Ιερός Ναός Αγίων Πάντων Μακεδονίτισσας

Ιερός Ναός Αγίων Πάντων Μακεδονίτισσας
Άγιοι του Θεού πρεσβεύετε υπέρ ημών !

Κυριακή, 27 Νοεμβρίου 2011

Τι σημαίνει Παράδεισος για μας ...

,,,
Ο Παράδεισος που προσδοκούμε ως Χριστιανοί είναι ο Παράδεισος που τοποθετήθηκε ο Αδάμ όταν τον έπλασε ο Θεός;
Ας δούμε πρώτα τί σημαίνει η λέξη Παράδεισος. Παράδεισος σημαίνει στην Ελληνική και Περσική γλώσσα, «δρυμός», «κήπος» με δέντρα, λουλούδια, πουλιά, ζώα και νερά. Στο βιβλίο της Γενέσεως, στο β’ και γ’ κεφάλαιο, βλέπουμε καθαρά ότι ο Παράδεισος ήταν ένας κήπος. Ήταν ένας επίγειος τόπος. Πού βρισκόταν αυτός ο τόπος, είναι δύσκολο να το προσδιορίσουμε. Η αρχαιολογία με ανασκαφές ερευνά και προσπαθεί να μας προσδιορίσει ακριβώς πού βρισκόταν ο κήπος της Εδέμ. Υπάρχουν πολλές θεωρίες γύρω από το θέμα αυτό. Πολλοί σοβαροί επιστήμονες ασχολούνται με την εύρεση του Παραδείσου της Εδέμ. Με βάση τις μαρτυρίες της Αγίας Γραφής προχωρούν και προβαίνουν σε σοβαρές επιστημονικές παρατηρήσεις. Ακόμη όμως δεν έχουν φέρει στο φως με επιστημονικά ερείσματα το μέρος στο οποίο βρισκόταν ο κήπος της Εδέμ, ο Παράδεισος.
Αλλά και η Αγία Γραφή δεν προσδιορίζει ακριβώς ποιές χώρες περιελάμβανε ο Παράδεισος. Μας δίνει ένα γενικό προσδιορισμό: «Και εφύτευσεν ο Θεός Παράδεισον κατά ανατολάς» (Γεν. 2. 8). Αναφέρει όμως τα ονόματα των ποταμών. Φισών, Γεών, Τίγρη και Ευφράτη. Έτσι μπορούμε να εικάσουμε και εν μέρει να εντοπίσουμε ότι ο κήπος της Εδέμ, ο Παράδεισος, βρισκόταν περίπου στη
νοτιοδυτική ή δυτική Ασία. Στην περιοχή μεταξύ του Τίγρη και του Ευφράτη ποταμού, δηλαδή στη Μεσοποταμία ή κατ’ άλλους στην Αρμενία.
Ο Παράδεισος αυτός, όπου βρίσκονταν οι Πρωτόπλαστοι, ήταν και «αισθητός και νοητός, υλικός και πνευματικός». Και «ενώ το σώμα των Πρωτοπλάστων τέρπονταν από τα υπέροχα θεάματα, τους εξαίσιους ήχους, τους γλυκύτατους καρπούς, ο εσωτερικός άνθρωπος ευφραινόταν από τη συνεχή και ανεμπόδιστη επικοινωνία του με το Θεό… Αλλά σύμφωνα με τη διδασκαλία της Γραφής και των Πατέρων, το σχέδιο της θείας Οικονομίας θα ολοκληρωθεί με την αποκατάσταση του ανθρώπου στο αρχαίο κάλλος και την επάνοδό του στον Παράδεισο. Αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να περιμένουμε πως θα εμφανισθεί και πάλι στη γη ο κήπος της Εδέμ μ’ εκείνη την πρώτη του μορφή. Μία τέτοια προσδοκία κινδυνεύει να μας υποδουλώσει σε αιρετικές δοξασίες. Όπως π.χ. οι κακοδοξίες των χιλιαστών και των μωαμεθανών, που φαντάζονται τον Παράδεισο ως επίγεια απόλαυση.
Γι’ αυτό είναι σκόπιμο να παραθέσουμε επιγραμματικά με πόσες και ποιές έννοιες οι Πατέρες και συγγραφείς της Εκκλησίας χρησιμοποιούν το θεολογικό όρο «Παράδεισο», για να μπορούμε να τοποθετούμαστε σωστά κάθε φορά που διαβάζουμε κάποιο χωρίο σχετικό με την έννοια «Παράδεισος».
α) Παραδεκτός: Τόπος γήινος. Με αυτή την έννοια τον αναφέρουν πολλοί Πατέρες, μεταξύ των οποίων και ο άγιος Επιφάνιος Κύπρου στον «Αγκυρωτό» του λόγο και ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος. «Ο Παράδεισος, καθώς λέει η Άγια Γραφή, ήταν φυτευμένος προς την ανατολή, στην Εδέμ. πηγή δε “ανέβαινε” από την Εδέμ. Αν όμως βρισκόταν στον ουρανό, άνω, θα έλεγε, “κατέρχεται” πηγή».
Και ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος πάνω στο ίδιο θέμα λέει τα έξης: «Γι’ αυτό το λόγο ανέφερε και το όνομα του τόπου στην Αγία Γραφή ο μακάριος Μωυσής, για να μην επιτρέψει, σε όσους θέλουν να φλυαρούν μάταια και να δημιουργούν ψευδείς εντυπώσεις στους αφελείς, να υποστηρίζουν ότι ο Παράδεισος δεν ήταν στη γη, αλλά στον ουρανό».
β) Παράδεισος: Η μακάρια κατάσταση τον άνθρωπου στον Παραδεκτό. Με αυτή την έννοια τον αναφέρουν οι μεγάλοι Πατέρες και Διδάσκαλοι της Εκκλησίας, Μ. Βασίλειος. Ιωάννης Χρυσόστομος. Μ. Αθανάσιος.
γ) Παράδεισος: Και αισθητός και νοητός, σωματικός-πνευματικός. Με αυτή την έννοια βρίσκεται σε κείμενα του Μ. Βασιλείου, Αναστασίου του Σιναΐτου, Αμβροσίου. Ιουστίνου, αλλά και στα κείμενα του αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού, που θεωρείται πρύτανης των θεολόγων, ο οποίος μάλιστα μας διασαφηνίζει γιατί άλλοι Πατέρες θεωρούν τον Παράδεισο νοητό και άλλοι αισθητό: «Μερικοί φαντάσθηκαν ότι ο Παράδεισος είναι αισθητός, υλικός, άλλοι πάλι πως είναι νοητός. Εγώ όμως νομίζω ότι, όπως ο άνθρωπος δημιουργήθηκε και αισθητός και νοητός (πνευματικός), έτσι και το ιερότατο τέμενος, που τοποθετήθηκε, ήταν και αισθητό και νοητό, είχε διπλή μορφή. Το σώμα του δηλαδή βρισκόταν σε θεσπέσιο χώρο και υπέρκαλλο, η δε ψυχή του ζούσε σε ανώτερο τόπο. ενώ είχε τον Θεό ως οίκο, αυτόν που ήταν και ένοικος της ψυχής του. Απ’ αυτά νομίζω ότι ο Παράδεισος
ήταν διπλός. Πολύ σωστά λοιπόν μας παρέδωσαν άλλοι από τους Πατέρες πως είναι υλικός και αισθητός ο Παράδεισος και άλλοι πώς είναι πνευματικός και νοητός».
δ) Παράδεισος: Ως μέση κατάσταση των ψυχών των Δικαίων (τόπος κρίσεως, αναμονής της Ανάστασης).
ε) Παράδεισος. Βασιλεία των ουρανών εν Χριστώ, διά Χριστού.
στ) Παράδεισος ο Χριστός, η Ύπεραγία Θεοτόκος, οι Άγιοι, οι Όσιοι, η Αγία Γραφή, τα Γεροντικά.
Ο απόστολος Παύλος δε, μάς ομιλεί στην Αγία Γραφή για τον νέο Παράδεισο, που εμείς προσδοκούμε, ο οποίος δεν περιορίζεται σ’ ένα τόπο, αλλά αγκαλιάζει όλη τη γη και είναι η Εκκλησία του Χριστού.
Μέσα στην Εκκλησία οι πιστοί γίνονται κοινωνοί θείας φύσεως μέσω των μυστηρίων. Ο πιστός με το θάνατο περνά από τον επίγειο Παράδεισο της στρατευόμενης Εκκλησίας στον επουράνιο Παράδεισο της Εκκλησίας των Πρωτοτόκων. Αυτός ο Παράδεισος είναι απερίγραπτος.
«Δεδοξασμενα ελαλήθη περί σου η πόλις του Θεού», μάς λέει ο Ψαλμωδός. Είναι ο Παράδεισος μια κατάσταση ασύλληπτη. Γι’ αυτό και ο Ηλίας Μηνιάτης μάς λέει: «Ο Παράδεισος είναι μια υπόθεση που υπερβαίνει κάθε γλώσσα και κάθε νου. διότι ούτε άνθρωπος ούτε Άγγελος μπορεί να μας εξηγήσει τον Παράδεισο καθώς είναι». Άλλωστε και ο απόστολος Παύλος που ανέβηκε ως αυτόν τον Παράδεισο, μας είπε ότι είδε και άκουσε μυστήρια που άνθρωπος δεν μπορεί να τα εξηγήσει και να τα διηγηθεί σε άλλον άνθρωπο, «α οφθαλμός ουκ είδε και ους ουκ ήκουσε και επί καρδίαν ανθρώπου ουκ ανέβη· α ητοίμασεν ο Θεός τοις αγαπώσιν αυτόν»
Αλλά οι περισσότεροι Πατέρες μάς προτρέπουν να βιώνουμε τήν πνευματική έννοια του Παραδείσου και εκεί

στρέφουν τις ψυχικές μας δυνάμεις. Παράδεισος, μάς λέει ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, για τον πιστό, είναι ο Χριστός: «Αν πάω στον Παράδεισο και μου πουν ότι ο Χριστός δεν βρίσκεται εκεί, αλλά στη Κόλαση, θα ζητήσω να πάω στη Κόλαση, διότι η Κόλαση με το Χριστό γίνεται Παράδεισος, όπως και ο Παράδεισος χωρίς το Χριστό, γίνεται Κόλαση». Και ο σύγχρονος μας π. Ιουστίνος Πόποβιτς μας δικαιολογεί πλήρως γιατί ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος παίρνει αυτή τη θέση, λέγοντας: «Διότι τί είναι Κόλασις; Αίσθησις άνευ του Θεού Λόγου· αίσθησις εκ της οποίας εξεδιώχθη ο Θεός. Και τί είναι Παράδεισος; Αίσθησις του Θεού, αίσθησις ανακραθείσα μετά του Θεού και πληρωθείσα υπό του Θεού Λόγου».
Ο Παράδεισος λοιπόν είναι αυτή η αίσθηση του Θεού, η μετοχή στην άκτιστη δόξα Του, όπως μάς λένε άλλοι Πατέρες. Αυτόν τον Παράδεισο προσδοκούμε και γι’ αυτόν πρέπει να αγωνιζόμαστε, με τη Χάρη του Θεού.

(«Θάνατος, Ανάσταση και Αιώνια ζωή», εκδ। Ετοιμασία. Ι.Μ.Τιμίου Προδρόμου. Καρέας)





,

Παρασκευή, 25 Νοεμβρίου 2011

Κατάκριση όχι , έλεγχος με διάκριση ναι !

...

Συναντάμε καθημερινά στις διαπροσωπικές μας σχέσεις μία πολύ εύκολη αμαρτία, όπως την αποκαλεί ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, την κατάκριση.Αυτή όμως η εύκολη αμαρτία είναι παράλληλα και θανάσιμη, επιφέρει κόλαση.

Όταν κατακρίνουμε τους αδελφούς μας, είναι σαν να χύνουμε δηλητήριο σ' αυτούς, δείχνουμε ότι δεν τους αγαπάμε. Αυτή η αθλιότητα της γλώσσας συμβαίνει και στους ανθρώπους της Εκκλησίας που πιστεύουν στο Χριστό, τηρούν τις νηστείες, εκκλησιάζονται, μα τη γλώσσα δεν τη νηστεύουν από την κατάκριση, όπως ο Φαρισαίος.

Το να συζητούν οι άνθρωποι π.χ. οι γιατροί για την ιατρική, οι τεχνίτες για την τέχνη τους δεν είναι κακό, αλλά να κατηγορούν συναδέλφους για σφάλματα είναι κατάκριση, και μάλιστα όταν γίνεται πίσω από την πλάτη τους· αυτό δεν είναι χάδι, αλλά αγκάθι που τους πληγώνει. Ο Άγιος Ιωάννης της Κλίμακος παρομοιάζει την κατάκριση με παχιά βδέλλα που ρουφάει το αίμα της αγάπης. Όπως η βδέλλα κολλάει στο στόμα του ζώου που πίνει νερό και ρουφάει το αίμα του, έτσι και η κατάκριση, κρυμμένη και αφανής, ρουφάει τη Χάρη του Θεού και την αγάπη.

Ο Ιερός Χρυσόστομος λέει ότι είναι προτιμότερο να τρώμε κρέας Σαρακοστή, παρά τις σάρκες των αδελφών μας με την κατάκριση. Βεβαίως δεν εννοεί να αρταινόμαστε, αλλά υπογραμμίζει ότι η κατάκριση είναι βαρύτερο αμάρτημα.

Όταν εμείς κρίνουμε σε μια παρέα, παρασύρουμε και τους συνανθρώπους μας στην κατάκριση. Για παράδειγμα στην εθνική οδό που τα αυτοκίνητα τρέχουν με 180 χλμ., αν κάποιο σταματήσει απότομα από βλάβη, πέφτουν απότομα πάνω του όσα είναι από πίσω, γίνεται καραμπόλα, αλυσίδα ατυχημάτων. Παρόμοια με την κατάκριση όποιος κάνει αρχή παρασύρονται και οι άλλοι. Αρπάζουμε όμως το δικαίωμα που ανήκει μόνο στο Θεό.

Μὴ κρίνετε, ἵνα μὴ κριθῆτε(Ματθ.,ζ,1) Αυτός είναι ο ευκολότερος δρόμος για τη Βασιλεία του Θεού.

ΑΙΤΙΑ: το μίσος, ο φθόνος: π.χ. γιατί ο άλλος να έχει καλύτερα ρούχα; Και για να τον μειώσουμε ψάχνουμε ψεγάδια. Βλέπουμε το σκουπιδάκι στο μάτι του αδελφού μας και όχι το δοκάρι στο δικό μας. Αντί να ασχοληθούμε με το δικό μας καρκίνο, κοιτάμε το συνάχι των άλλων, έχουμε φιλαυτία.

ΠΩΣ ΘΑ ΑΠΑΛΛΑΓΟΥΜΕ;

1ον: Να κατηγορούμε το διάβολο που τον έσπρωξε στην αμαρτία και όχι τον άνθρωπο που την έκανε.

2ον: Όταν βλέπουμε τον αδελφό μας να αμαρτάνει, να προσευχόμαστε. Παραδείγματος χάριν, κάποιος έπεσε σε βαλτώδες έδαφος και βούλιαξε μέχρι τη μέση και ήρθαν κάποιοι να τον βοηθήσουν και τον έχωσαν μέχρι το λαιμό· έτσι γίνεται και με την κατάκριση, σπρώχνουμε τον άλλο ακόμα πιο βαθιά στη λάσπη.

3ον: Όταν ακούμε να κρίνουν να μη συμμετέχουμε, αλλά να λέμε: «εγώ είμαι χειρότερος, σήμερα αυτός αύριο εγώ, αν δεν προσέξω».

4ον: Να μην κρίνουμε, γιατί μπορεί να μην έχουμε ακριβείς πληροφορίες. Ο Χριστός έχει πει: «Αν συγχωρείτε στους ανθρώπους τα παραπτώματά τους, θα συγχωρήσει ο Ουράνιος Πατέρας και τα δικά σας αμαρτήματα» (Ματθ.,στ΄,14). Και στους μακαρισμούς αναφέρει ο Κύριος: «Μακάριοι οἱ ἐλεήμονες, ὅτι αὐτοὶ ἐλεηθήσονται». Όποιος είναι ελεήμων δεν κρίνει με ασπλαχνία τον πλησίον. Να κάνουμε ότι κάνει ο καλός ραγολόγος στο αμπέλι που διαλέγει τις καλές ρόγες των σταφυλιών. Έτσι και εμείς να αναφέρουμε τα θετικά που έχει κάποιος και όχι τα ελαττώματά του.

Να συνηθίσουμε να λέμε την προσευχή του Αγίου Εφραίμ του Σύρο: «Ναί, Κύριε Βασιλεῦ, δώρησαί μοι τοῦ ὁρᾶν τὰ ἐμὰ πταίσματα καὶ μὴ κατακρίνειν τὸν ἀδελφόν μου. Ὅτι εὐλογητὸς εἶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν».

Θα πει όμως κάποιος ότι η κρίση είναι δώρο του Θεού, για να ξεχωρίζεις το σωστό από το άδικο. Η κρίση και ο έλεγχος ακόμα της αδικίας, της διαφθοράς για όσα γίνονται δημόσια είναι απαραίτητη και τη συναντάμε παντού στην Αγία Γραφή. Ακούμε καμιά φορά συνανθρώπους μας να λένε: «Τον βλέπω να εκτρέπεται και δεν θα προσπαθήσω να τον διορθώσω;Διόρθωσέ τον», απαντά ο ιερός Χρυσόστομος, αλλά να το κάνεις όχι ως εχθρός που τον σύρει σε δίκη, αλλά ως γιατρός που παρασκευάζει το κατάλληλο φάρμακο για να θεραπεύσει τον ασθενή. Η Αγία Γραφή δεν λέει «μην παύσεις τον αμαρτάνοντα», αλλά «μην κατακρίνεις τον αμαρτάνοντα, δηλαδή μη γίνεσαι πικρός δικαστής του. Δεν απαγορεύει τη φιλάγαθη και διορθωτική κρίση, ούτε τον έλεγχο που γίνεται για την ωφέλεια του αδελφού. Απαγορεύει την κατάκριση που γίνεται με ασπλαχνία και ασυμπάθεια, για να εξουδενώσουμε τον αδελφό μας.

Δεν κατηγορούμε τον Πρόδρομο γιατί ήλεγχε τη σκανδαλώδη ζωή του Ηρώδη. Μπορεί να σταθεί μια οικογένεια αν ο πατέρας δεν ελέγχει τα παιδιά του; Ένα σχολείο, αν ο δάσκαλος δεν ελέγχει με βαθμούς και αποβολές τους μαθητές; Ο στρατός μπορεί να σταθεί αν οι αξιωματικοί δεν ελέγχουν τους στρατιώτες;

Ο Σωκράτης ήταν ο έλεγχος της αθηναϊκής κοινωνίας. Όταν έμαθε ότι κάποιος θα αναλάμβανε την κυβέρνηση του είπε πως άκουσε φωνές περνώντας από το σπίτι του και εκείνος του απάντησε: «η γυναίκα μου είναι απείθαρχη». Τότε του λέει ο Σωκράτης: «πώς λες ότι θα κυβερνήσεις ολόκληρη Αθήνα, αφού δεν μπορείς να βάλεις τάξη στο σπίτι σου;».

Ο Χριστός κατηγορούσε τους Φαρισαίους: «οὐαὶ ὑμῖν, γραμματεῖς καὶ Φαρισαίοι ὑποκριταί» και τους αποκαλούσε «μωρούς καὶ τυφλούς», ενώ από την άλλη λέει ότι όποιος αποκαλέσει περιφρονητικά τον αδελφό του «ῥακά», «ανόητε» είναι αξιοκατάκριτος. Στην 1η περίπτωση ο Χριστός κατηγορεί την υποκρισία, το κάνει από αγάπη, από ιερή αγανάκτηση, για να φέρει ψυχικό σεισμό μετανοίας, ενώ στη 2η περίπτωση εννοεί ότι δεν πρέπει να οργιζόμαστε εναντίον του αδελφού μας, αλλά να έχουμε αγάπη και να συμφιλιωνόμαστε μαζί του.

Και οι προφήτες ήλεγχαν τους βασιλιάδες, τους ιερείς, τους δικαστές. Ο Δαυίδ, διέπραξε το φοβερό αμάρτημα της μοιχείας. Τον επισκέφτηκε ο προφήτης Νάθαν, απεσταλμένος από το Θεό και του είπε μία παραβολή: «Εδώ στην περιοχή μας ήταν ένας πλούσιος που είχε πολλά πρόβατα και ένας άλλος φτωχός είχε μία μικρή προβατίνα. Ο πλούσιος σκοτώνει τον φτωχό και του παίρνει το πρόβατο». Εξοργίζεται ο Δαυίδ και ρωτάει ποιος είναι αυτός και που είναι. Ο Νάθαν του λέει: «Βασιλιά μου αυτός δεν είναι μακριά, εδώ είναι, εσύ είσαι». Η στιγμή είναι συγκλονιστική. Ο Δαυίδ συναισθάνεται βαθύτατα το μέγεθος της αμαρτίας του, την μεγάλη πτώση του, μετανοεί όμως και ο Θεός τον συγχωρεί. Στην Παλαιά Διαθήκη πάλι ο Δανιήλ ελέγχει τους δικαστές που συκοφάντησαν την όμορφη Σωσάννα. Οι δικαστές αυτοί ορέγονταν την Σωσάννα που ήταν παντρεμένη με τον Ιωακίμ και επειδή αυτή δεν ενέδωσε στις ορέξεις τους, την κατηγόρησαν ότι απάτησε τον άνδρα της μ' ένα νεαρό στον κήπο του σπιτιού της και την καταδίκασαν σε θάνατο. Ο Δανιήλ από θείο φωτισμό πληροφορήθηκε ότι αυτό ήταν ψέμα και αρνήθηκε να συμμετάσχει στην καταδίκη. Ζήτησε να εξετάσει έναν- έναν χωριστά τους δικαστές. Ρώτησε λοιπόν τον 1ον : «Κάτω από ποιο δέντρο είδες τη Σωσάννα να διαπράττει την αμαρτία;». «Κάτω από ένα σχίνο» απάντησε εκείνος. «Να που είπες ψέματα, γιατί ο άγγελος του Θεού έχει λάβει κιόλας εντολή από το Θεό να σε σχίσει στα δύο», του είπε ο Δανιήλ. Μετά απευθύνθηκε στον άλλο δικαστή χωριστά : «Εσύ κάτω από ποιο δέντρο την έπιασες;». «Κάτω από ένα πουρνάρι», απάντησε εκείνος. «Νάτο, ψέμα είπες κι εσύ, ο άγγελος του Θεού σε περιμένει με το ξίφος του για να σε κόψει στα δύο», του είπε ο Δανιήλ. Και οι 2 δικαστές καταδικάστηκαν σε θάνατο από τη σύναξη σύμφωνα με το νόμο του Μωυσή.

Ελέγχει και ο Πέτρος το Σίμωνα που ήθελε να γίνει ιερέας με πληρωμή. Ο Σίμων ήταν μάγος πριν, αλλά όταν άκουσε το κήρυγμα του αποστόλου Φιλίππου βαπτίστηκε και έγινε χριστιανός. Βλέποντας ο Σίμων ότι οι απόστολοι με την επίθεση των χεριών τους στους βαπτισμένους χριστιανούς, έδιδαν το Άγιο Πνεύμα, πρόσφερε χρήματα στους αποστόλους και ζήτησε να του δώσουν την εξουσία να το κάνει και αυτός. Τότε ο Πέτρος του είπε: «Το χρήμα σου να χαθεί μαζί μ'εσένα, διότι νόμισες ότι είναι δυνατό να αποκτήσεις με χρήματα τη δωρεά του Θεού». Ο έλεγχος όμως αυτός του Πέτρου είχε ως αποτέλεσμα να μετανοήσει ο Σίμων.(Πράξεις των Αποστόλων, 8,14-25)

Ήλεγξε και ο Απόστολος Παύλος το μάγο Βαριησού, όταν πήγε να κηρύξει το λόγο του Θεού στην Κύπρο. Ο μάγος αυτός ήταν μαζί με το Σέργιο Παύλο τον ανθύπατο, άνθρωπο συνετό που κάλεσε το Παύλο να του μιλήσει για το Χριστό. Ο Βαριησούς όμως ήθελε να αποτρέψει τον ανθύπατο από την αληθινή πίστη του Χριστού, γι' αυτό ο Παύλος του είπε: «Συ που είσαι γεμάτος από κάθε δόλο και ραδιουργία...να τώρα το χέρι του Κυρίου θα σε χτυπήσει, θα είσαι τυφλός και δεν θα βλέπεις τον ήλιο για ένα διάστημα». Και αμέσως τυφλώθηκε. Τότε ο ανθύπατος πίστεψε στη διδασκαλία του Χριστού (Πρ.Αποστ.,13,4-12).

Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, επειδή ήλεγχε την κάθε αδικία, ήλεγξε και την βασίλισσα Ευδοξία για τις παρανομίες και τις αδικίες που έκανε, κυρίως επειδή με τυραννικό τρόπο αφαίρεσε τον αγρό μιας χήρας, ονομαζόμενης Καλλιτρόπης.

Σε όλες αυτές λοιπόν τις περιπτώσεις ο έλεγχος γίνεται για τη διόρθωση του άλλου και την αποκατάσταση του δικαίου και όχι από ζήλεια ή μίσος. Ο έλεγχος είναι χρέος αγάπης. Μερικοί από δειλία, φιλαρέσκεια, νοσηρότητα, δεν παίρνουν θέση όταν ακούνε ότι γίνεται κάτι κακό και μ'αυτό τον τρόπο δεν συμβάλλουν στη διόρθωση της κατάστασης, αλλά αφήνουν το κακό να διαιωνίζεται.

Ερώτηση:Γιατί ο Μέγας Κωνσταντίνος είπε ότι αν έβλεπε κάποιον ιερέα να αμαρτάνει θα τον κάλυπτε; Το είπε σε περίπτωση που δεν είχε γίνει δημόσιο σκάνδαλο। Τότε πρέπει κατ' ιδίαν να συμβουλέψουμε με αγάπη, για να διορθωθεί ο αμαρτάνων. Να προσευχόμαστε να φωτίζει ο Θεός τους σκανδαλοποιούς και να τους συνετίζει.



,



Ιερός Ναός Παναγίας Παραβουννιώτισσας



,

Δευτέρα, 21 Νοεμβρίου 2011

Τα Εισόδια της Θεοτόκου. Θεολογία της εικόνας.

...

«Σήμερον της ευδοκίας Θεού το προοίμιον, και της των ανθρώπων σωτηρίας η προκήρυξις. Εν ναώ του Θεού τρανώς η Παρθένος δείκνυται, και τον Χριστόν τοις πάσι προκαταγγέλλεται. Αυτή και ημείς μεγαλοφώνως βοήσωμεν˙ Χαίρε της οικονομίας του Κτίστου η εκπλήρωσις».

Μία από τις κυριότερες και μεγαλύτερες Θεομητορικές εορτές του έτους είναι τα «Εισόδια» της Θεοτόκου. Η Εκκλησία μας την τιμά στις 21 Νοεμβρίου, με ιδιαίτερη λαμπρότητα. Η σημασία της εορτής αυτής είναι μεγάλη και ιερή. Αποτελεί τήν βάση και την αρχή για όλη την μετέπειτα ζωή της Θεοτόκου.

Όπως γνωρίζουμε, η Παναγία Θεοτόκος, γεννήθηκε από γονείς γηραιούς, τον Ιωακείμ και την Άννα, που είχαν παρακαλέσει με πολύ πόνο τον Θεό να τους δώση ένα τέκνο και να το αφιερώσουν στο Ναό Του. Πραγματικά, αυτό και έκαναν. Οταν δηλαδή η Μαρία έγινε τριών ετών την έφεραν οι ίδιοι οι γονείς της στο Ναό και την παρέδωσαν στα χέρια του Ζαχαρία του ιερέα. Αυτός την αγκάλιασε, την ευλόγησε και είπε: «Εμεγάλυνε ο Κύριος το ονομά σου σε όλες τις γενεές. Με σένα θα ευλογηθούν τα έθνη και ο Κύριος θα λυτρώση τους υιούς του Ισραήλ». Και ανέβασε την τριετή Μαρία στο εσωτερικό του θυσιαστηρίου, όπου ο Θεός την χαρίτωσε. Και ευφράνθηκε η Παναγία και με αγαλλίαση ψυχής εσκίρτησε και όλοι πνευματικά πανηγύρισαν που έμεινε στο Ναό τον Άγιο, για να αγιασθεί και να γίνει αργότερα η Μητέρα του ίδιου του Θεού.

ΣΠΟΥΔΗ ΣΤΗΝ ΕΙΚΟΝΑ ΤΩΝ ΕΙΣΟΔΙΩΝ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ

Στην εικονογράφηση του γεγονότος των Εισοδίων της Θεοτόκου, βλέπουμε, στο κέντρο την Παναγία σαν μικρό τριετές κοράσιον, που όμως έχει όλη την ιερότητα της μέλλουσας Μητέρας του Θεού. Ο ιερέας Ζαχαρίας ο μετέπειτα πατέρας του Προδρόμου, έχει ακουμπήσει ευλαβικά και στοργικά το χέρι του επάνω στην κεφαλή της. Την ευλογεί και την υποδέχεται στα άγια των αγίων, φορώντας ενδύματα λειτουργικά και διακριτικό της ιερωσύνης στην κεφαλή του. Η Παναγία στέκει με ιερή σιγή απέναντί του έχει τα χέρια της σε στάση ευλαβική και συγχρόνως κινητική απέναντί του, που δηλώνει την προθυμία και την χαρά της προσελεύσεώς της στον Ναό του Κυρίου. Αυτό είναι το σχέδιο και το θέλημα του Θεού και η προαιώνια βουλή του για την σωτηρία των ανθρώπων.

Το ίδιο ευλαβικά και με ιερή συγκίνηση εικονίζονται και οι γέροντες γονείς της Ιωακείμ και Άννα. Την παραδίδουν στα χέρια του Ζαχαρία με μια κίνηση πολύ εκφραστική, που δηλώνει την προθυμία τους να εκπληρώσουν την υπόσχεσή τους στο Θεό και να του αφιερώσουν το μονάκριβο παιδί τους, που το απέκτησαν μετά από πολλών χρόνων προσευχή και νηστεία και σε γήρας προχωρημένο. Όμως η αγάπη στο Θεό επισκιάζει τα σπλάχνα της στοργής της ανθρώπινης φύσης. Έχουν στραμμένα τα βλέμματά τους στην παιδίσκη τους Μαρία, προσέχοντάς την με πολύ συγκίνηση.

Πίσω τους βλέπουμε πολλές νεάνιδες, να κρατούν λαμπάδες αναμμένες και να προπέμπουν την Παναγία οδηγώντας την στο Ιερό, όπου έμεινε σαν περιστερά ηγιασμένη και έγινε η λαμπάδα του Θεού, η κατοικία Του, ο ναός Του, το θυσιαστήριο και η λατρεία η ζώσα και καθαρά.

«Ο καθαρώτατος Ναός του Σωτήρος, η πολυτίμητος παστάς και Παρθένος, το ιερόν θησαύρισμα της δόξης του Θεού, σήμερον εισάγεται, εν τω οίκω Κυρίου, την χάριν συνεισάγουσα, την εν Πνεύματι Θείω˙ ην ανυμνούσιν Άγγελοι Θεού˙ Αύτη υπάρχει σκηνή επουράνιος».
,

πηγή : Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδας



,

Πέμπτη, 17 Νοεμβρίου 2011

Καλοταιριάζει θαρρώ στ΄ανηφόρι !

...


ΚΑΛΟΤΑΙΡΙΑΖΕΙ ΘΑΡΡΩ ΣΤ’ ΑΝΗΦΟΡΙ

Του Βασίλη Χαραλάμπους
=====================

Στην αφέγγαρη νυχτιά
στο παγωμένο χιόνι
αργά τα βήματα
ιχνογραφούνε τούτες τις στιγμές
για την αγρυπνία π’ αρχινά
στην Καλύβη της Υπάπαντής
στο σιγούρλιο ετούτο της Νέας Σκήτης.

Αναθυμούμαι ακόμα και τούτο
πως συνήθειο παλαιό
ετούτο το γιορτασμό
της Παναγιάς να λέμε.

Καλοταιριάζει θαρρώ
στ’ ανηφόρι της Πανάγνου Μητρός
“των πάντων χωρισθέντων
και πάσι συνηρμοσμένων”
χωρίς την ψεύτικη αγάπη εκείνη
που στη σαρκός το φρόνημα τόσο ταιριάζει
κι ευθύς μόλις το κατώφλι δρασκελίσει
το σκόνταμα στο πρώτο το πεζούλι.

(Από την ποιητική Συλλογή “Αγιονορείτικο διαβατικό”)



,

Τρίτη, 15 Νοεμβρίου 2011

Συζητώντας με τον γέροντα Παϊσιο ...

...

Ένας πνευματικός άνθρωπος, όταν θέλη να βοηθήση κάποιον, προσπαθεί να τον συνδέση με τον Χριστό και όχι να τον δέση με τον εαυτό του. Στην συνέχεια χαίρεται, όταν καταφέρη να τον συνδέση με τον Χριστό, και ο άλλος αγωνίζεται προσβλέποντας στον Χριστό. Τότε και ο ένας και ο άλλος έχει τον μισθό του και τα πράγματα πάνε κανονικά.

Όταν όμως ο άνθρωπος αγωνίζεται και κοιτάζη πώς να ευχαριστήση αυτόν που προσπαθεί να τον συνδέση με τον Χριστό, αν δηλαδή μια ενέργειά του θα στενοχωρήση ή θα χαροποιήση εκείνον, και δεν κοιτάζη πως ο Χριστός βλέπει αυτήν την ενέργειά του, τότε ούτε τον άνθρωπο που τον βοηθάει ευχαριστεί, ούτε τον Χριστό, αλλά ούτε ο ίδιος ωφελείται, γιατί δεν δέχεται θεϊκή βοήθεια. Δηλαδή ούτε ο Χριστός ούτε ο πνευματικός χαίρεται γι’ αυτό το οποίο κάνει, αλλά ούτε ο ίδιος βοηθιέται, για να ξεπεράση μια δυσκολία. Ας υποθέσουμε ότι ψάλλει μια αδελφή και σκέφτεται: «Άραγε ψάλλω καλά; Θα χαρή η Γερόντισσα;». Ε, αυτή δεν βοηθιέται. Ενώ, αν ψάλλη για τον Χριστό, τα πράγματα πάνε κανονικά· και καλά θα ψάλη και την Γερόντισσα θα ευχαριστήσει.

- Γέροντα, όταν κανείς δεν καταλάβη σωστά αυτό που του είπε ο πνευματικός, φταίει;

- Κοίταξε, αν δεν κατάλαβε, επειδή είχε μια επιθυμία και ο νους του ήταν εκεί, πάλι φταίει. Μερικοί το θέλημα το δικό τους το κάνουν θέλημα του Θεού. Ρωτάει λ.χ. κάποιος τον πνευματικό του για ένα πρόβλημά του και έχει στο λογισμό του την λύση που θέλει, που τον αναπαύει. Ο πνευματικός του λέει τι πρέπει να κάνη και αυτός καταλαβαίνει ότι του είπε να κάνη αυτό που ήθελε, και το κάνει με χαρά, νομίζοντας κιόλας ότι κάνει υπακοή. Και αν του πη μετά ο πνευματικός «γιατί ενήργησες έτσι;», του λέει: «Έτσι δεν μου είπες να κάνω;»
Αλλά και μερικές φορές, αυτό που λέει ο πνευματικός, δεν είναι να το πάρη κανείς κατά γράμμα. Μπορεί να είναι τρόπος του λέγειν. Θα σας πω μια περίπτωση, για να καταλάβετε. Μια σαρανταπεντάρα καθηγήτρια, που είχε και παιδιά, είχε μπλέξει έναν δεκαεξάχρονο μαθητή της. Το παιδί έφυγε από το σπίτι και συζούσε με την καθηγήτρια. Όταν ο πατέρας του ήρθε στο Καλύβι και μου είπε τον πόνο του, του είπα να κάνη για το θέμα αυτό ό,τι του πη ο πνευματικός του. Πήγε λοιπόν ο καημένος στον πνευματικό και μετά ήρθε πάλι σ’ εμένα. Εγώ είχα εκείνη την ημέρα την Εξαρχία του Πατριαρχείου, δεν μπορούσα να συζητήσω μαζί του και του είπα: «Να κάνης ό,τι σου είπε ο πνευματικός σου». Αυτός δεν έφευγε – και ευτυχώς που δεν έφυγε και επέμενε. Κάποια στιγμή που ευκαίρησα, τον είδα λίγο και μου είπε: «Γέροντα, αποφάσισα να την σκοτώσω αυτή την γυναίκα, γιατί έτσι μου είπε ο πνευματικός μου». «Για στάσου, καλέ μου άνθρωπε, του λέω, τι ακριβώς σου είπε ο πνευματικός;». «Μου είπε: ‘’Αυτή η γυναίκα είναι για σκότωμα’’». Καταλάβατε; Ο πνευματικός είπε, τρόπος του λέγειν, «αυτή η γυναίκα είναι για σκότωμα», όχι να την σκοτώση! Από τότε δεν λέω σε κανέναν: «να κάνης ό,τι σου είπε ο πνευματικός», αλλά ρωτάω τι του είπε ο πνευματικός…

- Μπορεί, Γέροντα, να ζητάη κάποιος βοήθεια από τον πνευματικό του και συγχρόνως να προτείνη και την λύση;
- Εμ τότε, τι βοήθεια ζητάει; Άλλο είναι να πη ταπεινά σαν λογισμό στον πνευματικό του τι νομίζει ότι θα τον βοηθήση – αυτό επιβάλλεται – και άλλο είναι να επιμένη ότι ο λογισμός του αυτός είναι σωστός. Τότε είναι που δεν κάνει ο άνθρωπος προκοπή. Είναι σαν να πηγαίνη στον γιατρό και να του λέη: «Αυτό το φάρμακο να μου δώσης». Ο άρρωστος οφείλει να κάνη υπακοή στον γιατρό· δεν θα του υποδείξη τι είδους φάρμακα θα του δώση. Δεν είναι εδώ θέμα ορέξεως, όπως με τα φαγητά και τα γλυκά, για να πη κανείς: «Θέλω μπακλαβά ή θέλω κανταϊφι». Ανάλογα με την πάθηση ο γιατρός δίνει και το φάρμακο.

Γέροντας Παϊσιος

,

Πέμπτη, 10 Νοεμβρίου 2011

Η ψυχρότητα στην προσευχή

...

Η ψυχρότητα στην προσευχή οφείλεται είτε σε ψυχική κόπωση είτε σε πνευματικό κορεσμό είτε σε σωματικές απολαύσεις και αναπαύσεις είτε σε πάθη, που κυριεύουν την ψυχή, προπαντός στην έπαρση. Όλα αυτά είναι ενάντια στην πνευματική ζωή, μέσα στην οποία κεντρική θέση κατέχει η προσευχή. Έτσι, πρώτα και κύρια προκαλούν το στέρεμα της πηγής της προσευχής μέσα μας. Αυτό, όμως, μπορεί να oφείλεται και σε απομάκρυνση της χάριτος, που συμβαίνει με θεία παραχώρηση. Και να γιατί: Όταν η ψυχή μας φλέγεται από τον πόθο του Θεού και από την καρδιά μας ξεχύνεται ολόθερμη προσευχή, δεν έχουμε παρά ελεητική επίσκεψη της χάριτος. Εμείς όμως, όταν η ευλογημένη αυτή κατάσταση παρατείνεται για πολύ, νομίζουμε ότι κατορθώσαμε κάτι σπουδαίο με το δικό μας αγώνα και κυριευόμαστε από την κενοδοξία. Για λόγους παιδαγωγικούς, λοιπόν, απομακρύνεται η χάρη και μένει η ψυχή μας μόνη της, γυμνή και αδύναμη, ανίκανη να ζήσει πνευματικά, ψυχρή και απρόθυμη να προσευχηθεί…
Τί θα κάνουμε, λοιπόν, για να ξεφύγουμε απ’ αυτή την κατάσταση; Πρώτα-πρώτα θα φροντίσουμε να εξουδετερώσουμε τις αιτίες της. Και ύστερα, παρ’ όλη την ψυχρότητα της ψυχής μας, θα κάνουμε με επιμονή και υπομονή τον καθημερινό προσευχητικό κανόνα μας, προσπαθώντας αφ’ ενός να συγκεντρώνουμε το νου μας στα λόγια των ευχών και αφετέρου να ξεσηκώνουμε μέσα στην καρδιά μας αισθήματα φιλόθεα. Με τον καιρό ο Θεός, βλέποντας την ταπείνωση και την καρτερία μας, θα μας ξαναστείλει τη χάρη Του, που θα διώξει το πνεύμα της ψυχρότητος, όπως ο άνεμος διώχνει την ομίχλη.

Πώς θ’ αποκτήσουμε θερμότητα στην Προσευxή
Με αγώνα και υπομονή, μ’ αυτά τα δυο θα ζωντανέψει μέσα μας η φλογερή προσευχή. Απαιτούνται χρόνος και κόπος πολύς. Όμως, ας μη λιποψυχήσουμε, ας μην αποκάνουμε, ας μη βαρεθούμε. Η προσπάθειά μας, αν είναι συστηματική και επίμονη, θα στεφανωθεί οπωσδήποτε, αργά ή γρήγορα, με επιτυχία. Θα στεφανωθεί όχι χάρη σ’ εμάς, αλλά χάρη στο άπειρο έλεος του Θεού. Είναι καλό να συνηθίσει η γλώσσα σας την ευχή του Ιησού, το “Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με”, ή οποιαδήποτε άλλη σύντομη προσευχή με το νου συγκεντρωμένο στην καρδιά. Αγωνιστείτε να προξενήσετε στην καρδιά σας, ας το πω έτσι, μια μικρή πληγή. Ο συστηματικός κόπος σας σύντομα θα δημιουργήσει την πληγή αυτή. Και τότε ο Κύριος θα σας επιβραβεύσει με τη δική Του χαρισματική προσευχή.

Η βιασύνη στην προσευχή
Σας ελέγχει η συνείδηση, επειδή κάνετε πολύ βιαστικά την προσευχή σας। Και είναι εύλογο. Γιατί υπακούτε στον εχθρό; Εκείνος είναι που σας παρακινεί: “Γρήγορα… πιο γρήγορα…”. Η βιαστική προσευχή δεν έχει πνευματικό καρπό. Βάλτε, λοιπόν, κανόνα στον εαυτό σας να μη βιάζεστε. Να προσεύχεστε έτσι, ώστε ούτε μια λέξη να μην προφέρουν τα χείλη σας, που να μην την κατανοεί ο νους σας και να μην τη βιώνει η καρδιά σας. Πρέπει να ριχθείτε σ’ αυτόν τον αγώνα με αποφασιστικότητα στρατιωτική. Και όταν ο εχθρός σας ψιθυρίζει, “Κάνε τούτο ή εκείνο”, εσείς να του αποκρίνεστε: “Ξέρω τί θα κάνω. Δεν σε χρειάζομαι. Φύγε από δω!“. Την ψυχή την τρέφει μόνο η προσευχή. Η δική σας προσευχή, όμως, είναι επιφανειακή, όχι ουσιαστική. Γι ‘ αυτό η ψυχή σας μένει ανικανοποίητη, πεινασμένη …


Του Οσίου Θεοφάνους του Εγκλείστου
Πηγή: Οσίου Θεοφάνους του Εγκλείστου, Χειραγωγία στην πνευματική ζωή, Εκδ. ε΄, Ι. Μ. Παρακλήτου 2005 σ. 45-46, 49.
Αναδημοσίευση από:
http://www.alopsis.gr/modules.php?name=News&new_topic=17



,

Τετάρτη, 9 Νοεμβρίου 2011

Ο Βίος του Αγίου Νεκταρίου

...

Η Ορθόδοξη Εκκλησία του Χριστού ποτέ δεν έπαυσε να αναδεικνύει αγίους. Το γεγονός αυτό αποδεικνύει ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία είναι η Μία, Αγία, Αποστολική και Καθολική Εκκλησία, που διατηρεί την πληρότητα της δογματικής αλήθειας και το ανόθευτο των παραδόσεων. Η ανάδειξη αγίων, με τον καθαρό τους βίο, το πλήθος των αρετών και των Θαυμάτων, αποτελεί απόδειξη της παρουσίας τον Αγ. Πνεύματος και των δωρεών που επιχέει στους πιστούς. Οι άγιοι της Εκκλησίας υπάρχουν για να φανερώνουν ότι σε κάθε εποχή ο Λόγος του Χριστού είναι αιώνιος, πάντα ζωντανός και επίκαιρος, και ότι η ζωή του Ευαγγελίου είναι κάτι το εφικτό. Οι άγιοι εμφανίζονται σε κάθε κοινωνία και εποχή για να φωτίζουν τους ανθρώπους, να ζεσταίνουν τις καρδιές τους και να αναβιβάζουν τις ψυχές τους προς τα Ουράνια. Όλα τα παραπάνω ισχύουν και για τον σύγχρονο άγιο της εποχής μας, του 20ου αι., τον εσχάτοις χρόνοις φανέντα Άγ. Νεκτάριο Πενταπόλεως, τον εν Αιγίνη, τον θαυματουργό.
Ο Άγ.Νεκτάριος γεννήθηκε στην Σηλυβρία της Θράκης, την 1η Οκτωβρίου 1846 από ευλαβείς γονείς, τον Δήμα και την Μαρία Κεφαλά, και έλαβε το όνομα Αναστάσιος. Μεγάλωσε σε μία οικογένεια έξι παιδιών που ανατρέφονταν “ εν παιδεία και νουθεσία Κυρίου” σύμφωνα με την Ορθόδοξη πίστη. Ο Αναστάσιος από νωρίς εμφάνισε ισχυρή κλίση στην πίστη και την ζωή της Εκκλησίας. Του άρεσε να αποστηθίζει προσευχές, ύμνους και τροπάρια, και συμμετείχε τακτικά στις ακολουθίες της Εκκλησίας. Γυρίζοντας στο σπίτι, εμιμείτο τις κινήσεις των ιερέων και τις τελετές της Εκκλησίας.

Η έντονη επιθυμία του να συνεχίσει στα γράμματα τον οδήγησε σε ηλικία 14 ετών, με τις ευχές των γονέων του, να πάει στην Κων/πολη, όπου έπιασε δουλειά σε καπνοπωλείο, με πενιχρή αμοιβή, αλλά ο ίδιος υπέμεινε τις στερήσεις με προσευχή. Μάλιστα, θέλοντας να ωφελήσει πνευματικά τους πελάτες τον καπνοπωλείου έγραφε στα χαρτιά περιτυλίγματος διάφορα θρησκευτικά ρητά. Αργότερα, βρήκε καλύτερη θέση -διορίσθηκε ως παιδονόμος στο σχολείο που διατηρούσε το Μετόχιο του Παναγίου Τάφου στην Κων/πολη διδάσκων ο ίδιος στις κατώτερες τάξεις και διδασκόμενος τα ανώτερα μαθήματα.

Σε ηλικία 22 ετών διορίσθηκε δάσκαλος στο χωριό Λιθίο της Χίου, όπου παρέμεινε επτά έτη και κατέστη πολύ αγαπητός στους χωρικούς για την διδασκαλία, την ευσέβεια, την αρετή του, αλλά και την προσφορά του ως κήρυκα στον Ναό τον χωριού. Ο ίδιος ήταν υπόδειγμα σεμνότητας, ζώντας βίο λιτό και προσευχητικό. Η επιθυμία τον για την μοναστική ζωή τον έφερε σε επαφή με τον ηγούμενο και τους πατέρες της Νέας Μονής Χίου, όπου εκτιμήθηκαν οι πνευματικές τον αρετές.

Εκάρη μοναχός το 1876 με το όνομα Λάζαρος, το 1877 εχειροτονήθη διάκονος στον Ναό των Αγίων Μηνά, Βίκτωρος και Βικεντίου, λαμβάνοντας το όνομα Νεκτάριος. Η φιλομάθεια και ο χαρακτήρας τον νεαρού διακόνου δεν έμειναν απαρατήρητα. Ο πλούσιος Χιώτης Ιω. Χωρέμης, τον εξασφάλισε χρηματικά και τον έδωσε συστατικές επιστολές για, να σπουδάσει στην Αθήνα, και κατόπιν πηγαίνει στην Αλεξάνδρεια, κοντά στον Πατριάρχη Σωφρόνιο Δ’, ο οποίος τον παροτρύνει να συνεχίσει θεολογικές σπουδές στην Αθήνα (1882).

Το 1885 αποκτά το πτυχίο της θεολογίας, επιστρέφει στην Αλεξάνδρεια, χειροτονείται, πρεσβύτερος στον πατριαρχικό ναό τον Αγ. Σάββα (1886), και δωρίζεται ιεροκήρυκας, γραμματέας τον Πατριαρχείου και πατριαρχικός επίτροπος Kαϊρoυ. Με μεγάλο ζήλο φροντίζει για την ανύψωση τον πνευματικού επιπέδου τον λαού, με κατηχήσεις και νουθεσίες, και για τον ευτρεπισμό των ιερών ναών. Ο ζήλος και το έργο εκτιμήθηκε από τον Πατριάρχη Σωφρόνιο, που τον χειροτόνησε επίσκοπο της Μητροπόλεως Πενταπόλεως της Αιγύπτου.

Ο Αγ. Νεκτάριος εδέχθη την αρχιερωσύνη με πνεύμα ταπεινοφροσύνης, υπακοής προς την Εκκλησία και με διάθεση προσφοράς και αυταπάρνησης. Οι χριστιανικές αρετές τον Ιεράρχου Νεκταρίου έκαναν τους χριστιανούς της Αιγύπτου να τον Θαυμάζουν, να τον εγκωμιάζουν και να τον θεωρούν ως τον καταλληλότερο για τον πατριαρχικό θρόνο. Η εξάπλωση της καλής φήμης του Νεκταρίου προκάλεσε τον φθόνο πολλών, που με συκοφαντίες τον διαβάλλουν στον Πατριάρχη Σωφρόνιο, ο οποίος ενώ τόσο είχε εκτιμήσει τις ικανότητες του αγίου στο παρελθόν, πείσθηκε τώρα στις ψευδείς κατηγορίες, του αφήρεσε τις αρμοδιότητες, και τελικά, τον εκθρόνισε και τον έδιωξε αδικαιολόγητα από την Αίγυπτο. Ο πιστός λαός πικράθηκε και διαμαρτυρήθηκε για τον άδικο διωγμό του Νεκταρίου.

Ο Άγιος όμως υπέμεινε την αδικία, τις διώξεις, τις συκοφαντίες και την εκθρόνισή του με αληθινά αγιοπατερικό φρόνημα, με καρτερικότητα, με ανεξικακία, παρ’ όλη την δικαιολογημένη πικρία του. Το 1889, εγκαταλείπει την Αίγυπτο και φθάνει στην Αθήνα, με σκοπό να μονάσει στο Άγ. Όρος. Τελικώς, πείθεται να μείνει στην Αθήνα. Ζει πολύ ταπεινά και πτωχικά, υπομένοντας την στέρηση με πνεύμα ταπείνωσης, εγκαρτέρησης και προσευχής. Η δοκιμασία αυτή πέρασε όταν διορίσθηκε ιεροκήρυκας στην Χαλκίδα (1891) και κατόπιν στην Φθιώτιδα, ως το 1894, οπότε και διορίζεται διευθυντής της Ριζαρείου Σχολής, παραμένοντας στην διεύθυνσή της για τα επόμενα 14 έτη.

Η επιλογή του Νεκταρίου ως σχολάρχη της Ριζαρείου ήταν η πλέον κατάλληλη. Με την παρουσία του επανέφερε την γαλήνη και την καταλλαγή των πνευμάτων, με την αγιότητα του βίου του και την μόρφωση κέρδισε την εκτίμηση και τον σεβασμό των σπουδαστών και του προσωπικού. Το παράδειγμα του της συνεχούς ασκήσεως και προσευχής, οι λειτουργίες και οι ομιλίες του Αγίου στο παρεκκλήσιο της Σχολής αποτελούσαν πηγή εμπνεύσεως και θρησκευτικής ανατάσεως. Ο λόγος τον κατά την Ιερά Εξομολόγηση απετέλεσε φάρμακο και παρηγοριά για πολλούς ανθρώπους.

Ο Άγ. Νεκτάριος, επισκεπτόμενος την Αίγινα, εξέφρασε την επιθυμία να τον παραχωρηθεί η παλαιά και ερειπωμένη Μονή της Αγ. Τριάδος στην Παλαιά Χώρα, την οποία ανακαίνησε και εγκατέστησε γυναικεία μοναστική αδελφότητα. Μετά το 1908, αφ’ ότου παραιτήθηκε από την διεύθυνση της Ριζαρείου, εγκαταστάθηκε μονίμως στην Αίγινα και αφοσιώθηκε στην πνευματική καθοδήγηση της Μονής, βιώνοντας την ισάγγελο μοναχική πολιτεία, με συνεχείς ακολουθίες, αγρυπνίες, χειρωνακτική εργασία στους χώρους της Μονής, ιερουργώντας, εξομολογώντας τους χριστιανούς που κατέφευγαν στον Άγιο, τον οποίον η πραότητα, η αγιότητα και οι θαυματουργικές του παρεμβάσεις όντος ήδη εν τη ζωή είχαν εξαπλώσει την φήμη του.

Έχοντας ζήσει μία κατά Θεόν διαδρομή, ο Άγ. Νεκτάριος εκοιμήθη την 8η Νοεμβρίου 1920, βράδυ, στο Αρεταίειο νοσοκομείο, όπου νοσηλευόταν. Το λείψανό του μεταφέρθηκε για προσκύνηση των πιστών στον Ι. Ν. Αγ. Τριάδος Πειραιώς, και κατόπιν στην Αίγινα, όπου και ενταφιάστηκε. Το σκήνωμά του ανέδιδε ευωδία και εξέχεε μύρο, κάτι που έγινε αντιληπτό σε όσους πλησίαζαν και το άγγιζαν, φανέρωση της αγιότητας του κεκοιμημένου ιεράρχου Νεκταρίου. Ο Άγ. Νεκτάριος, μετά την κοίμησή του φανερώθηκε σε πολλά πρόσωπα, καταρχήν στις μοναχές της Αγ. Τριάδος, και σε πολλούς άλλους πού επεκαλούντο το όνομά του και επετέλεσε πολλές θαυματουργές ιάσεις, γεγονός το οποίο συνέτεινε στην διάδοση της φήμης του, ώστε ο Άγ. Νεκτάριος να καταστή πολύ αγαπητός, να τον ευλαβούνται πολλοί χριστιανοί, και πολλοί ναοί και παρεκκλήσια να είναι αφιερωμένα επ’ονόματι του Αγ. Νεκταρίου. Στις 2 Σεπτεμβρίου 1953 έγινε η ανακομιδή των ιερών λειψάνων του Αγίου, ενώ η αγιωσύνη τον Νεκταρίου αναγνωρίστηκε επισήμως με την Πατριαρχική Πράξη της 20ης Απριλίου 1961. Επίσης, με Συνοδική Απόφαση τον Πατριαρχείου Αλεξανδρείας, υπό την Α.Θ.Μ. Πάπα και Πατριάρχη Πέτρο Ζ’, εξεφράσθη και επισήμως (1998) η συγγνώμη του Πατριαρχείου που επανόρθωνε μία ιστορική αδικία που είχε διαπραχθεί στο παρελθόν εις βάρος του Αγ. Νεκταρίου.

Μία σημαντική πτυχή της προσωπικότητας τον Αγίου ήταν η βαθειά του θεολογική και κοσμική μόρφωση, κάτι που αντανακλάται στο πλούσιο συγγραφικό του έργο και καλύπτει τομείς όπως Εκκλησιαστική Ιστορία, Ανθολόγιο ρητών, Χριστιαν. Ηθική, Ποιμαντική, Δογματική, Κατηχητική, Ύμνους και προσευχές κ.ά. Από τα πολυπληθή του συγγράμματα θα μπορούσαμε να αναφέρουμε ενδεικτικώς κάποιες από τις μελέτες του: “ Αι Οικουμενικαί Σύνοδοι της του Χριστού Εκκλησίας” (1982), “ Τα Ιερά Μνημόσυνα” (1892) με επιμέρους μελετήματα για την εσχατολογία της Εκκλησίας και την αθανασία των ψυχών, “ Ιερών και Φιλοσοφικών Λογίωv Θησαύρισμα” (2τ.,1896), “ Εγχειρίδιον Χριστιανικής Ηθικής” (1897), “ Μαθήματα Ποιμαντικής” (1898), “ Ορθόδοξος Ιερά Κατήχησις” (1899), “ Χριστολογία”(1901), σχετικά με το πρόσωπο τον Χριστού και το σωτηριώδες έργο Του, “ Περί της Μητρός του Κυρίου, της Υπεραγίας και Αειπαρθένου Μαρίας” (1904), “ Περί των Αγίων του Θεού” (1904), ” Κατανυκτικόν Προσευχητάριον ” (1904), “ Θεοτοκάριον, ήτοι ωδαί και ύμνοι προς την Υπεραγίαν Θεοτόκον και Αειπάρθενον Μαρίαν” (1905), “ Περί των αιτιών τον Σχίσματος” (δίτομο,1991-12), και πολλές άλλες μελέτες για τα Μυστήρια της Εκκλησίας, τα λείψανα των αγίων, λειτουργικά, εορτολογικά, ιστορικά και φιλοσοφικά μελετήματα.

Αξίζει να σημειωθεί ότι από το ογκώδες συγγραφικό του έργο, πολλά εξέδωσε ο ίδιος, πολλές φορές αντιμετωπίζοντας οικονομικές δυσχέρειες για την έκδοσή τους, καθώς ο ίδιος ήταν πτωχός και πολλά βιβλία του τα διένειμε δωρεάν, άλλα έργα του απετέλεσαν διδακτικά εγχειρίδια, ενώ αρκετά ανέκδοτα έργα του τυπώθηκαν και κυκλοφόρησαν μετά την κοίμηση του Αγίου και αρκετά συνεχίζουν να επανεκδίδονται ως σήμερα, φανερώνοντας την συγγραφική του δεινότητα και την επικαιρότητα των μελετών του.

Σημαντική Θέση στο έργο του κατέχουν τα προσευχητάρια που εξέδωσε. Άνθρωπος προσευχής ο Άγιος, στην οποία συχνά βρήκε καταφύγιο και ανακούφιση κατά την διάρκεια των δύσκολων στιγμών της ζωής του, των συκοφαντιών και των άδικων διώξεων, συνέταξε ο Άγ. Νεκτάριος προσευχές, ποιήματα και ύμνους και τα εξέδωσε με την μορφή Προσευχηταρίων. Ιδιαίτερη ευλάβεια έτρεφε ο Άγιος για την Παναγία, που Την επεκαλείτο συνέχεια στην προσευχή του και για την οποία έγραψε ειδικές μελέτες και θεοτοκάριο με ύμνους στην Χάρι Της (πολύ γνωστός και αγαπητός είναι ο ύμνος “ Αγνή Παρθένε Δέσποινα “ ).

Διαβάζοντας τον βίο τον Αγ. Νεκταρίου με την ευχή να αποτελέσει αφορμή ώστε να ωφεληθούμε πνευματικά, ας ζητήσουμε στην προσευχή μας την προστασία τον Αγίου και ας προστρέξουμε ως ταπεινοί προσκυνητές στα χαριτόβρυτα λείψανά τον που αποτελούν πηγή ευλογίας και ιάσεων.
,

Τρίτη, 8 Νοεμβρίου 2011

Πώς να καταπολεμήσουμε τα πάθη μας ...

...

Η κατάργηση των παθών μας ας γίνεται με τον εξής τρόπο:
Με την εγκράτεια καταργείται η γαστριμαργία.
Με τον θείο πόθο και την επιθυμία των μελλόντων αγαθών καταργείται η πορνεία.
Με την συμπάθεια προς τους φτωχούς καταργείται η φιλαργυρία.
Με την αγάπη και την καλοσύνη προς όλους καταργείται η οργή.
Με την πνευματική χαρά καταργείται η κοσμική λύπη.
Με την υπομονή, την καρτερία και την ευχαριστία προς τον Θεό καταργείται η ακηδία.
Με την κρυφή εργασία των αρετών και την συνεχή προσευχή με συντριβή καρδιάς, καταργείται η κενοδοξία.
Με το να μην κρίνει κανείς τον άλλο, ή να τον εξευτελίζει, όπως έκανε ο αλαζόνας Φαρισαίος, αλλά να νομίζει τον εαυτό του τελευταίο από όλους καταργείται η υπερηφάνεια.

Έτσι λοιπόν αφού ελευθερωθεί ο νους από τα παραπάνω πάθη και ανυψωθεί στο Θεό, ζει από εδώ τη μακάρια ζωή και δέχεται τον αρραβώνα του Αγίου Πνεύματος. Και όταν φύγει από εδώ, έχοντας απάθεια και αληθινή γνώση, στέκεται μπροστά στο φως της Αγίας Τριάδος, και καταφωτίζεται μαζί με τους αγίους αγγέλους στους απέραντους αιώνες.

Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός



,

Δευτέρα, 7 Νοεμβρίου 2011

Η αντιμετώπιση των ασθενειών

...

Όλα δίνονται από το Θεό. Και όλα δίνονται για τη σωτηρία μας. Μ’ αυτή τη σκέψη να δεχθείς κι εσύ την ασθένειά σου, ευχαριστώντας το Θεό, που φροντί­ζει για τη σωτηρία σου. Τώρα, το πως συντελεί στη σωτηρία μας οτιδήποτε παραχωρεί ό Κύριος, μόνο Εκείνος το γνωρίζει. Εμείς συνήθως δεν μπορούμε να το αντιληφθούμε. Στέλνει λ.χ. μια συμφορά άλλοτε για να μας παιδαγωγήσει, άλλοτε για να μας αφυπνί­σει πνευματικά, άλλοτε για να μας γλυτώσει από ενα μεγαλύτερο κακό, άλλοτε για να μας αυξήσει τον ουράνιο μισθό, άλλοτε για να μας απαλλάξει από κά­ποιο πάθος κ.ο.κ. Εσύ, λοιπόν, ν’ αναλογίζεσαι τις αμαρτίες σου και να λες: «Δόξα σ’ Εσένα, Κύριε, που με τιμωρείς δίκαια!». Να συλλογίζεσαι ότι πρωτύτερα είχες ξεχάσει το Θεό και να λές: «Δόξα σ’ Εσένα, Κύ­ριε, που μου έδωσες αφορμή και γνώση για να Σε θυμάμαι συχνά!». Να σκέφτεσαι οτι, αν ήσουν υγιής, πιθανότατα δεν θα έκανες το καλό, και να λές: «Δόξα σ’ Εσένα, Κύριε, που μ’ εμπόδισες από την αμαρ­τία!». Αν αντιμετωπίζεις μ’ αυτόν τον τρόπο και μ’ αυτές τις σκέψεις την ασθένεια σου, το φορτίο σου θα γίνει πολύ ελαφρό.

Από το άλλο μέρος, μολονότι οι ασθένειες παρα­χωρούνται από το Θεό, η φροντίδα για τη θεραπεία δεν είναι αμαρτία. Γιατί τόσο η ιατρική επιστήμη όσο και τα φάρμακα είναι δώρα κι αυτά του Θεού στο ανθρώπινο γένος. Καταφεύγοντας, λοιπόν, στους για­τρούς, πάλι στο Θεό καταφεύγουμε.

Μέσ’ από την αρρώστια ας μαθαίνουμε και ας απο­κτούμε την ταπείνωση, την υπομονή, τη γενναιοψυχία, το αίσθημα της ευγνωμοσύνης προς το Θεό. Αν­θρώπινη, βέβαια, είναι η ανυπομονησία, η λιποψυχία. Μόλις, όμως, εμφανιστεί, πρέπει να τη διώχνουμε. Όλες οι δύσκολες καταστάσεις έχουν ένα βάρος, αυτό που πρέπει να σηκώσουμε, αυτό που πρέπει να υπο­μείνουμε. Χωρίς βάρος, δεν μπορούμε να μιλάμε για υπομονή. Πάντως, η επιθυμία απαλλαγής από το βά­ρος δεν είναι έφάμαρτη. Είναι φυσική ανάγκη της ψυχής. Αμαρτία διαπράττουμε, όταν, από τη φυσική αυτή ανάγκη, οδηγούμαστε στην αδημονία και το γογγυσμό. Αν νιώσεις μέσα σου κάτι τέτοιο, απομάκρυνε το αμέσως, ευχαριστώντας το Θεό.

Αν αρρωστήσατε από υπαιτιότητα σας, μετανοήστε ενώπιον του Θεού και ζητήστε Του συγχώρηση, επειδή δεν φυλάξατε το δώρο της υγείας, το δώρο που Εκείνος σας πρόσφερε. Αν πάλι η αρρώστια σας παραχωρήθηκε από τον Κύριο -γιατί τυχαία τίποτα δεν γίνεται-, ευχαριστήστε Τον εγκάρδια. Και η αρρώ­στια, βλέπετε, είναι θείο δώρο, γιατί ταπεινώνει, μα­λακώνει την ψυχή και απαλλάσσει άπό τις πολλές μέ­ριμνες.

Πώς να προσευχόμαστε, όταν είμαστε άρρωστοι;

Δεν αμαρτάνουμε, όταν ζητάμε άπό το Θεό να μας θεραπεύσει. Κάθε φορά πού το ζητάμε, όμως, ας προ­σθέτουμε και τη φράση: «άν είναι θέλημα Σου, Κύ­ριε!». Όταν υποτασσόμαστε ολοκληρωτικά στο θείο θέλημα και δεχόμαστε το καθετί ώς θεία ευεργεσία, τότε και ή ψυχή μας παραμένει ειρηνική και ό Θεός γί­νεται πιο ελεητικός απέναντι μας. Έτσι μας χαρίζει είτε την υγεία είτε, τουλάχιστον, παρηγοριά και πα­ράκληση μέσα στον πόνο.

( Οσίου Θεοφάνους του Εγκλείστου, «Χειραγωγία στην πνευματική ζωή», Ι. Μ. Παρακλήτου, Έκδ. ε΄.)

Σάββατο, 5 Νοεμβρίου 2011

Κυπρίων Ικεσία !

....

Γονυπετείς ικετεύομεν
ίνα ελεήση Κύριος ο Θεός ημών
την νήσον ταύτην
και αιρετιεί αυτήν
και διαχυθήσονται αι πόλεις ταύτης εν αγαθοίς.

Κύριε Παντοκράτωρ
έως τίνος ου μη ελεήσης την νήσον ταύτην.

Επίστρεψον Πανάγαθε
επί την νήσον ταύτην εν οικτιρμώ
και ο οίκος σου οικοδομηθήσεται εν αυτή.
,


(Από την ποιητική Συλλογή “Ασπελία”)

του Βασίλη Χαραλάμπους

,

Πέμπτη, 3 Νοεμβρίου 2011

Οι κίνδυνοι της κατάκρισης

...

Σήμερα ο άνθρωπος έχει μάθει πολύ εύκολα να κατακρίνει τον πλησίον του και ευρίσκει πολύ χρόνο για κακολογία και συκοφαντία χωρίς να ερευνά τον εαυτό του για να γνωρίσει τις αδυναμίες και τα πάθη του. Μέσα στα πατερικά και ασκητικά κείμενα που είναι εμποτισμένα με τη σοφία των μεγάλων γερόντων φαίνεται πόσο μεγάλο αμάρτημα είναι η κατάκριση. Ως βαθείς γνώστες της ανθρώπινης ψυχής γνωρίζουν τα αίτια και τα αποτελέσματα αυτής και πόσο απομακρύνουν τον άνθρωπο από τις αρετές και από τον Θεό.

“Κατάκριση είναι να πεις, ότι π.χ. ο τάδε είναι ψεύτης ή θυμώδης ή πόρνος. Στην περίπτωση αυτή κατέκρινες αυτή την ίδια τη διάθεση της ψυχής του και έτσι έβγαλες απόφαση για όλη τη συμπεριφορά του και τη ζωή του. Λέγοντας λοιπόν, ότι αυτός είναι τέτοιος, τον καταδίκασες ως τέτοιον.”1

Η κατάκριση έχει άμεση σχέση με την καταλαλιά.

Κάποιος ρώτησε τον μεγάλο γέροντα Βαρσανούφιο:

“Πες μου πάτερ, βλέπω κάποιον να κάνει κάτι και εγώ το διηγούμαι σε έναν τρίτο. Λέγω από μέσα μου ότι δεν τον κατακρίνω, αλλά ότι μόνο το κουβεντιάζω. Μήπως όμως η πράξη αυτή μέσα στο μυαλό μου είναι καταλαλιά;”

Και η απάντηση:

“Αν το κίνητρο της κουβέντας σου είναι εμπαθές, τότε είναι καταλαλιά. Αν το κάνεις χωρίς πάθος, δεν είναι καταλαλιά, αλλά γίνεται για να μη μεγαλώσει το κακό”.2

Ο Άγιος Ισαάκ ο Σύρος ζητά, όχι μόνο να μην κατακρίνουμε τους άλλους αλλά και να σκεπάζουμε τα αμαρτήματα αυτών.

“Γίνε κοινωνός στα παθήματα όλων, αλλά στάσου με το σώμα σου μακριά από όλους. Κανένα να μη ελέγχεις και κανένα να μη κατηγορείς για τη συμπεριφορά του, ούτε και τον πιο κακό. Άπλωσε τον χιτώνα σου πάνω σ[ αυτόν που έφταιξε, και σκέπασέ τον. Κι αν δεν μπορείς να φορτωθείς επάνω σου το φταίξιμό του και να δεχτείς για λόγου του την τιμωρία και την ντροπή, τουλάχιστον δείξε υπομονή και μη τον περιφρονήσεις.”3 “Σκέπασε αυτόν που φταίει, όταν βέβαια δεν πρόκειται να σε ζημιώσει. Με τον τρόπο αυτό του δίνεις θάρρος, αλλά και συ κρατάς το έλεος του Θεού.”4

Πολλές φορές βλέπουμε ένα αμάρτημα και εύκολα το κατακρίνουμε αλλά η θέση διαφόρων ασκητών είναι διαφορετική και φερόντουσαν με αγάπη.

“Κάποιοι από τους πατέρες ρώτησαν τον αββά Ποιμένα: αν δούμε ένα αδελφό να αμαρτάνει, θέλεις να του κάνουμε παρατηρήσεις; και ο γέροντας απάντησε: Εγώ μέχρι τώρα, αν κάποιος λόγος με αναγκάζει να περάσω από κείνο το μέρος και δω τον αδελφό να αμαρτάνει, τον προσπερνώ και δεν τον ελέγχω.”5

Το γεροντικό αναφέρει ότι: “Ένας από τους πατέρες, βλέποντας κάποιον να αμαρτάνει, έκλαψε πικρά και είπε: Αυτός σήμερα, εγώ αύριο.”6

Για τον αββά Μωσή αναφέρουν το παρακάτω γεγονός: “Κάποιος έπεσε σε ένα αμάρτημα με τη σκέψη του. Αργότερα, όταν έγινε η σύναξη των μοναχών για το θέμα αυτό, έστειλαν να φωνάξουν τον αββά Μωσή, αλλά αυτός δεν ήθελε να πάει. Τότε ο πρεσβύτερος έστειλε κάποιον να του πει: Έλα, γιατί ο λαός σε περιμένει. Τότε ο γέροντας επήρε ένα παλιό καλάθι, το γέμισε με άμμο και τράβηξε για τη σύναξη. Καθώς βγήκαν όλοι να τον προϋπαντήσουν, τον ρώτησαν: Γιατί, πάτερ, κουβαλάς αυτό το καλάθι; Κι ο γέροντας απάντησε: οι αμαρτίες μου πέφτουν, όπως και η άμμος από πίσω μου και δεν τις βλέπω. Τι γυρεύω, λοιπόν, εδώ για να κρίνω αμαρτήματα άλλου; Οι αδελφοί που άκουσαν τα λόγια του όχι μόνο δεν είπαν τίποτα στον αδελφό που αμάρτησε αλλά και τον συγχώρησαν.”7

Οι Άγιοι είχαν συναίσθηση της αμαρτωλότητάς των και γνώριζαν το βάρος της κατάκρισης και θεωρούσαν αυτήν βαρύ αμάρτημα. Ο Άγιος Δωρόθεος Γάζης λέγει: “Είδες πόσο βαρύ αμάρτημα είναι το να κρίνει κανείς τον διπλανό του; Υπάρχει βαρύτερο απ΄ αυτό; Υπάρχει άλλο που μισεί και απεχθάνεται ο Θεός περισσότερο; σύμφωνα με αυτά που είπαν οι πατέρες, ότι δεν υπάρχει χειρότερο αμάρτημα από το να κρίνει κανείς;”8 Και παρακάτω: “Τίποτα άλλο δεν οργίζει τον Θεό περισσότερο• όσο το να καταλαλεί κανείς ή να κατακρίνει ή να εξευτελίζει τον πλησίον.”9

Ο όσιος Αντίοχος της μονής του Αγίου Σάββα γράφει: “Η κατάκριση είναι το χειρότερο από όλα.”10

Ο ίδιος εισδύοντας στη βλάβη που δημιουργεί στη ψυχή του ανθρώπου γράφει: “Αυτός που καταλαλεί ζημιώνει και τον εαυτό του και αυτούς που τον ακούνε. Με την καταλαλιά θέλει να δημιουργήσει σύγχυση και σε άλλους, έτσι που τους κάνει να μετάσχουν στη δική του ανοησία. Με τον τρόπο αυτό σωριάζει πάνω του διπλό χρέος αμαρτίας και γίνεται υπεύθυνος τόσο για τον εαυτό του, όσο και γι΄ αυτούς που πιστεύουν στα λεγόμενά του.”11

Η καταλαλιά αποξενώνει τον άνθρωπο από τον Θεό και “τίποτα άλλο δεν γυμνώνει τον άνθρωπο και δεν τον οδηγεί στην εγκατάλειψη όσο η καταλαλιά ή η κατάκριση ή ο εξευτελισμός του αδελφού.”12

Η κατάκριση αφανίζεται μόνο με την ταπείνωση, όπως τονίζει ο Ησαΐας ο Θηβαίος χαρακτηριστικά: “Είπε για την ταπεινοφροσύνη, ότι δεν έχει γλώσσα να κατηγορήσει κανένα για αμέλεια ή να μιλήσει σε άλλον περιφρονητικά. Ο ταπεινός δεν έχει μάτια να προσέξει τα ελαττώματα ενός τρίτου, ούτε αυτιά για να ακούσει όσα δεν ωφελούν την ψυχή, ούτε τέλος έχει παραμικρή διαφορά με κανένα. Τίποτα άλλο δεν φροντίζει από το να σκέπτεται τις αμαρτίες του. Προς όλους τους ανθρώπους είναι ειρηνικός, σύμφωνα με την εντολή του Θεού και όχι από λόγους ανθρώπινης φιλίας. Αν κάποιος νηστεύει, τρώγοντας μόνο μια φορά την εβδομάδα, και δίνεται σε μεγάλους ασκητικούς αγώνες, έξω όμως από τον παραπάνω τρόπο ζωής, όλοι του οι κόποι πάνε χαμένοι.”13

Πολλές φορές να θεωρούμε το αμάρτημα του πλησίον μας δικό μας, για να ταπεινωνόμαστε ειλικρινά, όπως συμπεριφέρθηκε ο αββάς Βησσαρίων.”Κάποτε ο πρεσβύτερος ενός κοινοβίου έδιωχνε από την εκκλησία έναν αδελφό, που έπεσε σε κάποιο αμάρτημα. Τότε ο αββάς Βησσαρίων σηκώθηκε και βγήκε μαζί με τον τιμωρημένο αδελφό, λέγοντας: κι εγώ είμαι αμαρτωλός.”14

Η κατάκριση είναι καταδίκη του πλησίον μας χωρίς να νιώθουμε αγάπη και ευσπλαχνία για τον αδεφλό μας, αποκόβοντάς τον από το σώμα της εκκλησίας, όπως ο όσιος Δωρόθεος γράφει: “Και εμείς αδελφοί μου, πρέπει να αποχτήσουμε αγάπη και ευσπλαχνία για τον διπλανό μας, ώστε να μπορέσουμε να φυλακτούμε από τη φοβερή καταλαλιά ή από την κατάκριση και τον εξευτελισμό των άλλων. Να βοηθούμαστε αναμεταξύ μας, ωσάν ο ένας να είναι μέλος του άλλου. Ποιος είναι εκείνος, που όταν έχει κάποιο τραύμα στο χέρι ή στο πόδι ή σ[ ένα από τα μέλη του, αηδιάζει τον εαυτό του, ή κόβει το μέλος του, έστω κι αν δημιουργηθεί σήψη; Αντίθετα μάλιστα το καθαρίζει, το πλένει, του βάζει φάρμακα, το σταυρώνει, το ραντίζει με αγίασμα, προσεύχεται και παρακαλεί τους αγίους να προσευχηθούν γι΄ αυτόν• Με λίγα λόγια δεν εγκαταλείπει το μέλος του, ούτε αποστρέφεται τη δυσωδία του, αλλά κάνει τα πάντα για να το κάνει καλά.”15

Η κρίση μας για τους άλλους είναι εύκολη χωρίς ενδοιασμούς, χωρίς να σκεφτόμαστε σε τι κινδύνους πνευματικούς πέφτει η ψυχή μας. Ο Άγιος Ιωάννης ο Ελεήμονας τονίζει: “Μην έχετε τόσο εύκολη τη γλώσσα σας για να πείτε κάτι εναντίον άλλου, γιατί κινδυνεύετε να πέσετε σε δύο κακά. Το πρώτο είναι να κρίνετε πριν από την ώρα που ορίστηκε για την κρίση, και να γίνετε έτσι παραβάτες της εντολής. Το δεύτερο είναι ότι, ενώ δεν ξέρετε τι έχει στο μεταξύ μεσολαβήσει, γίνεστε με πολλή ευκολία κριτές άλλου.”16

Συνήθως κρίνουμε τους άλλους χωρίς να γνωρίζουμε τον εσωτερικό τους αγώνα, και τι προηγήθηκε πριν το αμάρτημά τους. Ο Άγιος Κασσιανός γράφει: “Το να κρίνουμε τους άλλους, είναι επικίνδυνο και για έναν πρόσθετο λόγο. Επειδή δεν ξέρουμε την ανάγκη ή την αιτία που τους σπρώχνει να κάνουν αυτό που μας ενοχλεί και που στα μάτια του Θεού μπορεί να είναι καλό ή και να συγχωρείται, γινόμαστε αυστηροί κριτές. Έτσι όμως πέφτουμε σε βαρύ αμάρτημα γιατί νιώθουμε γι΄ αυτούς συναισθήματα, που δεν ταιριάζουν.”17

Όταν ο άνθρωπος συνηθίζει να κατακρίνει τον πλησίον του, πέφτει και σε άλλα αμαρτήματα και γίνεται πρόξενος άσχημων καταστάσεων. Ο Άγιος Ιωάννης της Κλίμακος γράφει: “Οι διάφορες πτώσεις στους αρχαρίους έχουν συνήθως σαν αφορμή την απόλαυσή τους, χωρίς απ΄ αυτό να εξαιρέσουμε και τους αρχαρίους, αφορμή είναι η υπερηφάνεια. Σε αυτούς όμως που πλησιάζουν την τελειότητα, η αφορμή για τη πτώση δημιουργείται μόνο και μόνο από την κατάκριση του πλησίον.”18

Για το πόσο άσχημο είναι να κοροϊδεύεις ή να εξευτελίζεις κάποιον από κάποιο παράπτωμά του, ο αββάς Ησαΐας γράφει: “Είπε πάλι, αν δεις κανένα να πέφτει σε κάποιο παράπτωμα, μην τον κοροϊδεψεις, ούτε πάλι να τον εξευτελίσεις με το να ειρωνεύεσαι ή να λες απερίσκεπτα, αυτά που δεν πρέπει. Αν εσύ, που έχεις γνώση και είσαι μορφωμένος, καταγελάς και κατακρίνεις τον απλό άνθρωπο, θα έρθει και για σένα η σειρά που θα γίνεις αντικείμενο καταλαλιάς και κατάκρισης, όχι μόνο από σοφούς και γραμματισμένους, αλλά και από απλούς ανθρώπους και γυναίκες και παιδιά. Θα επαληθεύσει και σε σένα το ρητό “ο δ[ {αν σπείρη {ανθρωπος το~υτο καί θερίσει” (Γαλ. 6,7)19

Ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής, θεωρεί εκείνον που κατακρίνει ότι δεν είναι άνθρωπος της μετανοίας, γιατί δεν ερευνά ώστε να ανακαλύψει τις δικές του αμαρτίες και του αρέσει να περιεργάζεται των άλλων τις αμαρτίες. “Εκείνος που περιεργάζεται τις αμαρτίες των άλλων ή κρίνει τον αδελφό του από υποψίες του, αυτός δεν έλαβε ακόμη αρχή μετανοίας, αλλά ούτε ερευνά να ανακλύψει τις αμαρτίες του, που είναι βαρύτερες στην πραγματικότητα από το βάρος του μολύβδινου όγκου, αλλά και δεν έμαθε από τι γίνεται ο άνθρωπος “βαρυκάρδιος, [αγαπ~ων ματαιότητα καί ζητ~ων ψε~υδος” (Ψαλμός 81, 5). Διά τούτο διαπορεύεται σαν άφρων στο σκοτάδι, αφήσας τις αμαρτίες του, φαντάζεται τις αμαρτίες των άλλων ή πραγματικές ή νομιζόμενες εξ υπονοίας” (εκατοντάς τρίτη περί αγάπης, παρ. 55). Επίσης αναφέρει τον τρόπο πως να αποφεύγουμε αυτό το πάθος. “Μη προσφέρεσαι ν΄ ακούς τους λόγους του κατάλαλου, ούτε να ομιλείς προς εκείνο που από εμπάθεια κατηγορεί τους πάντες. Ούτε να ομιλείς, ούτε να ακούς με πάθος κατά του πλησίον, για να μην εκπέσεις από τη θεία αγάπη και έτσι αλλοτριωθείς από την αιώνια ζωή” (εκατοντάς Α΄, παρ. 5 . Παρακάτω, τονίζει ότι ο τοιούτος άνθρωπος απομακρύνεται από την οδό της ειρήνης και χάνει τη χάρη του Θεού. “Μην ανέχεσαι τις υπόνοιές σου ή καταγγελίες από ανθρώπους για σκάνδαλα ορισμένων αδελφών. Γιατί εκείνοι που δέχονται ευχαρίστως να ακούν τα διάφορα σκάνδαλα αδελφών, που γίνονται με την προαίρεσή τους ή παρά την προαίρεσή τους, δεν γνωρίζουν την οδόν της ειρήνης, η οποία δια της αγάπης φέρνει στη γνώση του Θεού τους εραστές της θείας γνώσης” (εκατοντάς Α΄, παρ. 69).

Μέχρι τώρα οι αββάδες ετόνισαν πόσο ολέθριο κακό είναι η κατάκριση και πως ο Θεός απομακρύνεται από ανθρώπους που έχουν τη συνήθεια της κατάκρισης και της καταλαλιάς. Αλλά ζώντας ο άνθρωπος μέσα στον κόσμο είναι αναγκασμένος να κρίνει και να παίρνει αποφάσεις για τις σχέσεις του με τον κόσμο και τον πλησίον του. Οι Άγιοι ήταν πάντοτε προσεκτικοί για την κρίση κάποιου θέματος ή προσώπου χωρίς να ξεχνούν τις εντολές του Θεού. Δηλαδή, “μή κρίνετε ινα μή κριθ~ητε• [εν #?ω γάρ κρίματι κρίνετε κριθήσεσθε, καί [εν #?ω μέτρ?ω μετρε~ιτε μετρηθήσεται ]υμ~ιν” (Ματθ. ζ, 1), καί “τήν δικαίαν κρίσιν κρίνειν”. Πολλές φορές βρισκόμαστε στο δίλημμα αν η κρίση μας είναι δικαία και γίνεται χωρίς πάθος, όπου παρασυρώμεθα σε άλλα αμαρτήματα. Είναι ανάγκη να εξετάσουμε πότε επιτρέπεται η κρίση και πότε όχι. Ο Μέγας Βασίλειος τονίζει, να κρίνουμε τον πλησίον μας όταν δεν τηρεί το θέλημα του Θεού και όταν δεν έχουμε πέσει στα ίδια σφάλματα με αυτόν, γιατί ο Κύριος λέγει “{εκβαλε πρ~ωτον τήν δοκόν [εκ το~υ [οφθαλμο~υ σου, καί τότε διαβλέψεις, [εκβαλε~ιν τό κάρφος [εκ το~υ [οφθαλμο~υ το~υ [αδελφο~υ σου”20

Σε άλλο του λόγου αναφέρει άλλες δύο περιπτώσεις για το πότε να διατυπώνουμε την κρίση μας. Η πρώτη, όταν γνωρίζει το αμάρτημα του αδελφού του, να το συζητεί με ανθρώπους που έχουν διάκριση, για να τον βοηθήσει να διορθωθεί απ΄ το παράπτωμά του. Σε αυτή την περίπτωση χρειάζεται να γνωρίζουμε τον άνθρωπο που έχει δικαίαν κρίση και η γνώμη του είναι σεβαστή από πολλούς. Η δεύτερη, όταν πρόκειται να βοηθήσουμε κάποιον αδελφό που έχει παρασυρθεί στο κακό από κακή συναναστροφή, είναι ανάγκη να τον προφυλάξουμε από αυτή, κρίνοντας τις σχέσεις του με τέτοιους ανθρώπους που τον καταστρέφουν ηθικά. Είναι δική μας αμαρτία, το να αδιαφορήσουμε για τον κίνδυνο που διατρέχει ηθικά.21

Ο Μέγας Βασίλειος αναφέρει άλλη μία περίπτωση δογματικού περιεχομένου σε κείμενα πίστης. Σε αυτή την περίπτωση, είναι ανάγκη να ασχολούνται άτομα με θεολογική γνώση, και ο κρίνων να έχει την ίδια μόρφωση με τον κρινόμενο για να αποφευχθεί κάθε λαθεμένη κρίση, και να έχει πνεύμα διάκρισης και σοφίας.22

Όλα αυτά μας διδάσκουν να είμαστε προσεκτικοί στην κρίση μας, ελέγχοντας τα κίνητρα ενός γεγονότος και αποφεύγοντας να κρίνουμε εύκολα. Ο ίδιος ο Κύριός μας λέγει: “Εγώ ο[υ κρίνω ο[υδένα” (Ιωάν. η΄15). Και οι Άγιοι ήσαν πολύ επιφυλακτικοί σε αυτό το θέμα, και μας δίδαξαν να ελέγχουμε τον εαυτό μας και την κρίση μας.

Κατά την γνώμη των ασκητών, η διόρθωση από το πάθος της κατάκρισης και καταλαλιάς γίνεται με την απομάκρυνση από τους κατάλαλους γιατί προφυλασσώμεθα να μην παρασυρθούμε σε αυτό το πάθος. Ο Άγιος Ισαάκ ο Σύρος γράφει: “Αν αγαπάς την καθαρότητα, με τη βοήθεια της οποίας βλέπει κανείς τον Δεσπότη του σύμπαντος, να μην καταλαλείς, αλλά ούτε να ακούσεις κανένα, που να καταλαλεί τον αδελφό. Κι αν κάποιοι τσακώνονται μπροστά σου, κλείσε τα αυτιά σου και φεύγα από κει, για να μην ακούσεις λόγια οργής και πεθάνει η ψυχή σου.”23

Ο Άγιος Ιωάννης της Κλίμακος είναι πιο αυστηρός: “Ποτέ να μη ντραπείς αυτόν που σου καταλαλεί τον πλησίον του. Αντίθετα μάλιστα να του λες, πάψε αδελφέ. Τα παραπτώματα που κάνω καθημερινά είναι χειρότερα από αυτά. Πώς λοιπόν μπορώ εγώ να τον κατακρίνω;”24

Άλλος τρόπος είναι να προσέχουμε τον εαυτό μας σε κάθε τι, να μην πέφτουμε σε αμαρτίες. Ο Άγιος Δωρόθεος λέγει: “Όσοι θέλουν να σωθούν δεν προσέχουν ούτε ένα ελάττωμα του διπλανού τους αλλά κοιτούν τα δικά τους και έτσι προοδεύουν.”25 Ο ίδιος τονίζει, ότι το χειρότερο είναι να κατακρίνουμε τον πλησίον μας γιατί ο άνθρωπος ξεχνά τις δικές του αμαρτίες και ασχολείται με τον πλησίον του, που τον ωθεί στην κατάκριση, στην καταλαλιά και στον εξευτελισμό του άλλου.26

Όπως έχουμε τονίσει το βασικό αίτιο αυτού του πάθους είναι η υπερηφάνεια αλλά και όλων των παθών. Η καταπολέμηση αυτών είναι η αγία αρετή της ταπείνωσης. Η ταπείνωση είναι το φάρμακο που θεραπεύει όλα τα πάθη και ιδίως την κατάκριση, που τόσο ύπουλα εισδύει στο λογισμό του ανθρώπου μέχρι να φθάσει στο έργο. Ο Ευάγριος του Πόντου, γράφει: “Αν ο άνθρωπος από όλα δεν ταπεινώνεται, δεν μπορεί να επιτύχει στην άσκηση, γιατί περιφρονεί τη χάρη και ότι πετυχαίνει το θεωρεί σαν δικό του κατόρθωμα.”27

Ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής, λέγει: “Ταπεινοφροσύνη είναι η συνεχής προσευχή με δάκρυα και ασκητική προσπάθεια. Η ταπεινοφροσύνη, επειδή πάντοτε επικαλείται τον Θεό σε βοήθεια, δεν αφήνεται να πιστεύει αφρόνως στη δύναμη και τη σοφία της, αλλά ούτε να ταπεινώνει τους άλλους, γιατί αυτά είναι δυσίατα νοσήματα του πάθους της υπερηφανείας.” (εκατοντάς τρίτη, περί αγάπης, παρ. 86). Ένας άλλος τρόπος είναι για τους προχωρημένους στην πνευματική άσκηση είναι η προσευχή. Η οσία Θεοδώρα λέγει: “Να μη περιγελάσεις την πτώση του διπλανού σου, αλλά να κλάψεις και να παρηγορηθείς. Αν ακούς μερικούς να ζουν άσχημα, να προσεύχεσαι γι΄ αυτούς.”28

Συμπερασματικά όλων των παραπάνω λόγων των αγίων πατέρων και αββάδων, πρέπει να τονίσουμε ότι αν συνεχώς έχουμε στη μνήμη μας τα λόγια τους, δύσκολα θα πέφτουμε σε αμαρτήματα και δεν θα αμελούσαμε τον εαυτό μας να παρασύρεται σε πάθη που καταστρέφουν την ψυχή μας.

Ως επίλογο θα αναφέρουμε ένα κείμενο του οσίου Ισιδώρου του Πηλουσιώτη: “Μου κάνει πραγματικά μεγάλη εντύπωση, ότι ενώ για τις αταξίες και τα αμαρτήματα των άλλων γινόμαστε ανάλγητοι δικαστές, παραβλέπουμε τα δικά μας παραπτώματα, που συχνά χρειάζονται μεγαλύτερη συγχώρηση. Για τα δικά μας αμαρτήματα είμαστε τυφλοί, για των διπλανών μας όμως, έχουμε οξυτάτη όραση. Το αντίθετο ωστόσο συμβαίνει με τα κατορθώματα. Τα δικά μας, έστω κι αν είναι μικρά και δεύτερα, φαίνονται μεγάλα. Των διπλανών μας, έστω κι αν είναι μεγάλα και θαυμαστά, τα νομίζουμε μικρά και τιποτένια.”29

του πατρός Δαμιανού Ζαφείρη


Βιβλιογραφία :
1 Δωροθέου Γάζης, Διδασκαλίαι διάφοροι προς τους εαυτούς μαθητάς ΣΤ, 70, σελίς 270.

2 “Βαρσανουφίου και Ιωάννου επιστολαί”, Νικοδήμου Αγιορείτου, σελίς 292α.

3 Ισαάκ του Σύρου, Λόγος Νη, σελίς 239.

4 Ισαάκ του Σύρου, Λόγος Νη, σελίς 128.

5 Αποφθέγματα πατέρων, αββάς Ποιμήν, MIGNE PG 65,352Α.

6 Ανέκδοτο γεροντικό, βλ. υποσ. 31,φ.47ν.

7 Ανέκδοτο γεροντικό, βλ. υποσ. 31,φ.65ν.

8 Δωροθέου Γάζης, Διάφοροι διδασκαλίαι προς τους εαυτού μαθητάς Στ, 69, σελίς 268.

9 Δωροθέου Γάζης, Διάφοροι διδασκαλίαι προς τους εαυτού μαθητάς Στ, 69, σελίς 270.

10 Αντιόχου Μονής Σάββα, Λόγος ΜΘ / MIGNE PG 89,1585 A.

11 Αντιόχου Μονής Σάββα, Λόγος ΜΘ / MIGNE PG 89,1529 C.

12 Δωροθέου Γάζης, Διδασκαλίαι προς τους εαυτού μαθητάς Στ, 69, σελίς 270.

13 Ησαΐου, Λόγοι Η, Ζ σελίς 76.

14 Αποφθέγματα Πατέρων, Βησσαρίων ζ΄ MIGNE PG 65, 141 B.

15 Δωροθέου Γάζης, Διδασκαλίαι προς τους εαυτού μαθητάς Στ, 77, σελίς 282.

16 Συμεών Μεταφραστού, βίος Ιωάννου Αλεξανδρείας του Ελεήμονος, ΞΗ-ΞΘ, MIGNE PG 14, 953C-956C.

17 Ιωάννου Κασσιανού, DE INSTITYTIS V,30,4, σελίς 239-241.

18 Ιωάννου της Κλίμακος, Λόγοι ΙΕ, σελίς 87β.

19 Ησαΐου, Αποσπάσματα Λόγων, σελίς 196.

20 ΒΕΠΕΣ ΤΟΜ. 53, 295, 28.

21 ΒΕΠΕΣ 53, 241, 28.

22 ΒΕΠΕΣ 55, 236, 13.

23 Ισαάκ του Σύρου, Λόγοι ΜΓ, σελίς 176.

24 Ιωάννου της Κλίμακος, Λόγοι Ι, ζ΄.

25 Δωροθέου Γάζης, Διδασκαλίαι προς τους εαυτού μαθητάς ΣΤ, 70, σελίς 278.

26 Δωροθέου Γάζης, Διδασκαλίαι προς τους εαυτού μαθητάς ΣΤ, 69, σελίς 268.

27 Ευαγρίου Ποντίου, Περί Ταπεινώσεως, σελίς 147.

28 Συμεών του Μεταφραστού, Σεπτέμβριος, βίος Θεοδώρας της εν Αλεξανδρεία ΙΖ, MIGNE PG IIR, 685C.

29 Ισιδώρου Πηλουσιώτου, επιστολή προς Αλύπιον V, MIGNE PG 78, 1473 C

Τετάρτη, 2 Νοεμβρίου 2011

Πως θα βγούμε από την κρίση – Αγιορείτης μοναχός Μωυσής

...

Είπα στον εαυτό μου να μην ασχοληθώ ξανά με το θέμα της οικονομικής κρίσης. Επειδή όμως η κατάσταση χειροτερεύει συνεχώς και τα δικαιολογημένα παράπονα θεριεύουν, θέλησα να μην τηρήσω τον λόγο μου. Δεν θα μεταφέρω γνωστά πικρά γεγονότα, ούτε θα γίνω εκτιμητής τους. Καθημερινά αναθεωρούνται πρόσφατες αποφάσεις, μεγαλώνουν τα προβλήματα και μεγαλώνει η κρίση. Άφωτα αδιέξοδα, τραγικά δράματα, εικόνες θλίψης, ντροπής και κατάντιας. Ανησυχία, αγωνία, χρεοκοπία, ανεργία, αβεβαιότητα και καχυποψία επικρατούν. Πρόκειται οπωσδήποτε για ελεεινό και αξιοδάκρυτο κατάντημα.

Ξαναχρειάζεται να ειπωθεί το σύνθημα περί αλλαγής δυνατά. Είναι μια ευκαιρία τώρα, που διαφορετικά δεν θα δινόταν, να ομολογήσουμε την ήττα μας, την αδυναμία, την αμαρτία μας. Με γενναιότητα να οδηγηθούμε στην απαραίτητη μετάνοια. Τώρα αμέσως, δεν υπάρχει χρόνος για απώλεια. Να παραδεχθούμε τους παρασυρμούς μας, ότι πήραμε τη ζωή μας λάθος, δεν θέσαμε υψηλούς στόχους, συμφωνήσαμε με την αδικία. Δυστυχώς η αναλήθεια, η αδιαφάνεια, η ανεντιμότητα, η αδιαφορία, η ασέβεια έλαβαν κυρίαρχη θέση στη ζωή μας. Είναι καιρός να σκύψουμε καλά μέσα μας, να παρατηρήσουμε αυστηρά τον εαυτό μας, να μεταποιήσουμε τα πάθη μας. Είναι ύστατη ώρα, δεν υπάρχουν περιθώρια για αναβολές και καθυστερήσεις. Είμεθα υπεύθυνοι για τους εαυτούς μας. Ας αφήσουμε τώρα τους άλλους, ας δούμε πιο προσεκτικά τους όχι και τόσο γνωστούς εαυτούς μας.


Ήμασταν αρκετά συγκρατημένοι στη φιλανθρωπία μας, στη φιλαδελφία και τη φιλοθεία μας. Δεν αγκαλιάσαμε σφιχτά τον φτωχό, δεν πονέσαμε εκ βαθέων τον πονεμένο, δεν συντρέξαμε τόσο πρόθυμα στην ανάγκη του πλησίον. Δεν θέλουμε να δημιουργήσουμε ενοχές και να κατασκευάσουμε ενόχους. Θα πρέπει να παραδεχθούμε όλοι ότι μπορούσαμε αρκετά περισσότερα, που όμως για διάφορους λόγους δεν πράξαμε. Η παρούσα κρίση ίσως είναι μια καλή ευκαιρία να ξεμασκαρευτούμε, να γίνουμε πιο γνήσιοι, πιο ειλικρινείς, να μην κοροϊδεύουμε τον εαυτό μας. Να αφήσουμε λίγο τη βαθιά πολυθρόνα, να ανάψουμε έστω το κερί μας, να παρηγορήσουμε για να παρηγορηθούμε. Ας αφήσουμε την τηλεόραση λίγο, την οκνηρία και το βόλεμα. Ας σοβαρευτούμε. Λογικευτούμε, ανανήψουμε, ανασηκωθούμε και αρνηθούμε τη ρηχότητα.

Η ευημερία υποχωρεί. Η Ελλάδα συννεφιάζει. Η απόγνωση περιπαλεύει από σπίτι σε σπίτι. Σε λίγο θα έχουμε διακοπές ρεύματος. Η χώρα θα βυθιστεί στο σκοτάδι. Θα πουλούν και στους δρόμους κεριά. Καλό είναι το συμφέρον, αλλά η αξιοπρέπεια του Νεοέλληνα είναι πιο ζηλευτή. Η Ευρώπη θέλει να μας πνίξει; Η Ελλάδα χάνεται; Δεν θα αφήσουμε να χαθεί πνιγμένη. Θα επαναφέρουμε την ελληνορθόδοξη παράδοσή μας, τη γνώση της ιστορίας μας, σύνεση και σεμνότητα. Ήταν ιατροφιλόσοφοι άρτιοι, οι κληρικοί λόγιοι παπαδάσκαλοι, οι ευεργέτες αρχοντικοί.

Η σημερινή κρίση ξεθεμελιώνει τη νεοπλουτίστικη νοοτροπία, επαναφέρει αναγκαστικά την ολιγάρκεια, τη λιτότητα, τη γενναιότητα και την επιείκεια. Η εθνική υπερηφάνεια δεν είναι αμάρτημα, η οικουμενικότητα της ορθοδοξίας είναι πολύτιμο κόσμημα. Τον Έλληνα τον θίγει ο διασυρμός, η αναλήθεια, η απάτη, ο υποβιβασμός και το ξεγέλασμα. Περιφρονήθηκε, ειρωνεύτηκε και εξοβελίστηκε η ηθική και ιδού τα αποτελέσματα. Η αιδώς απορρίφθηκε στον κάλαθο των αχρήστων. Η όποια ευφυία, η εναπομείνασα ευγένεια, η πατροπαράδοτη αρχοντιά χρησιμοποιήθηκαν για δόλιους σκοπούς. Ιδιαίτερα για το ίδιον συμφέρον. Η μεταστροφή ήταν βίαιη, αγαπητή και σύντομη. Η παιδεία ποδοπατήθηκε. Οι αρχές, τα ιδανικά και οι θεσμοί χλευάστηκαν επανειλημμένα και επιμελημένα. Κάποιοι λίγοι αντέδρασαν, όχι τόσο ισχυρά, φοβούμενοι τον αντίλογο.

Επαναλαμβάνουμε πως δεν υπάρχει άλλη λύση από τη δημόσια παραδοχή, με κάθε ειλικρίνεια, τόλμη και ταπείνωση των πολλών λαθών μας. Όχι για να περάσει η μπόρα, αλλά για επάνοδο σε ένα τρόπο ζωής δίχως άγχος, φόβο, ανασφάλεια και νοσηρότητα. Η γνησιότητα είναι πλέον απαραίτητη. Κουραστήκαμε στις υποσχέσεις, τις αναλήθειες, τους ευτελισμούς. Ο παρανοϊκός αμετανόητος θέλει να συνεχίσει να εξουσιάζει για να κερδίζει τους καρπούς της παραζάλης του. Η ανατροπή της διαφθοράς άμεσα θα συντείνει σίγουρα στη θεραπεία της κυβερνητικής μηχανής. Η αγάπηση της αρετής θα οπλίσει δυναμικά τον Νεοέλληνα για την έξοδο από τη σοβαρή οικονομικά και όλη κρίση. Ετσι πιστεύουμε, φρονούμε, ελπίζουμε και ευχόμαστε.
,
Αγιορείτης μοναχός Μωυσής

,