Ιερός Ναός Αγίων Πάντων Μακεδονίτισσας

Ιερός Ναός Αγίων Πάντων Μακεδονίτισσας
Άγιοι του Θεού πρεσβεύετε υπέρ ημών !

Κυριακή, 27 Οκτωβρίου 2013

Κάτι για το ξεκίνημα της προσευχής

 

Αν κάποιος δεν έχει όρεξη για προσευχή και δεν είναι αποδεδειγμένα κουρασμένος, αυτός μπορεί να ξεκινήσει τον προσωπικό του διάλογο με τον Θεό προσευχόμενος για τους άλλους, έτσι ώστε σιγά – σιγά “να ξεπαγώσουν τα λάδια της ψυχής του” και μετά να αρχίσει να προσεύχεται και για τον εαυτό του. Ο άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης, ο Ρώσος, (+24.9.1938) που έζησε στο Μοναστήρι του Αγίου Παντελεήμονος (Ρώσικο), μας είπε ότι οι πιο ευπρόσδεκτες προσευχές για τους άλλους είναι οι εξής: Πρώτα πρέπει να προσευχόμαστε για τους εχθρούς μας (Χριστομίμητη προσευχή, γιατί και ο Χριστός προσευχήθηκε για τους σταυρωτές Του πάνω από το Σταυρό). Δεύτερον πρέπει να προσευχόμαστε για τους νεκρούς μας, γιατί αυτοί από μας τους ζωντανούς περιμένουν μέχρι τη Β΄ Παρουσία, για να τους βοηθήσουμε με τις ευχές, προσευχές, μνημόσυνα και ελεημοσύνες μας υπέρ συγχωρήσεως και αναπαύσεως της ψυχής τους. Και τρίτον πρέπει να προσευχόμαστε για τους λαούς της γης που δεν πίστεψαν ακόμη στην Ορθοδοξία ώστε να γνωρίσουν εν Πνεύματι Αγίω τον Σωτήρα και Λυτρωτή μας Χριστό. Μάλιστα άλλος Γέροντας είπε ότι “όποιος προσεύχεται πρώτα για τους εχθρούς του και τους συγχωρεί από την καρδιά του, αυτού ο Θεός δεν συγχωρεί μόνο τις αμαρτίες του, αλλά και εισακούει και όλη την υπόλοιπη προσωπική προσευχή του. Φοβερό!

Ακόμη κάτι για την προσευχή. Αν κάποιος δεν ξέρει τι να πεί στην προσευχή του, θα αρχίσει να προσεύχεται για τους άλλους, όπως προείπαμε. Αυτό εμπεριέχει αγάπη και ενδιαφέρον και είναι λιγάκι πιο προσιτό στους περισσότερους. Πέστε όμως ότι δεν ξέρουμε πολλές προσευχές. Λέγει λοιπόν ο ο άγιος Σεραφείμ του Σάρωφ ότι όποιος ζει μέσα στον κόσμο και λέγει τρείς φορές το “Πάτερ ημών”, τρείς φορές το “Θεοτόκε Παρθένε” και μια φορά το “Πιστεύω” σώζεται. Αλλά όλα αυτά όμως κάθε μέρα. Με την Κυριακή προσευχή συμπροσεύχεται με αυτόν τον Χριστό που μας δίδαξε πως να προσευχόμαστε. Με το “Θεοτόκε Παρθένε” συμπροσεύχεται με τον Αρχάγγελο Γαβριήλ που προσφώνησε στον Ευαγγελισμό τη Θεοτόκο με αυτά τα άγια λόγια. Και με το Σύμβολο της Πίστεως συμπροσεύχεται και συνομολογεί την Πίστη της Εκκλησίας με τους Άγιους Πατέρες που συνέθεσαν αυτό το “Πιστεύω” στις δύο πρώτες Άγιες Οικουμενικές Συνόδους.

Κι ένα τελευταίο. Αν μ΄ αυτά και μ΄ αυτά δεν ξεκινήσει το χάρισμα της προσευχής μέσα μας, ασφαλώς τότε πρέπει να ανησυχήσουμε θετικά, αλλά μπορούμε και κάτι άλλο να κάνουμε σύμφωνα με τη συμβουλή του μακαριστού Μητροπολίτη Αντωνίου του Σουρόζ. Δηλ. μπορούμε να πάμε σε μια εκκλησία μόνοι μας και μέσα στη σιωπή να μη μιλήσουμε εμείς στο Θεό, αλλά Αυτός σε μάς μέσα στην ευλαβική κατάνυξη του ναού. Αυτό μπορούμε να το κάνουμε και στο σπίτι μας μπροστά στα εικονίσματα. Άνθρωπος που δεν προσεύχεται ή δεν έμαθε, ή δεν προσπάθησε ή χρειάζεται άμεσα εξομολόγηση.” Μετά την εξομολόγηση έλεγε ο αείμνηστος π. Επιφάνιος Θεοδωρόπουλος, η προσευχή τρέχει σα νεράκι”. Καλή είναι και η μελέτη πριν από την προσευχή πνευματικών βιβλίων. καθαρίζει το μυαλό μας. Ο διάβολος δεν θέλει να προσευχόμαστε και κατά την ώρα της προσευχής εγείρει πειρασμούς, λογισμούς και περισπασμούς. Πλήν όμως, όπως και όλα τα καλά και το μέγιστο καλό της προσευχής θέλει βία. “Όσοι εκβιάζουν τον εαυτό τους στο καλό, αυτοί αρπάζουν τη Βασιλεία των Ουρανών”, μας λέγει ο Κύριος.


 

Κυριακή, 20 Οκτωβρίου 2013

Ποιοι θα μας συνοδεύσουν;



Οἱ πονηροί λογισμοί χωρίζουν τόν ἄνθρωπο ἀπό τόν Θεό· τόν χωρίζουν καί ἀπό τόν πλησίον. Τόν ἀπομονώνουν ἀπό ὅλους διότι τόν φυλακίζουν στόν ἑαυτό του ἐμποδίζοντας τήν προσευχή καί τήν ἀγάπη.

Αὐτός πού τρέφει κακούς λογισμούς παύει νά προσεύχεται, ἄρα παύει νά κοινωνεῖ μέ τόν Θεό.

Παύοντας νά κοινωνῇ μέ τόν Θεό ἀδυνατεῖ νά κοινωνήσῃ ἀληθινά καί μέ τόν ὁποιοδήποτε ἄνθρωπο. Αὐτό συμβαίνει διότι χωρίς τόν Θεό ὁ ἄνθρωπος δέν μπορεῖ νά νικήσῃ τόν ἐγωκεντρισμό του, τήν ἰδιοτέλειά του. Ἡ ἀληθινή ἀγάπη καί κοινωνικότητα εἶναι ἔξοδος ἀπό τή φιλαυτία ἀπό τό «ἴδιον τέλος», ἀπό τό «ἴδιον συμφέρον».

Ὁ ἄνθρωπος πού καλλιεργεῖ τούς κακούς λογισμούς ἀντί νά εἶναι φιλόθεος καί φιλάνθρωπος γίνεται φίλαυτος. Ἀναζητεῖ τήν εὐτυχία στόν ἑαυτό του. Γίνεται φιλήδονος, ὑλιστής, ματαιόδοξος. Χωρίζεται ἀπό τόν Θεό καί τόν πλησίον του λειτουργώντας ἐγωκεντρικά, ἀναρχικά, αὐτόνομα, ὑπερήφανα.

Ἡ φιλήδονη ψυχή δέν θέλει νά κοπιάσῃ, νά κουραστῇ, νά πονέσῃ, νά βγῇ ἀπό ὅ,τι θεωρεῖ «καλό», «βόλεμα», «εὐτυχία».

Ἡ φιλήδονη ψυχή ἔχει «σαρκοποιηθῇ», ἔχει συσσωματωθῇ μέ τήν γῆ, τό χῶμα, τήν ὕλη, τήν ματαιότητα, τήν προσωρινότητα, τό «σχῆμα τοῦ κόσμου τούτου».

Ἡ φιλήδονη καρδιά λειτουργεῖ ὡς εἱρκτή-φυλακή, ὡς ἁλυσίδα γιά τήν ψυχή. Ἐμποδίζει τήν ψυχή κατά τήν ὥρα τοῦ θανάτου. Κατά τήν ἔξοδό της ἀπό τό σῶμα, ἡ ψυχή δέν δύναται νά πορευθῇ στήν ἀληθινή ἐλευθερία, πού εἶναι ὁ Θεός. «Φιλήδονος καρδίᾳ εἱρκτή καί ἅλυσις ἐν καιρῷ ἐξόδου»1.

Ἡ προσκόλλησι τῆς ψυχῆς στίς σαρκικές ἡδονές δέν τῆς ἐπιτρέπει νά πτερωθεῖ καί νά πορευθεῖ στήν οὐράνια πατρίδα τήν Ἐκκλησία τήν θριαμβεύουσα, πού εἶναι ἕνα μέ τήν στρατευομένη. Τά πάθη δέν ἐπιτρέπουν στήν ψυχή νά πτεροφυήσῃ γιά νά μεταστῇ στά οὐράνια σκηνώματα. Ἡ φιλαυτία καί τά τέκνα της ἡ φιληδονία, ἡ φιλαργυρία καί ἡ φιλοδοξία δυσκολεύουν ἤ πιό σωστά ἀπαγορεύουν τήν κίνησι τῆς ψυχῆς πρός τόν Θεό.

-Τί μπορεῖ νά τήν θεραπεύσῃ;
-Ἡ μετάνοια… ἡ ἔμπρακτη μετάνοια, ἡ προσευχή, ἡ ἄσκησι.

Πράγματι: Ἡ μετάνοια πού ἐκφράζεται μέ τήν φιλοπονία, τήν ἄσκησι, τήν ἀγάπη τοῦ ἑκούσιου κόπου-πόνου γιά τόν Χριστό ἀπαλλάσσει τήν ψυχή ἀπό τήν σκουριά τῆς φιλαυτίας.

Ἡ φιλόθεη καί φιλάνθρωπη ψυχή καθαρίζεται ἀπό τούς αἰσχρούς καί πονηρούς καί βλάσφημους λογισμούς διά τῆς προσευχῆς, τῆς ἀντίστασης στά πάθη καί τῆς ἀποφυγῆς κάθε πράγματος πού τά ἐξάπτει καί τά τρέφει.

Ἡ μετανοημένη ψυχή καλλιεργεῖ τούς καλούς φωταγωγικούς, φωτοφόρους καί φωτόμορφους λογισμούς. «Ἐνθυμήσεων πονηρῶν ἡ ψυχή σου καθαρευέτω καί ἀρίσταις ἐννοίαις φωταγωγείσθω»2 μᾶς προτρέπει ὁ Ἅγιος Θεόδωρος Ἐδέσσης στή Φιλοκαλία.

Ἡ ψυχή πού ἀντικαθιστᾶ τούς κακούς μέ καλούς λογισμούς τελικά φθάνει νά μήν ἔχει κανένα λογισμό παρά μόνο τό Φῶς, μόνο τόν Χριστό. Εἶναι ἡ ψυχή πού ἔχει ἐγκάτοικον Αὐτόν πού εἶναι ἡ ὑποστατική Ζωή, τό ὑποστατικό Φῶς, ἡ ὑποστατική Εἰρήνη.

Ἡ ψυχή αὐτή πού ἀγαπάει τόν πόνο γιά τόν Χριστό εἶναι πόρτα ἀνοιχτή στόν οὐρανό. «Ἡ δέ φιλόπονος, θύρα ἠνεῳγμένη»3.

Ἡ καθαρή ψυχή κατά τήν ὥρα τῆς ἐξόδου της ἀπό τό σῶμα ὁδηγεῖται ἀπό τούς Ἀγγέλους στήν οὐράνια Ἐκκλησία, ἐνῶ ἡ βρώμικη καί ἀμετανόητη παραλαμβάνεται ἀπό τούς δαίμονες. «Τῷ ὄντι γάρ ψυχάς καθαράς ἐξερχομένας τοῦ σώματος, Ἄγγελοι ὁδηγοῦσι, πρός τήν μακαρίαν χειραγωγοῦντες ζωήν· τάς δέ ῥερυπωμένας καί ἀμετανοήτους, δαίμονες, οἴμοι, παραλήψονται»4.

Ἄς ἀντιστεκώμαστε στούς πονηρούς καί αἰσχρούς καί βλάσφημους λογισμούς γιά νά ἀξιωθοῦμε τῆς συνοδείας Ἀγγέλων κατά τήν ὥρα τῆς ἐξόδου μας.

Τέλος και τω Θεώ Δόξα!



1 Ἁγίων Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου & Μακαρίου Κορίνθου, Φιλοκαλία τῶν Ἱερῶν Νηπτικῶν,Ἐπιμέλεια ἀδελφῶν Ἱεροῦ Κοινοβίου Μονῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου Μπούρα – Λεοντάρι Ἀρκαδίας, Ἔκδοσις Α΄ 2011, τομ. Β΄, Ἁγίου Θεοδώρου Ἐδέσσης, Κεφάλαια ψυχωφελῆ, κη΄, σελ. 553.
2 Ὅ.π.
3 Ὅ.π.
4 Ὅ.π.



Ιερομόναχος Σάββας Αγιορείτης
Πηγή: hristospanagia.gr
 
 
 

Τρίτη, 15 Οκτωβρίου 2013

Ὅταν ἁμαρτάνει τὸ παιδί

 

Τὸ σκοτάδι, ὡς συνέπεια τῆς πτώσεως τοῦ ἀνθρώπου, δὲν βγάζει ποτὲ στὸ φῶς. Τὸ φῶς διαλύει τὸ σκοτάδι, διότι τὸ σκοτάδι εἶναι ἀνυπόστατο, δὲν ἔχει οὐσία. Ὑπάρχει ὅμως μία περίπτωσις τὴν ὁποία πανσόφως ἐκμεταλλεύεται ὁ παντουργὸς Θεὸς γιὰ τὸ καλό μας, βγάζοντας καὶ ἀπὸ τὸ κακὸ καλό, ἀπὸ τὸ σκοτάδι φῶς.
Πῶς; Διὰ τῆς μετανοίας. Βλέπω τὴν κακία μου, τὴν ἁμαρτία μου, μετανοῶ, κλαίω, θρηνῶ, ὁδηγοῦμαι στὸν Θεόν, ἀναλαμβάνω τὶς εὐθύνες μου, νήφω, καρτερῶ, καὶ μέσα μου καλλιεργεῖται ὁ καινούργιος ἄνθρωπος ποὺ βγαίνει ἀπὸ τὴν μετάνοια.
Ἄρα, τὸ καλὸ δὲν βγαίνει ἀπὸ τὸ κακό, ἀλλὰ ἀπὸ τὴν μετὰνοια, ποὺ εἶναι ἄλλος νοῦς, ὁ νοῦς ποὺ τὸν παρέχει ὁ Θεὸς μέσα στὴν καρδιά.

Ὅταν ἀνησυχῆ, λόγου χάριν, ὁ πατέρας ἢ ἡ μητέρα, ἐπειδὴ ἁμαρτάνει τὸ παιδί, καὶ τὸ κτυπᾶ, ὁπωσδήποτε θὰ βγάλη ἀντίθετο ἀποτέλεσμα. Διότι, ἐὰν τὸ παιδὶ κάνη ἁμαρτίες, σημαίνει ὅτι ζητάει τὴν ἁμαρτία καὶ θὰ τὰ βάλη μὲ σένα, ποὺ γίνεσαι κήρυξ τῆς ἀρετῆς. Καὶ τώρα μὲν φοβᾶται νὰ ἁμαρτήση, ἀλλὰ μόλις ἀπελευθερωθῆ ἀπὸ σένα, θὰ ὁδηγηθῆ ἀμέσως στὸ κακό. Ἡ βία, τὸ κακό, δὲν μπορεῖ νὰ βγάλη καλό.

Πὲς λοιπὸν στὸ παιδάκι σου τὸ καλό, μάθε του τί εἶναι ὁ Θεός. Μίλησέ του ἀπὸ τὸ πλήρωμα τῆς δικῆς σου καρδιᾶς, φώτισέ του λίγο τὴν συνείδησι μὲ τὴν δική σου λαχτάρα καὶ θεία ἐμπειρία, καὶ μπαίνοντας μέσα του ὁ Θεός, θὰ τὸν ἀγαπήση.


Μπορεῖ νὰ βρίζη, μπορεῖ νὰ κάνη ἁμαρτίες, ἀλλὰ ἔχοντας τὰ σπέρματα τοῦ Θεοῦ, ποὺ εἶναι τόσο ἰσχυρά, ὁ Θεὸς τὰ καλλιεργεῖ καὶ βγαίνει ἡ καινούργια φύτρα, τὸ καινούργιο βλαστάρι, τὸ ὁποῖο δίδει καινούργια ζωή. Αὐτὴ εἶναι ἡ μετάνοια.
Τὸ παιδὶ δηλαδὴ αὐτό, ἐπειδὴ τὸ ἀφήνεις ἐλεύθερο, ἐπειδὴ τὸ σέβεσαι, ἐπειδὴ τοῦ εἶπες τὴν ἀλήθεια, ἐπειδὴ τοῦ ἀπεκάλυψες τί ἔχει ἡ καρδούλα σου καὶ τί κόσμοι ὑπάρχουν μέσα σὲ αὐτήν, λέγει μετά: Μά, τί φρικτὴ ζωὴ ποὺ κάνω!
Τί εἶναι αὐτὴ ἡ ἁμαρτία! «Ἀναστήσομαι καὶ ἐπιστρέψω εἰς τὸν Πατέρα» (Λουκ. 15, 18). Καὶ ὁ βλαστὸς τῆς μετανοίας βγάζει τὸν καρπὸ τῆς καινῆς ζωῆς. Ἔτσι τὰ καταφέρνει ὁ Θεὸς νὰ βγάζη καὶ ἀπὸ τὸ στόμα τοῦ λύκου τὴν σωτηρία.
Ὁ Ἰώβ, ἀπὸ τὴν κατάρα στὴν ὁποία εἶχε πέσει, ἔβγαλε τὴν εὐλογία τοῦ Θεοῦ καὶ ἀνεκαινίσθη. Ὁ Μωυσῆς ὁ Αἰθίοψ, ἀπὸ τὰ ἐγκλήματα καὶ τὶς ληστεῖες, ἔβγαλε τὴν καινούργια ἀσκητικώτατη ζωὴ καὶ ἔγινε ἀγνώριστος. Δὲν τὸν γνώρισαν κἄν οἱ παλαιοὶ σύντροφοί του καὶ οἱ ἄλλοι ληστὲς· τόσο «ἀνεκαινίσθη ὡς ἀετοῦ ἡ νεότης του» (Ψαλμ. 102, 5), ἔγινε καινούργια ἡ ζωή του.
Ἑπομένως, μποροῦμε νὰ ποῦμε: Ὅποιος εἶναι θυμώδης, ἂς στρέψη ὅλον τὸν θυμό, ὅλη τὴν ἐσωτερικὴ ἔντασί του πρὸς τὴ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, πρὸς τὴν εἰρήνη, πρὸς τὰ σωτήρια λόγια, πρὸς τὸ «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με, τὸν ἁμαρτωλόν», χρησιμοποιώντας ὅποιον τρόπο τὸν βοηθεῖ. Κάποιος τὸ ἔλεγε, κτυπώντας τὰ χέρια του.
Τὸν εἶδα καὶ τὸν ρώτησα: Τί κάνεις ἐκεῖ; Καὶ μοῦ ἀπήντησε: Εἶχα μάθει μὲ τὰ μηχανήματα νὰ κουνῶ τὰ χέρια μου καὶ δὲν μπορῶ τώρα νὰ κάνω ἀλλοιῶς. Μπράβο, τοῦ λέγω, συγχαρητήρια. Βλέπετε πῶς τὸ κακό, ὁ θόρυβος, ποὺ εἶναι τὸ χειρότερο κακό, μπορεῖ νὰ βγάλη καὶ καλό; Κάποιος θαλασσινὸς τὸ ἔλεγε, ἔχοντας τὴν ἐντύπωσι ὅτι ἔπιανε τὰ κουπιά, γι' αὐτὸ καὶ κουνοῦσε τὰ χέρια του. Πραγματικὰ ἔπιανε τὸ κουπί, τὸν Χριστόν.
Ἄρα, τὸ πᾶν μποροῦμε νὰ χρησιμοποιήσωμε. Ὅ,τι μᾶς δίνει ὁ Θεός, ὅ,τι μᾶς κάνουν οἱ ἄλλοι, ὅ,τι παθαίνομε μέσα μας καὶ γύρω μας, ὅλα εἶναι μεταγωγικὰ πρὸς τὸν Θεόν. Τόσο ἀπέραντη εἶναι ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Μόνον τὰ ἀποβράσματα τοῦ ἐγώ μας δὲν εἶναι σωτήρια. Αὐτὰ μᾶς ἀπομακρύνουν ἀπὸ τὸν Θεόν.
 
γ. Αιμιλιανός Σιμωνοπετρίτης
 

Παρασκευή, 11 Οκτωβρίου 2013

Δεν χρειάζεται στην προσευχή να λέμε λόγια ατέλειωτα

 
 
 
Αν η γλώσσα μας προφέρει προσευχητικά λόγια και η διάνοιά μας ονειροπολεί, τίποτα δεν έχουμε να ωφεληθούμε. Απεναντίας, θα κατακριθούμε, επειδή ακριβώς με μεγαλύτερη υπομονή και εντατικότερη προσοχή μιλάμε σε ανθρώπους παρά στον Κύριό μας.
Στο κάτω-κάτω, κι αν ακόμα δεν πάρουμε τίποτε απ’ Αυτόν, το να βρισκόμαστε σε διαρκή επικοινωνία μαζί Του μικρό καλό είναι; Αν ωφελούμαστε πολύ, όταν συζητάμε μ’ έναν ενάρετο άνθρωπο, πόσο θα ωφεληθούμε, αλήθεια, συνομιλώντας με τον Πλάστη, τον Ευεργέτη, το Σωτήρα μας, έστω κι αν δεν μας δίνει ό,τι Του ζητάμε;
Γιατί, όμως, δεν μας δίνει; Θα το τονίσω γι’ άλλη μια φορά: Γιατί συνήθως Του ζητάμε πράγματα βλαβερά, νομίζοντας πως είναι καλά και ωφέλιμα. Δεν γνωρίζεις, άνθρωπέ μου, το συμφέρον σου. Εκείνος, που το γνωρίζει, δεν εισακούει την παράκλησή σου, γιατί φροντίζει περισσότερο από σένα για τη σωτηρία σου.
Αν οι γονείς δεν δίνουν πάντα στα παιδιά τους ό,τι τους ζητούν, όχι βέβαια επειδή τα μισούν, μα επειδή, απεναντίας, υπερβολικά τα αγαπούν, πολύ περισσότερο θα κάνει το ίδιο ο Θεός, ο οποίος και περισσότερο από τους γονείς μας μας αγαπά και καλύτερα απ’ όλους γνωρίζει ποιο είναι το καλό μας.
Όταν, λοιπόν, αποκάνεις ικετεύοντας τον Κύριο, κι Εκείνος δεν σου δίνει σημασία, μην παραπονιέσαι. Ξεχνάς, άλλωστε, πόσες φορές εσύ άκουσες κάποιον φτωχό να σε παρακαλάει και δεν του έδωσες σημασία; Και αυτό το έκανες από σκληρότητα, ενώ ο Θεός το κάνει από φιλανθρωπία.
Ωστόσο, ενώ δεν δέχεσαι να κατηγορήσουν εσένα, που από σκληρότητα δεν άκουσες τον συνάνθρωπό σου, κατηγορείς το Θεό, που από φιλανθρωπία δεν σε ακούει.
Είπα όμως προηγουμένως, ότι κι όταν ακόμα δεν σε ακούει, η ωφέλειά σου από την προσευχή είναι μεγάλη.
Γιατί είναι αδύνατο ν’ αμαρτήσει ένας άνθρωπος που προσεύχεται πρόθυμα και αδιάλειπτα, ένας άνθρωπος που συντρίβει την καρδιά του, ανεβάζει το νου του στον ουρανό και ομολογεί ταπεινά στον Κύριο τα αμαρτήματά του.
Γιατί, ύστερ’ από μία τέτοια προσευχή, πετάει μακριά κάθε φροντίδα για τα γήινα, αποκτάει φτερά, γίνεται ανώτερος από τ’ ανθρώπινα πάθη.
Τα δροσερά νερά δεν δίνουν στα φυτά τόση θολερότητα, όση δίνουν τα δάκρυα στο δέντρο της προσευχής, κάνοντάς το ν’ ανεβαίνει ψηλά, ως το θρόνο του Θεού. Έτσι, μάλιστα, Εκείνος εισακούει την προσευχή μας.
Και πώς να μην εισακούσει την προσευχή μιας ψυχής, που στέκεται μπροστά Του με αυτοσυγκέντρωση, με κατάνυξη, με ταπείνωση;
Μιας ψυχής που έχει μεταφερθεί νοερά από τη γη στον ουρανό; Μιας ψυχής που έχει διώξει κάθε ανθρώπινο λογισμό, κάθε βιοτική μέριμνα, κάθε εμπαθή προσκόλληση, κι έχει αφοσιωθεί ολοκληρωτικά στη μυστική και πανευφρόσυνη κοινωνία με τον Κύριό της;
Ναι, έτσι πρέπει να προσεύχεται ο χριστιανός. Αφού συγκεντρώσει και εντείνει όλη του τη σκέψη, τότε να ικετεύει το Θεό έμπονα. Δεν χρειάζεται να λέει ατέλειωτα λόγια, φτάνουν τα λίγα και απλά.
 
Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος