Ιερός Ναός Αγίων Πάντων Μακεδονίτισσας

Ιερός Ναός Αγίων Πάντων Μακεδονίτισσας
Άγιοι του Θεού πρεσβεύετε υπέρ ημών !

Παρασκευή, 26 Οκτωβρίου 2012

Αδιάλειπτη προσευχή και γνώση του εαυτού μας



Για την αδιάλειπτη προσευχή, εάν θέλεις χρησιμοποίησε απλό τρόπο, σε περίπτωση που είσαι απλός και δεν μπορείς να μπεις στον πραγματικό νόημα των Νηπτικών Αγίων Πατέρων της Φιλοκαλίας και πλανηθείς. Διότι δεν βάζουν δυστυχώς μερικοί ως σκοπό την απέκδυση του παλαιού ανθρώπου, τη μετάνοια, την ταπείνωση, και να έχουν την άσκηση σαν βοηθητικό μέσο για τον Αγιασμό της ψυχής, για να αισθανθούν βαθιά την αμαρτωλότητά τους και να νιώσουν και πολύ την ανάγκη του ελέους του Θεού και να λένε το «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με» με πόνο γλυκό.
Αλλά αντίθετα ξεκινάν με μια ξερή άσκηση και επιδιώκουν τις θείες ηδονές και τα φώτα και πολλαπλασιάζουν συνέχεια τα κομποσκοίνια και αυτό-αγιάζονται με τον λογισμό τους από τους μαθηματικούς υπολογισμούς των κομποσκοινιών τους. Φτιάχνουν φυσικά και σκαμνί ακριβώς στους πόντους, και όλα τ’ άλλα, δηλαδή η κλίση της κεφαλής και η αναπνοή, ακριβώς όπως τα γράφουν οι Άγιοι Κάλλιστοι και Γρηγόριοι της Φιλοκαλίας-ενώ αυτά είναι βοηθητικά μέσα-και νομίζουν ότι κάπου κοντά στους Αγίους βρίσκονται και δωσ’ του κομποσχοίνια, και, όταν πιστέψουν ότι αγιάσανε, αμέσως έρχεται το ταγκαλάκι και στήνει την τηλεόραση, και στη συνέχεια επακολουθούν και προφητείες ταγκαλίστικες κλπ.
Γι αυτό, αδελφέ μου, μη ζητάς τίποτε άλλο στην προσευχή σου εκτός από την μετάνοια, ούτε φώτα ούτε θαύματα ούτε προφητείες ούτε χαρίσματα καθόλου, παρά μετάνοια. Η μετάνοια θα σου φέρει την ταπείνωση, η ταπείνωση θα σου φέρει τη Χάρη του Θεού, και ο Θεός θα σου έχει μέσα στην Χάρη Του ό,τι χρειάζεται για την δική σου σωτηρία και ό,τι άλλο, σε περίπτωση που χρειασθεί, για να βοηθήσεις μία άλλη ψυχή.
Τα πράγματα είναι πολύ απλά, και δεν υπάρχει λόγος να τα μπλέκουμε. Κατ’ αυτόν τον τρόπο την ευχή θα την αισθανθούμε ως ανάγκη κα θα νιώθουμε κούραση και πολλές φορές θα την λέμε, και η καριά μας θα νιώθει γλυκό πόνο, όταν τη λέει την ευχή, και ο Χριστός θα μας σκορπάει και Αυτός τη γλυκεία Του παρηγοριά μέσα στην καρδιά μας.

Η προσευχή δεν κουράζει

Η προσευχή λοιπόν δεν κουράζει, αλλά ξεκουράζει.. κουράζει μόνο, όταν δεν μπούμε στο νόημά της και δεν καταλάβουμε το νόημα των Αγίων μας Πατέρων. Όταν την ανάγκη του ελέους του Θεού την καταλάβουμε, χωρίς να πιέζουμε τον εαυτό μας στην προσευχή, η ανάγκη αυτή της πείνας θα μας αναγκάζει να ανοίγουμε το στόμα σαν το μωρό, για να θηλάσουμε, και θα νιώθουμε παράλληλα και όλη τη σιγουριά σαν το μωρό στην αγκαλιά της μητέρας, το οποίο και αγάλλεται συγχρόνως.
Σαν Ασυρματιστές λοιπόν που είμαστε εμείς οι Μοναχοί, θα πρέπει να βρισκόμαστε σε συχνή επαφή με τον Θεό, και εάν είναι δυνατόν και «εν διαρκεί ακροάσει»  για περισσότερη σιγουριά, για να έχουμε κάθε στιγμή άφθονες θείες δυνάμεις.
Ο εχθρός. Ο εχθρός, φυσικά, δεν ησυχάζει και πάντοτε βάλλει ποικιλοτρόπως. Μπορούμε όμως να τον αξιοποιήσουμε και αυτόν, με το να τον κάνουμε εργάτη άμισθο, και να μας βοηθήσει στην αδιάλειπτη προσευχή. Όταν επί παραδείγματι μας φέρνει κακούς λογισμούς ή βλάσφημους, να αρχίζουμε  την ευχή και να λέμε και στο ταγκαλάκι: «Καλά που με κέντησες, γιατί είχα ξεχάσει τον Χριστό μου». Όταν λοιπόν κάνουμε αυτό, και να θέλουμε να το κρατήσουμε το ταγκαλάκι, δεν κάθεται, γιατί δεν είναι κουτό να δουλεύει δωρεάν και να κάνει και καλό στη ψυχή μας.

Δουλεύοντας για την αυτογνωσία

Εάν θέλουμε πάλι, για λεπτή εργασία παίρνουμε τα μεγαλύτερα πάθη που έχουμε, με τη σειρά, και όποιο σφάλμα της ημέρας είδαμε, και ζητάμε το έλεος του Θεού ταπεινά, για να λυτρωθούμε, με το «Κύριε Ιησού Χριστέ…». Μ’ αυτόν τον τρόπο ξερριζώνονται τα πάθη, παράλληλα μάς μένει και η καλή συνήθεια της ευχής, και όχι να επιδιώκουμε εξωτερικά μόνον τη συνήθεια, και μας δημιουργηθούν ψευδαισθήσεις και πλάνες.
Όταν λοιπόν κάνει προηγουμένως το γνώρισμα του εαυτού του κανείς και συναισθανθεί τη μεγάλη του αμαρτωλότητα και τις μεγάλες του Θεού ευεργεσίες, τότε η καρδιά ραγίζει , όσο γρανιτένια και εάν είναι, και τρέχουν τα πραγματικά δάκρυα μόνα τους, και δεν πιέζει ο άνθρωπος τον εαυτό του ούτε στην προσευχή ούτε και να βγάλει δάκρυα. Διότι η ταπείνωση με το φιλότιμο δουλεύουν με τα τρυπάνια στην καρδιά συνέχεια, και οι πηγές αυξάνουν, και το χέρι του Θεού χαϊδεύει συνέχεια το φιλότιμο παιδί Του που εργάζεται.
Όταν ασχολείσαι με τη αμαρτωλότητά σου και κάνεις τη λεπτή σου εργασία, κατ’ αρχάς να έχεις πάντα την ελπίδα στον Θεό, την οποία να κρατάς σφιχτά, για να μη σου φύγει ποτέ. Όσες αμαρτίες δεν είναι σαρκικής φύσεως, μπορείς να τις λεπτολογείς, για να αναγκάζεσαι να ταπεινώνεσαι. Όσες όμως είναι σαρκικής φύσεως, να μην τις λεπτολογείς καθόλου, παρά να θεωρείς τον εαυτό σου ένα βρώμικο τουλούμι γεμάτο βρωμιά. Ούτε και να ξεθαρρέψεις να κάνεις προσευχή για πρόσωπα με σαρκικές ιστορίες, διότι εκτός που θεωρείται αναίδεια, ενώ ο ίδιος δεν έχεις συμφιλιωθεί με τον Θεό, αλλά και θα σε μολύνει ο εχθρός με ακάθαρτους λογισμούς την ημέρα, και τη νύχτα θα σου παίξει ακατάλληλα έργα το ταγκαλάκι και θα σε μολύνει.
Εάν στον ύπνο σού συμβεί κάτι τέτοιο, μην το εξετάζεις καθόλου, όπως επίσης και κανένα περιστατικό στη ζωή σου (σαρκικής πάλι φύσεως), από το οποίο σε γλύτωσε ο Θεός με το να σε σκεπάσει και να σε γλυτώσει σαν το κλωσσοπούλι από τα νύχια του γερακιού, γιατί είναι επικίνδυνο. Όπως ο εχθρός πολλές φορές πετάει μια χειροβομβίδα να σκοτώσει το στρατιώτη, και ο Θεός τον προστατεύει με το να μη γίνει η έκρηξη, και γλυτώνει ο στρατιώτης, και μετά παό καιρό κάθεται ο ανόητος και περιεργάζεται τη χειροβομβίδα και, με το ξεσκάλισμα που της κάνει, σκάει και του τινάζει τα μυαλά στον αέρα, το ίδιο μπορεί να πάθει και ένας νέος, όταν ξεσκαλίζει αμαρτήματα σαρκικής φύσεως. Γι αυτό, όταν τυλιγόμαστε μέσα στο βρώμικο τουλούμι, είναι μεγαλύτερη ασφάλεια.

γέροντας Παϊσιος

Τετάρτη, 17 Οκτωβρίου 2012

ΤΟ ΔΕΙΠΝΟ ΤΗΣ ΒΑΣΙΛΕΙΑΣ



Ο θάνατος είναι το φοβερώτερο μυστήριο που απασχολούσε ανέκαθεν το πνεύμα του ανθρώπου. Είναι αποτέλεσμα της αμαρτίας, αλλά και αιτία της αμαρτίας. Η θνητότητα, την οποία φέρουμε μέσα μας από την γέννηση, καθορίζει την πορεία της ζωής μας. Αν προσέξη κανείς τις αντιδράσεις του, θα διαπιστώση ότι όλες ξεκινούν από το πρόβλημα του θανάτου. Οι ανασφάλειες, ο φόβος, η φιλαυτία, από την οποία γεννιούνται η φιλοδοξία, η φιλοκτημοσύνη και η φιληδονία, και πολλά άλλα πάθη, έχουν την προέλευσή τους στην βίωση του θανάτου.

Ο θάνατος χωρίζει αγαπημένα πρόσωπα, διασπά την κοινωνία και ενότητα των οικογενειών, των αγαπημένων και σκορπίζει απελπισία και απόγνωση. Η αγάπη συνδέεται στενά με τον θάνατο. Αγαπά κανείς για να υπερβή το άγχος και την οδύνη του θανάτου που βιώνει στην ύπαρξή του, αλλά και όταν αγαπά και τότε αισθάνεται το πλησίασμα του θανάτου, ο οποίος κάποτε θα γίνη αιτία να σταματήση αυτή η αγάπη. Όποιος βλέπει τον έρωτα, την αγάπη έξω από την βίωση του θανάτου, τον αντιμετωπίζει εσφαλμένα, συναισθηματικά, γιατί η αγάπη συνδέεται με τον πόνο. Πόνο για την εύρεση της αγάπης, και πόνο για τον φόβο της στέρησης.

Έτσι, ο άνθρωπος ο οποίος σκέπτεται τον θάνατο εκφράζει μια αληθινότητα. Κανένα γεγονός δεν είναι τόσο βέβαιο όσο ο θάνατος. Ένας μεγάλος φιλόσοφος του νοήματος του όντος ο Χάϊντεγκερ, θα πη ότι το υπάρχειν είναι "υπάρχειν - προς - θάνατον". Πραγματικά, "αυθεντικής υπάρχειν σημαίνει παραδοχή του υπάρχειν προς θάνατον".

Ο Χριστιανισμός, που είναι η αληθινή φιλοσοφία, είναι μελέτη θανάτου. Οι άγιοι αντιμετώπισαν σωστά το μεγάλο αυτό πρόβλημα, που, βασανίζει τον άνθρωπο. Οι ασκητές της ερήμου είναι οι αληθινοί μελετητές του θανάτου. Όμως, αυτή η μελέτη γινόταν με την βίωση της Χάριτος του Θεού, και δεν σκορπούσε απελπισία και απόγνωση, αλλά ελευθερία, άνεση, αγάπη, ελπίδα, έξοδο από τα περιοριστικά όρια των αισθήσεων και των αισθητών. Γιʼ αυτό και ήταν αληθινοί άνθρωποι και κατʼ εξοχήν κοινωνικοί.

Οι άγιοι Πατέρες έδωσαν βαρύτητα στην μνήμη του θανάτου. Την θεώρησαν σαν το πλέον αποτελεσματικό μέσον για την απόκτηση του φόβου του Θεού, από τον οποίο γεννάται η μετάνοια. Γιʼ αυτό επαινούν αυτόν που θυμάται την έξοδο από τον βίο αυτόν. "Μακάριος ο μνημονεύων της εξόδου αυτού, της εκ τούδε του βίου".* Η διαρκής μνήμη του θανάτου είναι "χρηστός παιδαγωγός και του σώματος και της ψυχής".* Η έννοια του θανάτου, που μελετάται από τον Χριστιανό, είναι παρεκτική σωτηριώδους λύπης.* Η εναργής μνήμη του θανάτου είναι περιεκτική πολλών αρετών. Αυτός που θυμάται τον θάνατο εξασκεί πολλές αρετές. Η μνήμη του θανάτου γίνεται "΄γεννήτρια πένθους, προτροπή εγκρατώς έχειν εκ πάντων, υπόμνησις γεένης, μήτηρ ευχής και δακρύων, φυλακή καρδίας, απροσπάθεια του πηλού, ως πηλίνης, ...κάθαρσις λογισμών εμπαθών εκ καρδίας, περιεκτική πολλών εντολών δεσποτικών".*

Έτσι, οι άγιοι Πατέρες είναι βέβαιοι ότι μέσα από την μελέτη του θανάτου περνά κανείς στην σωτηρία. Όπως είναι αδύνατον γιʼ αυτόν που πεινάει να μην έχη την μνήμη του άρτου, έτσι είναι αδύνατον γιʼ αυτόν που ενδιαφέρεται για την σωτηρία του "μνημονεύειν εξόδου και κρίσεως".*

Η σύσταση των Πατέρων είναι να έχουμε αδιάλειπτη μνήμη θανάτου, που θα μας συνοδεύη και στον ύπνο και στην εγρήγορση. "Μνήμη Θεού συγκοιμηθήτω σοι, και συναναστήτω σοι".* Η προτροπή τους είναι να θυμόμαστε τον θάνατο. "Και μνημονεύωμεν του θανάτου αεί".*

Βέβαια, αυτή η μνήμη έχει στενή σχέση με την ενθύμηση όλων όσων θα ακολουθήσουν μετά τον θάνατο. Δεν πρόκειται για την αίσθηση ότι θα έλθη καιρός που θα πεθάνουμε, αλλά για γνώση ότι αυτή η στιγμή της εξόδου είναι καθοριστική για το αιώνιο μέλλον. Δεν πρόκειται, δηλαδή, μόνον για το γεγονός ότι θα στερηθή κανείς την παρούσα ζωή και τα αγαπητά του πρόσωπα, όπως το αισθάνονται οι φιλόσαρκοι, αλλά για γνώση ότι ακολουθεί κρίση και δικαστήριο, από το οποίο εξαρτάται η μελλοντική ζωή. Αυτό είναι το φοβερό γεγονός.

Η μνήμη του θανάτου βιώνεται με δύο τρόπους, όπως βλέπουμε στα έργα των αγίων Πατέρων.

Ο πρώτος είναι η λογική μνήμη ότι έρχεται το τέλος της βιολογικής ζωής, και ακολουθεί η κρίση. Είναι σημαντική και αυτή η μνήμη, αφού λυτρώνει τον άνθρωπο από την προσκόλληση στα γήϊνα, τον ελευθερώνει από την προσπάθεια, δηλαδή την υποδούλωση στα υλικά και αισθητά.

Ο δεύτερος τρόπος είναι η χαρισματική μνήμη ή μάλλον η υπαρξιακή αίσθηση του θανάτου. Πρόκειται για μεγάλο πνευματικό χάρισμα, το οποίο είναι αφʼ ενός μεν καρπός της εμπειρίας του Θεού, αφʼ ετέρου δε δύναμη τρομερή, που παρακινεί τον άνθρωπο σε διάπυρη προσευχή, σε ακράτητο στεναγμό, σε διαρκή αγώνα τηρήσεως των εντολών του Χριστού για να μεταμορφωθή όλος ο εσωτερικός κόσμος.

Ο αείμνηστος Αρχιμ. Σωφρόνιος Σαχάρωφ με καταπληκτική ευχέρεια περιγράφει αυτόν τον δεύτερο τρόπο μνήμης θανάτου, που είναι ένα μεγάλο και ιδιαίτερο πνευματικό χάρισμα, το οποίο δίνει ο Θεός. Κατά παράδοξο τρόπο, εμπνεόμενος κανείς από την θεία Χάρη, βλέπει την εσωτερική ερήμωσή του, την αιωνία λήθη, την έλλειψη νοήματος για την ζωή. Βλέπει τον θάνατο μέσα του και γύρω του. Όλους τους ανθρώπους τους αισθάνεται θνητούς, όλη η κτίση πεθαίνει μαζί του. Σε αυτήν την κατάσταση αναπτύσσεται φλογερή και πύρινη προσευχή στον άναρχο και αθάνατο Θεό. Παραλληλα βιώνεται μια οδυνηρή αναζήτηση του ζωντανού Θεού.*

Δεν πρέπει να θεωρηθή ότι μια τέτοια βίωση του θανάτου είναι τρομακτική και σκοτώνει το πνεύμα του ανθρώπου ή ότι του στερεί τις απαραίτητες ζωτικές ενέργειες και δυνάμεις για να συνεχίζη την ζωή του. Μπορεί και αυτό να συμβή, αν ο άνθρωπος το αντιμετωπίζει χωρίς την Χάρη του Θεού. Αλλά, αν μελετά τον θάνατο με πνευματική έμπνευση, δηλαδή με την ελπίδα στον Θεό, τότε ζωογονείται ακόμη περισσότερο. Δυνατές ενέργειες εισέρχονται μέσα στον ψυχοσωματικό ργανισμό του, αναπτύσσεται η ελπίδα για την αιώνια ζωή, για την υπέρβαση του θανάτου. Καλλιεργείται στην ύπαρξή του η απάθεια καί, γενικά, γίνεται ο πλέον κοινωνικός και αυθεντικός άνθρωπος. Και ξέρουμε πολύ καλά ότι σήμερα η κοινωνία μας πάσχει από αυθεντικούς ανθρώπους.

Οι Χριστιανοί ζουν σε ένα συγκεκριμένο χώρο και χρόνο, αλλά "άλλου αιώνος εισιν, υιοί Αδάμ του επουρανίου, γέννημα καινόν, τέκνα Πνεύματος αγίου, αδελφοί Χριστού φωτεινοί όμοιοι τω πατρί αυτών Αδάμ, τω πνευματικώ και φωτεινώ, εκείνης της πόλεως, εκείνου του γένους, εκείνης της δυνάμεως". Και γιʼ αυτό, έχοντας τον Κύριο μαζί τους, κατά τον καιρό της εξόδου, "εν μεγάλη χαρά έρχονται προς τους άνω, και δέχονται αυτούς οι του Κυρίου εκεί ευτρεπήσαντες αυτοίς οίκους και παραδείσους και ενδύματα ολολαμπρά και πολυτελή".*

Η πραγματική πατρίδα είναι ο ουρανός. Και γιʼ αυτό νικούν τον θάνατο με την δύναμη του Χριστού, ο οποίος τον νίκησε προηγουμένως, και διακατέχονται από ελπίδα, γιατί από τον πρόσκαιρο τόπο, από την εξορία, πηγαίνουν στην αληθινή πατρίδα.

Έτσι, εν Χριστώ γίνεται υπέρβαση του θανάτου.. Όσοι ενώνονται με τον Χριστό δεν φοβούνται τον θάνατο, αλλά τον θεωρούν μετάβαση στην ζωή. Αυτό το βλέπουμε σε δισεκατομμύρια αγίους, μάρτυρας, οσίους, εγγάμους, που έφυγαν με χαρά και ελπίδα προς τον Χριστό.

Είναι χαρακτηριστικό το τέλος της αγίας Γοργονίας, της αδελφής του αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου, όπως το περιέγραψε ο ίδιος στον επιτάφιο που εξεφώνησε. Ποθούσε την ανάλυσή της (τόν θάνατο) λόγω της μεγάλης παρρησίας που είχε προς τον καλούντα. Είχε αναπτυχθή μέσα στην καρδιά της έρωτας προς τον ερώμενο, "προσθήσω δʼ ότι και τον εραστήν".

Είχε πληροφορηθή την ημέρα της κοιμήσεώς της και όπως λέγει ο άγιος Γρηγόριος, όταν ήλθε η καθορισμένη ημέρα, ετοιμάσθηκε για τον θάνατο και την εκδημία, "καί πληροί τον περί ταύτα νόμον δια της κατακλίσεως". Όταν κατάλαβε ότι έρχεται η ώρα της εξόδου της ψυχής από το σώμα, κατακλίθηκε στο κρεββάτι και περίμενε τον θάνατο. Κοιμήθηκε, αφού προηγουμένως συμβούλευσε τον άνδρα, τα παιδιά και τους φίλους της, και ομίλησε λαμπρώς για τα όσα συμβαίνουν στον ουρανό και έκανε την τελευταία ημέρα "πανηγήρεως ημέρα". Η ημέρα της εξόδου της ψυχής έγινε γιʼ αυτήν ημέρα πανηγυριού. Και ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, μιλώντας για τον θάνατό της, λέγει ότι η αδελφή του "λύεται" ή μάλλον καλύτερα "προσλαμβάνεται ή αφίπταται ή μετοικίζεται ή μικρόν προαποδημεί του σώματος".

Στο τέλος του επιταφίου αυτού ο άγιος Γρηγόριος μας παραθέτει και μια λεπτομέρεια, η οποία, όμως, είναι εκφραστική και δηλωτική της υπερβάσεως του θανάτου.

Στο δωμάτιο, όπου βρισκόταν η αγία Γοργονία, την ώρα που πλησίαζε να φύγη από τον κόσμο αυτόν, επικρατούσε "σιγή βαθεία και τελετή τις θανάτου". Είναι ωραιότατος αυτός ο χαρακτηρισμός της ώρας του θανάτου. Πρόκειται για τελετή. Κάτι ψέλλιζε η αγία. Ο πατέρας της πλησίασε για να ακούση τί ακριβώς έλεγε. Και διασώζει την πληροφορία ότι έψελνε τα εξόδια ρήματα, την νεκρώσιμη ακολουθία. "Ψαλμωδία το υπολαλούμενον ήν, και ψαλμωδίας τα εξόδια ρήματα". Ο τρόπος κοιμήσεώς της ήταν, όπως λέγει ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, "μαρτυρία της παρρησίας", με την οποία γινόταν η έξοδός της.*

Έτσι φεύγουν από τον κόσμο αυτόν οι άγιοι, όσοι έχουν παρρησία στον Θεό. Φεύγουν με την ελπίδα της αναστάσεως, με την βεβαιότητα ότι θα συναντήσουν τον εράσμιο Νυμφίο. Η ώρα της κοιμήσεως κρύβει ένα μυστήριο, γιʼ αυτό και η ένταση τότε είναι μεγάλη. Επικρατούν ανάμεικτα αισθήματα. Μετάνοια, προσευχή, φόβος, ελπίδα, αναμονή συναντήσεως. Γιʼ αυτό όχι μόνον αυτός που πεθαίνει πρέπει να προσεύχεται, αλλά και όσοι βρίσκονται γύρω του πρέπει να τον συνοδεύουν με τις προσευχές τους. Αυτήν την ιερή ώρα πρέπει να την αντιμετωπίζουμε με ιερό δέος και έμπνευση πνευματική.

Αξιώθηκα από τον Θεό να βρεθώ σε όλη την διαδικασία της κοιμήσεως ενός αγίου ανθρώπου, του αειμνήστου Γέροντός μου Μητροπολίτου Εδέσσης Καλλινίκου. Όλη του η ζωή ήταν περίοδος προετοιμασίας για τον θάνατο. Συνεχώς τον θυμόταν και τον απασχολούσε. Είχε έντονη μνήμη θανάτου και αυτό επιβεβαιώνεται από πολλά περιστατικά.

Όμως, από την ημέρα που εκδηλώθηκε η ασθένειά του μέχρι την ημέρα που κοιμήθηκε, επτά ολόκληρους μήνες, έζησα την διδαδικασία της τελετής του θανάτου ενός αγίου ανθρώπου. Επτά μήνες βρισκόταν, κατά κάποια αναλογία, στον κήπο της Γεθσημανή. Συνεχώς προσευχόταν για την συνάντηση με το ουράνιο κριτήριο. Ζούσε με ένταση πνευματική, διαρκή νήψη, αδιάλειπτη προσευχή. Έκανε τελεία υπακοή στο θέλημα του Θεού. Αξιώθηκε θείων εμπειριών. Όλα αυτά τα κατέγραψα σε βιβλίο που εξέδωσα για να τιμήσω την μνήμη του. Το γεγονός είναι ότι είδα πώς κοιμούνται τα "παλληκάρια" του Χριστού. Γνώρισα ένδοξη κοίμηση ενός αγνού και αγίου ανθρώπου. Βίωσα τί θα πη υπέρβαση του θανάτου.

"Μακάριοι οι νεκροί οι εν Κυρίω αποθνήσκοντες απʼ άρτι" (Αποκ. ιδʼ, 13).

Μακάριοι, όσοι έζησαν με την βίωση της μνήμης του θανάτου. Μακάριοι, όσοι αισθάνθηκαν τον εγκάρδιο πόθο και έρωτα προς τον Νυμφίο Χριστό. Μακάριοι, όσοι πληροφορήθηκαν και γνώρισαν καλά ότι είναι άνθρωποι "άλλου αιώνος", άλλης πατρίδας, άλλου πολιτεύματος. Μακάριοι, όσοι ελκύσθηκαν από τον ερώμενον και τον εραστήν. Μακάριοι, όσοι υπερέβησαν τον θάνατο από την ζωή αυτή. Μακάριοι, όσοι κοιμήθηκαν με την ελπίδα της αναστάσεως. Μακάριοι, όσοι έφυγαν από τον κόσμο αυτόν, ομολογούντες "προσδοκώ ανάστασιν νεκρών". Μακάριοι, όσοι μπορούν να επαναλάβουν το ψαλμικό: "εν ειρήνη επί το αυτό κοιμηθήσομαι και υπνώσω". Μακάριοι, όσοι έζησαν ως νεκροί για την αμαρτία, και όσοι πέθαναν αναστημένοι από την αμαρτία. Μακάριοι, όσοι εξέρχονται από τον κόσμο αυτόν με την βεβαιότητα ότι πορεύονται στους πατέρας, στον λαό του Θεού.

"Μακάριοι οι νεκροί οι εν Κυρίω αποθνήσκοντες απʼ άρτι".

Μακαρίζω τους ανθρώπους αυτούς που γνώρισαν την δύναμη της ζωής. Νοσταλγώ την μελέτη του θανάτου, που έζησαν, και συγκινούμαι μπροστά στον εγκάρδιο πόθο τους για τον ουρανό.. Και ζητώ τις ευχές τους για να με αγγίξη αυτός ο πόθος, τον οποίο υποψιάζομαι, για να κοιμηθώ εν ειρήνη και μετανοία. Είναι η πιο μεγάλη μου επιθυμία.

Ο αείμνηστος Αρχιμ. Σωφρόνιος σε μια προσευχή που συνέταξε, μεταξύ των άλλων συμπεριλάμβανε και δύο αιτήματα: Το ένα να παρατείνη ο Θεός τις ημέρες της ζωής του, έως ότου προσφέρει σε Αυτόν μετάνοια αληθινή. Το δεύτερο, όταν θα αποφασίση ο Θεός να τον παραλάβη να του προγνωρίση το τέλος, ώστε να προετοιμασθή για την συνάντησή Του.

"Χάρισαί μοι, Κύριε, του γνώναι την αλήθειάν Σου προ του απελθείν με εκ της ζωής ταύτης. Παράτεινον τας ημέρας μου, έως αν προσφέρω Σοι μετάνοιαν αληθινήν. Μη αναγάγης με εν ημίσει ημερών μου, και όταν ευδοκήσης θείναι πέρας τη ζωή μου, προγνώρισόν μοι τον θάνατόν μου, ίνα η ψυχή μου ετοιμασθή προς συνάντησίν Σου.

Εν εκείνη τη ημέρα τη μεγάλη και ιερά διʼ εμέ, γενού μετʼ εμού Κύριε, και απόδος μοι την αγαλλίασιν του Σωτηρίου Σου. Καθάρισόν με από παντός αμαρτήματος φανερού ή κρυφίου, από πάσης ανομίας κεκρυμμένης εν εμοί, και αξίωσόν με προσφέρειν Σοι καλήν απολογίαν ενώπιον του φοβερού Βήματός Σου. Αμήν."*

Αυτά τα δύο αιτήματα είναι οι πιο προσφιλείς δεήσεις μου.

Παρακαλώ τον αναγνώστη να προσευχηθή για μένα στον Θεό για την εκπλήρωσή τους.

Αδιάλειπτη ας είναι η προσευχή μας:

"Τον υπόλοιπον χρόνον της ζωής ημών εν
ειρήνη και μετανοία εκτελέσαι παρά του
Κυρίου αιτησώμεθα".

"Χριστιανά τα τέλη της ζωής ημών ανώ-
δυνα, ανεπαίσχυντα, ειρηνικά και καλήν
απολογίαν την επί του φοβερού Βήματος
του Χριστού αιτησώμεθα".

Διάπυρη ας είναι η κραυγή:

"Π α ρ ά σ χ ο υ Κ ύ ρ ι ε"

Μητροπολίτη Ναυπάκτου, Ιερόθεου από το βιβλίο "Η ζωή μετά τον θάνατο"

***