά κάθε φαντασίωση, όσο ελκυστική και εύσχημη κι αν φαίνεται αυτή. Κάθε φαντασίωση είναι περιπλάνηση του νου όχι στην περιοχή της αλήθειας αλλά στη χώρα των φαντασμάτων, που δεν υπάρχουν ούτε πρόκειται να υπάρξουν και που πλανούν το νου, εμπαίζοντας τον. Συνέπειες των φαντασιώσεων είναι η απώλεια της προσοχής, ο σκορπισμός του νου και η σκληρότητα της καρδιάς την ώρα της προσευχής. Έτσι αρχίζει η διαταραχή της ψυχής.

Το βράδυ, όταν πηγαίνεις για ύπνο -που, μετά την εγρήγορση της ημέρας και σε σύγκριση μ' αυτήν, προεικονίζει τον θάνατο- να εξετάζεις τις πράξεις που έκανες όσο ήσουνα ξύπνιος. Ένας τέτοιος αυτοέλεγχος δεν είναι δύσκολος για τον άνθρωπο που ζει προσεκτικά. Γιατί η προσοχή εξαφανίζει τη λήθη, που είναι φαινόμενο τόσο συνηθισμένο σ' όποιον έχει περισπασμούς. Έτσι, λοιπόν, αφού θυμηθείς όλες τις αμαρτίες που έκανες στη διάρκεια της ημέρας, είτε με πράξεις είτε με λόγια είτε με σκέψεις, εγκάρδια πρόσφερε γι' αυτές τη μετάνοιά σου στο Θεό, έχοντας τη διάθεση της διορθώσεως. Μετά διάβασε τον κανόνα της προσευχής σου. Τέλος, κλείσε την ημέρα σου όπως την άρχισες, δηλαδή με θεϊκούς λογισμούς.

Την ώρα που κοιμάται ο άνθρωπος, πού πάνε όλες οι σκέψεις και τα αισθήματα του; Τι μυστική κατάσταση είναι αυτή του ύπνου, κατά την οποία τόσο η ψυχή όσο και το σώμα ζουν και συνάμα δεν ζουν, αποξενωμένα καθώς είναι από την αίσθηση της ζωής, σαν νεκρά; Ακατανόητος είναι ο ύπνος, όπως και ο θάνατος. Όπως στην αιώνια ανάπαυση, έτσι και στην πρόσκαιρη του ύπνου η ψυχή ξεχνάει ακόμα και τις πιο μεγάλες πίκρες, ακόμα και τις πιο φοβερές επίγειες συμφορές.

Και το σώμα; ...;. Αφού σηκώνεται από τον ύπνο, οπωσδήποτε θα αναστηθεί και από τους νεκρούς.

Ο μεγάλος αββάς Αγάθων είπε: «Είναι αδύνατο να προκόψουμε στην αρετή, αν δεν προσέχουμε άγρυπνα τον εαυτό μας». Αμήν. "

Αγίου Ιγνατίου Μπριαντσανίνωφ,
«Ασκητικές εμπειρίες» τ. Β΄. Εκδ. Ι. Μ. Παρακλήτου, 2009

.