Ιερός Ναός Αγίων Πάντων Μακεδονίτισσας

Ιερός Ναός Αγίων Πάντων Μακεδονίτισσας
Άγιοι του Θεού πρεσβεύετε υπέρ ημών !

Κυριακή, 25 Δεκεμβρίου 2011

Στήριξη στον Γέροντα Εφραίμ

...

Φίλοι και φίλες,


Άφωνοι και συγκλονισμένοι οι απανταχού ορθόδοξοι, Έλληνες και μή, έχουμε πληροφορηθεί την καθόλα ανυπόστατη απόφαση του Εφετείου Αθηνών για προφυλάκιση του Γέροντα Εφραίμ.Η απροσδόκητη αυτή εξέλιξη, μας καλεί, ως ελάχιστη έκφραση καταδίκης της απόφασης αυτής και στήριξης του Γέροντα Εφραίμ, να συμπληρώσουμε τα στοιχεία μας στη φόρμα συλλογής υπογραφών




,ΚΑΛΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝA !

,

,

Ἡ Γέννηση τοῦ Χριστοῦ, τὸ Μέγα Μυστήριον. Φώτης Κόντογλου

...

Μυστήριο ξένον, λέγει ὁ Ὑμνωδός, τὴ Γέννηση τοῦ Χριστοῦ, τὸ νὰ γεννηθῆ σὰν ἄνθρωπος, ὄχι κανένας προφήτης, ὄχι κανένας ἄγγελος, ἄλλα ὁ ἴδιος ὁ Θεός! Ὁ ἄνθρωπος, θὰ μποροῦσε νὰ φθάσει σὲ μία τέτοια πίστη; Οἱ φιλόσοφοι καὶ οἱ ἄλλοι τετραπέρατοι σπουδασμένοι ἤτανε δυνατὸ νὰ παραδεχθοῦν ἕνα τέτοιο πράγμα;Ἀπὸ τὴν κρισάρα τῆς λογικῆς τους δὲν μποροῦσε νὰ περάσει ἢ παραμικρὴ ψευτιά, ὄχι ἕνα τέτοιο τερατολόγημα! Ὁ Πυθαγόρας, ὁ Ἐμπεδοκλῆς κι ἄλλοι τέτοιοι θαυματουργοί, ποὺ ἤτανε καὶ σπουδαῖοι φιλόσοφοι, δὲ μπορέσανε νὰ τοὺς κάνουνε νὰ πιστέψουνε κάποια πράγματα πολὺ πιστευτά, καὶ θὰ πιστεύανε ἕνα τέτοιο τερατολόγημα;Γι᾿ αὐτὸ ὁ Χριστὸς γεννήθηκε ἀνάμεσα σὲ ἁπλοὺς ἀνθρώπους, ἀνάμεσα σὲ ἀπονήρευτους τσοπάνηδες, μέσα σε μία σπηλιά, μέσα στὸ παχνί, ποὺ τρώγανε τὰ βόδια.Κανένας δὲν τὸν πῆρε εἴδηση, μέσα σε ἐκεῖνον τὸν ἀπέραντο κόσμο, ποὺ ἐξουσιάζανε οἱ Ῥωμαῖοι, γιὰ τοῦτο εἶχε πεῖ ὁ προφήτης Γεδεών, πὼς θὰ κατέβαινε ἥσυχα στὸν κόσμο, ὅπως κατεβαίνει ἡ δροσιὰ ἀπάνω στὸ μπουμπούκι τοῦ λουλουδιοῦ, «ὡς ὑετὸς ἐπὶ πόκον». Ἀνάμεσα σὲ τόσες μυριάδες νεογέννητα παιδιά, ποιὸς νὰ πάρει εἴδηση τὸ πιὸ πτωχὸ ἀπὸ τὰ πτωχά, ἐκεῖνο ποῦ γεννήθηκε ὄχι σὲ καλύβι, ὄχι σὲ στρούγκα, ἀλλὰ σὲ μία σπηλιά; Καὶ κείνη ξένη, γιατὶ τὴν εἴχανε οἱ τσομπαναρέοι νὰ σταλιάζουνε τὰ πρόβατά τους.Τὸ «ὑπερεξαίσιον καὶ φρικτὸν μυστήριο» τῆς Γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ ἔγινε τὸν καιρὸ ποὺ βασίλευε ἕνας μοναχὰ αὐτοκράτορας ἀπάνω στὴ γῆ, ὁ Αὔγουστος, ὁ ἀνιψιὸς τοῦ Καίσαρα, ὕστερα ἀπὸ μεγάλη ταραχὴ καὶ αἱματοχυσία ἀνάμεσα στὸν Ἀντώνιο ἀπὸ τὴ μία μεριά, καὶ στὸν Βροῦτο καὶ τὸν Κάσσιο ἀπὸ τὴν ἄλλη.Τότε γεννήθηκε κι ὁ ἕνας καὶ μοναχὸς πνευματικὸς βασιλιάς, ὁ Χριστός. Κι᾿ αὐτὸ τὸ λέγει ἡ ποιήτρια Κασσιανὴ στὸ δοξαστικὸ ποὺ σύνθεσε, καὶ ποὺ τὸ ψέλνουνε κατὰ τὸν Ἑσπερινὸ τῶν Χριστουγέννων: «Αὐγούστου μοναρχήσαντος ἐπὶ τῆς γῆς, ἡ πολυαρχία τῶν ἄνθρωπων ἐπαύσατο. Καὶ Σοῦ ἐνανθρωπήσαντος ἐκ τῆς ἁγνῆς ἡ πολυθεΐα τῶν εἰδώλων κατήργηται. Ὑπὸ μίαν βασιλείαν ἐγκόσμιον αἱ πόλεις γεγένηνται. Καὶ εἰς μίαν δεσποτείαν Θεότητος τὰ ἔθνη ἐπίστευσαν...».Τὴ Γέννηση τοῦ Χριστοῦ τὴν προφητέψανε οἱ Προφῆτες. Πρῶτος ἀπ᾿ ὅλους τὴν προφήτεψε ὁ πατριάρχης Ἰακώβ, τὴ μέρα ποὺ εὐλόγησε τοὺς δώδεκα υἱούς του, καὶ εἶπε στὸν Ἰούδα «δὲν θὰ λείψει ἄρχοντας ἀπὸ τὸν Ἰούδα μήτε βασιλιὰς ἀπὸ τὸ αἷμά του, ὡς ποὺ νὰ ἔλθει ἐκεῖνος, γιὰ τὸν ὁποῖον εἶναι γραμμένο νὰ βασιλεύει ἀπάν᾿ ἀπ᾿ ὅλους, κι αὐτὸν τὸν περιμένουμε ὅλα τὰ ἔθνη». Ὡς τὸν καιρὸ ποὺ γεννήθηκε ὁ Χριστός, οἱ Ἰουδαῖοι, τὸ γένος τοῦ Ἰούδα, εἴχανε ἄρχοντες, δηλαδὴ κριτὲς καὶ ἀρχιερεῖς, ποὺ ἤτανε κ᾿ οἱ πολιτικοὶ ἄρχοντές τους. Ἀλλὰ τότε γιὰ πρώτη φορὰ ἔγινε ἄρχοντας τῆς Ἰουδαίας ὁ Ἡρώδης, ποὺ ἤτανε ἐθνικὸς καὶ ἔβαλε ἀρχιερέα τὸν Ἀνάνιλον «ἀλλογενῆ», ἐνῶ οἱ ἀρχιερεῖς εἴχανε πάντα μητέρα Ἰουδαία.Τελευταῖος Ἰουδαῖος ἀρχιερεὺς στάθηκε ὁ Ὑρκανός. Καὶ οἱ ἄλλοι προφῆτες προφητέψανε τὴ Γέννηση τοῦ Χριστοῦ, προπάντων ὁ Ἡσαΐας. Τὴ Γέννηση τοῦ Χριστοῦ τὴ λένε οἱ ὑμνωδοὶ «τὸ πρὸ αἰώνων ἀπόκρυφον καὶ Ἀγγέλοις ἄγνωστον μυστήριον», κατὰ τὰ λόγια του Παύλου ποὺ γράφει: «Ἐμοὶ τῷ ἐλαχιστοτέρῳ πάντων τῶν ἁγίων ἐδόθη ἡ χάρις αὐτὴ ἐν τοῖς ἔθνεσιν εὐαγγελίσασθαι τὸν ἀνεξιχνίαστον πλοῦτον τοῦ Χριστοῦ καὶ φωτίσαι πάντας τίς ἡ οἰκονομία τοῦ μυστηρίου τὸν ἀποκεκρυμμένου ἀπὸ τῶν αἰώνων ἐν τῷ Θεῷ, τῷ τὰ πάντα κτίσαντι διὰ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἵνα γνωρισθῇ νῦν ταῖς ἀρχαῖς καὶ ταῖς ἐξουσίαις ἐν τοῖς ἐπουρανίοις διὰ τῆς ἐκκλησίας ἡ πολυποίκιλος σοφία τοῦ Θεοῦ» (Ἐφεσ. γ´ 8-10).Ὁ ἀπόστολος Παῦλος λέγει, πὼς αὐτὸ τὸ μυστήριο δὲν τὸ γνωρίζανε καθαρὰ καὶ μὲ σαφήνεια οὔτε οἱ Ἄγγελοι, γι᾿ αὐτὸ ὁ ἀρχάγγελος Γαβριὴλ μὲ τρόμο τὸ εἶπε στὴν Παναγία. Καὶ στοὺς Κολασσαεῖς γράφοντας ὁ θεόγλωσσος Παῦλος, λέγει: «Τὸ μυστήριον τὸ ἀποκεκρυμμένον ἀπὸ τῶν αἰώνων καὶ ἀπὸ τῶν γενεῶν, νυνὶ ἐφανερώθη τοῖς ἁγίοις αὐτοῦ, οἷς ἠθέλησε ὁ Θεὸς γνωρίσαι τὶς ὁ πλοῦτος, τῆς δόξης τοῦ μυστηρίου τούτου ἐν τοῖς ἔθνεσιν, ὃς ἐστὶ Χριστὸς ἐν ἡμῖν ἡ ἐλπὶς τῆς δόξης». Λέγει, πῶς φανερώθηκε αὐτὸ τὸ μυστήριο στοὺς ἁγίους, ποὺ θέλησε ὁ Θεὸς νὰ τὸ μάθουνε, καὶ αὐτοὶ θὰ τὸ διδάσκανε στὰ ἔθνη; στοὺς εἰδωλολάτρες, ποὺ προσκυνούσανε γιὰ θεοὺς πέτρες καὶ ζῶα καὶ διάφορα ἀλλὰ κτίσματα.Ἑξακόσια χρόνια πρὸ Χριστοῦ ὁ βασιλιὰς Ναβουχοδονόσορ εἶδε στὸ Ὄνειρό του, πὼς βρέθηκε μπροστά του ἕνα θεόρατο φοβερὸ ἄγαλμα, καμωμένο ἀπὸ χρυσάφι, ἀσήμι, χάλκωμα, σίδερο καὶ σεντέφι: Κι ἄξαφνα ἕνας βράχος ξεκόλλησε ἀπὸ ἕνα βουνὸ καὶ χτύπησε τὸ ἄγαλμα καὶ τό ῾κανε σκόνη. Καὶ σηκώθηκε ἕνας δυνατὸς ἄνεμος καὶ σκόρπισε τὴ σκόνη, καὶ δὲν ἀπόμεινε τίποτα. Ὁ βράχος ὅμως ποὺ τσάκισε τὸ ἄγαλμα ἔγινε ἕνα μεγάλο βουνό, καὶ σκέπασε ὅλη τη γῆ. Τότε ὁ βασιλιὰς φώναξε τὸν προφήτη Δανιὴλ καὶ ζήτησε νὰ τοῦ ἐξήγησει τὸ ὄνειρο.Κι ὁ Δανιὴλ τὸ ἐξήγησε καταλεπτῶς, λέγοντας πὼς τὰ διάφορα μέρη τοῦ ἀγάλματος ἤτανε οἱ διάφορες βασιλεῖες, ποὺ θὰ περνούσανε ἀπὸ τὸν κόσμο ὕστερα ἀπὸ τὸν Ναβουχοδονόσορα καὶ πὼς στὸ τέλος ὁ Θεὸς θὰ ἀναστήσει κάποια βασιλεία ποὺ θὰ καταλύσει ὅλες τὶς βασιλεῖες, ὅπως ὁ βράχος ποὺ εἶχε δεῖ στὸ ἐνύπνιό του ἐξαφάνισε τὸ ἄγαλμα μὲ τὰ πολλὰ συστατικά του: «Καὶ ἐν ταῖς ἡμέραις τῶν βασελέων ἐκείνων, ἀναστήσει ὁ Θεὸς τοῦ οὐρανοῦ βασιλείαν, ἥτις εἰς τοὺς αἰῶνας οὐ διαφθαρήσεται», «κάποιο βασίλειο, λέγει, ποὺ δὲν θὰ καταλυθεῖ ποτὲ στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων».Αὐτὴ ἡ βασιλεία ἡ αἰώνια, ἡ ἄφθαρτη, εἶναι ἡ βασιλεία τοῦ Χριστοῦ, ἡ βασιλεία τῆς ἀγάπης στὶς ψυχὲς τῶν ἀνθρώπων καὶ ἱδρύθηκε μὲ τὴν ἁγία Γέννηση τοῦ Κυρίου ποὺ γιορτάζουμε σήμερα. Καὶ ἐπειδὴ εἶναι τέτοια βασιλεία, γι᾿ αὐτὸ θὰ εἶναι αἰώνια, γι᾿ αὐτὸ δὲν θὰ χαλάσει ποτέ, ὅπως γίνεται μὲ τὶς ἄλλες ἐπίγειες καὶ ὑλικὲς βασιλεῖες. Ὅπως ὁ βράχος μεγάλωνε κι ἔγινε ὄρος μέγα καὶ σκέπασε τὴ γῆ, ἔτσι καὶ τὸ κήρυγμα τοῦ Εὐαγγελίου ξαπλώθηκε σ᾿ ὅλη τὴν οἰκουμένη, μὲ τὸ κήρυγμα τῶν Ἀποστόλων: « Εἰς πᾶσαν τὴν γῆν ἐξῆλθεν ὁ φθόγγος αὐτῶν, καὶ εἰς τὰ πέρατα τῆς οἰκουμένης τὰ ῥήματα αὐτῶν».Ὥστε βγῆκε ἀληθινὴ ἡ ἀρχαιότερη προφητεία τοῦ Ἰακώβ, πὼς σὰν πάψει ἡ ἐγκόσμια ἐξουσία τῶν Ἰουδαίων, θὰ ἔρθει στὸν κόσμο ἐκεῖνος ποὺ προορίστηκε, «ἡ προσδοκία τῶν ἐθνῶν».Σημείωσε πὼς οἱ Ἑβραῖοι πιστεύανε πὼς ἡ φυλή τους μονάχα ἦταν βλογημένη, καὶ πὼς ὁ Θεὸς φρόντιζε μονάχα γι᾿ αὐτή, καὶ πὼς οἱ ἄλλοι λαοί, «τὰ ἔθνη», ἦταν καταραμένα καὶ μολυσμένα κι ἀνάξια νὰ δεχτοῦν τὴ φώτιση τοῦ Θεοῦ. Λοιπὸν εἶναι παράξενο νὰ μιλᾶ ἡ προφητεία τοῦ Ἰακὼβ γιὰ τὰ ἔθνη, γιὰ τοὺς εἰδωλολάτρες θὰ περιμένουν τὸν Μεσσία νὰ τοὺς σώσει καὶ μάλιστα νὰ μὴ λέει κἂν πὼς τὸν ἀναμενόμενο Σωτῆρα τὸν περιμένανε οἱ Ἰουδαῖοι μαζὶ μὲ τὰ ἔθνη, ἀλλὰ νὰ λέει πὼς τὸν περιμένανε μονάχα οἱ ἐθνικοί: «καὶ αὐτὸς προσδοκία ἐθνῶν».Ὅπως κι ἔγινε. Γιατί, τὴ βασιλεία ποὺ ἵδρυσε ὁ Χριστὸς στὸν κόσμο, τὴ θεμελίωσαν μὲν οἱ ἀπόστολοι, ποὺ ἦταν Ἰουδαῖοι, ἀλλὰ τὴν ξαπλώσανε καὶ τὴν στερεώσανε μὲ τοὺς ἀγῶνες τους καὶ μὲ τὸ αἷμα τοὺς οἱ ἄλλες φυλές, «τὰ ἔθνη».Εἶναι ὁλότελα ἀκατανόητο, γιὰ τὸ πνεῦμα μας, τὸ ὅτι κατέβηκε ὁ Θεὸς ἀνάμεσά μας σὰν ἄνθρωπος συνηθισμένος καὶ μάλιστα σὰν ὁ φτωχότερος ἀπὸ τοὺς φτωχούς. Αὐτὴ τὴ μακροθυμία μονάχα ἅγιες ψυχὲς εἶναι σὲ θέση νὰ τὴ νιώσουνε ἀληθινά, καὶ νὰ κλάψουνε ἀπὸ κατάνυξη.Κάποιοι, μ᾿ ὅλα αὐτὰ ποὺ εἴπαμε, δὲν θὰ νιώσουμε τίποτα ἀπὸ τὸ Μυστήριο, ποὺ γιορτάζουμε. Σ᾿ αὐτούς, ἐγὼ ὁ τιποτένιος, δὲ μπορῶ νὰ πῶ τίποτα. Μοναχὰ θὰ τοὺς θυμίσω τὰ αὐστηρὰ λόγια ποὺ γράφει στὴν ἐπιστολή του ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Εὐαγγελιστής, ὁ ἀγαπημένος μαθητὴς τοῦ Χριστοῦ, κι᾿ ὁ θερμότατος κήρυκας τῆς ἀγάπης: «Πᾶν πνεῦμα, ὃ ὁμολογεῖ Ἰησοῦν Χριστὸν ἐν σαρκὶ ἐληλυθότα, ἐκ τοῦ Θεοῦ ἐστι. Καὶ πᾶν πνεῦμα, ὃ μὴ ὁμολογεῖ Ἰησοῦν Χριστὸν ἐν σαρκὶ ἐληλυθότα, ἐκ τοῦ Θεοῦ οὐκ ἐστίν. Οὗτος ἐστὶν ἀντίχριστος».

,

Σάββατο, 24 Δεκεμβρίου 2011

Ο Ζητιάνος !

...

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΟ ΔΙΗΓΗΜΑ
Ο ΖΗΤΙΑΝΟΣ
Του Βασίλη Χαραλάμπους
===============
Χριστούγεννα σήμερα, κι ένας ζητιάνος στριμώχθηκε στον τοίχο της εκκλησίας του χωριού. Εδώ είναι ζεστά σκέφθηκε κι η εκκλησία μικρή. Τόσο καιρό στεκόταν απ’ έξω, σήμερα όμως μπήκε μέσα.
Σαν μικρό παιδί στριφογύριζε το κεφάλι του κοιτώντας τις αρχαίες εκείνες τοιχογραφίες. Με τα λίγα γράμματα πούμαθε άρχισε να ψελλίζει τα ονόματα των Αγίων.
- Άγ…γι…ος Αν…τώ…νιος.
Ο διπλανός, του ένας καλοντυμένος μεσήλικας τον σκουντά να σωπάσει. Γύρισε ο ζητιάνος τον είδε περίεργα κι ύστερα σταύρωσε τα χέρια του σαν μικρό παιδί που το μάλλωσε η μάνα του. Έμεινε για λίγο να κοιτάζει τον παπά πούλεγε τα “Ειρηνικά’’ κι ύστερα γύρναγε γύρω γύρω ώσπου η ματιά του καρφώθηκε στο θόλο που ήταν ζωγραφισμένος ο Παντοκράτορας Χριστός. Δυό κυρίες κοιτάχτηκαν μ’ εκείνο το κατηγοριάρικο ύφος.
- Πάντων ημών…είπε ο παπα-Νικόλας με τη βροντερή φωνή του.
Γυρίζουν τ’ Άγια και δυό γιαγιάδες αγγίζουν του παπά τ’ άμφια για ευλογία, συνήθεια και τούτη παλαιά. Νάτος κι ο ζητιάνος πετάγεται βιαστικά από το δικό του το στασίδι να πάρει κι αυτός από τον παπά ευλογία. Κάθε τόσο τρίβει τα χέρια του από χαρά κάνοντας τον σταυρό του και κοιτάζοντας αψηλά στον τρούλο τον Παντοκράτορα.
Το “Πάτερ ημών” τόξερε απ’έξω, το μόνο πούμαθε από μικρό παιδί. Τό ’λεγε φωναχτά τώρα. Εξάλλου το είπε κι ο παπά –Νικόλας για να το πουν όλοι μαζί κι έτσι δεν μπορεί να πει τίποτα κιόλας ο καλοντυμένος κύριος που κάθεται δίπλα του. Ο ζητιάνος κοινώνησε τελευταίος κι όταν κατόπιν ο παπάς έδινε το αντίδωρο έμεινε μ’ ανοιχτές τις χούφτες.
- Ακόμα ένα παπά μου.
Το είπε τόσο ικετευτικά και ο παπά – Νικόλας του γέμισε τις χούφτες αντίδωρα.
- Αθανάση του είπε ο παπάς, το μεσημέρι ναρθείς σπίτι μας. Η παπαδιά θάχει γαλοπούλα σήμερα.
Ήταν να τον χαίρεσαι στο Χριστουγεννιάτικο τραπέζι με το μεγάλο μαντήλι στο λαιμό. Τούτη η γιορτινή μέρα των Χριστουγέννων είναι για τα κάθε λογής παιδιά και τους ζητιάνους.
,

(Από την συλλογή «ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΑ ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ» Έκδοση 2010)

,

Πέμπτη, 22 Δεκεμβρίου 2011

Να έλθουν ή να μην έλθουν τα Χριστούγεννα;

...

Πόσο λυπήθηκα, όταν άκουσα μια κοπέλα να λέει με πόνο: «Δεν θέλω να έλθουν τα Χριστούγεννα. Μελαγχολώ». Λυπήθηκα για το πώς νιώθει, αλλά και για το πώς κατάντησε μια τέτοια γιορτή.

Τα Χριστούγεννα, σ’ αντίθεση με το Πάσχα, έχουν έντονο το κοσμικό στοιχείο. Η περιρρέουσα ατμόσφαιρα, με τονισμό των τύπων, της κατανάλωσης και του τρεξίματος, μας τονίζουν την απουσία του Θεού. Δεν μπορεί να έχουν σχέση όλα όσα γίνονται τούτες τις μέρες «για να γιορτάσουμε Χριστούγεννα» με το Χριστό της ταπείνωσης, της φτώχειας, της ειρήνης. Όλα μιλούν για την ύλη, την απόλαυση, την κοσμικότητα. Ένταση, τρέξιμο, πίεση.

Όλα, βέβαια, τα πιο πάνω εκφράζουν την παγίδα που μας έχουν στήσει: Θα πρέπει να κάνουμε το άλφα και το βήτα, για να νιώσουμε Χριστούγεννα. Θα πρέπει να είμαστε όλοι χαρούμενοι. Θα πρέπει να έχουμε στολισμένο και με πολλά φαγητά τραπέζι. Θα πρέπει να στολιστεί το δέντρο. Θα πρέπει ν’ ανταλλάξουμε δώρα. Ε, θα πρέπει και να νηστέψουμε και να βοηθήσουμε κάποιο φτωχό, για να νιώσουμε ωραία...

Τελικά, τι; Τίποτε! Γιορτάζουμε τον ερχομό του Θεού της Αλήθειας με ψεύτικα μέσα! Η ειρήνη της καρδιάς, που ήλθε και μας έφερε, απουσιάζει. Η κατάφαση της ύλης, που πηγάζει από την ενανθρώπηση του Θεού, γίνεται ειδωλολατρία. Θα μπορούσε κάποιος να θεωρήσει ότι, γράφοντας τα πιο πάνω περί προετοιμασίας, αρνούμαι τα υλικά και την απόλαυσή τους. Καθόλου! Ο Χριστός πήρε την ανθρώπινη φύση κι έδειξε έμπρακτα ότι αποδέχεται τα υλικά κι οτιδήποτε άλλο στο οποίο ο άνθρωπος συμμετέχει. Γι’ αυτό, άλλωστε, η Εκκλησία απέρριψε το Μονοφυσιτισμό, για να διασωθεί η ομορφιά των ανθρωπίνων.

Όμως ο τονισμός των υλικών καταλήγει στην ακρότητα της ειδωλολατρίας. Δυστυχώς αυτό γίνεται τούτες τις μέρες, ακόμα και από ανθρώπους που θέλουν να έχουν εκκλησιαστική ζωή.

Νομίζω ότι το πρόβλημα προέρχεται από μια επιφανειακή προσέγγιση της πνευματικής ζωής. Δεν έχουμε συλλάβει το πνεύμα, την ουσία, και ζούμε με τα εξωτερικά που μας δίνουν την ψευδαίσθησή της.

Με αυτή τη θεώρηση, ασφαλώς και τα Χριστούγεννα προσεγγίζονται επιφανειακά και τυπικά, αν λάβουμε υπόψη και τον κοσμικό χαρακτήρα που υπάρχει γύρω μας.

Όσοι τολμούν να επαναστατούν ενάντια του κατεστημένου, οποιασδήποτε μορφής, αυτοί μπορούν να απολαμβάνουν την ελευθερία.

Όσοι την επανάστασή τους την κάνουν ενάντια του εαυτού τους, αυτοί μπορούν να απολαμβάνουν την αληθινή ελευθερία, σύμφωνα και με το λόγο του Ντοστογιέφσκι: «Νίκησε τον εαυτό σου και θα γίνεις ελεύθερος, τόσο ελεύθερος όσο δεν φαντάστηκες ποτέ σου, και θ’ αρχίσεις μια νέα ζωή. Και θα κάνεις και τους άλλους ελεύθερους και θα νιώσεις την ευτυχία, γιατί θα πάρει η ζωή σου νόημα».

Κι όσοι τα Χριστούγεννα γιορτάσουν εσωτερικά χωρίς ν’ αρνούνται τα όποια υλικά, αυτοί θ’ απολαύσουν την ειρήνην «την επί γης» που έφερε στις καρδιές μας το Θείο Βρέφος.

Κι όσοι, για το γιορτασμό των Χριστουγέννων, έχουν κέντρο την Εκκλησία ως τόπο αλλά και τρόπο ζωής, δεν θα γνωρίσουν τη μελαγχολία και τη θλίψη των ημερών, αφού θα ψηλαφίσουν το Θεό της όντως χαράς, της γαλήνης, της ειρήνης. Σας το εύχομαι!

π. Ανδρέας Αγαθοκλέους

,

Τετάρτη, 21 Δεκεμβρίου 2011

Προσευχή !

...

Χριστέ μου, ποὺ καὶ φέτος φάτνη ζητᾶς, χῶρο κατάλληλο νὰ Σὲ φιλοξενήσῃ…

Χριστέ μου, Σὲ παρακαλῶ, ἄναψε φέτος στὸν θόλο τ᾿ οὐρανοῦ ἕνα ἀστέρι πιὸ λαμπρὸ ἀπὸ τ᾿ ἄλλα, γιὰ νὰ φωτίσῃ τῆς γῆς τὰ σκοτάδια.

Βράδυασε στὴν γῆ, σκοτείνιασε ἡ ζωή μας.

Μὰ ἐμεῖς οἱ ἴδιοι, Χριστέ μου, ἐμεῖς ποὺ σβήσαμε τὸν Ἥλιο, ἐμεῖς δὲν ἀντέχουμε πιὰ τὴν ἀπουσία Του.

Εἶναι τόσο βαρὺ τὸ σκοτάδι. Κι ἐμεῖς, πλασμένοι γιὰ τὸ φῶς, αὐτὸ λαχταροῦμε. Αὐτὸ διψᾶ ἡ καρδιά μας.

Ναί… Στὴν ἀρχὴ γελάσαμε… Καυχηθήκαμε γιὰ τὴν νύχτα τῆς ἁμαρτίας ποὺ ἐπιβάλαμε μέσα μας καὶ γύρω μας. Μὰ τώρα, κουραστήκαμε πιὰ τὴν ὑποκρισία.
Βλέπεις τὸ σκότος μας, Κύριε.

Τὸ δείχνουν τὰ πολύχρωμα λαμπιόνια τῆς ρηχότητας, τῆς ματαιοδοξίας μας. Μὲ ψεύτικα λαμπιόνια γεμίσαμε τὴν ζωή μας, ἀφοῦ πρῶτα τὴν ἀδειάσαμε ἄπ᾿ τῆς ἀλήθειας τὸ φῶς. Μύρια φωτάκια τώρα, φωτάκια παθῶν, προσπαθοῦν νὰ ρίξουν κάποια λάμψι στὴν πορεία μας. Μάταια ὅμως. Πηχτὸ τὸ σκότος. Κι ἡ νύχτα ἀσέληνη.

Στεῖλε, Χριστέ μου, ἕνα ἀστέρι νὰ διαλύση τὰ σκοτάδια. Ἕνα ἀστέρι, γιὰ νὰ δείξει τὴν λάμψι του καὶ νὰ ἀποδείξη πὼς ὑπάρχει τὸ φῶς. Ἕνα ἀστέρι ποὺ νὰ δείχνῃ τὸν δρόμο γιὰ τὸν Ἥλιο ποὺ γεννιέται…

Ἀνέσπερο κι ὁλόφωτο ἀστέρα στεῖλε, Κύριε, γιατί ὅσο παρατείνεται ἡ μακροθυμία Σου, τόσο βαθαίνει τὸ σκοτάδι. Καὶ πιὰ δὲν βλέπουμε μπροστά μας.

Δὲν ξεχωρίζουμε τὸν ἄνθρωπο ἀπ᾿ τὸ κτῆνος…

Δὲν διακρίνουμε τὰ ὅρια τῆς γῆς καὶ τ᾿ οὐρανοῦ…

Συγχέουμε τὸν Πλάστη μὲ τὰ πλάσματα…

Στεῖλε μας, Κύριε, ξανὰ τὸ ἀστέρι. Δῶσε μας ἄλλη μιὰ εὐκαιρία νὰ πάρουμε τὸν δρόμο γιὰ τὴν Βηθλεέμ, τὸν δρόμο γιὰ τὴν Φάτνη.

Γιὰ νὰ κλείσουμε τὴν Φάτνη στὴν καρδιά μας…

καὶ νὰ γίνη κι ἡ καρδιά μας Φάτνη Σου.

Ἀμήν.

(Ἀπὸ τὸ Ὀρθόδοξο Χριστιανικὸ περιοδικὸ «ΑΓΙΑ ΛΥΔΙΑ», τεύχος 406 )
,

Τρίτη, 20 Δεκεμβρίου 2011

«Ἄν κάποιος σέ πικράνει σέ ὁ,τιδήποτε, νά μήν πεῖς τό παραμικρό» . ( Ἀββᾶς Ζωσιμᾶς )

......
Yπέροχες συμβουλές γιά τήν ἀντιμετώπιση τῶν θλίψεων

Ἀββᾶ Ζωσιμά
,
Ἔλεγε ἀκόμα πώς, ὅ,τι κι ἄν συμβεῖ στόν ταπεινό, ἀμέσως καταφεύγει στήν προσευχή, καί ὅλους τούς θεωρεῖ σάν εὐεργέτες. Ἐμεῖς ξεφύγαμε ἀπό τόν δρόμο τῆς ἀλήθειας καί ἀπό τίς ὑποδείξεις τῶν ἁγίων, καί θέλουμε νά χαράξουμε μόνοι τόν δρόμο μας, σύμφωνα μέ τά πονηρά μας θελήματα.Τί εἶναι τάχα εὐκολότερο ἀπότό ν’ ἀκούσουμε ἕναν ἅγιο καί πρακτικό δάσκαλο, τόν ἀββᾶ Ἀμμωνᾶ, πού λέει:«πρόσεχε μέ ἀκρίβεια τόν ἑαυτό σου, ὥστε, ἄν κάποιος σέ πικράνει σέ ὁ,τιδήποτε, νά μήν πεῖς τό παραμικρό. Σώπαινε, μέχρι νά ἠρεμήσει ἡ καρδιά σου μέ τήν ἀδιάλειπτη προσευχή, καί τότε βοήθησε τόν ἀδελφό πού σ’ ἔθλιψε».Πραγματικά, ὅποιος ποθεῖ τόν ἴσιο δρόμο, κάθε φορά πού ταράζεται, μαλώνει τόν ἑαυτό του καί τόν ἐλέγχει ἀδιάκοπα, λέγοντας:· Τί μανιάζεις, ψυχή μου; Τί ταράζεσαι σάν τούς ἐπιληπτικούς; Αὐτό ἀκριβῶς δείχνει πώς εἶσαι ἄρρωστη. Ἄν δέν ἤσουν, δέν θά πονοῦσες.Γιατί, ἀντί νά μέμφεσαι τόν ἑαυτό σου, τά βάζεις μέ τόν ἀδελφό σου, πού σοῦ φανέρωσε τήν ἀρρώστεια σου στήν πράξη καί σ’ ὅλη της τήν σοβαρότητα;Μάθε τίς ἐντολές τοῦ Χριστοῦ, «ὅς λοιδορούμενος οὐκ ἀντελοιδόρει, πάσχων οὐκ ἠπείλει»। Ἄκουσέ Τον νά λέει αὐτό πού καί ἔμπρακτα ἔδειξε: «Τόν νῶτον μου ἔδωκα εἰς μάστιγας, τάς δέ σιαγόνας μου εἰς ραπίσματα,τό δέ πρόσωπόν μου οὐκ ἀπέστρεψα ἀπό αἰσχύνης ἐμπτυσμάτων»। Κι’ ἐσύ, ἄθλια ψυχή, γιά μιά βρισιά καί προσβολή ἤ περιφρόνηση καί ἀντιπάθεια ἤ κοροϊδία ἤ συκοφαντία, κάθεσαι καί πλέκεις χίλιους δυό λογισμούς κι’ ἐπιβουλεύεσαι ἔτσι τόν ἴδιο σου τόν ἑαυτό, ὅπως οἱ δαίμονες।Ἀλήθεια, σέ μιά τέτοια ψυχή τί περισσότερο μπορεῖ νά κάνει ἕνας δαίμονας, ἀπ’ ὅ,τι κάνει ἡ ἴδια στόν ἑαυτό της;Τόν Σταυρό τοῦ Χριστοῦ τόν βλέπουμε। Γιά τά πάθη Του, πού ὑπέμεινε γιά μᾶς, διαβάζουμε κάθε μέρα.Ἐμεῖςὅμως δέν ἀνεχόμαστε οὔτε μιά προσβολή!Πραγματικά ξεφύγαμε ἀπό τόν ἴσιο δρόμο.Ἔλεγε ἐπίσης, πώς ἀκόμα κι’ ἄν ζήσει κανείς τόσα χρόνια, ὅσα ἔζησε ὁ Μαθουσάλας, δέν τραβήξει ὅμως αὐτό τόν ἴσιο δρόμο πού τράβηξαν ὅλοι οἱ ἅγιοι –ἐννοῶ τόν δρόμο τῆς ἀτιμίας καί τῆς ζημίας καί τῆςγενναιόψυχης ὑπομονῆς, ὄχι πολύ, μά οὔτε λίγο δέν πρόκειται νά προκόψει. Τό μόνο πού θά ξοδεύει: τά χρόνια του ἄσκοπα.Ἔλεγε ἀκόμα:"Ὅταν ἤμουν μέ τή μακαρία Διονυσία, κάποιος ἀδελφός τῆς ζήτησε κάτι σάν εὐλογία. Κι’ ἐκείνη τοῦ ἔδωσε ὅσο ἔπρεπε. Ἐπειδή ὅμως δέν τοῦ ἔδωσε ὅσο ἐκεῖνος ἤθελε, ἄρχισε νά τήν προσβάλλει καί νά ξεστομίζει ἄπρεπα λόγια καί γι’ αὐτήν καί γιά μένα. Σάν τόν ἄκουσε ἐκείνη, δαγκώθηκε κι’ ἔψαχνε εὐκαιρία γιά νά τοῦ κάνει κακό. Μόλις λοιπόν τό ἔμαθα ἐγώ, τῆς εἶπα: Τί πᾶς νά κάνεις; Νά ἐπιβουλευθεῖς τόν ἑαυτό σου; Θά διώξεις ἀπό τήν ψυχή σου κάθε ἀρετή. Μήπως τάχα ὑπομένεις ἰσάξια μ’ ἐκεῖνα πού ὑπόμεινε ὁ Χριστός γιά σένα; Τό ξέρω γερόντισσα, ὅτι σκόρπισες χρήματα σά νἄταν κοπριά. Ἄν ὅμως δέν ἀποκτήσεις τήν πραότητα, εἶσαι σάν τόν σιδερά, πού χτυπάει ἕνα κομμάτι σίδερο, ἀλλά σκεῦος δέν κατασκευάζει.Τῆς ἔλεγα ἀκόμα: Ὁ θεοφόρος Ἰγνάτιος λέει: «Χρειάζομαι πραότητα, γιατί μ’ αὐτήν καταλύεται ὅλη ἡ δύναμη τοῦ ἄρχοντα τοῦ αἰώνα τούτου». Ἀπόδειξη τῆς ἀποταγῆς τοῦ κόσμου εἶναι ἡ ἀταραξία. Γιατί συμβαίνει καμιά φορά, ἐνῶ καταφρονεῖ κανείς πολλά κεντηνάρια, νά κολλάει σ’ ἕνα βελονάκι, καί ἡ προσκόλλησή του σ’ αὐτό νά τοῦ προκαλεῖ ταραχή. Δίνει δηλαδή στό βελονάκι ἐκεῖνο τήν ἀξία ἑνός κεντηναρίου καί γίνεται δοῦλος στό βελονάκι ἤ στό κουκούλι ἤ στό μαντήλι ἤ στό βιβλίο. Ἔτσι, παύει νά εἶναι δοῦλος τοῦ Θεοῦ. Καλά, λοιπόν, εἶπε κάποιος ἀπό τούς σοφούς πώς ὅσα πάθη ἔχει ἡ ψυχή τόσους καί ἀφέντες. Καί ὁ Κύριος: «Ὅπου ὁ θησαυρός σου ἐκεῖ ἐσται ἡ καρδία σου». Καί ὁ Ἀπόστολος ἐπίσης : «ᾧ τις ἤττηται, τούτῳ καί δεδούλωται».Σάν ἄκουσε ὅλα ταῦτα ἡ Διονυσία, μέ κοίταξε μέ θαυμασμό καί εἶπε: Νά βρεῖς τόν Θεό πού ποθεῖς!

Τέλος καί τῷ Θεῶ δόξα!,

ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΥΩΡΩΠΟΣ ΑΤΤΙΚΗ

Εὐχαριστοῦμε θερμά τόν Ἡγούμενο τῆς ἹΜΠαρακλήτου γιά τήν ἄδειαδημοσίευσης ἀποσπασμάτων ἀπό τά βιβλία πού ἐκδίδει ἡ Ἱερά Μονή

Ἱερομόναχος Σάββας Ἁγιορείτης

Αναδημοσίευση από Ιστολόγιο " Αναβάσεις "

,

Παρασκευή, 16 Δεκεμβρίου 2011

Οικονομική κρίση – η άλλη θεώρηση

...

Σήμερα το πρωί άκουγα τις ειδήσεις από το ραδιόφωνο. Τα τέσσερα από τα πέντε θέματα ήταν οικονομικής φύσεως. Βέβαια, όλα μιλούσαν για τη ζωφερή οικονομία, τοπική, ευρωπαϊκή και παγκόσμια.

Σκέφτηκα πως η ενασχόλησή μου, γράφοντας γράμματα και κείμενα, ως πνευματικός πατέρας, θα πρέπει να κινείται σ’ αυτά που απασχολούν το σύγχρονο άνθρωπο. Άλλωστε, ο Χριστός, οι Απόστολοι, οι Πατέρες και οι άγιοι όλων των εποχών, δεν αδιαφορούσαν για ό,τι απασχολούσε τον άνθρωπο της εποχής τους. Στην επιστολή του ο Αδελφόθεος Ιάκωβος (Κειμ.2, 15-16) γράφει: «Ας πάρουμε την περίπτωση που κάποιος αδελφός ή κάποια αδελφή δεν έχουν ρούχα να ντυθούν και στερούνται το καθημερινό τους φαγητό. Αν κάποιος από σας τους πει: ‘Ο Θεός μαζί σας! Εύχομαι να βρείτε ρούχα και να χορτάσετε φαγητό’, ποιο το όφελος, αν δεν τους δώσει τα απαραίτητα που χρειάζεται το σώμα;». Εδώ ο Απόστολος θέλει να τονίσει την αναγκαιότητα των έργων ως έκφραση της πίστης. Αλλά το αναφέρω ως παράδειγμα που δείχνει τη διάσταση πραγματικότητας και διδαχής.

Ωστόσο, θα πρέπει να πω ότι γράφοντας δεν αισθάνομαι ότι διδάσκω ως ‘γνώστης και κατέχων. Απλά μοιράζομαι τους προβληματισμούς μου ως πορεύομενος, κι ως αγωνιζόμενος.

Μέσα σ’ αυτά τα πλαίσια ήθελα σήμερα να σχολιάσω τις ειδήσεις. Από πνευματικής άποψης. Ασφαλώς υπάρχει το οικονομικό πρόβλημα που ταλαιπωρεί αρκετούς λίγο ή πολύ. Σε κάποιους αναπτύχθηκε η φοβία, χωρίς ουσιαστικά να άλλαξαν οι συνθήκες ζωής τους. Σε άλλους ήλθε ως εφιάλτης, ψηλαφώντας καθημερινά τις δυσκολίες.

Όμως ο Χριστός μάς έδειξε μιαν άλλη θεώρηση των οικονομικών δυσκολιών. Αυτή που δεν αγχώνεται και δεν αγωνιά, αλλά εμπιστεύεται την πρόνοια του Θεού. Μια πρόνοια και μια έννοια που επεκτείνεται ακόμα και στα πετεινά του ουρανού και στα κρίνα του αγρού. «Μη μεριμνάτε για τη ζωή σας, τι θα φάτε και τι θα πιείτε ούτε για το σώμα σας, τι θα ντυθείτε. Η ζωή δεν είναι σπουδαιότερη από την τροφή; Και το σώμα δεν είναι σπουδαιότερο από το ντύσιμο;» (Ματθ. 6, 25). Και μας καλεί σε μιαν υπέρβαση του άγχους, τονίζοντάς μας ότι «για όλα αυτά αγωνιούν όσοι δεν εμπιστεύονται το Θεό».

Η μέριμνα, ως αγωνία και άγχος, είναι δείγμα μιας αυτοθέωσης και μιας εσωτερικής βεβαιότητας ότι οι δικές μας δυνάμεις και μεθοδεύσεις θα ρυθμίσουν αποτελεσματικά τη ζωή μας. Η εργατικότητα, η σοφία και η εμπιστοσύνη στην πρόνοια του Θεού, ο προγραμματισμός και η φροντίδα, είναι δείγμα νηφάλιου και πιστού ανθρώπου, που ξέρει ότι δεν μπορεί να κάνει το παν αυτός κι αφήνεται στη δύναμη του Παντοδύναμου.

Μπορεί η συνεχής υπόμνηση από τα Μ.Μ.Ε για την οικονομική κρίση, όπως και η καθημερινή πραγματικότητα, να γίνονται πειρασμός για τη σιωπή και απουσία του Θεού από τη ζωή μας, όμως ξέρουμε εμπειρικά ότι αυτό δεν είναι αλήθεια. Ξέρουμε ότι η φωνή της καρδιάς, της ταπεινής και απλής, που απευθύνεται μ’ εμπιστοσύνη στο Θεό, πάντα ακούγεται. Μπορεί ν’ αργεί ή να μην έρχεται όπως θέλουμε αλλά τελικά η παρουσία Του είναι δεδομένη. Και πώς θάταν διαφορετικά, αφού Εκείνος θέλησε να είμαστε τα παιδιά Του; «Μα ποιος από σας, αν του ζητήσει το παιδί του ψωμί θα του δώσει λιθάρι; Ή, αν του ζητήσει ψάρι, θα του δώσει φίδι; Αφού, λοιπόν, εσείς, παρ’ όλο που είστε αμαρτωλοί, ξέρετε να δίνετε στα παιδιά σας καλά πράγματα, πολύ περισσότερο ο ουράνιος Πατέρας σας θα δώσει αγαθά σ’ όσους του ζητούν» (Ματθ. 7, 9-11).

π. Ανδρέας Αγαθοκλέους



,

Πέμπτη, 15 Δεκεμβρίου 2011

Η νηστεία είναι εντολή του Θεού

...

Αναφερόμενος ο Γέροντας Ιάκωβος στο θέμα της νηστείας μεταξύ άλλων έλεγε και τα εξής :
«Η νηστεία είναι εντολή του Θεού. Γι αυτό και μεις να νηστεύουμε παιδιά μου. Δε μ’ έβλαψε η νηστεία μέχρι σήμερα που μια 70 χρονών. Η μητέρα μου μ’ έμαθε νηστεία παδιόθεν. Δεν κάνω τον υποκριτή ότι, παιδιά μου, νηστεύω, αλλά αυτά με δίδαξαν οι γονείς μου και μέχρι σήμερα αυτά τηρώ, τέκνα μου. Δεν με έβλαψε ποτέ η νηστεία κι ας έχω ασθένειες πάνω μου.

Είπαν οι γιατροί και οι Επίσκοποι: Η νηστεία κι αυτή η λιτοδίαιτα πολύ ωφελούν τον άνθρωπο. Εφόσον ωφελεί όταν ο γιατρός, με συγχωρείτε, μας λέει: πέντε μέρες πάτερ μου, δε θα πιεις νερό ούτε μια σταγόνα, για να κάνουμε μια θεραπεία, να δούμε το σώμα σου τι έχει. Λοιπόν πέντε μέρες άντεξα. Πολύ καλό με είχε κάνει. Ε, πόσο μάλλον ωφελεί όταν νηστεύουμε για την ψυχή μας! Αλλά και στο σώμα αυτό κατοικεί ψυχή αθάνατος. Γι’ αυτό ας φροντίζουμε για την ψυχή μας που είναι πράγμα αθάνατο.

Να νηστεύετε παιδιά μου, μην ακούτε που λένε δεν είναι η νηστεία τίποτε κι ότι τα λένε οι καλόγηροι. Δεν τα λένε οι καλόγηροι παιδιά μου, με συγχωρείτε, τα λέει ο Θεός. Η πρώτη εντολή του Θεού ήταν η νηστεία, καθώς και ο Χριστός μας νήστευσε.

Εμείς μπορούμε να πούμε ότι νηστεύουμε. Ε, τρώμε τόσα και τόσα. Τώρα νηστεία παιδιά μου κάνουμε εμείς; Όταν τρώμε, με συγχωρείτε, τόσα και τόσα φαγητά, έστω αλάδωτα, έστω… Υπάρχουν νηστίσιμα φαγητά πολλά. Αρκεί ο άνθρωπος να χει την υγεία του και τη θέληση να νηστέψει.

Κάποτε ήρθε ένα πρόσωπο και μου λέει: παπά μου, μου είπανε ότι νηστεία δεν υπάρχει. Και ότι ποιος είπε ότι υπάρχει νηστεία. Του είπα να πει στον Ιερέα ν’ ανοίξει το Βιβλίο να δει που υπάρχει νηστεία. «Εἰ μή ἐν προσευχῇ καί νηστείᾳ…», λέγει στο Ευαγγέλιο ο Χριστός μας και άλλα πολλά. Και τα δαιμόνια και οι αρρώστιες κι όλα τα πάθη με τη νηστεία και την προσευχή αποβάλλονται. Ο Άγιος Πρόδρομος τι έτρωγε εκείνος στην έρημο; Τι έτρωγε ο Όσιος Δαυίδ; Μ’ ένα αντίδωρο περνούσε στο ασκητήριο του όλη την εβδομάδα. Αλλά «νηστεία, ἀγρυπνία, προσευχή, οὐράνια χαρίσματα λαβῶν». Γι’ αυτό τον ηγίασε ο Θεός και ζει τετρακόσια πενήντα χρόνια στον Ιερό τόπο αυτόν. Είναι πολύ θαυματουργός και ζωντανός Άγιος.

Προσευχή παιδιά μου, και νηστεία αυτά ωφελούν την ψυχή του ανθρώπου. Κι ο προφήτης Ηλίας, λέει ο Άγιος Ιάκωβος ο Αδελφόθεος, «ομοιοπαθής» άνθρωπος ήταν κι αυτός, αλλά με την προσευχή του και τη νηστεία του έκλεισε τον Ουρανό και δεν έβρεξε στη γη τρία χρόνια και έξι μήνες. Και μετά βέβαια πάλι προσευχήθηκε και ζήτησε να βρέξει κι ο Ουρανός έδωσε βροχή και η γη βλάστησε τους καρπούς της».

Διασκευασμένο Απόσπασμα από το Βιβλίο
«Ένας άγιος Γέροντας, ο μακαριστός π.Ιάκωβος»

,

Παρασκευή, 9 Δεκεμβρίου 2011

Τα δώρα των Χριστουγέννων !

...

Η παγκοσμιοποιημένη εποχή μας έχει επιβάλει στη ζωή μας τις συνήθειες και τα ήθη του αγγλοσαξονικού κόσμου. Η σπουδαιότερη πλέον γιορτή του χρόνου είναι τα Χριστούγεννα. Σταθερές της γιορτής το χριστουγεννιάτικο δέντρο, τα δώρα, το πλούσιο τραπέζι, η αίσθηση ότι παντού πρέπει να ξεχειλίζει η αγάπη, ο ανθρωπισμός, οι μορφές των παιδιών. Κυριαρχεί το λεγόμενο «πνεύμα των Χριστουγέννων», από το οποίο –συνήθως- απουσιάζει ο Χριστός.
Τα Χριστούγεννα, για την καθ’ ημάς Ανατολή, δεν είναι μία γιορτή συναισθηματισμού ή απλής επίδειξης φιλάνθρωπων αισθημάτων. Είναι γιορτή πνευματική. Τα ωραιότατα διηγήματα του Παπαδιαμάντη μας μεταφέρουν σε έναν κόσμο που η Αγρυπνία, η Μετάληψη, το ανοιχτό σε όλους τραπέζι, η συμφιλίωση μιλούσαν για τη Γέννηση του Θεού στις καρδιές των ανθρώπων και την επανεύρεση της σχέσης τους μαζί Του.
Σήμερα κατανοούμε ότι έχουμε Χριστούγεννα από τα δώρα. Το δώρο των Χριστουγέννων στο μισθό μας. Τα δώρα γύρω από το χριστουγεννιάτικο δέντρο, η ικανοποίηση της όποιας κατευθυνόμενης από την τηλεόραση επιθυμίας των παιδιών, η έξοδος την παραμονή των Χριστουγέννων και η διασκέδαση μέχρι πρωίας, «τα ψεύτικα τα λόγια, τα μεγάλα», που οι ισχυροί ως δώρα προσφέρουν στον κόσμο. Μέσα, όμως, απ’ αυτά τα δώρα απουσιάζει ο Χριστός.
Κάποτε τα δώρα δίνονταν την Πρωτοχρονιά. Ήταν η απόδειξη της αγάπης των γονιών για τα παιδιά, ήταν η συγγνώμη για τις σκανδαλιές τους, ήταν η αφορμή για μία νέα πορεία στο χρόνο, ήταν η σύνδεση με τον Άη- Βασίλη. Ακόμα και μέσα από τα υλικά, διασώζονταν ίχνη ενός άλλου τρόπου ζωής, ίχνη εκκλησιαστικότητας. Ο κινηματογράφος και η τηλεόραση μετέφεραν τα δώρα την παραμονή των Χριστουγέννων και τα έκαναν εντελώς υλικά.
Ο Χριστός είναι απών από τα δώρα των Χριστουγέννων όταν έχουν ως πηγή τους τη συνήθεια. Είναι απών όταν δεν συνοδεύονται από τον Ίδιο ως δώρο. Και Αυτός δίνεται σε όλους μας με την συμμετοχή μας στο τραπέζι της Ευχαριστίας, τη χριστουγεννιάτικη λειτουργία. Γιατί εκεί υπάρχει η πραγματική ενότητα, η ειρήνη, η αγάπη. Στο Σώμα Του και το Αίμα Του, στη Γέννησή Του που είναι και ταυτόχρονα πορεία προς τη θυσία, όπως θαυμάσια απεικονίζεται στην βυζαντινή εικόνα των Χριστουγέννων, όπου ο Χριστός μέσα στο σπήλαιο κείται σε μνήμα. Ο Χριστός είναι απών από τα δώρα των Χριστουγέννων, όταν δεν συνοδεύονται από την απόφαση να νηπιάσουμε στην κακία και όχι απλώς να θυμηθούμε ότι κάποτε ήμασταν παιδιά.
Οι Μάγοι προσέφεραν στο Χριστό τα δικά τους δώρα: χρυσό, όπως αρμόζει σε βασιλιά, λιβάνι, όπως σε Θεό, σμύρνα, όπως σε νεκρό. Τα δικά μας δώρα των φετινών Χριστουγέννων ας είναι προς το Χριστό αντίστοιχα η τιμή, η προσευχή, και ο νεκρός από τις αμαρτίες εαυτός μας. Και να βοηθήσουμε τα παιδιά μας να μη μείνουν στην εξωτερική χαρά των δώρων των Χριστουγέννων, αλλά να γευθούν το Δώρο, που είναι ο γεννημένος Χριστός, στις καρδιές τους, στη ζωή τους, στις σχέσεις τους και με μας και με τον κόσμο.

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός



,



Παρασκευή, 2 Δεκεμβρίου 2011

Η θεραπεία της συγκύπτουσας .

,,,

Το Ευαγγέλιο της Κυριακής 4 Δεκεμβρίου 2011.
Ευαγγελιστής Λουκάς
Κεφ. 13, χωρία 10 έως 17.
Μιὰ γυναῖκα θεραπεύεται τὴν ἡμέραν τοῦ Σαββάτου.

Κείμενο:

Τῷ καιρῷ ἐκείνω ἦν διδάσκων ἐν μιᾷ τῶν συναγωγῶν ἐν τοῖς σάββασι. καὶ ἰδοὺ γυνὴ ἦν πνεῦμα ἔχουσα ἀσθενείας ἔτη δέκα καὶ ὀκτώ, καὶ ἦν συγκύπτουσα καὶ μὴ δυναμένη ἀνακῦψαι εἰς τὸ παντελές. ἰδὼν δὲ αὐτὴν ὁ ᾿Ιησοῦς προσεφώνησε καὶ εἶπεν αὐτῇ· γύναι, ἀπολέλυσαι τῆς ἀσθενείας σου· καὶ ἐπέθηκεν αὐτῇ τὰς χεῖρας· καὶ παραχρῆμα ἀνωρθώθη καὶ ἐδόξαζε τὸν Θεόν. ἀποκριθεὶς δὲ ὁ ἀρχισυνάγωγος, ἀγανακτῶν ὅτι τῷ σαββάτῳ ἐθεράπευσεν ὁ ᾿Ιησοῦς, ἔλεγε τῷ ὄχλῳ· ἓξ ἡμέραι εἰσὶν ἐν αἷς δεῖ ἐργάζεσθαι· ἐν ταύταις οὖν ἐρχόμενοι θεραπεύεσθε, καὶ μὴ τῇ ἡμέρᾳ τοῦ σαββάτου. ἀπεκρίθη οὖν αὐτῷ ὁ Κύριος καὶ εἶπεν· ὑποκριτά, ἕκαστος ὑμῶν τῷ σαββάτῳ οὐ λύει τὸν βοῦν αὐτοῦ ἢ τὸν ὄνον ἀπὸ τῆς φάτνης καὶ ἀπαγαγὼν ποτίζει; ταύτην δέ, θυγατέρα ᾿Αβραὰμ οὖσαν, ἣν ἔδησεν ὁ σατανᾶς ἰδοὺ δέκα καὶ ὀκτὼ ἔτη, οὐκ ἔδει λυθῆναι ἀπὸ τοῦ δεσμοῦ τούτου τῇ ἡμέρᾳ τοῦ σαββάτου; καὶ ταῦτα λέγοντος αὐτοῦ κατῃσχύνοντο πάντες οἱ ἀντικείμενοι αὐτῷ, καὶ πᾶς ὁ ὄχλος ἔχαιρεν ἐπὶ πᾶσι τοῖς ἐνδόξοις τοῖς γινομένοις ὑπ᾿ αὐτοῦ.
,
Μετάφραση:

Εκείνο τον καιρό εδίδασκε ο Ιησούς σε μια από τις συναγωγές και ήταν ήμερα Σάββατο. Και ήταν εκεί μια γυναίκα πού είχε πονηρό πνεύμα. Ήταν άρρωστη δεκαοχτώ χρόνια και ήταν σκυφτή και δεν μπορούσε να σηκώσει το σώμα της καθόλου. Και όταν την είδε ο Ιησούς της μίλησε και της είπε: Γυναίκα, είσαι λυμένη από την αρρώστια σου και ακούμπησε επάνω της τα χέρια του και αμέσως εκείνη ανασηκώθηκε και δόξαζε τον θεό. Και αποκρίθηκε ο αρχισυνάγωγος με αγανάκτηση, γιατί το Σάββατο έκαμε τη θεραπεία ο Ιησούς και έλεγε στο λαό: Έξι ήμερες είναι, οπού σ' αυτές πρέπει να εργαζόμαστε, σ' αυτές λοιπόν να έρχεσθε και να θεραπευόσαστε και όχι στην ήμερα του Σαββάτου. Του αποκρίθηκε λοιπόν ο Κύριος και είπε: Υποκριτά, ο καθένας σας το Σάββατο δεν λύνει το βόδι του και τον όνο από το παχνί και τα πάει και τα ποτίζει; Και αυτή εδώ πού είναι κόρη του Αβραάμ και την έδεσε ο Σατανάς δεκαοκτώ χρόνια δεν έπρεπε να λυθεί από τούτο το δέσιμο την ήμερα του Σαββάτου; Και ενώ έλεγε αυτά ο Ιησούς καταντροπιάζονταν όλοι οι εχθροί του· και όλος ο λαός είχε χαρά για τα θαύματα πού γίνονταν από αυτόν.

Σχόλια:

ΠΡΟΣΟΧΗ ΣΤΗΝ ΥΠΟΚΡΙΣΙΑ

«Υποκριτά, έκαστος υμών τω σαββάτω ου λύει βουν αυτού
ή τον όνον από της φάτνης και απαγαγών ποτίζει;»

ΑΝ ΓΕΝΙΚΑ Η ΥΠΟΚΡΙΣΙΑ στη συμπεριφορά και στις σχέσεις των ανθρώπων είναι αποκρουστικό και απαράδεκτο φαινόμενο, στα πλαίσια της χριστιανικής ζωής που διδάσκει το Ευαγγέλιο, αποτελεί σοβαρή πνευματική αρρώστια. Η υποκρισία όταν καταλάβει την ψυχή του χριστιανού, αλλοιώνει το φρόνημα του. Αφανίζει την αξία κάθε καλού έργου. Ανατρέπει τον ίδιο τον σκοπό της εν Χριστώ ζωής. Γι’ αυτό και ο Κύριος ήλεγξε με μεγάλη αυστηρότητα την υποκρισία των συγχρόνων Του Γραμματέων και Φαρισαίων, της ηγετικής αυτής θρησκευτικής τάξεωςμέσα στην τότε Ιουδαϊκή κοινωνία.
Το ίδιο βλέπουμε να κάνει και σήμερα στην ευαγγελική περικοπή που ακούσαμε. Με παρρησία ελέγχει την υποκριτική στάση ενός αρχισυναγώγου, του προϊσταμένου δηλαδή μιας συναγωγής – ενός ναού, θα λέγαμε, όπου συναθροίζονταν οι Ιουδαίοι για να λατρεύσουν τον Θεό και να παρακολουθήσουν τη θρησκευτική διδασκαλία. Ο έλεγχος αυτής της υποκρισίας που ασκεί σήμερα ο Ιησούς, μας δίνει την ευκαιρία για μια βαθύτερη εξέταση του κατακριτέου ατυού φαινομένου.

Η υποκρισία του αρχισυναγώγου

Ο ΚΥΡΙΟΣ ΒΡΕΘΗΚΕ ένα Σάββατο σε μια συναγωγή για να προσευχηθεί και να διδάξει το συναγμένο πλήθος. Ανάμεσα σ’ αυτούς που παρευρίσκονταν ήταν και μια γυναίκα «πνεύμα έχουσα ασθενείας έτη δέκα και οκτώ». Δεκαοχτώ ολόκληρα χρόνια ήταν άρρωστη από συνέργεια πονηρού πνεύματος. Το σώμα της είχε τόσο κυρτώσει ώστε της ήταν αδύνατο να σηκώσει όρθιο το κεφάλι της. Ο Χριστός την εντόπισε γρήγορα μέσα στο πλήθος. Διέκρινε την ευσέβεια που είχε. Και χωρίς η ίδια να το ζητήσει, έσπευσε να τη θεραπεύσει: «Γύναι, απολέλυσαι της ασθενείας σου». Επέθεσε επάνω της τα ευλογημένα χέρια Του και η γυναίκα «παραχρήμα ανωρθώθη και εδόξαζε τον Θεόν».
Το θαύμα προκαλεί το φθόνο του αρχισυναγώγου. Κι ενώ βλέπει τη δύναμη του Θεού να θαυματουργεί και μια δυστυχισμένη γυναίκα να θεραπεύεται μετά από δεκαοχτώ ολόκληρα χρόνια αφάνταστης ταλαιπωρίας, εκείνος αγανακτεί. Αγανακτεί υποκριτικά για την καταπάτηση δήθεν της αργίας του Σαββάτου. Η φθονερή αγανάκτηση του είναι σκόπιμη. Γι’ αυτό καιδεν τολμά να ελέγξει κατ’ ευθείαν τον Ιησού, παρ’ ότι όσα λέει εμμέσως αναφέρονται στο πρόσωπο Του. Απευθύνεται στο συναγμένο πλήθος. Ελέγχει τους απλούς ανθρώπους, οι οποίοι στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν είχαν καμιά σχέση με το θαύμα που είχε γίνει.
Ο Κύριος βλέπει την απροκάλυπτη υποκρισία του αρχισυναγώγου. Το φθόνο της καρδιάς του, που προσπαθούσε να κρύψει κάτω από το πρόσχημα της ευσέβειας, του σεβασμού τάχα προς τον νόμο του Θεού. Γι’ αυτό και τον ελέγχει αυστηρά. Τον ονομάζει υποκριτή καιτον κατηγορεί ανοιχτά ότι παρερμηνεύει το νόμο. «Καθένας από σας δεν λύνει το βόδι του ή το γαϊδούρι του από το παχνί το Σάββατο και πάει να το ποτίσει; Κι αυτή, που είναι απόγονος του Αβραάμ, και ο σατανάς την είχε δεμένη δεκαοχτώ χρόνια, δεν έπρεπε να λυθεί από αυτά τα δεσμά το Σάββατο;».

Τι είναι υποκρισία

ΤΟ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ του αρχισυναγώγου είναι χαρακτηριστικό. Και μας επιτρέπει να προσδιορίσουμε τη φύση και τα συμπτώματα της υποκρισίας, όπως αυτά εκδηλώνονται και σε χριστιανικό έδαφος. Στα πλαίσια της χριστιανικής ζωής.
Τι ακριβώς είναι η υποκρισία; Ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής μας δίνει έναν θαυμάσιο ορισμό: «Υποκρισία είναι η προσποίηση φιλίας ή μίσος που έχει καλυφθειί εξωτερικά με το σχήμα της φιλίας. Ή εχθρότητα που ενεργεί με το προσωπείο της συμπάθειας. Ή φθόνος που μιμείται τα χαρακτηριστικά της αγάπης. Ή βίος που δείχνει να στολίζεται από ψεύτικη και όχι πραγματική αρετή». Ανάλογος είναι και ο ορισμός της υποκρισίας που συναντούμε στον Μ. Βασίλειο: «Υποκριτής είναι αυτός που στο θέατρο υποδύεται διαφορετικό πρόσωπο…Έτσι και σε τούτη τη ζωή πολλοί ενεργούν όπως οι θεατρίνοι. Άλλα έχουν μέσα στην καρδιά τους και άλλα δείχνουν εξωτερικά προς τους ανθρώπους».
Η υποκρισία συνιστά αμάρτημα. Αρρώστια βαριά της ψυχής. Και αποτελεί συμπεριφορά διαβολική, αφού πρώτος ο διάβολος υποκρίθηκε, «όφεως υποκριτής γεγονώς». Ο υποκριτής άλλοτε συνειδητά και άλλοτε ασυνείδητα συμπεριφέρεται ψεύτικα. Αλλιώτικος είναι στην πραγματικότητα και διαφορρετικός επιδιώκει να φαίνεται. Άλλα έχει στην καρδιά του και άλλα βγάζει προς τα έξω. Υποκρίνεται τον ευσεβή χωρίς να είναι στην πραγματικότητα. Ό,τι κάνει, ό,τι λέει, ο τρόπος με τον οποίο ενεργεί, δεν είναι έκφραση του περιεχομένου της καρδιάς του αλλά εξωτερικό προσωπείο, προσποιητή συμπεριφορά με την οποία επιδιώκει να επιδειχθεί και να εντυπωσιάσει τους άλλους. Γι’ αυτό και ο Κύριος ελέγχοντας αυστηρά την υποκριτική συμπεριφορά των Γραμματέων και των Φαρισαίων τους παρομοιάζει με «ασβεστωμένους τάφους», που εξωτερικά φαίνονται ωραίοι, εσωτερικά όμως είναι γεμάτοι κόκκαλα νεκρών και κάθε λογής ακαθαρσία (Ματθ. 23, 27).

Η αιτία της υποκριτικής συμπεριφοράς

ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΑΥΤΟ που γεννά την υποκρισία; «Η γαρ υπόκρισις», διδάσκει ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, «εξ οιήσεως γεννάται». Ένας άλλος πνευματικός διδάσκαλος, ο όσιος Θαλάσσιος, παρατηρεί ότι η υποκρισία είναι «ίδιον της κενοδοξίας», ενώ ο άγιος Μάρκος ο Ασκητής, πέρα από την κενοδοξία, ως αιτία της υποκρισίας θεωρεί και τη φιλαργυρία.
Πραγματικά, τα όσα διδάσκουν οι Πατέρες μας επιβεβαιώνονται με ακρίβεια και στην καθημερινή μας ζωή. Αυτό που μας παρωθεί να υποκρινόμαστε είναι ο εγωισμός μας. Και υποκρινόμενοι τους ευσεβείς επιδιώκουμε να επιδειχθούμε, να εντυπωσιάσουμε τους άλλους. Να τους κάνουμε να μας προσέξουν. Να σχηματίσουν καλή γνώμη για μας. Να μας επαινέσουν. Αυτό όμως σε καμιά περιπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί γνήσια ευσέβεια, ειλικρινής χριστιανική ζωή. Διότι δεν πηγάζει από την αγάπη προς τον Θεό. Δεν εκπορεύεται από πραγματικό σεβασμό προς το Ευαγγέλιο Του. Δεν αποβλέπει στη δόξα του Κυρίου, αλλά στην ικανοποίηση του πάθους της κενοδοξίας που βασανίζει την ψυχή μας και το οποίο μας εξωθεί να γινόμαστε υποκριτές και ανθρωπάρεσκοι.

Η ζημιά που προκαλεί η υποκρισία

Η ΥΠΟΚΡΙΣΙΑ καταστρέφει την ενότητα της προσωπικότητας μας. Μας διχάζει εσωτερικά. Και μας εκθέτει στα μάτια των ανθρώπων, όταν – αργά ή γρήγορα – πέφτει το προσωπείο που φορούμε και αποκαλύπτεται πόσο διαφορετικοί είμαστε από αυτό που φαινόμαστε και πόσο προσποιητή είναι η συμπεριφορά που δείχνουμε προς τους άλλους. «Υποκριτήν», διαβάζουμε στη Φιλοκαλία, «ελέγχουσιν οι λόγοι και τα έργα». Εκτιθέμεθα όταν άλλα είναι τα κίνητρα, οι σκοποί, οι εσωτερικές μας διαθέσεις, και αλλιώτικη η εξωτερική συμπεριφορά και οι ενέργειες μας.
Η υποκρισία διαστρέφει την ουσία της θρησκευτικής ζωής. Γι’ αυτό και ο Κύριος Ιησούς μίλησε πολύ αυστηρά γι’ αυτήν και άσκησε δριμύ έλεγχο προς τους υποκριτές. Στην επί Όρους ομιλία Του (Ματθ. 6, 1-6, 16-18) υποδεικνύει πόσο διαφορετικός από αυτόν των υποκριτών θα πρέπει να είναι ο τρόπος με τον οποίο οι χριστιανοί οφείλουμε να σκούμε την ελεημοσύνη, την προσευχή και τη νηστεία. Και σε άλλη περίσταση – αντιμετωπίζοντας την πονηρία και την κενοδοξία των Γραμματέων και των Φαρισαίων – εν δίστασε να τους αποκαλέσει «υποκριτάς» και να εξαπολύσει εναντίον τους τα φοβερά εκείνα «ουαί» (Ματθ. 23, 13-36).
Το κακό που προξενεί η υποκρισία φαίνεται και στην περίπτωση του αρχισυναγώγου του σημερινού Ευαγγελίου. Βλέπει το θαύμα της θεραπείας και αντί να δοξάσει τον Θεό φθονεί. Και ο φθόνος τον κάνει να παρερμηνεύει ηθελημένα την εντολή του Θεού. Και ενώ φροντίζει – από ιδιοτέλεια βέβαια – για τα άλογα ζώα κατά την ημέρα του Σαββάτου, κόπτεται υποκριτικά για την καταπάτηση της αργίας από τη θεραπεία της συγκύπτουσας, την οποία εξισώνει με την εργασία! – πράγμα που όντως απαγόρευε ο Μωσαϊκός νόμος.

* * *

Αδελφοί μου,
Οφείλουμε να το κατανοήσουμε καλώς: Η υποκρισία συνιστά σοβαρότατο κίνδυνο για την χριστιανική μας ζωή. Ευτελίζει το ευαγγελικό ήθος. Ακυρώνει ό,τι καλό με κόπο κατορθώνουμε. Σκανδαλίζει τους αδελφούς μας. Μας εκθέτει στα μάτια των ανθρώπων.
Γι’ αυτό ας είμαστε πάντοτε ειλικρινείς και έντιμοι। Απροσποίητη η συμπεριφορά μας. Αυστηροί στον εαυτό μας και επιεικείς στους άλλους. Ό,τι κάνουμε να το κάνουμε όχι χάριν της κενοδοξίας αλλά για την δόξα του Θεού και το καλό των αδελφών μας. Ανυπόκριτη η πίστη μας προς τον Θεό (Α’ Τιμ. 1, 5 –Β’ Τιμ. 1,15), ανυπόκριτη και η αγάπη προς τους αδελφούς μας (Ρωμ. 12, 9 – Β’ Κορ. 6, 6).
,
Πηγήhhhttp://sinodiporos।blogspot।com/
,

Κυριακή, 27 Νοεμβρίου 2011

Τι σημαίνει Παράδεισος για μας ...

,,,
Ο Παράδεισος που προσδοκούμε ως Χριστιανοί είναι ο Παράδεισος που τοποθετήθηκε ο Αδάμ όταν τον έπλασε ο Θεός;
Ας δούμε πρώτα τί σημαίνει η λέξη Παράδεισος. Παράδεισος σημαίνει στην Ελληνική και Περσική γλώσσα, «δρυμός», «κήπος» με δέντρα, λουλούδια, πουλιά, ζώα και νερά. Στο βιβλίο της Γενέσεως, στο β’ και γ’ κεφάλαιο, βλέπουμε καθαρά ότι ο Παράδεισος ήταν ένας κήπος. Ήταν ένας επίγειος τόπος. Πού βρισκόταν αυτός ο τόπος, είναι δύσκολο να το προσδιορίσουμε. Η αρχαιολογία με ανασκαφές ερευνά και προσπαθεί να μας προσδιορίσει ακριβώς πού βρισκόταν ο κήπος της Εδέμ. Υπάρχουν πολλές θεωρίες γύρω από το θέμα αυτό. Πολλοί σοβαροί επιστήμονες ασχολούνται με την εύρεση του Παραδείσου της Εδέμ. Με βάση τις μαρτυρίες της Αγίας Γραφής προχωρούν και προβαίνουν σε σοβαρές επιστημονικές παρατηρήσεις. Ακόμη όμως δεν έχουν φέρει στο φως με επιστημονικά ερείσματα το μέρος στο οποίο βρισκόταν ο κήπος της Εδέμ, ο Παράδεισος.
Αλλά και η Αγία Γραφή δεν προσδιορίζει ακριβώς ποιές χώρες περιελάμβανε ο Παράδεισος. Μας δίνει ένα γενικό προσδιορισμό: «Και εφύτευσεν ο Θεός Παράδεισον κατά ανατολάς» (Γεν. 2. 8). Αναφέρει όμως τα ονόματα των ποταμών. Φισών, Γεών, Τίγρη και Ευφράτη. Έτσι μπορούμε να εικάσουμε και εν μέρει να εντοπίσουμε ότι ο κήπος της Εδέμ, ο Παράδεισος, βρισκόταν περίπου στη
νοτιοδυτική ή δυτική Ασία. Στην περιοχή μεταξύ του Τίγρη και του Ευφράτη ποταμού, δηλαδή στη Μεσοποταμία ή κατ’ άλλους στην Αρμενία.
Ο Παράδεισος αυτός, όπου βρίσκονταν οι Πρωτόπλαστοι, ήταν και «αισθητός και νοητός, υλικός και πνευματικός». Και «ενώ το σώμα των Πρωτοπλάστων τέρπονταν από τα υπέροχα θεάματα, τους εξαίσιους ήχους, τους γλυκύτατους καρπούς, ο εσωτερικός άνθρωπος ευφραινόταν από τη συνεχή και ανεμπόδιστη επικοινωνία του με το Θεό… Αλλά σύμφωνα με τη διδασκαλία της Γραφής και των Πατέρων, το σχέδιο της θείας Οικονομίας θα ολοκληρωθεί με την αποκατάσταση του ανθρώπου στο αρχαίο κάλλος και την επάνοδό του στον Παράδεισο. Αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να περιμένουμε πως θα εμφανισθεί και πάλι στη γη ο κήπος της Εδέμ μ’ εκείνη την πρώτη του μορφή. Μία τέτοια προσδοκία κινδυνεύει να μας υποδουλώσει σε αιρετικές δοξασίες. Όπως π.χ. οι κακοδοξίες των χιλιαστών και των μωαμεθανών, που φαντάζονται τον Παράδεισο ως επίγεια απόλαυση.
Γι’ αυτό είναι σκόπιμο να παραθέσουμε επιγραμματικά με πόσες και ποιές έννοιες οι Πατέρες και συγγραφείς της Εκκλησίας χρησιμοποιούν το θεολογικό όρο «Παράδεισο», για να μπορούμε να τοποθετούμαστε σωστά κάθε φορά που διαβάζουμε κάποιο χωρίο σχετικό με την έννοια «Παράδεισος».
α) Παραδεκτός: Τόπος γήινος. Με αυτή την έννοια τον αναφέρουν πολλοί Πατέρες, μεταξύ των οποίων και ο άγιος Επιφάνιος Κύπρου στον «Αγκυρωτό» του λόγο και ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος. «Ο Παράδεισος, καθώς λέει η Άγια Γραφή, ήταν φυτευμένος προς την ανατολή, στην Εδέμ. πηγή δε “ανέβαινε” από την Εδέμ. Αν όμως βρισκόταν στον ουρανό, άνω, θα έλεγε, “κατέρχεται” πηγή».
Και ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος πάνω στο ίδιο θέμα λέει τα έξης: «Γι’ αυτό το λόγο ανέφερε και το όνομα του τόπου στην Αγία Γραφή ο μακάριος Μωυσής, για να μην επιτρέψει, σε όσους θέλουν να φλυαρούν μάταια και να δημιουργούν ψευδείς εντυπώσεις στους αφελείς, να υποστηρίζουν ότι ο Παράδεισος δεν ήταν στη γη, αλλά στον ουρανό».
β) Παράδεισος: Η μακάρια κατάσταση τον άνθρωπου στον Παραδεκτό. Με αυτή την έννοια τον αναφέρουν οι μεγάλοι Πατέρες και Διδάσκαλοι της Εκκλησίας, Μ. Βασίλειος. Ιωάννης Χρυσόστομος. Μ. Αθανάσιος.
γ) Παράδεισος: Και αισθητός και νοητός, σωματικός-πνευματικός. Με αυτή την έννοια βρίσκεται σε κείμενα του Μ. Βασιλείου, Αναστασίου του Σιναΐτου, Αμβροσίου. Ιουστίνου, αλλά και στα κείμενα του αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού, που θεωρείται πρύτανης των θεολόγων, ο οποίος μάλιστα μας διασαφηνίζει γιατί άλλοι Πατέρες θεωρούν τον Παράδεισο νοητό και άλλοι αισθητό: «Μερικοί φαντάσθηκαν ότι ο Παράδεισος είναι αισθητός, υλικός, άλλοι πάλι πως είναι νοητός. Εγώ όμως νομίζω ότι, όπως ο άνθρωπος δημιουργήθηκε και αισθητός και νοητός (πνευματικός), έτσι και το ιερότατο τέμενος, που τοποθετήθηκε, ήταν και αισθητό και νοητό, είχε διπλή μορφή. Το σώμα του δηλαδή βρισκόταν σε θεσπέσιο χώρο και υπέρκαλλο, η δε ψυχή του ζούσε σε ανώτερο τόπο. ενώ είχε τον Θεό ως οίκο, αυτόν που ήταν και ένοικος της ψυχής του. Απ’ αυτά νομίζω ότι ο Παράδεισος
ήταν διπλός. Πολύ σωστά λοιπόν μας παρέδωσαν άλλοι από τους Πατέρες πως είναι υλικός και αισθητός ο Παράδεισος και άλλοι πώς είναι πνευματικός και νοητός».
δ) Παράδεισος: Ως μέση κατάσταση των ψυχών των Δικαίων (τόπος κρίσεως, αναμονής της Ανάστασης).
ε) Παράδεισος. Βασιλεία των ουρανών εν Χριστώ, διά Χριστού.
στ) Παράδεισος ο Χριστός, η Ύπεραγία Θεοτόκος, οι Άγιοι, οι Όσιοι, η Αγία Γραφή, τα Γεροντικά.
Ο απόστολος Παύλος δε, μάς ομιλεί στην Αγία Γραφή για τον νέο Παράδεισο, που εμείς προσδοκούμε, ο οποίος δεν περιορίζεται σ’ ένα τόπο, αλλά αγκαλιάζει όλη τη γη και είναι η Εκκλησία του Χριστού.
Μέσα στην Εκκλησία οι πιστοί γίνονται κοινωνοί θείας φύσεως μέσω των μυστηρίων. Ο πιστός με το θάνατο περνά από τον επίγειο Παράδεισο της στρατευόμενης Εκκλησίας στον επουράνιο Παράδεισο της Εκκλησίας των Πρωτοτόκων. Αυτός ο Παράδεισος είναι απερίγραπτος.
«Δεδοξασμενα ελαλήθη περί σου η πόλις του Θεού», μάς λέει ο Ψαλμωδός. Είναι ο Παράδεισος μια κατάσταση ασύλληπτη. Γι’ αυτό και ο Ηλίας Μηνιάτης μάς λέει: «Ο Παράδεισος είναι μια υπόθεση που υπερβαίνει κάθε γλώσσα και κάθε νου. διότι ούτε άνθρωπος ούτε Άγγελος μπορεί να μας εξηγήσει τον Παράδεισο καθώς είναι». Άλλωστε και ο απόστολος Παύλος που ανέβηκε ως αυτόν τον Παράδεισο, μας είπε ότι είδε και άκουσε μυστήρια που άνθρωπος δεν μπορεί να τα εξηγήσει και να τα διηγηθεί σε άλλον άνθρωπο, «α οφθαλμός ουκ είδε και ους ουκ ήκουσε και επί καρδίαν ανθρώπου ουκ ανέβη· α ητοίμασεν ο Θεός τοις αγαπώσιν αυτόν»
Αλλά οι περισσότεροι Πατέρες μάς προτρέπουν να βιώνουμε τήν πνευματική έννοια του Παραδείσου και εκεί

στρέφουν τις ψυχικές μας δυνάμεις. Παράδεισος, μάς λέει ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, για τον πιστό, είναι ο Χριστός: «Αν πάω στον Παράδεισο και μου πουν ότι ο Χριστός δεν βρίσκεται εκεί, αλλά στη Κόλαση, θα ζητήσω να πάω στη Κόλαση, διότι η Κόλαση με το Χριστό γίνεται Παράδεισος, όπως και ο Παράδεισος χωρίς το Χριστό, γίνεται Κόλαση». Και ο σύγχρονος μας π. Ιουστίνος Πόποβιτς μας δικαιολογεί πλήρως γιατί ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος παίρνει αυτή τη θέση, λέγοντας: «Διότι τί είναι Κόλασις; Αίσθησις άνευ του Θεού Λόγου· αίσθησις εκ της οποίας εξεδιώχθη ο Θεός. Και τί είναι Παράδεισος; Αίσθησις του Θεού, αίσθησις ανακραθείσα μετά του Θεού και πληρωθείσα υπό του Θεού Λόγου».
Ο Παράδεισος λοιπόν είναι αυτή η αίσθηση του Θεού, η μετοχή στην άκτιστη δόξα Του, όπως μάς λένε άλλοι Πατέρες. Αυτόν τον Παράδεισο προσδοκούμε και γι’ αυτόν πρέπει να αγωνιζόμαστε, με τη Χάρη του Θεού.

(«Θάνατος, Ανάσταση και Αιώνια ζωή», εκδ। Ετοιμασία. Ι.Μ.Τιμίου Προδρόμου. Καρέας)





,

Παρασκευή, 25 Νοεμβρίου 2011

Κατάκριση όχι , έλεγχος με διάκριση ναι !

...

Συναντάμε καθημερινά στις διαπροσωπικές μας σχέσεις μία πολύ εύκολη αμαρτία, όπως την αποκαλεί ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, την κατάκριση.Αυτή όμως η εύκολη αμαρτία είναι παράλληλα και θανάσιμη, επιφέρει κόλαση.

Όταν κατακρίνουμε τους αδελφούς μας, είναι σαν να χύνουμε δηλητήριο σ' αυτούς, δείχνουμε ότι δεν τους αγαπάμε. Αυτή η αθλιότητα της γλώσσας συμβαίνει και στους ανθρώπους της Εκκλησίας που πιστεύουν στο Χριστό, τηρούν τις νηστείες, εκκλησιάζονται, μα τη γλώσσα δεν τη νηστεύουν από την κατάκριση, όπως ο Φαρισαίος.

Το να συζητούν οι άνθρωποι π.χ. οι γιατροί για την ιατρική, οι τεχνίτες για την τέχνη τους δεν είναι κακό, αλλά να κατηγορούν συναδέλφους για σφάλματα είναι κατάκριση, και μάλιστα όταν γίνεται πίσω από την πλάτη τους· αυτό δεν είναι χάδι, αλλά αγκάθι που τους πληγώνει. Ο Άγιος Ιωάννης της Κλίμακος παρομοιάζει την κατάκριση με παχιά βδέλλα που ρουφάει το αίμα της αγάπης. Όπως η βδέλλα κολλάει στο στόμα του ζώου που πίνει νερό και ρουφάει το αίμα του, έτσι και η κατάκριση, κρυμμένη και αφανής, ρουφάει τη Χάρη του Θεού και την αγάπη.

Ο Ιερός Χρυσόστομος λέει ότι είναι προτιμότερο να τρώμε κρέας Σαρακοστή, παρά τις σάρκες των αδελφών μας με την κατάκριση. Βεβαίως δεν εννοεί να αρταινόμαστε, αλλά υπογραμμίζει ότι η κατάκριση είναι βαρύτερο αμάρτημα.

Όταν εμείς κρίνουμε σε μια παρέα, παρασύρουμε και τους συνανθρώπους μας στην κατάκριση. Για παράδειγμα στην εθνική οδό που τα αυτοκίνητα τρέχουν με 180 χλμ., αν κάποιο σταματήσει απότομα από βλάβη, πέφτουν απότομα πάνω του όσα είναι από πίσω, γίνεται καραμπόλα, αλυσίδα ατυχημάτων. Παρόμοια με την κατάκριση όποιος κάνει αρχή παρασύρονται και οι άλλοι. Αρπάζουμε όμως το δικαίωμα που ανήκει μόνο στο Θεό.

Μὴ κρίνετε, ἵνα μὴ κριθῆτε(Ματθ.,ζ,1) Αυτός είναι ο ευκολότερος δρόμος για τη Βασιλεία του Θεού.

ΑΙΤΙΑ: το μίσος, ο φθόνος: π.χ. γιατί ο άλλος να έχει καλύτερα ρούχα; Και για να τον μειώσουμε ψάχνουμε ψεγάδια. Βλέπουμε το σκουπιδάκι στο μάτι του αδελφού μας και όχι το δοκάρι στο δικό μας. Αντί να ασχοληθούμε με το δικό μας καρκίνο, κοιτάμε το συνάχι των άλλων, έχουμε φιλαυτία.

ΠΩΣ ΘΑ ΑΠΑΛΛΑΓΟΥΜΕ;

1ον: Να κατηγορούμε το διάβολο που τον έσπρωξε στην αμαρτία και όχι τον άνθρωπο που την έκανε.

2ον: Όταν βλέπουμε τον αδελφό μας να αμαρτάνει, να προσευχόμαστε. Παραδείγματος χάριν, κάποιος έπεσε σε βαλτώδες έδαφος και βούλιαξε μέχρι τη μέση και ήρθαν κάποιοι να τον βοηθήσουν και τον έχωσαν μέχρι το λαιμό· έτσι γίνεται και με την κατάκριση, σπρώχνουμε τον άλλο ακόμα πιο βαθιά στη λάσπη.

3ον: Όταν ακούμε να κρίνουν να μη συμμετέχουμε, αλλά να λέμε: «εγώ είμαι χειρότερος, σήμερα αυτός αύριο εγώ, αν δεν προσέξω».

4ον: Να μην κρίνουμε, γιατί μπορεί να μην έχουμε ακριβείς πληροφορίες. Ο Χριστός έχει πει: «Αν συγχωρείτε στους ανθρώπους τα παραπτώματά τους, θα συγχωρήσει ο Ουράνιος Πατέρας και τα δικά σας αμαρτήματα» (Ματθ.,στ΄,14). Και στους μακαρισμούς αναφέρει ο Κύριος: «Μακάριοι οἱ ἐλεήμονες, ὅτι αὐτοὶ ἐλεηθήσονται». Όποιος είναι ελεήμων δεν κρίνει με ασπλαχνία τον πλησίον. Να κάνουμε ότι κάνει ο καλός ραγολόγος στο αμπέλι που διαλέγει τις καλές ρόγες των σταφυλιών. Έτσι και εμείς να αναφέρουμε τα θετικά που έχει κάποιος και όχι τα ελαττώματά του.

Να συνηθίσουμε να λέμε την προσευχή του Αγίου Εφραίμ του Σύρο: «Ναί, Κύριε Βασιλεῦ, δώρησαί μοι τοῦ ὁρᾶν τὰ ἐμὰ πταίσματα καὶ μὴ κατακρίνειν τὸν ἀδελφόν μου. Ὅτι εὐλογητὸς εἶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν».

Θα πει όμως κάποιος ότι η κρίση είναι δώρο του Θεού, για να ξεχωρίζεις το σωστό από το άδικο. Η κρίση και ο έλεγχος ακόμα της αδικίας, της διαφθοράς για όσα γίνονται δημόσια είναι απαραίτητη και τη συναντάμε παντού στην Αγία Γραφή. Ακούμε καμιά φορά συνανθρώπους μας να λένε: «Τον βλέπω να εκτρέπεται και δεν θα προσπαθήσω να τον διορθώσω;Διόρθωσέ τον», απαντά ο ιερός Χρυσόστομος, αλλά να το κάνεις όχι ως εχθρός που τον σύρει σε δίκη, αλλά ως γιατρός που παρασκευάζει το κατάλληλο φάρμακο για να θεραπεύσει τον ασθενή. Η Αγία Γραφή δεν λέει «μην παύσεις τον αμαρτάνοντα», αλλά «μην κατακρίνεις τον αμαρτάνοντα, δηλαδή μη γίνεσαι πικρός δικαστής του. Δεν απαγορεύει τη φιλάγαθη και διορθωτική κρίση, ούτε τον έλεγχο που γίνεται για την ωφέλεια του αδελφού. Απαγορεύει την κατάκριση που γίνεται με ασπλαχνία και ασυμπάθεια, για να εξουδενώσουμε τον αδελφό μας.

Δεν κατηγορούμε τον Πρόδρομο γιατί ήλεγχε τη σκανδαλώδη ζωή του Ηρώδη. Μπορεί να σταθεί μια οικογένεια αν ο πατέρας δεν ελέγχει τα παιδιά του; Ένα σχολείο, αν ο δάσκαλος δεν ελέγχει με βαθμούς και αποβολές τους μαθητές; Ο στρατός μπορεί να σταθεί αν οι αξιωματικοί δεν ελέγχουν τους στρατιώτες;

Ο Σωκράτης ήταν ο έλεγχος της αθηναϊκής κοινωνίας. Όταν έμαθε ότι κάποιος θα αναλάμβανε την κυβέρνηση του είπε πως άκουσε φωνές περνώντας από το σπίτι του και εκείνος του απάντησε: «η γυναίκα μου είναι απείθαρχη». Τότε του λέει ο Σωκράτης: «πώς λες ότι θα κυβερνήσεις ολόκληρη Αθήνα, αφού δεν μπορείς να βάλεις τάξη στο σπίτι σου;».

Ο Χριστός κατηγορούσε τους Φαρισαίους: «οὐαὶ ὑμῖν, γραμματεῖς καὶ Φαρισαίοι ὑποκριταί» και τους αποκαλούσε «μωρούς καὶ τυφλούς», ενώ από την άλλη λέει ότι όποιος αποκαλέσει περιφρονητικά τον αδελφό του «ῥακά», «ανόητε» είναι αξιοκατάκριτος. Στην 1η περίπτωση ο Χριστός κατηγορεί την υποκρισία, το κάνει από αγάπη, από ιερή αγανάκτηση, για να φέρει ψυχικό σεισμό μετανοίας, ενώ στη 2η περίπτωση εννοεί ότι δεν πρέπει να οργιζόμαστε εναντίον του αδελφού μας, αλλά να έχουμε αγάπη και να συμφιλιωνόμαστε μαζί του.

Και οι προφήτες ήλεγχαν τους βασιλιάδες, τους ιερείς, τους δικαστές. Ο Δαυίδ, διέπραξε το φοβερό αμάρτημα της μοιχείας. Τον επισκέφτηκε ο προφήτης Νάθαν, απεσταλμένος από το Θεό και του είπε μία παραβολή: «Εδώ στην περιοχή μας ήταν ένας πλούσιος που είχε πολλά πρόβατα και ένας άλλος φτωχός είχε μία μικρή προβατίνα. Ο πλούσιος σκοτώνει τον φτωχό και του παίρνει το πρόβατο». Εξοργίζεται ο Δαυίδ και ρωτάει ποιος είναι αυτός και που είναι. Ο Νάθαν του λέει: «Βασιλιά μου αυτός δεν είναι μακριά, εδώ είναι, εσύ είσαι». Η στιγμή είναι συγκλονιστική. Ο Δαυίδ συναισθάνεται βαθύτατα το μέγεθος της αμαρτίας του, την μεγάλη πτώση του, μετανοεί όμως και ο Θεός τον συγχωρεί. Στην Παλαιά Διαθήκη πάλι ο Δανιήλ ελέγχει τους δικαστές που συκοφάντησαν την όμορφη Σωσάννα. Οι δικαστές αυτοί ορέγονταν την Σωσάννα που ήταν παντρεμένη με τον Ιωακίμ και επειδή αυτή δεν ενέδωσε στις ορέξεις τους, την κατηγόρησαν ότι απάτησε τον άνδρα της μ' ένα νεαρό στον κήπο του σπιτιού της και την καταδίκασαν σε θάνατο. Ο Δανιήλ από θείο φωτισμό πληροφορήθηκε ότι αυτό ήταν ψέμα και αρνήθηκε να συμμετάσχει στην καταδίκη. Ζήτησε να εξετάσει έναν- έναν χωριστά τους δικαστές. Ρώτησε λοιπόν τον 1ον : «Κάτω από ποιο δέντρο είδες τη Σωσάννα να διαπράττει την αμαρτία;». «Κάτω από ένα σχίνο» απάντησε εκείνος. «Να που είπες ψέματα, γιατί ο άγγελος του Θεού έχει λάβει κιόλας εντολή από το Θεό να σε σχίσει στα δύο», του είπε ο Δανιήλ. Μετά απευθύνθηκε στον άλλο δικαστή χωριστά : «Εσύ κάτω από ποιο δέντρο την έπιασες;». «Κάτω από ένα πουρνάρι», απάντησε εκείνος. «Νάτο, ψέμα είπες κι εσύ, ο άγγελος του Θεού σε περιμένει με το ξίφος του για να σε κόψει στα δύο», του είπε ο Δανιήλ. Και οι 2 δικαστές καταδικάστηκαν σε θάνατο από τη σύναξη σύμφωνα με το νόμο του Μωυσή.

Ελέγχει και ο Πέτρος το Σίμωνα που ήθελε να γίνει ιερέας με πληρωμή. Ο Σίμων ήταν μάγος πριν, αλλά όταν άκουσε το κήρυγμα του αποστόλου Φιλίππου βαπτίστηκε και έγινε χριστιανός. Βλέποντας ο Σίμων ότι οι απόστολοι με την επίθεση των χεριών τους στους βαπτισμένους χριστιανούς, έδιδαν το Άγιο Πνεύμα, πρόσφερε χρήματα στους αποστόλους και ζήτησε να του δώσουν την εξουσία να το κάνει και αυτός. Τότε ο Πέτρος του είπε: «Το χρήμα σου να χαθεί μαζί μ'εσένα, διότι νόμισες ότι είναι δυνατό να αποκτήσεις με χρήματα τη δωρεά του Θεού». Ο έλεγχος όμως αυτός του Πέτρου είχε ως αποτέλεσμα να μετανοήσει ο Σίμων.(Πράξεις των Αποστόλων, 8,14-25)

Ήλεγξε και ο Απόστολος Παύλος το μάγο Βαριησού, όταν πήγε να κηρύξει το λόγο του Θεού στην Κύπρο. Ο μάγος αυτός ήταν μαζί με το Σέργιο Παύλο τον ανθύπατο, άνθρωπο συνετό που κάλεσε το Παύλο να του μιλήσει για το Χριστό. Ο Βαριησούς όμως ήθελε να αποτρέψει τον ανθύπατο από την αληθινή πίστη του Χριστού, γι' αυτό ο Παύλος του είπε: «Συ που είσαι γεμάτος από κάθε δόλο και ραδιουργία...να τώρα το χέρι του Κυρίου θα σε χτυπήσει, θα είσαι τυφλός και δεν θα βλέπεις τον ήλιο για ένα διάστημα». Και αμέσως τυφλώθηκε. Τότε ο ανθύπατος πίστεψε στη διδασκαλία του Χριστού (Πρ.Αποστ.,13,4-12).

Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, επειδή ήλεγχε την κάθε αδικία, ήλεγξε και την βασίλισσα Ευδοξία για τις παρανομίες και τις αδικίες που έκανε, κυρίως επειδή με τυραννικό τρόπο αφαίρεσε τον αγρό μιας χήρας, ονομαζόμενης Καλλιτρόπης.

Σε όλες αυτές λοιπόν τις περιπτώσεις ο έλεγχος γίνεται για τη διόρθωση του άλλου και την αποκατάσταση του δικαίου και όχι από ζήλεια ή μίσος. Ο έλεγχος είναι χρέος αγάπης. Μερικοί από δειλία, φιλαρέσκεια, νοσηρότητα, δεν παίρνουν θέση όταν ακούνε ότι γίνεται κάτι κακό και μ'αυτό τον τρόπο δεν συμβάλλουν στη διόρθωση της κατάστασης, αλλά αφήνουν το κακό να διαιωνίζεται.

Ερώτηση:Γιατί ο Μέγας Κωνσταντίνος είπε ότι αν έβλεπε κάποιον ιερέα να αμαρτάνει θα τον κάλυπτε; Το είπε σε περίπτωση που δεν είχε γίνει δημόσιο σκάνδαλο। Τότε πρέπει κατ' ιδίαν να συμβουλέψουμε με αγάπη, για να διορθωθεί ο αμαρτάνων. Να προσευχόμαστε να φωτίζει ο Θεός τους σκανδαλοποιούς και να τους συνετίζει.



,



Ιερός Ναός Παναγίας Παραβουννιώτισσας



,

Δευτέρα, 21 Νοεμβρίου 2011

Τα Εισόδια της Θεοτόκου. Θεολογία της εικόνας.

...

«Σήμερον της ευδοκίας Θεού το προοίμιον, και της των ανθρώπων σωτηρίας η προκήρυξις. Εν ναώ του Θεού τρανώς η Παρθένος δείκνυται, και τον Χριστόν τοις πάσι προκαταγγέλλεται. Αυτή και ημείς μεγαλοφώνως βοήσωμεν˙ Χαίρε της οικονομίας του Κτίστου η εκπλήρωσις».

Μία από τις κυριότερες και μεγαλύτερες Θεομητορικές εορτές του έτους είναι τα «Εισόδια» της Θεοτόκου. Η Εκκλησία μας την τιμά στις 21 Νοεμβρίου, με ιδιαίτερη λαμπρότητα. Η σημασία της εορτής αυτής είναι μεγάλη και ιερή. Αποτελεί τήν βάση και την αρχή για όλη την μετέπειτα ζωή της Θεοτόκου.

Όπως γνωρίζουμε, η Παναγία Θεοτόκος, γεννήθηκε από γονείς γηραιούς, τον Ιωακείμ και την Άννα, που είχαν παρακαλέσει με πολύ πόνο τον Θεό να τους δώση ένα τέκνο και να το αφιερώσουν στο Ναό Του. Πραγματικά, αυτό και έκαναν. Οταν δηλαδή η Μαρία έγινε τριών ετών την έφεραν οι ίδιοι οι γονείς της στο Ναό και την παρέδωσαν στα χέρια του Ζαχαρία του ιερέα. Αυτός την αγκάλιασε, την ευλόγησε και είπε: «Εμεγάλυνε ο Κύριος το ονομά σου σε όλες τις γενεές. Με σένα θα ευλογηθούν τα έθνη και ο Κύριος θα λυτρώση τους υιούς του Ισραήλ». Και ανέβασε την τριετή Μαρία στο εσωτερικό του θυσιαστηρίου, όπου ο Θεός την χαρίτωσε. Και ευφράνθηκε η Παναγία και με αγαλλίαση ψυχής εσκίρτησε και όλοι πνευματικά πανηγύρισαν που έμεινε στο Ναό τον Άγιο, για να αγιασθεί και να γίνει αργότερα η Μητέρα του ίδιου του Θεού.

ΣΠΟΥΔΗ ΣΤΗΝ ΕΙΚΟΝΑ ΤΩΝ ΕΙΣΟΔΙΩΝ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ

Στην εικονογράφηση του γεγονότος των Εισοδίων της Θεοτόκου, βλέπουμε, στο κέντρο την Παναγία σαν μικρό τριετές κοράσιον, που όμως έχει όλη την ιερότητα της μέλλουσας Μητέρας του Θεού. Ο ιερέας Ζαχαρίας ο μετέπειτα πατέρας του Προδρόμου, έχει ακουμπήσει ευλαβικά και στοργικά το χέρι του επάνω στην κεφαλή της. Την ευλογεί και την υποδέχεται στα άγια των αγίων, φορώντας ενδύματα λειτουργικά και διακριτικό της ιερωσύνης στην κεφαλή του. Η Παναγία στέκει με ιερή σιγή απέναντί του έχει τα χέρια της σε στάση ευλαβική και συγχρόνως κινητική απέναντί του, που δηλώνει την προθυμία και την χαρά της προσελεύσεώς της στον Ναό του Κυρίου. Αυτό είναι το σχέδιο και το θέλημα του Θεού και η προαιώνια βουλή του για την σωτηρία των ανθρώπων.

Το ίδιο ευλαβικά και με ιερή συγκίνηση εικονίζονται και οι γέροντες γονείς της Ιωακείμ και Άννα. Την παραδίδουν στα χέρια του Ζαχαρία με μια κίνηση πολύ εκφραστική, που δηλώνει την προθυμία τους να εκπληρώσουν την υπόσχεσή τους στο Θεό και να του αφιερώσουν το μονάκριβο παιδί τους, που το απέκτησαν μετά από πολλών χρόνων προσευχή και νηστεία και σε γήρας προχωρημένο. Όμως η αγάπη στο Θεό επισκιάζει τα σπλάχνα της στοργής της ανθρώπινης φύσης. Έχουν στραμμένα τα βλέμματά τους στην παιδίσκη τους Μαρία, προσέχοντάς την με πολύ συγκίνηση.

Πίσω τους βλέπουμε πολλές νεάνιδες, να κρατούν λαμπάδες αναμμένες και να προπέμπουν την Παναγία οδηγώντας την στο Ιερό, όπου έμεινε σαν περιστερά ηγιασμένη και έγινε η λαμπάδα του Θεού, η κατοικία Του, ο ναός Του, το θυσιαστήριο και η λατρεία η ζώσα και καθαρά.

«Ο καθαρώτατος Ναός του Σωτήρος, η πολυτίμητος παστάς και Παρθένος, το ιερόν θησαύρισμα της δόξης του Θεού, σήμερον εισάγεται, εν τω οίκω Κυρίου, την χάριν συνεισάγουσα, την εν Πνεύματι Θείω˙ ην ανυμνούσιν Άγγελοι Θεού˙ Αύτη υπάρχει σκηνή επουράνιος».
,

πηγή : Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδας



,

Πέμπτη, 17 Νοεμβρίου 2011

Καλοταιριάζει θαρρώ στ΄ανηφόρι !

...


ΚΑΛΟΤΑΙΡΙΑΖΕΙ ΘΑΡΡΩ ΣΤ’ ΑΝΗΦΟΡΙ

Του Βασίλη Χαραλάμπους
=====================

Στην αφέγγαρη νυχτιά
στο παγωμένο χιόνι
αργά τα βήματα
ιχνογραφούνε τούτες τις στιγμές
για την αγρυπνία π’ αρχινά
στην Καλύβη της Υπάπαντής
στο σιγούρλιο ετούτο της Νέας Σκήτης.

Αναθυμούμαι ακόμα και τούτο
πως συνήθειο παλαιό
ετούτο το γιορτασμό
της Παναγιάς να λέμε.

Καλοταιριάζει θαρρώ
στ’ ανηφόρι της Πανάγνου Μητρός
“των πάντων χωρισθέντων
και πάσι συνηρμοσμένων”
χωρίς την ψεύτικη αγάπη εκείνη
που στη σαρκός το φρόνημα τόσο ταιριάζει
κι ευθύς μόλις το κατώφλι δρασκελίσει
το σκόνταμα στο πρώτο το πεζούλι.

(Από την ποιητική Συλλογή “Αγιονορείτικο διαβατικό”)



,

Τρίτη, 15 Νοεμβρίου 2011

Συζητώντας με τον γέροντα Παϊσιο ...

...

Ένας πνευματικός άνθρωπος, όταν θέλη να βοηθήση κάποιον, προσπαθεί να τον συνδέση με τον Χριστό και όχι να τον δέση με τον εαυτό του. Στην συνέχεια χαίρεται, όταν καταφέρη να τον συνδέση με τον Χριστό, και ο άλλος αγωνίζεται προσβλέποντας στον Χριστό. Τότε και ο ένας και ο άλλος έχει τον μισθό του και τα πράγματα πάνε κανονικά.

Όταν όμως ο άνθρωπος αγωνίζεται και κοιτάζη πώς να ευχαριστήση αυτόν που προσπαθεί να τον συνδέση με τον Χριστό, αν δηλαδή μια ενέργειά του θα στενοχωρήση ή θα χαροποιήση εκείνον, και δεν κοιτάζη πως ο Χριστός βλέπει αυτήν την ενέργειά του, τότε ούτε τον άνθρωπο που τον βοηθάει ευχαριστεί, ούτε τον Χριστό, αλλά ούτε ο ίδιος ωφελείται, γιατί δεν δέχεται θεϊκή βοήθεια. Δηλαδή ούτε ο Χριστός ούτε ο πνευματικός χαίρεται γι’ αυτό το οποίο κάνει, αλλά ούτε ο ίδιος βοηθιέται, για να ξεπεράση μια δυσκολία. Ας υποθέσουμε ότι ψάλλει μια αδελφή και σκέφτεται: «Άραγε ψάλλω καλά; Θα χαρή η Γερόντισσα;». Ε, αυτή δεν βοηθιέται. Ενώ, αν ψάλλη για τον Χριστό, τα πράγματα πάνε κανονικά· και καλά θα ψάλη και την Γερόντισσα θα ευχαριστήσει.

- Γέροντα, όταν κανείς δεν καταλάβη σωστά αυτό που του είπε ο πνευματικός, φταίει;

- Κοίταξε, αν δεν κατάλαβε, επειδή είχε μια επιθυμία και ο νους του ήταν εκεί, πάλι φταίει. Μερικοί το θέλημα το δικό τους το κάνουν θέλημα του Θεού. Ρωτάει λ.χ. κάποιος τον πνευματικό του για ένα πρόβλημά του και έχει στο λογισμό του την λύση που θέλει, που τον αναπαύει. Ο πνευματικός του λέει τι πρέπει να κάνη και αυτός καταλαβαίνει ότι του είπε να κάνη αυτό που ήθελε, και το κάνει με χαρά, νομίζοντας κιόλας ότι κάνει υπακοή. Και αν του πη μετά ο πνευματικός «γιατί ενήργησες έτσι;», του λέει: «Έτσι δεν μου είπες να κάνω;»
Αλλά και μερικές φορές, αυτό που λέει ο πνευματικός, δεν είναι να το πάρη κανείς κατά γράμμα. Μπορεί να είναι τρόπος του λέγειν. Θα σας πω μια περίπτωση, για να καταλάβετε. Μια σαρανταπεντάρα καθηγήτρια, που είχε και παιδιά, είχε μπλέξει έναν δεκαεξάχρονο μαθητή της. Το παιδί έφυγε από το σπίτι και συζούσε με την καθηγήτρια. Όταν ο πατέρας του ήρθε στο Καλύβι και μου είπε τον πόνο του, του είπα να κάνη για το θέμα αυτό ό,τι του πη ο πνευματικός του. Πήγε λοιπόν ο καημένος στον πνευματικό και μετά ήρθε πάλι σ’ εμένα. Εγώ είχα εκείνη την ημέρα την Εξαρχία του Πατριαρχείου, δεν μπορούσα να συζητήσω μαζί του και του είπα: «Να κάνης ό,τι σου είπε ο πνευματικός σου». Αυτός δεν έφευγε – και ευτυχώς που δεν έφυγε και επέμενε. Κάποια στιγμή που ευκαίρησα, τον είδα λίγο και μου είπε: «Γέροντα, αποφάσισα να την σκοτώσω αυτή την γυναίκα, γιατί έτσι μου είπε ο πνευματικός μου». «Για στάσου, καλέ μου άνθρωπε, του λέω, τι ακριβώς σου είπε ο πνευματικός;». «Μου είπε: ‘’Αυτή η γυναίκα είναι για σκότωμα’’». Καταλάβατε; Ο πνευματικός είπε, τρόπος του λέγειν, «αυτή η γυναίκα είναι για σκότωμα», όχι να την σκοτώση! Από τότε δεν λέω σε κανέναν: «να κάνης ό,τι σου είπε ο πνευματικός», αλλά ρωτάω τι του είπε ο πνευματικός…

- Μπορεί, Γέροντα, να ζητάη κάποιος βοήθεια από τον πνευματικό του και συγχρόνως να προτείνη και την λύση;
- Εμ τότε, τι βοήθεια ζητάει; Άλλο είναι να πη ταπεινά σαν λογισμό στον πνευματικό του τι νομίζει ότι θα τον βοηθήση – αυτό επιβάλλεται – και άλλο είναι να επιμένη ότι ο λογισμός του αυτός είναι σωστός. Τότε είναι που δεν κάνει ο άνθρωπος προκοπή. Είναι σαν να πηγαίνη στον γιατρό και να του λέη: «Αυτό το φάρμακο να μου δώσης». Ο άρρωστος οφείλει να κάνη υπακοή στον γιατρό· δεν θα του υποδείξη τι είδους φάρμακα θα του δώση. Δεν είναι εδώ θέμα ορέξεως, όπως με τα φαγητά και τα γλυκά, για να πη κανείς: «Θέλω μπακλαβά ή θέλω κανταϊφι». Ανάλογα με την πάθηση ο γιατρός δίνει και το φάρμακο.

Γέροντας Παϊσιος

,

Πέμπτη, 10 Νοεμβρίου 2011

Η ψυχρότητα στην προσευχή

...

Η ψυχρότητα στην προσευχή οφείλεται είτε σε ψυχική κόπωση είτε σε πνευματικό κορεσμό είτε σε σωματικές απολαύσεις και αναπαύσεις είτε σε πάθη, που κυριεύουν την ψυχή, προπαντός στην έπαρση. Όλα αυτά είναι ενάντια στην πνευματική ζωή, μέσα στην οποία κεντρική θέση κατέχει η προσευχή. Έτσι, πρώτα και κύρια προκαλούν το στέρεμα της πηγής της προσευχής μέσα μας. Αυτό, όμως, μπορεί να oφείλεται και σε απομάκρυνση της χάριτος, που συμβαίνει με θεία παραχώρηση. Και να γιατί: Όταν η ψυχή μας φλέγεται από τον πόθο του Θεού και από την καρδιά μας ξεχύνεται ολόθερμη προσευχή, δεν έχουμε παρά ελεητική επίσκεψη της χάριτος. Εμείς όμως, όταν η ευλογημένη αυτή κατάσταση παρατείνεται για πολύ, νομίζουμε ότι κατορθώσαμε κάτι σπουδαίο με το δικό μας αγώνα και κυριευόμαστε από την κενοδοξία. Για λόγους παιδαγωγικούς, λοιπόν, απομακρύνεται η χάρη και μένει η ψυχή μας μόνη της, γυμνή και αδύναμη, ανίκανη να ζήσει πνευματικά, ψυχρή και απρόθυμη να προσευχηθεί…
Τί θα κάνουμε, λοιπόν, για να ξεφύγουμε απ’ αυτή την κατάσταση; Πρώτα-πρώτα θα φροντίσουμε να εξουδετερώσουμε τις αιτίες της. Και ύστερα, παρ’ όλη την ψυχρότητα της ψυχής μας, θα κάνουμε με επιμονή και υπομονή τον καθημερινό προσευχητικό κανόνα μας, προσπαθώντας αφ’ ενός να συγκεντρώνουμε το νου μας στα λόγια των ευχών και αφετέρου να ξεσηκώνουμε μέσα στην καρδιά μας αισθήματα φιλόθεα. Με τον καιρό ο Θεός, βλέποντας την ταπείνωση και την καρτερία μας, θα μας ξαναστείλει τη χάρη Του, που θα διώξει το πνεύμα της ψυχρότητος, όπως ο άνεμος διώχνει την ομίχλη.

Πώς θ’ αποκτήσουμε θερμότητα στην Προσευxή
Με αγώνα και υπομονή, μ’ αυτά τα δυο θα ζωντανέψει μέσα μας η φλογερή προσευχή. Απαιτούνται χρόνος και κόπος πολύς. Όμως, ας μη λιποψυχήσουμε, ας μην αποκάνουμε, ας μη βαρεθούμε. Η προσπάθειά μας, αν είναι συστηματική και επίμονη, θα στεφανωθεί οπωσδήποτε, αργά ή γρήγορα, με επιτυχία. Θα στεφανωθεί όχι χάρη σ’ εμάς, αλλά χάρη στο άπειρο έλεος του Θεού. Είναι καλό να συνηθίσει η γλώσσα σας την ευχή του Ιησού, το “Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με”, ή οποιαδήποτε άλλη σύντομη προσευχή με το νου συγκεντρωμένο στην καρδιά. Αγωνιστείτε να προξενήσετε στην καρδιά σας, ας το πω έτσι, μια μικρή πληγή. Ο συστηματικός κόπος σας σύντομα θα δημιουργήσει την πληγή αυτή. Και τότε ο Κύριος θα σας επιβραβεύσει με τη δική Του χαρισματική προσευχή.

Η βιασύνη στην προσευχή
Σας ελέγχει η συνείδηση, επειδή κάνετε πολύ βιαστικά την προσευχή σας। Και είναι εύλογο. Γιατί υπακούτε στον εχθρό; Εκείνος είναι που σας παρακινεί: “Γρήγορα… πιο γρήγορα…”. Η βιαστική προσευχή δεν έχει πνευματικό καρπό. Βάλτε, λοιπόν, κανόνα στον εαυτό σας να μη βιάζεστε. Να προσεύχεστε έτσι, ώστε ούτε μια λέξη να μην προφέρουν τα χείλη σας, που να μην την κατανοεί ο νους σας και να μην τη βιώνει η καρδιά σας. Πρέπει να ριχθείτε σ’ αυτόν τον αγώνα με αποφασιστικότητα στρατιωτική. Και όταν ο εχθρός σας ψιθυρίζει, “Κάνε τούτο ή εκείνο”, εσείς να του αποκρίνεστε: “Ξέρω τί θα κάνω. Δεν σε χρειάζομαι. Φύγε από δω!“. Την ψυχή την τρέφει μόνο η προσευχή. Η δική σας προσευχή, όμως, είναι επιφανειακή, όχι ουσιαστική. Γι ‘ αυτό η ψυχή σας μένει ανικανοποίητη, πεινασμένη …


Του Οσίου Θεοφάνους του Εγκλείστου
Πηγή: Οσίου Θεοφάνους του Εγκλείστου, Χειραγωγία στην πνευματική ζωή, Εκδ. ε΄, Ι. Μ. Παρακλήτου 2005 σ. 45-46, 49.
Αναδημοσίευση από:
http://www.alopsis.gr/modules.php?name=News&new_topic=17



,

Τετάρτη, 9 Νοεμβρίου 2011

Ο Βίος του Αγίου Νεκταρίου

...

Η Ορθόδοξη Εκκλησία του Χριστού ποτέ δεν έπαυσε να αναδεικνύει αγίους. Το γεγονός αυτό αποδεικνύει ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία είναι η Μία, Αγία, Αποστολική και Καθολική Εκκλησία, που διατηρεί την πληρότητα της δογματικής αλήθειας και το ανόθευτο των παραδόσεων. Η ανάδειξη αγίων, με τον καθαρό τους βίο, το πλήθος των αρετών και των Θαυμάτων, αποτελεί απόδειξη της παρουσίας τον Αγ. Πνεύματος και των δωρεών που επιχέει στους πιστούς. Οι άγιοι της Εκκλησίας υπάρχουν για να φανερώνουν ότι σε κάθε εποχή ο Λόγος του Χριστού είναι αιώνιος, πάντα ζωντανός και επίκαιρος, και ότι η ζωή του Ευαγγελίου είναι κάτι το εφικτό. Οι άγιοι εμφανίζονται σε κάθε κοινωνία και εποχή για να φωτίζουν τους ανθρώπους, να ζεσταίνουν τις καρδιές τους και να αναβιβάζουν τις ψυχές τους προς τα Ουράνια. Όλα τα παραπάνω ισχύουν και για τον σύγχρονο άγιο της εποχής μας, του 20ου αι., τον εσχάτοις χρόνοις φανέντα Άγ. Νεκτάριο Πενταπόλεως, τον εν Αιγίνη, τον θαυματουργό.
Ο Άγ.Νεκτάριος γεννήθηκε στην Σηλυβρία της Θράκης, την 1η Οκτωβρίου 1846 από ευλαβείς γονείς, τον Δήμα και την Μαρία Κεφαλά, και έλαβε το όνομα Αναστάσιος. Μεγάλωσε σε μία οικογένεια έξι παιδιών που ανατρέφονταν “ εν παιδεία και νουθεσία Κυρίου” σύμφωνα με την Ορθόδοξη πίστη. Ο Αναστάσιος από νωρίς εμφάνισε ισχυρή κλίση στην πίστη και την ζωή της Εκκλησίας. Του άρεσε να αποστηθίζει προσευχές, ύμνους και τροπάρια, και συμμετείχε τακτικά στις ακολουθίες της Εκκλησίας. Γυρίζοντας στο σπίτι, εμιμείτο τις κινήσεις των ιερέων και τις τελετές της Εκκλησίας.

Η έντονη επιθυμία του να συνεχίσει στα γράμματα τον οδήγησε σε ηλικία 14 ετών, με τις ευχές των γονέων του, να πάει στην Κων/πολη, όπου έπιασε δουλειά σε καπνοπωλείο, με πενιχρή αμοιβή, αλλά ο ίδιος υπέμεινε τις στερήσεις με προσευχή. Μάλιστα, θέλοντας να ωφελήσει πνευματικά τους πελάτες τον καπνοπωλείου έγραφε στα χαρτιά περιτυλίγματος διάφορα θρησκευτικά ρητά. Αργότερα, βρήκε καλύτερη θέση -διορίσθηκε ως παιδονόμος στο σχολείο που διατηρούσε το Μετόχιο του Παναγίου Τάφου στην Κων/πολη διδάσκων ο ίδιος στις κατώτερες τάξεις και διδασκόμενος τα ανώτερα μαθήματα.

Σε ηλικία 22 ετών διορίσθηκε δάσκαλος στο χωριό Λιθίο της Χίου, όπου παρέμεινε επτά έτη και κατέστη πολύ αγαπητός στους χωρικούς για την διδασκαλία, την ευσέβεια, την αρετή του, αλλά και την προσφορά του ως κήρυκα στον Ναό τον χωριού. Ο ίδιος ήταν υπόδειγμα σεμνότητας, ζώντας βίο λιτό και προσευχητικό. Η επιθυμία τον για την μοναστική ζωή τον έφερε σε επαφή με τον ηγούμενο και τους πατέρες της Νέας Μονής Χίου, όπου εκτιμήθηκαν οι πνευματικές τον αρετές.

Εκάρη μοναχός το 1876 με το όνομα Λάζαρος, το 1877 εχειροτονήθη διάκονος στον Ναό των Αγίων Μηνά, Βίκτωρος και Βικεντίου, λαμβάνοντας το όνομα Νεκτάριος. Η φιλομάθεια και ο χαρακτήρας τον νεαρού διακόνου δεν έμειναν απαρατήρητα. Ο πλούσιος Χιώτης Ιω. Χωρέμης, τον εξασφάλισε χρηματικά και τον έδωσε συστατικές επιστολές για, να σπουδάσει στην Αθήνα, και κατόπιν πηγαίνει στην Αλεξάνδρεια, κοντά στον Πατριάρχη Σωφρόνιο Δ’, ο οποίος τον παροτρύνει να συνεχίσει θεολογικές σπουδές στην Αθήνα (1882).

Το 1885 αποκτά το πτυχίο της θεολογίας, επιστρέφει στην Αλεξάνδρεια, χειροτονείται, πρεσβύτερος στον πατριαρχικό ναό τον Αγ. Σάββα (1886), και δωρίζεται ιεροκήρυκας, γραμματέας τον Πατριαρχείου και πατριαρχικός επίτροπος Kαϊρoυ. Με μεγάλο ζήλο φροντίζει για την ανύψωση τον πνευματικού επιπέδου τον λαού, με κατηχήσεις και νουθεσίες, και για τον ευτρεπισμό των ιερών ναών. Ο ζήλος και το έργο εκτιμήθηκε από τον Πατριάρχη Σωφρόνιο, που τον χειροτόνησε επίσκοπο της Μητροπόλεως Πενταπόλεως της Αιγύπτου.

Ο Αγ. Νεκτάριος εδέχθη την αρχιερωσύνη με πνεύμα ταπεινοφροσύνης, υπακοής προς την Εκκλησία και με διάθεση προσφοράς και αυταπάρνησης. Οι χριστιανικές αρετές τον Ιεράρχου Νεκταρίου έκαναν τους χριστιανούς της Αιγύπτου να τον Θαυμάζουν, να τον εγκωμιάζουν και να τον θεωρούν ως τον καταλληλότερο για τον πατριαρχικό θρόνο. Η εξάπλωση της καλής φήμης του Νεκταρίου προκάλεσε τον φθόνο πολλών, που με συκοφαντίες τον διαβάλλουν στον Πατριάρχη Σωφρόνιο, ο οποίος ενώ τόσο είχε εκτιμήσει τις ικανότητες του αγίου στο παρελθόν, πείσθηκε τώρα στις ψευδείς κατηγορίες, του αφήρεσε τις αρμοδιότητες, και τελικά, τον εκθρόνισε και τον έδιωξε αδικαιολόγητα από την Αίγυπτο. Ο πιστός λαός πικράθηκε και διαμαρτυρήθηκε για τον άδικο διωγμό του Νεκταρίου.

Ο Άγιος όμως υπέμεινε την αδικία, τις διώξεις, τις συκοφαντίες και την εκθρόνισή του με αληθινά αγιοπατερικό φρόνημα, με καρτερικότητα, με ανεξικακία, παρ’ όλη την δικαιολογημένη πικρία του. Το 1889, εγκαταλείπει την Αίγυπτο και φθάνει στην Αθήνα, με σκοπό να μονάσει στο Άγ. Όρος. Τελικώς, πείθεται να μείνει στην Αθήνα. Ζει πολύ ταπεινά και πτωχικά, υπομένοντας την στέρηση με πνεύμα ταπείνωσης, εγκαρτέρησης και προσευχής. Η δοκιμασία αυτή πέρασε όταν διορίσθηκε ιεροκήρυκας στην Χαλκίδα (1891) και κατόπιν στην Φθιώτιδα, ως το 1894, οπότε και διορίζεται διευθυντής της Ριζαρείου Σχολής, παραμένοντας στην διεύθυνσή της για τα επόμενα 14 έτη.

Η επιλογή του Νεκταρίου ως σχολάρχη της Ριζαρείου ήταν η πλέον κατάλληλη. Με την παρουσία του επανέφερε την γαλήνη και την καταλλαγή των πνευμάτων, με την αγιότητα του βίου του και την μόρφωση κέρδισε την εκτίμηση και τον σεβασμό των σπουδαστών και του προσωπικού. Το παράδειγμα του της συνεχούς ασκήσεως και προσευχής, οι λειτουργίες και οι ομιλίες του Αγίου στο παρεκκλήσιο της Σχολής αποτελούσαν πηγή εμπνεύσεως και θρησκευτικής ανατάσεως. Ο λόγος τον κατά την Ιερά Εξομολόγηση απετέλεσε φάρμακο και παρηγοριά για πολλούς ανθρώπους.

Ο Άγ. Νεκτάριος, επισκεπτόμενος την Αίγινα, εξέφρασε την επιθυμία να τον παραχωρηθεί η παλαιά και ερειπωμένη Μονή της Αγ. Τριάδος στην Παλαιά Χώρα, την οποία ανακαίνησε και εγκατέστησε γυναικεία μοναστική αδελφότητα. Μετά το 1908, αφ’ ότου παραιτήθηκε από την διεύθυνση της Ριζαρείου, εγκαταστάθηκε μονίμως στην Αίγινα και αφοσιώθηκε στην πνευματική καθοδήγηση της Μονής, βιώνοντας την ισάγγελο μοναχική πολιτεία, με συνεχείς ακολουθίες, αγρυπνίες, χειρωνακτική εργασία στους χώρους της Μονής, ιερουργώντας, εξομολογώντας τους χριστιανούς που κατέφευγαν στον Άγιο, τον οποίον η πραότητα, η αγιότητα και οι θαυματουργικές του παρεμβάσεις όντος ήδη εν τη ζωή είχαν εξαπλώσει την φήμη του.

Έχοντας ζήσει μία κατά Θεόν διαδρομή, ο Άγ. Νεκτάριος εκοιμήθη την 8η Νοεμβρίου 1920, βράδυ, στο Αρεταίειο νοσοκομείο, όπου νοσηλευόταν. Το λείψανό του μεταφέρθηκε για προσκύνηση των πιστών στον Ι. Ν. Αγ. Τριάδος Πειραιώς, και κατόπιν στην Αίγινα, όπου και ενταφιάστηκε. Το σκήνωμά του ανέδιδε ευωδία και εξέχεε μύρο, κάτι που έγινε αντιληπτό σε όσους πλησίαζαν και το άγγιζαν, φανέρωση της αγιότητας του κεκοιμημένου ιεράρχου Νεκταρίου. Ο Άγ. Νεκτάριος, μετά την κοίμησή του φανερώθηκε σε πολλά πρόσωπα, καταρχήν στις μοναχές της Αγ. Τριάδος, και σε πολλούς άλλους πού επεκαλούντο το όνομά του και επετέλεσε πολλές θαυματουργές ιάσεις, γεγονός το οποίο συνέτεινε στην διάδοση της φήμης του, ώστε ο Άγ. Νεκτάριος να καταστή πολύ αγαπητός, να τον ευλαβούνται πολλοί χριστιανοί, και πολλοί ναοί και παρεκκλήσια να είναι αφιερωμένα επ’ονόματι του Αγ. Νεκταρίου. Στις 2 Σεπτεμβρίου 1953 έγινε η ανακομιδή των ιερών λειψάνων του Αγίου, ενώ η αγιωσύνη τον Νεκταρίου αναγνωρίστηκε επισήμως με την Πατριαρχική Πράξη της 20ης Απριλίου 1961. Επίσης, με Συνοδική Απόφαση τον Πατριαρχείου Αλεξανδρείας, υπό την Α.Θ.Μ. Πάπα και Πατριάρχη Πέτρο Ζ’, εξεφράσθη και επισήμως (1998) η συγγνώμη του Πατριαρχείου που επανόρθωνε μία ιστορική αδικία που είχε διαπραχθεί στο παρελθόν εις βάρος του Αγ. Νεκταρίου.

Μία σημαντική πτυχή της προσωπικότητας τον Αγίου ήταν η βαθειά του θεολογική και κοσμική μόρφωση, κάτι που αντανακλάται στο πλούσιο συγγραφικό του έργο και καλύπτει τομείς όπως Εκκλησιαστική Ιστορία, Ανθολόγιο ρητών, Χριστιαν. Ηθική, Ποιμαντική, Δογματική, Κατηχητική, Ύμνους και προσευχές κ.ά. Από τα πολυπληθή του συγγράμματα θα μπορούσαμε να αναφέρουμε ενδεικτικώς κάποιες από τις μελέτες του: “ Αι Οικουμενικαί Σύνοδοι της του Χριστού Εκκλησίας” (1982), “ Τα Ιερά Μνημόσυνα” (1892) με επιμέρους μελετήματα για την εσχατολογία της Εκκλησίας και την αθανασία των ψυχών, “ Ιερών και Φιλοσοφικών Λογίωv Θησαύρισμα” (2τ.,1896), “ Εγχειρίδιον Χριστιανικής Ηθικής” (1897), “ Μαθήματα Ποιμαντικής” (1898), “ Ορθόδοξος Ιερά Κατήχησις” (1899), “ Χριστολογία”(1901), σχετικά με το πρόσωπο τον Χριστού και το σωτηριώδες έργο Του, “ Περί της Μητρός του Κυρίου, της Υπεραγίας και Αειπαρθένου Μαρίας” (1904), “ Περί των Αγίων του Θεού” (1904), ” Κατανυκτικόν Προσευχητάριον ” (1904), “ Θεοτοκάριον, ήτοι ωδαί και ύμνοι προς την Υπεραγίαν Θεοτόκον και Αειπάρθενον Μαρίαν” (1905), “ Περί των αιτιών τον Σχίσματος” (δίτομο,1991-12), και πολλές άλλες μελέτες για τα Μυστήρια της Εκκλησίας, τα λείψανα των αγίων, λειτουργικά, εορτολογικά, ιστορικά και φιλοσοφικά μελετήματα.

Αξίζει να σημειωθεί ότι από το ογκώδες συγγραφικό του έργο, πολλά εξέδωσε ο ίδιος, πολλές φορές αντιμετωπίζοντας οικονομικές δυσχέρειες για την έκδοσή τους, καθώς ο ίδιος ήταν πτωχός και πολλά βιβλία του τα διένειμε δωρεάν, άλλα έργα του απετέλεσαν διδακτικά εγχειρίδια, ενώ αρκετά ανέκδοτα έργα του τυπώθηκαν και κυκλοφόρησαν μετά την κοίμηση του Αγίου και αρκετά συνεχίζουν να επανεκδίδονται ως σήμερα, φανερώνοντας την συγγραφική του δεινότητα και την επικαιρότητα των μελετών του.

Σημαντική Θέση στο έργο του κατέχουν τα προσευχητάρια που εξέδωσε. Άνθρωπος προσευχής ο Άγιος, στην οποία συχνά βρήκε καταφύγιο και ανακούφιση κατά την διάρκεια των δύσκολων στιγμών της ζωής του, των συκοφαντιών και των άδικων διώξεων, συνέταξε ο Άγ. Νεκτάριος προσευχές, ποιήματα και ύμνους και τα εξέδωσε με την μορφή Προσευχηταρίων. Ιδιαίτερη ευλάβεια έτρεφε ο Άγιος για την Παναγία, που Την επεκαλείτο συνέχεια στην προσευχή του και για την οποία έγραψε ειδικές μελέτες και θεοτοκάριο με ύμνους στην Χάρι Της (πολύ γνωστός και αγαπητός είναι ο ύμνος “ Αγνή Παρθένε Δέσποινα “ ).

Διαβάζοντας τον βίο τον Αγ. Νεκταρίου με την ευχή να αποτελέσει αφορμή ώστε να ωφεληθούμε πνευματικά, ας ζητήσουμε στην προσευχή μας την προστασία τον Αγίου και ας προστρέξουμε ως ταπεινοί προσκυνητές στα χαριτόβρυτα λείψανά τον που αποτελούν πηγή ευλογίας και ιάσεων.
,

Τρίτη, 8 Νοεμβρίου 2011

Πώς να καταπολεμήσουμε τα πάθη μας ...

...

Η κατάργηση των παθών μας ας γίνεται με τον εξής τρόπο:
Με την εγκράτεια καταργείται η γαστριμαργία.
Με τον θείο πόθο και την επιθυμία των μελλόντων αγαθών καταργείται η πορνεία.
Με την συμπάθεια προς τους φτωχούς καταργείται η φιλαργυρία.
Με την αγάπη και την καλοσύνη προς όλους καταργείται η οργή.
Με την πνευματική χαρά καταργείται η κοσμική λύπη.
Με την υπομονή, την καρτερία και την ευχαριστία προς τον Θεό καταργείται η ακηδία.
Με την κρυφή εργασία των αρετών και την συνεχή προσευχή με συντριβή καρδιάς, καταργείται η κενοδοξία.
Με το να μην κρίνει κανείς τον άλλο, ή να τον εξευτελίζει, όπως έκανε ο αλαζόνας Φαρισαίος, αλλά να νομίζει τον εαυτό του τελευταίο από όλους καταργείται η υπερηφάνεια.

Έτσι λοιπόν αφού ελευθερωθεί ο νους από τα παραπάνω πάθη και ανυψωθεί στο Θεό, ζει από εδώ τη μακάρια ζωή και δέχεται τον αρραβώνα του Αγίου Πνεύματος. Και όταν φύγει από εδώ, έχοντας απάθεια και αληθινή γνώση, στέκεται μπροστά στο φως της Αγίας Τριάδος, και καταφωτίζεται μαζί με τους αγίους αγγέλους στους απέραντους αιώνες.

Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός



,

Δευτέρα, 7 Νοεμβρίου 2011

Η αντιμετώπιση των ασθενειών

...

Όλα δίνονται από το Θεό. Και όλα δίνονται για τη σωτηρία μας. Μ’ αυτή τη σκέψη να δεχθείς κι εσύ την ασθένειά σου, ευχαριστώντας το Θεό, που φροντί­ζει για τη σωτηρία σου. Τώρα, το πως συντελεί στη σωτηρία μας οτιδήποτε παραχωρεί ό Κύριος, μόνο Εκείνος το γνωρίζει. Εμείς συνήθως δεν μπορούμε να το αντιληφθούμε. Στέλνει λ.χ. μια συμφορά άλλοτε για να μας παιδαγωγήσει, άλλοτε για να μας αφυπνί­σει πνευματικά, άλλοτε για να μας γλυτώσει από ενα μεγαλύτερο κακό, άλλοτε για να μας αυξήσει τον ουράνιο μισθό, άλλοτε για να μας απαλλάξει από κά­ποιο πάθος κ.ο.κ. Εσύ, λοιπόν, ν’ αναλογίζεσαι τις αμαρτίες σου και να λες: «Δόξα σ’ Εσένα, Κύριε, που με τιμωρείς δίκαια!». Να συλλογίζεσαι ότι πρωτύτερα είχες ξεχάσει το Θεό και να λές: «Δόξα σ’ Εσένα, Κύ­ριε, που μου έδωσες αφορμή και γνώση για να Σε θυμάμαι συχνά!». Να σκέφτεσαι οτι, αν ήσουν υγιής, πιθανότατα δεν θα έκανες το καλό, και να λές: «Δόξα σ’ Εσένα, Κύριε, που μ’ εμπόδισες από την αμαρ­τία!». Αν αντιμετωπίζεις μ’ αυτόν τον τρόπο και μ’ αυτές τις σκέψεις την ασθένεια σου, το φορτίο σου θα γίνει πολύ ελαφρό.

Από το άλλο μέρος, μολονότι οι ασθένειες παρα­χωρούνται από το Θεό, η φροντίδα για τη θεραπεία δεν είναι αμαρτία. Γιατί τόσο η ιατρική επιστήμη όσο και τα φάρμακα είναι δώρα κι αυτά του Θεού στο ανθρώπινο γένος. Καταφεύγοντας, λοιπόν, στους για­τρούς, πάλι στο Θεό καταφεύγουμε.

Μέσ’ από την αρρώστια ας μαθαίνουμε και ας απο­κτούμε την ταπείνωση, την υπομονή, τη γενναιοψυχία, το αίσθημα της ευγνωμοσύνης προς το Θεό. Αν­θρώπινη, βέβαια, είναι η ανυπομονησία, η λιποψυχία. Μόλις, όμως, εμφανιστεί, πρέπει να τη διώχνουμε. Όλες οι δύσκολες καταστάσεις έχουν ένα βάρος, αυτό που πρέπει να σηκώσουμε, αυτό που πρέπει να υπο­μείνουμε. Χωρίς βάρος, δεν μπορούμε να μιλάμε για υπομονή. Πάντως, η επιθυμία απαλλαγής από το βά­ρος δεν είναι έφάμαρτη. Είναι φυσική ανάγκη της ψυχής. Αμαρτία διαπράττουμε, όταν, από τη φυσική αυτή ανάγκη, οδηγούμαστε στην αδημονία και το γογγυσμό. Αν νιώσεις μέσα σου κάτι τέτοιο, απομάκρυνε το αμέσως, ευχαριστώντας το Θεό.

Αν αρρωστήσατε από υπαιτιότητα σας, μετανοήστε ενώπιον του Θεού και ζητήστε Του συγχώρηση, επειδή δεν φυλάξατε το δώρο της υγείας, το δώρο που Εκείνος σας πρόσφερε. Αν πάλι η αρρώστια σας παραχωρήθηκε από τον Κύριο -γιατί τυχαία τίποτα δεν γίνεται-, ευχαριστήστε Τον εγκάρδια. Και η αρρώ­στια, βλέπετε, είναι θείο δώρο, γιατί ταπεινώνει, μα­λακώνει την ψυχή και απαλλάσσει άπό τις πολλές μέ­ριμνες.

Πώς να προσευχόμαστε, όταν είμαστε άρρωστοι;

Δεν αμαρτάνουμε, όταν ζητάμε άπό το Θεό να μας θεραπεύσει. Κάθε φορά πού το ζητάμε, όμως, ας προ­σθέτουμε και τη φράση: «άν είναι θέλημα Σου, Κύ­ριε!». Όταν υποτασσόμαστε ολοκληρωτικά στο θείο θέλημα και δεχόμαστε το καθετί ώς θεία ευεργεσία, τότε και ή ψυχή μας παραμένει ειρηνική και ό Θεός γί­νεται πιο ελεητικός απέναντι μας. Έτσι μας χαρίζει είτε την υγεία είτε, τουλάχιστον, παρηγοριά και πα­ράκληση μέσα στον πόνο.

( Οσίου Θεοφάνους του Εγκλείστου, «Χειραγωγία στην πνευματική ζωή», Ι. Μ. Παρακλήτου, Έκδ. ε΄.)

Σάββατο, 5 Νοεμβρίου 2011

Κυπρίων Ικεσία !

....

Γονυπετείς ικετεύομεν
ίνα ελεήση Κύριος ο Θεός ημών
την νήσον ταύτην
και αιρετιεί αυτήν
και διαχυθήσονται αι πόλεις ταύτης εν αγαθοίς.

Κύριε Παντοκράτωρ
έως τίνος ου μη ελεήσης την νήσον ταύτην.

Επίστρεψον Πανάγαθε
επί την νήσον ταύτην εν οικτιρμώ
και ο οίκος σου οικοδομηθήσεται εν αυτή.
,


(Από την ποιητική Συλλογή “Ασπελία”)

του Βασίλη Χαραλάμπους

,

Πέμπτη, 3 Νοεμβρίου 2011

Οι κίνδυνοι της κατάκρισης

...

Σήμερα ο άνθρωπος έχει μάθει πολύ εύκολα να κατακρίνει τον πλησίον του και ευρίσκει πολύ χρόνο για κακολογία και συκοφαντία χωρίς να ερευνά τον εαυτό του για να γνωρίσει τις αδυναμίες και τα πάθη του. Μέσα στα πατερικά και ασκητικά κείμενα που είναι εμποτισμένα με τη σοφία των μεγάλων γερόντων φαίνεται πόσο μεγάλο αμάρτημα είναι η κατάκριση. Ως βαθείς γνώστες της ανθρώπινης ψυχής γνωρίζουν τα αίτια και τα αποτελέσματα αυτής και πόσο απομακρύνουν τον άνθρωπο από τις αρετές και από τον Θεό.

“Κατάκριση είναι να πεις, ότι π.χ. ο τάδε είναι ψεύτης ή θυμώδης ή πόρνος. Στην περίπτωση αυτή κατέκρινες αυτή την ίδια τη διάθεση της ψυχής του και έτσι έβγαλες απόφαση για όλη τη συμπεριφορά του και τη ζωή του. Λέγοντας λοιπόν, ότι αυτός είναι τέτοιος, τον καταδίκασες ως τέτοιον.”1

Η κατάκριση έχει άμεση σχέση με την καταλαλιά.

Κάποιος ρώτησε τον μεγάλο γέροντα Βαρσανούφιο:

“Πες μου πάτερ, βλέπω κάποιον να κάνει κάτι και εγώ το διηγούμαι σε έναν τρίτο. Λέγω από μέσα μου ότι δεν τον κατακρίνω, αλλά ότι μόνο το κουβεντιάζω. Μήπως όμως η πράξη αυτή μέσα στο μυαλό μου είναι καταλαλιά;”

Και η απάντηση:

“Αν το κίνητρο της κουβέντας σου είναι εμπαθές, τότε είναι καταλαλιά. Αν το κάνεις χωρίς πάθος, δεν είναι καταλαλιά, αλλά γίνεται για να μη μεγαλώσει το κακό”.2

Ο Άγιος Ισαάκ ο Σύρος ζητά, όχι μόνο να μην κατακρίνουμε τους άλλους αλλά και να σκεπάζουμε τα αμαρτήματα αυτών.

“Γίνε κοινωνός στα παθήματα όλων, αλλά στάσου με το σώμα σου μακριά από όλους. Κανένα να μη ελέγχεις και κανένα να μη κατηγορείς για τη συμπεριφορά του, ούτε και τον πιο κακό. Άπλωσε τον χιτώνα σου πάνω σ[ αυτόν που έφταιξε, και σκέπασέ τον. Κι αν δεν μπορείς να φορτωθείς επάνω σου το φταίξιμό του και να δεχτείς για λόγου του την τιμωρία και την ντροπή, τουλάχιστον δείξε υπομονή και μη τον περιφρονήσεις.”3 “Σκέπασε αυτόν που φταίει, όταν βέβαια δεν πρόκειται να σε ζημιώσει. Με τον τρόπο αυτό του δίνεις θάρρος, αλλά και συ κρατάς το έλεος του Θεού.”4

Πολλές φορές βλέπουμε ένα αμάρτημα και εύκολα το κατακρίνουμε αλλά η θέση διαφόρων ασκητών είναι διαφορετική και φερόντουσαν με αγάπη.

“Κάποιοι από τους πατέρες ρώτησαν τον αββά Ποιμένα: αν δούμε ένα αδελφό να αμαρτάνει, θέλεις να του κάνουμε παρατηρήσεις; και ο γέροντας απάντησε: Εγώ μέχρι τώρα, αν κάποιος λόγος με αναγκάζει να περάσω από κείνο το μέρος και δω τον αδελφό να αμαρτάνει, τον προσπερνώ και δεν τον ελέγχω.”5

Το γεροντικό αναφέρει ότι: “Ένας από τους πατέρες, βλέποντας κάποιον να αμαρτάνει, έκλαψε πικρά και είπε: Αυτός σήμερα, εγώ αύριο.”6

Για τον αββά Μωσή αναφέρουν το παρακάτω γεγονός: “Κάποιος έπεσε σε ένα αμάρτημα με τη σκέψη του. Αργότερα, όταν έγινε η σύναξη των μοναχών για το θέμα αυτό, έστειλαν να φωνάξουν τον αββά Μωσή, αλλά αυτός δεν ήθελε να πάει. Τότε ο πρεσβύτερος έστειλε κάποιον να του πει: Έλα, γιατί ο λαός σε περιμένει. Τότε ο γέροντας επήρε ένα παλιό καλάθι, το γέμισε με άμμο και τράβηξε για τη σύναξη. Καθώς βγήκαν όλοι να τον προϋπαντήσουν, τον ρώτησαν: Γιατί, πάτερ, κουβαλάς αυτό το καλάθι; Κι ο γέροντας απάντησε: οι αμαρτίες μου πέφτουν, όπως και η άμμος από πίσω μου και δεν τις βλέπω. Τι γυρεύω, λοιπόν, εδώ για να κρίνω αμαρτήματα άλλου; Οι αδελφοί που άκουσαν τα λόγια του όχι μόνο δεν είπαν τίποτα στον αδελφό που αμάρτησε αλλά και τον συγχώρησαν.”7

Οι Άγιοι είχαν συναίσθηση της αμαρτωλότητάς των και γνώριζαν το βάρος της κατάκρισης και θεωρούσαν αυτήν βαρύ αμάρτημα. Ο Άγιος Δωρόθεος Γάζης λέγει: “Είδες πόσο βαρύ αμάρτημα είναι το να κρίνει κανείς τον διπλανό του; Υπάρχει βαρύτερο απ΄ αυτό; Υπάρχει άλλο που μισεί και απεχθάνεται ο Θεός περισσότερο; σύμφωνα με αυτά που είπαν οι πατέρες, ότι δεν υπάρχει χειρότερο αμάρτημα από το να κρίνει κανείς;”8 Και παρακάτω: “Τίποτα άλλο δεν οργίζει τον Θεό περισσότερο• όσο το να καταλαλεί κανείς ή να κατακρίνει ή να εξευτελίζει τον πλησίον.”9

Ο όσιος Αντίοχος της μονής του Αγίου Σάββα γράφει: “Η κατάκριση είναι το χειρότερο από όλα.”10

Ο ίδιος εισδύοντας στη βλάβη που δημιουργεί στη ψυχή του ανθρώπου γράφει: “Αυτός που καταλαλεί ζημιώνει και τον εαυτό του και αυτούς που τον ακούνε. Με την καταλαλιά θέλει να δημιουργήσει σύγχυση και σε άλλους, έτσι που τους κάνει να μετάσχουν στη δική του ανοησία. Με τον τρόπο αυτό σωριάζει πάνω του διπλό χρέος αμαρτίας και γίνεται υπεύθυνος τόσο για τον εαυτό του, όσο και γι΄ αυτούς που πιστεύουν στα λεγόμενά του.”11

Η καταλαλιά αποξενώνει τον άνθρωπο από τον Θεό και “τίποτα άλλο δεν γυμνώνει τον άνθρωπο και δεν τον οδηγεί στην εγκατάλειψη όσο η καταλαλιά ή η κατάκριση ή ο εξευτελισμός του αδελφού.”12

Η κατάκριση αφανίζεται μόνο με την ταπείνωση, όπως τονίζει ο Ησαΐας ο Θηβαίος χαρακτηριστικά: “Είπε για την ταπεινοφροσύνη, ότι δεν έχει γλώσσα να κατηγορήσει κανένα για αμέλεια ή να μιλήσει σε άλλον περιφρονητικά. Ο ταπεινός δεν έχει μάτια να προσέξει τα ελαττώματα ενός τρίτου, ούτε αυτιά για να ακούσει όσα δεν ωφελούν την ψυχή, ούτε τέλος έχει παραμικρή διαφορά με κανένα. Τίποτα άλλο δεν φροντίζει από το να σκέπτεται τις αμαρτίες του. Προς όλους τους ανθρώπους είναι ειρηνικός, σύμφωνα με την εντολή του Θεού και όχι από λόγους ανθρώπινης φιλίας. Αν κάποιος νηστεύει, τρώγοντας μόνο μια φορά την εβδομάδα, και δίνεται σε μεγάλους ασκητικούς αγώνες, έξω όμως από τον παραπάνω τρόπο ζωής, όλοι του οι κόποι πάνε χαμένοι.”13

Πολλές φορές να θεωρούμε το αμάρτημα του πλησίον μας δικό μας, για να ταπεινωνόμαστε ειλικρινά, όπως συμπεριφέρθηκε ο αββάς Βησσαρίων.”Κάποτε ο πρεσβύτερος ενός κοινοβίου έδιωχνε από την εκκλησία έναν αδελφό, που έπεσε σε κάποιο αμάρτημα. Τότε ο αββάς Βησσαρίων σηκώθηκε και βγήκε μαζί με τον τιμωρημένο αδελφό, λέγοντας: κι εγώ είμαι αμαρτωλός.”14

Η κατάκριση είναι καταδίκη του πλησίον μας χωρίς να νιώθουμε αγάπη και ευσπλαχνία για τον αδεφλό μας, αποκόβοντάς τον από το σώμα της εκκλησίας, όπως ο όσιος Δωρόθεος γράφει: “Και εμείς αδελφοί μου, πρέπει να αποχτήσουμε αγάπη και ευσπλαχνία για τον διπλανό μας, ώστε να μπορέσουμε να φυλακτούμε από τη φοβερή καταλαλιά ή από την κατάκριση και τον εξευτελισμό των άλλων. Να βοηθούμαστε αναμεταξύ μας, ωσάν ο ένας να είναι μέλος του άλλου. Ποιος είναι εκείνος, που όταν έχει κάποιο τραύμα στο χέρι ή στο πόδι ή σ[ ένα από τα μέλη του, αηδιάζει τον εαυτό του, ή κόβει το μέλος του, έστω κι αν δημιουργηθεί σήψη; Αντίθετα μάλιστα το καθαρίζει, το πλένει, του βάζει φάρμακα, το σταυρώνει, το ραντίζει με αγίασμα, προσεύχεται και παρακαλεί τους αγίους να προσευχηθούν γι΄ αυτόν• Με λίγα λόγια δεν εγκαταλείπει το μέλος του, ούτε αποστρέφεται τη δυσωδία του, αλλά κάνει τα πάντα για να το κάνει καλά.”15

Η κρίση μας για τους άλλους είναι εύκολη χωρίς ενδοιασμούς, χωρίς να σκεφτόμαστε σε τι κινδύνους πνευματικούς πέφτει η ψυχή μας. Ο Άγιος Ιωάννης ο Ελεήμονας τονίζει: “Μην έχετε τόσο εύκολη τη γλώσσα σας για να πείτε κάτι εναντίον άλλου, γιατί κινδυνεύετε να πέσετε σε δύο κακά. Το πρώτο είναι να κρίνετε πριν από την ώρα που ορίστηκε για την κρίση, και να γίνετε έτσι παραβάτες της εντολής. Το δεύτερο είναι ότι, ενώ δεν ξέρετε τι έχει στο μεταξύ μεσολαβήσει, γίνεστε με πολλή ευκολία κριτές άλλου.”16

Συνήθως κρίνουμε τους άλλους χωρίς να γνωρίζουμε τον εσωτερικό τους αγώνα, και τι προηγήθηκε πριν το αμάρτημά τους. Ο Άγιος Κασσιανός γράφει: “Το να κρίνουμε τους άλλους, είναι επικίνδυνο και για έναν πρόσθετο λόγο. Επειδή δεν ξέρουμε την ανάγκη ή την αιτία που τους σπρώχνει να κάνουν αυτό που μας ενοχλεί και που στα μάτια του Θεού μπορεί να είναι καλό ή και να συγχωρείται, γινόμαστε αυστηροί κριτές. Έτσι όμως πέφτουμε σε βαρύ αμάρτημα γιατί νιώθουμε γι΄ αυτούς συναισθήματα, που δεν ταιριάζουν.”17

Όταν ο άνθρωπος συνηθίζει να κατακρίνει τον πλησίον του, πέφτει και σε άλλα αμαρτήματα και γίνεται πρόξενος άσχημων καταστάσεων. Ο Άγιος Ιωάννης της Κλίμακος γράφει: “Οι διάφορες πτώσεις στους αρχαρίους έχουν συνήθως σαν αφορμή την απόλαυσή τους, χωρίς απ΄ αυτό να εξαιρέσουμε και τους αρχαρίους, αφορμή είναι η υπερηφάνεια. Σε αυτούς όμως που πλησιάζουν την τελειότητα, η αφορμή για τη πτώση δημιουργείται μόνο και μόνο από την κατάκριση του πλησίον.”18

Για το πόσο άσχημο είναι να κοροϊδεύεις ή να εξευτελίζεις κάποιον από κάποιο παράπτωμά του, ο αββάς Ησαΐας γράφει: “Είπε πάλι, αν δεις κανένα να πέφτει σε κάποιο παράπτωμα, μην τον κοροϊδεψεις, ούτε πάλι να τον εξευτελίσεις με το να ειρωνεύεσαι ή να λες απερίσκεπτα, αυτά που δεν πρέπει. Αν εσύ, που έχεις γνώση και είσαι μορφωμένος, καταγελάς και κατακρίνεις τον απλό άνθρωπο, θα έρθει και για σένα η σειρά που θα γίνεις αντικείμενο καταλαλιάς και κατάκρισης, όχι μόνο από σοφούς και γραμματισμένους, αλλά και από απλούς ανθρώπους και γυναίκες και παιδιά. Θα επαληθεύσει και σε σένα το ρητό “ο δ[ {αν σπείρη {ανθρωπος το~υτο καί θερίσει” (Γαλ. 6,7)19

Ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής, θεωρεί εκείνον που κατακρίνει ότι δεν είναι άνθρωπος της μετανοίας, γιατί δεν ερευνά ώστε να ανακαλύψει τις δικές του αμαρτίες και του αρέσει να περιεργάζεται των άλλων τις αμαρτίες. “Εκείνος που περιεργάζεται τις αμαρτίες των άλλων ή κρίνει τον αδελφό του από υποψίες του, αυτός δεν έλαβε ακόμη αρχή μετανοίας, αλλά ούτε ερευνά να ανακλύψει τις αμαρτίες του, που είναι βαρύτερες στην πραγματικότητα από το βάρος του μολύβδινου όγκου, αλλά και δεν έμαθε από τι γίνεται ο άνθρωπος “βαρυκάρδιος, [αγαπ~ων ματαιότητα καί ζητ~ων ψε~υδος” (Ψαλμός 81, 5). Διά τούτο διαπορεύεται σαν άφρων στο σκοτάδι, αφήσας τις αμαρτίες του, φαντάζεται τις αμαρτίες των άλλων ή πραγματικές ή νομιζόμενες εξ υπονοίας” (εκατοντάς τρίτη περί αγάπης, παρ. 55). Επίσης αναφέρει τον τρόπο πως να αποφεύγουμε αυτό το πάθος. “Μη προσφέρεσαι ν΄ ακούς τους λόγους του κατάλαλου, ούτε να ομιλείς προς εκείνο που από εμπάθεια κατηγορεί τους πάντες. Ούτε να ομιλείς, ούτε να ακούς με πάθος κατά του πλησίον, για να μην εκπέσεις από τη θεία αγάπη και έτσι αλλοτριωθείς από την αιώνια ζωή” (εκατοντάς Α΄, παρ. 5 . Παρακάτω, τονίζει ότι ο τοιούτος άνθρωπος απομακρύνεται από την οδό της ειρήνης και χάνει τη χάρη του Θεού. “Μην ανέχεσαι τις υπόνοιές σου ή καταγγελίες από ανθρώπους για σκάνδαλα ορισμένων αδελφών. Γιατί εκείνοι που δέχονται ευχαρίστως να ακούν τα διάφορα σκάνδαλα αδελφών, που γίνονται με την προαίρεσή τους ή παρά την προαίρεσή τους, δεν γνωρίζουν την οδόν της ειρήνης, η οποία δια της αγάπης φέρνει στη γνώση του Θεού τους εραστές της θείας γνώσης” (εκατοντάς Α΄, παρ. 69).

Μέχρι τώρα οι αββάδες ετόνισαν πόσο ολέθριο κακό είναι η κατάκριση και πως ο Θεός απομακρύνεται από ανθρώπους που έχουν τη συνήθεια της κατάκρισης και της καταλαλιάς. Αλλά ζώντας ο άνθρωπος μέσα στον κόσμο είναι αναγκασμένος να κρίνει και να παίρνει αποφάσεις για τις σχέσεις του με τον κόσμο και τον πλησίον του. Οι Άγιοι ήταν πάντοτε προσεκτικοί για την κρίση κάποιου θέματος ή προσώπου χωρίς να ξεχνούν τις εντολές του Θεού. Δηλαδή, “μή κρίνετε ινα μή κριθ~ητε• [εν #?ω γάρ κρίματι κρίνετε κριθήσεσθε, καί [εν #?ω μέτρ?ω μετρε~ιτε μετρηθήσεται ]υμ~ιν” (Ματθ. ζ, 1), καί “τήν δικαίαν κρίσιν κρίνειν”. Πολλές φορές βρισκόμαστε στο δίλημμα αν η κρίση μας είναι δικαία και γίνεται χωρίς πάθος, όπου παρασυρώμεθα σε άλλα αμαρτήματα. Είναι ανάγκη να εξετάσουμε πότε επιτρέπεται η κρίση και πότε όχι. Ο Μέγας Βασίλειος τονίζει, να κρίνουμε τον πλησίον μας όταν δεν τηρεί το θέλημα του Θεού και όταν δεν έχουμε πέσει στα ίδια σφάλματα με αυτόν, γιατί ο Κύριος λέγει “{εκβαλε πρ~ωτον τήν δοκόν [εκ το~υ [οφθαλμο~υ σου, καί τότε διαβλέψεις, [εκβαλε~ιν τό κάρφος [εκ το~υ [οφθαλμο~υ το~υ [αδελφο~υ σου”20

Σε άλλο του λόγου αναφέρει άλλες δύο περιπτώσεις για το πότε να διατυπώνουμε την κρίση μας. Η πρώτη, όταν γνωρίζει το αμάρτημα του αδελφού του, να το συζητεί με ανθρώπους που έχουν διάκριση, για να τον βοηθήσει να διορθωθεί απ΄ το παράπτωμά του. Σε αυτή την περίπτωση χρειάζεται να γνωρίζουμε τον άνθρωπο που έχει δικαίαν κρίση και η γνώμη του είναι σεβαστή από πολλούς. Η δεύτερη, όταν πρόκειται να βοηθήσουμε κάποιον αδελφό που έχει παρασυρθεί στο κακό από κακή συναναστροφή, είναι ανάγκη να τον προφυλάξουμε από αυτή, κρίνοντας τις σχέσεις του με τέτοιους ανθρώπους που τον καταστρέφουν ηθικά. Είναι δική μας αμαρτία, το να αδιαφορήσουμε για τον κίνδυνο που διατρέχει ηθικά.21

Ο Μέγας Βασίλειος αναφέρει άλλη μία περίπτωση δογματικού περιεχομένου σε κείμενα πίστης. Σε αυτή την περίπτωση, είναι ανάγκη να ασχολούνται άτομα με θεολογική γνώση, και ο κρίνων να έχει την ίδια μόρφωση με τον κρινόμενο για να αποφευχθεί κάθε λαθεμένη κρίση, και να έχει πνεύμα διάκρισης και σοφίας.22

Όλα αυτά μας διδάσκουν να είμαστε προσεκτικοί στην κρίση μας, ελέγχοντας τα κίνητρα ενός γεγονότος και αποφεύγοντας να κρίνουμε εύκολα. Ο ίδιος ο Κύριός μας λέγει: “Εγώ ο[υ κρίνω ο[υδένα” (Ιωάν. η΄15). Και οι Άγιοι ήσαν πολύ επιφυλακτικοί σε αυτό το θέμα, και μας δίδαξαν να ελέγχουμε τον εαυτό μας και την κρίση μας.

Κατά την γνώμη των ασκητών, η διόρθωση από το πάθος της κατάκρισης και καταλαλιάς γίνεται με την απομάκρυνση από τους κατάλαλους γιατί προφυλασσώμεθα να μην παρασυρθούμε σε αυτό το πάθος. Ο Άγιος Ισαάκ ο Σύρος γράφει: “Αν αγαπάς την καθαρότητα, με τη βοήθεια της οποίας βλέπει κανείς τον Δεσπότη του σύμπαντος, να μην καταλαλείς, αλλά ούτε να ακούσεις κανένα, που να καταλαλεί τον αδελφό. Κι αν κάποιοι τσακώνονται μπροστά σου, κλείσε τα αυτιά σου και φεύγα από κει, για να μην ακούσεις λόγια οργής και πεθάνει η ψυχή σου.”23

Ο Άγιος Ιωάννης της Κλίμακος είναι πιο αυστηρός: “Ποτέ να μη ντραπείς αυτόν που σου καταλαλεί τον πλησίον του. Αντίθετα μάλιστα να του λες, πάψε αδελφέ. Τα παραπτώματα που κάνω καθημερινά είναι χειρότερα από αυτά. Πώς λοιπόν μπορώ εγώ να τον κατακρίνω;”24

Άλλος τρόπος είναι να προσέχουμε τον εαυτό μας σε κάθε τι, να μην πέφτουμε σε αμαρτίες. Ο Άγιος Δωρόθεος λέγει: “Όσοι θέλουν να σωθούν δεν προσέχουν ούτε ένα ελάττωμα του διπλανού τους αλλά κοιτούν τα δικά τους και έτσι προοδεύουν.”25 Ο ίδιος τονίζει, ότι το χειρότερο είναι να κατακρίνουμε τον πλησίον μας γιατί ο άνθρωπος ξεχνά τις δικές του αμαρτίες και ασχολείται με τον πλησίον του, που τον ωθεί στην κατάκριση, στην καταλαλιά και στον εξευτελισμό του άλλου.26

Όπως έχουμε τονίσει το βασικό αίτιο αυτού του πάθους είναι η υπερηφάνεια αλλά και όλων των παθών. Η καταπολέμηση αυτών είναι η αγία αρετή της ταπείνωσης. Η ταπείνωση είναι το φάρμακο που θεραπεύει όλα τα πάθη και ιδίως την κατάκριση, που τόσο ύπουλα εισδύει στο λογισμό του ανθρώπου μέχρι να φθάσει στο έργο. Ο Ευάγριος του Πόντου, γράφει: “Αν ο άνθρωπος από όλα δεν ταπεινώνεται, δεν μπορεί να επιτύχει στην άσκηση, γιατί περιφρονεί τη χάρη και ότι πετυχαίνει το θεωρεί σαν δικό του κατόρθωμα.”27

Ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής, λέγει: “Ταπεινοφροσύνη είναι η συνεχής προσευχή με δάκρυα και ασκητική προσπάθεια. Η ταπεινοφροσύνη, επειδή πάντοτε επικαλείται τον Θεό σε βοήθεια, δεν αφήνεται να πιστεύει αφρόνως στη δύναμη και τη σοφία της, αλλά ούτε να ταπεινώνει τους άλλους, γιατί αυτά είναι δυσίατα νοσήματα του πάθους της υπερηφανείας.” (εκατοντάς τρίτη, περί αγάπης, παρ. 86). Ένας άλλος τρόπος είναι για τους προχωρημένους στην πνευματική άσκηση είναι η προσευχή. Η οσία Θεοδώρα λέγει: “Να μη περιγελάσεις την πτώση του διπλανού σου, αλλά να κλάψεις και να παρηγορηθείς. Αν ακούς μερικούς να ζουν άσχημα, να προσεύχεσαι γι΄ αυτούς.”28

Συμπερασματικά όλων των παραπάνω λόγων των αγίων πατέρων και αββάδων, πρέπει να τονίσουμε ότι αν συνεχώς έχουμε στη μνήμη μας τα λόγια τους, δύσκολα θα πέφτουμε σε αμαρτήματα και δεν θα αμελούσαμε τον εαυτό μας να παρασύρεται σε πάθη που καταστρέφουν την ψυχή μας.

Ως επίλογο θα αναφέρουμε ένα κείμενο του οσίου Ισιδώρου του Πηλουσιώτη: “Μου κάνει πραγματικά μεγάλη εντύπωση, ότι ενώ για τις αταξίες και τα αμαρτήματα των άλλων γινόμαστε ανάλγητοι δικαστές, παραβλέπουμε τα δικά μας παραπτώματα, που συχνά χρειάζονται μεγαλύτερη συγχώρηση. Για τα δικά μας αμαρτήματα είμαστε τυφλοί, για των διπλανών μας όμως, έχουμε οξυτάτη όραση. Το αντίθετο ωστόσο συμβαίνει με τα κατορθώματα. Τα δικά μας, έστω κι αν είναι μικρά και δεύτερα, φαίνονται μεγάλα. Των διπλανών μας, έστω κι αν είναι μεγάλα και θαυμαστά, τα νομίζουμε μικρά και τιποτένια.”29

του πατρός Δαμιανού Ζαφείρη


Βιβλιογραφία :
1 Δωροθέου Γάζης, Διδασκαλίαι διάφοροι προς τους εαυτούς μαθητάς ΣΤ, 70, σελίς 270.

2 “Βαρσανουφίου και Ιωάννου επιστολαί”, Νικοδήμου Αγιορείτου, σελίς 292α.

3 Ισαάκ του Σύρου, Λόγος Νη, σελίς 239.

4 Ισαάκ του Σύρου, Λόγος Νη, σελίς 128.

5 Αποφθέγματα πατέρων, αββάς Ποιμήν, MIGNE PG 65,352Α.

6 Ανέκδοτο γεροντικό, βλ. υποσ. 31,φ.47ν.

7 Ανέκδοτο γεροντικό, βλ. υποσ. 31,φ.65ν.

8 Δωροθέου Γάζης, Διάφοροι διδασκαλίαι προς τους εαυτού μαθητάς Στ, 69, σελίς 268.

9 Δωροθέου Γάζης, Διάφοροι διδασκαλίαι προς τους εαυτού μαθητάς Στ, 69, σελίς 270.

10 Αντιόχου Μονής Σάββα, Λόγος ΜΘ / MIGNE PG 89,1585 A.

11 Αντιόχου Μονής Σάββα, Λόγος ΜΘ / MIGNE PG 89,1529 C.

12 Δωροθέου Γάζης, Διδασκαλίαι προς τους εαυτού μαθητάς Στ, 69, σελίς 270.

13 Ησαΐου, Λόγοι Η, Ζ σελίς 76.

14 Αποφθέγματα Πατέρων, Βησσαρίων ζ΄ MIGNE PG 65, 141 B.

15 Δωροθέου Γάζης, Διδασκαλίαι προς τους εαυτού μαθητάς Στ, 77, σελίς 282.

16 Συμεών Μεταφραστού, βίος Ιωάννου Αλεξανδρείας του Ελεήμονος, ΞΗ-ΞΘ, MIGNE PG 14, 953C-956C.

17 Ιωάννου Κασσιανού, DE INSTITYTIS V,30,4, σελίς 239-241.

18 Ιωάννου της Κλίμακος, Λόγοι ΙΕ, σελίς 87β.

19 Ησαΐου, Αποσπάσματα Λόγων, σελίς 196.

20 ΒΕΠΕΣ ΤΟΜ. 53, 295, 28.

21 ΒΕΠΕΣ 53, 241, 28.

22 ΒΕΠΕΣ 55, 236, 13.

23 Ισαάκ του Σύρου, Λόγοι ΜΓ, σελίς 176.

24 Ιωάννου της Κλίμακος, Λόγοι Ι, ζ΄.

25 Δωροθέου Γάζης, Διδασκαλίαι προς τους εαυτού μαθητάς ΣΤ, 70, σελίς 278.

26 Δωροθέου Γάζης, Διδασκαλίαι προς τους εαυτού μαθητάς ΣΤ, 69, σελίς 268.

27 Ευαγρίου Ποντίου, Περί Ταπεινώσεως, σελίς 147.

28 Συμεών του Μεταφραστού, Σεπτέμβριος, βίος Θεοδώρας της εν Αλεξανδρεία ΙΖ, MIGNE PG IIR, 685C.

29 Ισιδώρου Πηλουσιώτου, επιστολή προς Αλύπιον V, MIGNE PG 78, 1473 C