Ιερός Ναός Αγίων Πάντων Μακεδονίτισσας

Ιερός Ναός Αγίων Πάντων Μακεδονίτισσας
Άγιοι του Θεού πρεσβεύετε υπέρ ημών !

Τρίτη, 27 Νοεμβρίου 2012

Ποιός ὁ σκοπός τῆς νηστείας καί τής μετανοίας; Ἐκ τοῦ βιβλίου: «Ἡ ἐν Χριστῷ Ζωὴ» τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου, πρωθιερέως τῆς Κρονστάνδης

Ἁγίου Ἰωάννου τῆς Κρονστάνδης

Ἀπὸ τὴν 15ην Νοεμβρίου εἰσήλθομεν εἰς τὴν νηστείαν διὰ τὰ Χριστούγεννα. Κατὰ τὴν περίοδον τῆς νηστείας οἱ Ὀρθόδοξοι Χριστιανοὶ ἐπιδίδονται εἰς πολλαπλασίως μεγαλυτέραν πνευματικὴν ἄσκησιν ἀπὸ τὴν συνηθισμένην, ἐνῶ καταφεύγουν εἰς τὸ ἱερὸν μυστήριον τῆς Ἐξομολογήσεως – Μετανοίας.

Ἡ Ἐξομολόγησις ὅμως πρέπει νὰ εἶναι εἰλικρινής, βαθεῖα καὶ πλήρης. Ὡς γράφει ὁ Ἅγιος Ἰωάννης, Πρωθιερεὺς τὴς Κρονστάνδης, εἰς τὸ βιβλίον του «ἡ ἐν Χρι στῷ Ζωῇ». «Ο Σαρκικός ἄνθρωπος νομίζει ὅτι εἶναι δουλεία ἡ ἐλευθερία τοῦ χριστιανοῦ π.χ διὰ τὴν φοίτησιν εἰς τὰς ἱερὰς ἀκολουθίας, τὴν νηστείαν, τὴν προετοιμασίαν διὰ τὸ μυστήριον, τὴν ἐξομολόγησιν, τὴν Κοινωνίαν, ὅλα τὰ μυστήρια, καὶ δὲν γνωρίζει ὅτι ὅλα αὐτὰ εἶναι ἀπαίτησις τῆς φύσεώς του, ἀνάγκη διὰ τὸ πνεῦμα του.
Ὅστις ἔχει συνηθίσῃ νὰ κάμνῃ ἀπολογισμὸν τῆς ζωῆς του κατὰ τὴν ἐξομολόγησιν ἐδῶ, δὲν θὰ φοβηθῇ νὰ ἀπαντήσῃ εἰς τὸ φοβερὸν κριτήριον τοῦ Χριστοῦ.
Πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον ἱδρύθη τὸ ἐπιεικὲς κριτήριον τῆς μετανοίας, ἵνα ἀφοῦ καθαρισθῶμεν καὶ διορθωθῶμεν διὰ τῆς μετανοίας ἐδῶ κάτω, δυνηθῶμεν νὰ ἀποκριθῶμεν χωρὶς αἰσχύνην ἐνώπιον τοῦ φοβεροῦ βήματος τοῦ Χριστοῦ.

Αὐτὸ εἶναι τὸ πρῶτον ἐλατήριον διὰ τὴν εἰλικρινῆ ἐξομολόγησιν, ἡ ὁποία πρέπει ἐξάπαντος νὰ γίνεται κατὰ πᾶν ἔτος. Ὅσῳ περισσότερον μένομεν χωρὶς ἐξομολόγησιν, τόσῳ τὸ χειρότερον δι᾽ ἡμᾶς καὶ τόσῳ περισσότερον περιπλεκόμεθα εἰς τὰ δεσμὰ τῆς ἁμαρτίας, καί, διὰ τοῦτο, δυσκολώτερον καθίσταται νὰ δώσωμεν ἀπολογισμὸν τῆς ζωῆς μας.
Τὸ δεύτερον ἐλατήριον εἶναι ἡ ψυχικὴ ἠρεμία: ὅσῳ εἰλικρινεστέρα ἡ ἐξομολόγησις, τόσῳ ἠρεμωτέρα θὰ εἶναι μετὰ ταῦτα ἡ ψυχή μας. Αἱ ἁμαρτίαι εἶναι ὄφεις μυστικοί, ποὺ κατατρώγουν τὴν καρδίαν καὶ ὅλην τὴν ὕπαρξιν τοῦ ἀνθρώπου· δὲν τὸν ἀφήνουν ἥσυχον, διαρκῶς τὴν καρδίαν του ἀπομυζοῦν.
Αἱ ἁμαρτίαι εἶναι ἄκανθαι ὀξεῖαι, ποὺ διαρκῶς πληγώνουν τὴν ψυχήν· αἱ ἁμαρτίαι εἶναι σκότος πνευματικόν. Ὅσοι μετανοοῦν πρέπει νὰ παράγουν τοὺς καρποὺς τῆς μετανοίας.
Ποῖος ὁ σκοπὸς τῆς νηστείας καὶ μετανοίας; Ποῖος ὁ λόγος διὰ τὸν ὁποῖον λαμβάνομεν τὸν κόπον δι᾽ αὐτάς; Σκοπός των εἶναι ἡ κάθαρσις τῆς ψυχῆς ἀπὸ τῶν ἁμαρτιῶν, ἡ εἰρήνη τῆς καρδίας, ἡ ἕνωσις μετὰ τοῦ Θεοῦ· μᾶς γεμίζουν μὲ υἱοθεσίαν καὶ εὐλάβειαν, καὶ μᾶς δίδουν παρρησίαν ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ.

Ὑπάρχουν, πράγματι, πολὺ σπουδαῖοι λόγοι διὰ τὴν νηστείαν καὶ τὴν ἐξομολόγησιν ἐξ ὅλης μας τῆς καρδίας. Ἀνεκτίμητος ἀμοιβὴ θὰ μᾶς δοθῇ δι᾽ ἐργασίαν καὶ μόχθον εὐσυνείδητον.
Ἔχουν ἆραγε πολλοὶ ἀπὸ ἡμᾶς τὸ αἴσθημα τῆς υἱϊκῆς ἀγάπης πρὸς τὸν Θεόν; Τολμοῦν ἆραγε πολλοὶ ἀπὸ ἡμᾶς χωρὶς καταδίκην καὶ μὲ παρρησίαν νὰ προσκαλοῦν τὸν ἐν οὐρανοῖς Πατέρα καὶ νὰ λέγουν: «Πάτερ ἡμῶν!»; Ἢ τοὐναντίον δὲν ὑπάρχει ὥστε καὶ νὰ ἀκουσθῇ τοιαύτη υἱϊκὴ φωνὴ εἰς τὰς καρδίας μας, αἱ ὁποῖαι ἔχουν νεκρωθῆ ἀπὸ τὰς ματαιότητας τοῦ κόσμου καὶ τὴν προσήλωσιν εἰς τὰ πράγματά του καὶ τὰς ἀπολαύσεις; Ἢ μήπως πολὺ μακρὰν ἀπὸ τὰς καρδίας μας εὑρίσκεται ὁ Οὐράνιος Πατὴρ ἡμῶν; Καὶ δὲν νομίζομεν ἆραγε ὅτι ὁ Θεὸς εἶναι ἐκδικητής, ἡμεῖς οἱ ὁποῖοι ἀπεμακρύνθημεν ἀπὸ Αὐτὸν εἰς χώραν μακρινήν;

Ναί, ὅλοι ἡμεῖς ἕνεκα τῶν ἁμαρτιῶν μας εἴμεθα ἄξιοι τῆς δικαίας του ὀργῆς καὶ τιμωρίας καὶ εἶναι θαυμαστὸν πόσον μακρόθυμος καὶ ὑπομονητικὸς εἶναι ἀπέναντι ἡμῶν, ὥστε νὰ μὴ μᾶς πατάσσῃ ὅπως τὴν ἄκαρπον συκῆν.
Ἂς σπεύσωμεν νὰ Τὸν ἐξιλεώσωμεν μὲ μετάνοιαν καὶ δάκρυα. Ἂς εἰσέλθωμεν εἰς τὸν ἐσωτερικόν μας ἄνθρωπον, ἂς ἐξετάσωμεν τὰς ἀκαθάρτους μας καρδίας μὲ πᾶσαν αὐστηρότητα· καὶ ὅταν ἴδωμεν πόσαι ἀκαθαρσίαι τηροῦν αὐτὰς μακρὰν ἀπὸ τὴν Θείαν Χάριν, τότε θὰ ἀναγνωρίσωμεν ὅτι εἴμεθα πνευματικῶς νεκροί. Ὑπόφερε τὰς ὀδύνας καὶ τοὺς πόνους τῆς ἐγχειρήσεως, διὰ νὰ δυνηθῇς νὰ ἐπανακτήσῃς μετὰ ταῦτα τὴν ὑγείαν σου (τοῦτο λέγων ἐννοῶ τὴν ἐξομολόγησιν).
Τοῦτο σημαίνει ὅτι κατὰ τὴν ἐξομολόγησιν ὀφείλεις νὰ ὁμολογῇς ὅλας τὰς πράξεις τῆς αἰσχύνης εἰς τὸν πνευματικόν, χωρὶς νὰ ἀποκρύπτης τί, μολονότι τοῦτο εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι ὀδυνηρόν, ἐπαίσχυντον καὶ ταπεινωτικόν.
Ἄλλως ἡ πληγὴ θὰ μένῃ ἀθεράπευτος, θὰ πονῇ, θὰ ὑποσκάπτῃ τὴν πνευματικὴν ὑγείαν σου καὶ θὰ εἶναι ζύμη διὰ τὰς πνευματικὰς ἀδυναμίας σου ἢ τὰς ἁμαρτωλάς σου συνηθείας καὶ τὰ πάθη.
Ὁ ἱερεύς εἶναι πνευματικὸς ἰατρός. Ἐπιδείκνυε εἰς αὐτὸν τὰς πληγάς σου, χωρὶς νὰ ἐντρέπεσαι, εἰλικρινῶς, φανερά, μὲ υἱϊκὴν πεποίθησιν καὶ ἐμπιστοσύνην, διότι ὁ ἐξομολόγος εἶναι ὁ πνευματικὸς πατήρ σου, ὁ ὁποῖος θὰ ὤφειλε νὰ σὲ ἀγαπᾷ περισσότερον τοῦ πατρὸς καὶ τῆς μητρός σου· διότι ἡ ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ εἶναι ὑψηλότερα ἀπὸ κάθε σαρκικήν, φυσικὴν ἀγάπην.
Ἐκεῖνος θὰ ἀπαντήσῃ διὰ σὲ εἰς τὸν Θεόν. Διατὶ ἡ ζωή μας ἔγινε τόσον ἀκάθαρτος, τόσον γεμάτη ἀπὸ πάθη καὶ ἁμαρτωλὰς συν ήθειας; Διότι πολλοὶ ἀποκρύπτουν τὰς πνευματικὰς πληγὰς καὶ τοὺς πόνους των, ἕνεκα τοῦ ὁποίου πονοῦν διαρκῶς καὶ ἐρεθίζονται· καὶ τοιουτοτρόπως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δώσῃ εἰς αὐτοὺς κανεὶς κανένα ἰατρικόν.
«Ἂν πέσῃς, σήκω καὶ θὰ σωθῇς»· εἶσαι ἁμαρτωλός, διαρκῶς πίπτεις, μάθε πῶς πρέπει νὰ ἐγείρεσαι· πρόσεξε πολὺ νὰ ἀποκτήσῃς αὐτὴν τὴν σοφίαν. Ἡ σοφία συνίσταται εἰς τοῦτο: νὰ μάθης ἐκ στήθους τὸν Ψαλμὸν «Ἐλέησόν με ὁ Θεός, κατὰ τὸ μέγα ἑλεός Σου», τὸν ὁποῖον ἐνέπνευσεν εἰς τὸν βασιλέα καὶ προφήτην Δαβὶδ τὸ Ἅ γι ον Πνεῦμα, καὶ νὰ λέγῃς αὐτὸν μὲ εἰλικρινῆ πίστιν καὶ πεποίθησιν, μὲ καρδίαν ταπεινὴν καὶ συντετριμμένην.
Μετὰ τὴν εἰλικρινῆ μετάνοιάν σου, ἡ ὁποία ἐκφράζεται εἰς τοὺς λόγους τοῦ Βασιλέως Δαβίδ, ἡ συγχώρησις τῶν ἁμαρτιῶν σου ἐκ μέρους τοῦ Κυρίου ἀμέσως θέλει λάμψῃ ἐπὶ σοῦ, καὶ αἱ πνευματικαὶ δυνάμεις σου θὰ εἰρηνεύσουν.
«Τὸν γὰρ μὴ γνόντα ἁμαρτίαν ὑπὲρ ἡμῶν ἁμαρτίαν ἐποίησεν, ἵνα ἡμεῖς γενώμεθα δικαιοσύνη Θεοῦ ἐν αὐτῷ» (Β´ Κορ. 5, 21), λέγεται περὶ τοῦ Χριστοῦ. Θὰ αἰσχυνθῇς λοιπὸν ὕστερον ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς λόγους νὰ ἀναγνωρίσης οἱανδήποτε ἁμαρτίαν σου ἢ νὰ ἀναλάβῃς τὴν μομφὴν δι᾽ ἁμαρτίαν τὴν ὁποίαν δὲν διέπραξας;
Ἂν Αὐτὸς ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ ἔγινεν ἔνοχος ἁμαρτίας, μολονότι ἦτο ἀναμάρτητος, καὶ σὺ πρέπει νὰ δεχθῆς τὴν μομφὴν διὰ κάθε ἁμαρτίαν μὲ πραότητα καὶ ἀγάπην (διότι εἶσαι πράγματι ἁμαρτωλός), νὰ δεχθῆς τὴν μομφὴν μὲ ταπείνωσιν καὶ ὑποταγήν, καὶ διὰ τὰς ἁμαρτίας ἀκόμη διὰ τὰς ὁποίας δὲν εἶσαι ἔνοχος. Χάρις εἰς τὴν πίστιν μας μόνον, τὰ πνευματικὰ ὄρη –ἤτοι τὰ ὕψη καὶ τὰ βάρη τῶν ἁμαρτιῶν– μετακινοῦνται. Διὰ τοῦτο, ὅταν οἱ χριστιανοὶ ἁπαλλάσσωνται ἀπὸ τὸ βάρος τῶν ἁμαρτιῶν των διὰ τῆς μετανοίας καὶ ἐξομολογήσεως, ἐνίοτε λέγουν: «Δόξα τῷ Θεῷ, βουνὸ ὁλόκληρο ἔπεσεν ἀπὸ τοὺς ὤμους μου».

Ὀρθόδοξος Τύπος ἀρ. φύλ. 1951, 23 Νοεμβρίου 2012

 

Παρασκευή, 23 Νοεμβρίου 2012

Χαίρε του Θεού Έμψυχη Κιβωτέ

 

Χαίρε, ω Παρθένε γεμάτη χάρη! Σε σένα απευθύνομαι και κραυγάζω με όλη τη δύναμη του νου, της καρδιάς και της γλώσσας, καταφύγιο της αδυναμίας και της ανικανότητάς μου.

Χαίρε, γεμάτη από χάρη, μέσω σου ο άρρωστος βρίσκει τη θεραπεία, μέσω σου εκείνος που έπεσε και έγινε κομμάτια σηκώνεται γιατρεμένος κι εκείνος που ήταν η αιτία της πτώσης καταδικάζεται, ποδοπατιέται κι εκμηδενίζεται.

Χαίρε, γεμάτη από χάρη, μέσω σου η πικρή δικαστική απόφαση της πτώσης παραγράφεται απ' τη γλυκύτητα του θείου μηνύματος, που σε σε απευθύνθηκε κι εμείς, που λεία γίναμε της αταξίας, που η παράβαση προκάλεσε, σκεπαζόμαστε και πάλι απ' την κορώνα του μεγαλείου της θείας φανέρωσης που από σένα προέρχεται.

Χαίρε, γεμάτη από χάρη, ο Βασιλιάς της δημιουργίας επιθύμησε το μεγαλείο της ψυχής, του σώματος και του νου, που παρέμεινε πάντα άσπιλο, για ν' ανανεώσει και ν' αναγεννήσει την εικόνα την παραμορφωμένη απ' τα τεχνάσματα του πονηρού, γι' αυτό οι λαοί έρχονται με δώρα να προσπέσουν μπροστά σου.

Χαίρε, Παλάτι χτισμένο όχι απ' ανθρώπινο χέρι, απ' το αίμα σου ο Βασιλιάς της δόξας κάνει το χιτώνα του και ντύνεται σαν με ένδυμα βασιλικό και πορφυρό, για ν' αφαιρέσει την παραμορφωτική γύμνια του προγεννήτορα. Χαίρε, συ έχεις δώσει τη σάρκα στο Δημιουργό και μας έχεις ελευθερώσει απ' το χρέος.

Χαίρε, του Θεού έμψυχη Κιβωτέ, στην οποία κατεβαίνει ο δεύτερος Νώε ντύνοντας απ' αυτή την ανθρώπινη φύση, για να τη βυθίσει στο βάπτισμα του ύδατος και να της δώσει τη σωτηρία και μια δεύτερη ζωή, με κατεύθυνση προς το Θεό.

Χαίρε, ω Εστία αναμμένη, όπου ο Θεός κατεβαίνει• στους παρθενικούς και πάναγνους κόλπους σου ο Δημιουργός παίρνει τη φύση μας και την εξαγνίζει από κάθε κηλίδα αρχαία, ανανεώνοντας τον άνθρωπο σε μια νέα δημιουργία.

Είθε ο Χριστός ο αληθινός μας Θεός, με τις ικεσίες, τη μεσιτεία και τη δέηση της θείας και αειπάρθενης Μητέρας, να μας ακούσει και να μας κάνει άξιους του ουράνιου δείπνου.



Μέγας Φώτιος

Μεταφράσεις: Αρχιμ. Ιγνατίου Σωτηριάδη από το βιβλίο: Georges Gharib: Οι εικόνες της Παναγίας. Ιστορία και λατρεία. Εκδόσεις Τέρτιος, Κατερίνη 1997.

***

 

Παρασκευή, 16 Νοεμβρίου 2012

Η παραβολή του άφρονος πλουσίου


«Είπε δε ο Θεός: Άφρων…»
α. Αν η προηγουμένη Κυριακή πρόβαλε ως πρότυπο ζωής προς ένταξη στη Βασιλεία του Θεού τον εύσπλαχνο Σαμαρείτη, τον ανιδιοτελή άνθρωπο της έμπρακτης αγάπης, η σημερινή Κυριακή προβάλλει το αρνητικό κακέκτυπο: τον άφρονα πλούσιο, τον άνθρωπο που η μόνη έγνοια του ήταν πώς να έχει και να κατέχει τα υλικά του αγαθά, πώς να αυξάνει τα γεννήματά του, σε βαθμό τέτοιο, που τελικώς να δυστυχεί μέσα στην υποτιθέμενη «ευτυχία» του: η καρποφορία των χωραφιών του τον κάνει να γεμίζει από άγχος και στενοχώρια. Μέχρις ότου εμφανίζεται από το «πουθενά» ο παράγων Θεός, για να βάλει τέλος στους προβληματισμούς και τις λύσεις του: «σήμερα θα πεθάνεις! Ζητάνε την ψυχή σου!» Κι ο  θάνατος έρχεται ως το όριο που φωτίζει την ποιότητα της όλης προγενέστερης ζωής του, που του ανοίγει τα μάτια για να δει ότι τελικώς όλα τα χρόνια που πέρασαν ήταν ενώπιον του Θεού μία ανοησία. «Είπε δε ο Θεός: Άφρων
β. 1. Δεν πρόκειται για εκτίμηση και αξιολόγηση ενός ανθρώπου, που θα μπορούσε κανείς να αμφισβητήσει το περιεχόμενό της. Ποιος άνθρωπος μπορεί να κατέχει το αλάθητο; «Ο νόμος του ανθρωπίνου μυαλού είναι η πλάνη» σημειώνουν οι άγιοι Πατέρες μας. Ούτε πρόκειται για μία κρίση,  που μπορεί να κινείται στο επίπεδο της κατάκρισης, καρπού ζηλοφθονίας και εμπάθειας. Μία τέτοια εμπαθής κρίση δεν επιτρέπεται από τον ίδιο τον νόμο του Θεού, διότι υφαρπάζει δικαίωμα που ανήκει μόνον σ’  Εκείνον. Ο ίδιος ο Κύριος το επισημαίνει: «Μη κρίνετε, ίνα μη κριθήτε». «Εάν δε κάποιος χαρακτηρίσει τον αδελφό του «ανόητο» είναι ένοχος ενώπιον της κρίσεως του Θεού».
Εδώ, στο περιστατικό που περιγράφει ο Κύριος για τον πλούσιο, έχουμε την κρίση του ίδιου του Θεού, δηλαδή Εκείνου  που η κρίση Του είναι απολύτως δίκαιη, διότι «γυμνά και τετραχηλισμένα τα πάντα ενώπιόν Του»,  συνεπώς ανοίγει τα μάτια του ανθρώπου, ώστε να δει κι αυτός το αποτέλεσμα των επιλογών και των συμπεριφορών της ζωής του. Κι είναι η μόνη αληθινή κρίση, διότι πηγάζει από Εκείνον που η αγάπη Του προς τα πλάσματά Του είναι άπειρη και συνεπώς έχει πάντοτε γνήσιο ενδιαφέρον γι’ αυτά. Μόνον εκείνος που αγαπά μπορεί και να κρίνει ορθά, πέρα από στρεβλώσεις των εμπαθών κινημάτων της καρδιάς  του. Όπως το λέει και πάλι ο Κύριος: «Μη κρίνετε κατ’  όψιν, αλλά την δικαίαν κρίσιν κρίνατε». Και δικαία κρίση είναι αυτή που πηγάζει από καρδιά που αγαπά. Η άπειρη αγάπη λοιπόν του Θεού αποδεικνύει και την αληθινότητα της κρίσεώς Του.
2. Κι ακόμη περισσότερο: η κρίση αυτή του Θεού, όπως φαίνεται στο περιστατικό της παραβολής, ηχεί πολύ πένθιμα, σαν καμπάνα που σημαίνει τον θάνατο κάποιου, διότι όχι μόνον είναι αληθινή, αλλά και τελεσίδικη και αμετάκλητη: λέγεται την ώρα του θανάτου, που ο άνθρωπος δεν έχει άλλο περιθώριο αλλαγής του. Ο θάνατος συνιστά το απόλυτο όριο, μετά το οποίο ο άνθρωπος απλώς κρίνεται για όλο το περιεχόμενο της ζωής του, για ό,τι έπραξε, για ό,τι είπε, για ό,τι σκέφτηκε ακόμη. «Απόκειται τοις ανθρώποις άπαξ αποθανείν, και μετά τούτο κρίσις» κατά τον απόστολο. Ό,τι διάφορες φιλοσοφίες και θρησκείες έχουν διδάξει περί μεταλλαγής του ανθρώπου, περί μετενσάρκωσης ή μετεμψύχωσής του σε άλλες καταστάσεις, μέσα στον κόσμο τούτο, αποτελούν φληναφήματα και ανοησίες, που προέρχονται από τον σκοτισμένο λόγω της αμαρτίας και των παθών νου του ανθρώπου. Η αλήθεια που απεκάλυψε ο Κύριος είναι κρυστάλλινη: ο άνθρωπος με τον θάνατό του κρίνεται από τον Θεό, κατά μερικό πρώτα τρόπο, λόγω της συνέχειας μόνο της ψυχής του, κι έπειτα, κατά τη Δευτέρα Παρουσία του Κυρίου, θα κριθεί και γενικά, διότι τότε με την Παρουσία αυτή του Κυρίου θα αναστηθεί και το σώμα του, ώστε ενωμένο με την ψυχή να σταθεί ενώπιον του φοβερού βήματός Του. Η γενική αυτή όμως κρίση δεν θα είναι διαφορετική από την πρώτη. Απλώς θα είναι επιτεταμένη, διότι θα συνυπάρχει μαζί με την ψυχή και το σώμα. Και βεβαίως η κρίση αυτή οδηγεί  είτε στην αιώνια ζωή είτε στην αιώνια κόλαση, με την έννοια του πώς «εισπράττει» ο άνθρωπος τη μία και ενιαία αγάπη του Θεού προς όλους: είτε θετικά, αν φεύγει από τη ζωή αυτή εν μετανοία είτε αρνητικά, αν φεύγει εναντιωμένος προς τον Θεό ή με αδιαφορία προς Αυτόν.
3. Ποια ήταν τα γνωρίσματα της ζωής του άφρονος πλουσίου, που οδήγησαν στον χαρακτηρισμό του ως άφρονος και ανοήτου; Πότε συνεπώς κάποιος ζει ανόητα, κατά την κρίση του ίδιου του Θεού;
(α) Όχι ασφαλώς επειδή «ευφόρησεν η χώρα του». Η ευφορία αυτή των χωραφιών του υπήρξε μία ευλογία που του δόθηκε από τον Θεό – δεν φαίνεται να κοπίασε γι’ αυτήν ο πλούσιος∙ ο Θεός απλώς επέτρεψε να συμβεί, προφανώς για να του δώσει ευκαιρία να ανοιχτεί στον συνάνθρωπο.  Αλλά εκείνος πώς την αντιμετώπισε; Μ’ έναν απόλυτα εγωιστικό τρόπο. Πέντε «μου» της προσωπικής αντωνυμίας μετράμε στον προβληματισμό του: «πού συνάξω τους καρπούς μου;..Καθελώ μου τας αποθήκας…και συνάξω εκεί πάντα τα γεννήματά μου και τα αγαθά μου, και ερώ τη ψυχή μου». Τα πάντα περιστρέφονται γύρω από τον εαυτό του. Δεν υπάρχει ίχνος προβληματισμού για τον οποιονδήποτε συνάνθρωπό του, έστω και συγγενή του. Έτσι η αφροσύνη του ήταν ο εγωιστικός τρόπος σκέψεως και ζωής του.
 (β) Αυτός ο εγωισμός του, ως νοσηρή στροφή μόνον στον εαυτό του, δεν περιέχει ίχνος αναφοράς και προς τον Θεό. Συνήθως, ακόμη και σε ασχέτους προς την πίστη του Θεού ανθρώπους, σε στιγμές ευτυχίας τους ακούμε και ένα «δόξα τω Θεώ». Εδώ, δεν υπάρχει τίποτε τέτοιο: καμία δοξολογική ενατένιση του Θεού, για κάτι που εξώφθαλμα σχετιζόταν μ’  Εκείνον: είπαμε ότι η ευφορία της γης του  δεν είχε να κάνει με καμία από τις δικές του προσπάθειες. Ήταν μία δωρεά του Θεού. Τι σημαίνει αυτό; Ότι η αφροσύνη του δεν έχει αποκλείσει μόνον τον συνάνθρωπο, αλλά και τον ίδιο τον Θεό, τον χορηγό του πλούτου του. Κι είναι τούτο πράγματι που επισημαίνει ο λόγος του Θεού: «είπεν άφρων εν τη καρδία αυτού∙ ουκ έστιν Θεός». Μπορεί θεωρητικά να μην ακούγεται στην παραβολή η αθεΐα του πλουσίου, διαπρυσίως όμως καταγγέλλεται αυτή στο επίπεδο της ζωής του. Κι αυτό είναι το πιο καθοριστικό.
(γ) Η διαγραφή του Θεού και του ανθρώπου όμως φέρνει άγχος. Αντί ο πλουτισμός να του δίνει χαρά – ως ευκαιρία, είπαμε, προσφοράς χαράς σε άλλους – του προσθέτει θλίψη και στενοχώρια. Αλλά πάντοτε αυτό είναι το τίμημα του επιλέγοντος τον εγωιστικό, δηλαδή τον αμαρτωλό,  τρόπο ζωής. Το σημειώνει ο απόστολος Παύλος: «θλίψις και στενοχωρία παντί τω εργαζομένω το κακόν». Ο άφρων πλούσιος, δηλαδή, ήδη από τη ζωή αυτή ζούσε με στοιχεία κόλασης. Η πορεία του ήταν προδιαγεγραμμένη, εφόσον δεν έδειχνε σημεία μετάνοιας. Κι επιπλέον: το άγχος του για το «έχει» του, σαν να  του «έκλεβε» και το μυαλό του:  τον έκανε να αδυνατεί να σκεφτεί το αυτονόητο, ότι δηλαδή τα γεννήματά του, κλεισμένα σε αποθήκες, θα σάπιζαν. Συνήθως ο εγωιστής άνθρωπος χάνει και την όποια «εξυπνάδα» του.
(δ) Η αφροσύνη του όμως έγκειται και στην ψευδαίσθηση της αληθινής ζωής. Ο πλούσιος δεν ελάμβανε υπόψη του το πιο βέβαιο γεγονός της ζωής: την ύπαρξη του θανάτου. Ο προβληματισμός του, βλέπουμε, κινείται σε επίπεδο σχεδόν «αιωνιότητας» γι’ αυτόν της παρούσας ζωής. «Ψυχή, έχεις πολλά αγαθά, κείμενα εις έτη πολλά». Πράγματι, θα μπορούσαμε να πούμε ότι κυριολεκτικά «πετάει στα σύννεφα». Το φαντασιακό επίπεδο είναι ο χώρος της ζωής του. Γι’  αυτό και η «προσγείωση» έρχεται τόσο απότομα και «ανώμαλα» γι’ αυτόν.
4. Τα κύρια αυτά στοιχεία της αφροσύνης του πλουσίου, που οδηγούν, όπως είπαμε, σ’ ένα τέλος τραγικό – όχι μόνον έρχεται ο θάνατος, αλλά έρχεται με μία συνοδεία «δυνάμεων» ξένων προς τον Θεό: «την ψυχήν σου απαιτούσιν από σου», άρα δείχνουν και την αιώνια συνέχεια εκτός Θεού – μας οδηγούν εκ του αντιθέτου στην επισήμανση των στοιχείων που επαινούνται από τον Θεό και μπορούν να χαρακτηριστούν ως εμφροσύνη και σωφροσύνη. Πρόκειται για τον «πλουτισμόν κατά Θεόν», που λέει ο Κύριος στην κατακλείδα της παραβολής, που κάνει τον άνθρωπο που τον έχει να βρίσκεται με τον Θεό και να χαίρεται αενάως τη χαρά της παρουσίας Του. Πώς λοιπόν πρέπει να ζει ο άνθρωπος, ώστε στο τέλος του να ακούσει με χαρά ότι ευαρέστησε τον Θεό; Μα, ασφαλώς, πρώτον, να στέκεται καλά έναντι του συνανθρώπου του, δηλαδή με ανιδιοτελή αγάπη και ειλικρινές ενδιαφέρον, έστω κι αν τούτο μπορεί να σημαίνει και θυσία γι’ αυτόν. Το παράδειγμα του καλού Σαμαρείτη, όπως είπαμε, συνιστά καθοδηγητικό στοιχείο επ’ αυτού. Δεύτερον, να πιστεύει και να αγαπά τον Θεό. Για τον σώφρονα άνθρωπο, ο Θεός δεν είναι αμελητέα ή ανύπαρκτη κατάσταση, αλλά το κέντρο της ζωής του. Προτεραιότητά του συνεπώς είναι το πώς θα θεμελιώνει αδιάκοπα τη ζωή του, τις σκέψεις του, τα λόγια του, τη συμπεριφορά του, στο θέλημα Εκείνου. Με αποτέλεσμα να νιώθει ως το παιδί στην αγκαλιά του Πατέρα του. Ο σώφρων άνθρωπος, έτσι, τρίτον,  δεν ζει με άγχη και ανασφάλειες, αλλά η πάντα νουν υπερέχουσα ειρήνη του Χριστού βραβεύει τον νου και την καρδιά του. Και βεβαίως, τέλος, ο σώφρων, στον οποίο ευαρεστείται ο Θεός, έχει συναίσθηση της προσωρινότητας και της φθαρτότητάς του. «Καθ’  ημέραν αποθνήσκει», όπως λέει και ο απόστολος, με την έννοια ότι δεν τρέμει τον θάνατο, αλλά τον προσδοκά με χαρά, γνωρίζοντας ότι ο ίδιος ο Θεός θα παραλάβει την ψυχή του και όχι κάποιοι που το μόνο που επιζητούν είναι η δυστυχία του.
γ. Τι άραγε επιθυμούμε να ακούσουμε και εμείς στο τέλος της ζωής μας ως κριτική γι’ αυτήν από τον Θεό; «Άφρων» ή «σώφρων και έμφρων;» Το ερώτημα μεταφράζεται: θησαυρίζουμε για τον εαυτό μας ή πλουτίζουμε κατά Θεόν; Κι είναι τούτο η καθημερινή και αδιάκοπη πρόκληση επιλογής μας σε κάθε κίνηση της ύπαρξής μας. Στη μία περίπτωση, το κέντρο βάρους είναι ο κόσμος με τη φθαρτότητά του και τη διαρκή ταραχή του, υπό την κυριαρχία του διαβόλου, του άρχοντος του κόσμου τούτου. Στην άλλη, το κέντρο βάρους είναι ο Θεός και το άγιο θέλημά Του, με όλες τις χαρές και τη δόξα που συνοδεύουν την παρουσία Του. Ο Χριστιανός βεβαίως δεν προβληματίζεται: επιλέγει πάντοτε το θέλημα του Θεού. Επιλέγει δηλαδή όχι μόνον το αιώνιο, αλλά και του κόσμου τούτου αληθινό συμφέρον του.
***