Ιερός Ναός Αγίων Πάντων Μακεδονίτισσας

Ιερός Ναός Αγίων Πάντων Μακεδονίτισσας
Άγιοι του Θεού πρεσβεύετε υπέρ ημών !

Παρασκευή, 29 Μαΐου 2009

Ο όσιος Ιωάννης ο Ρώσος, ο ομολογητής και θαυματουργός

.

Βαρυφορτωμένο ξεκίνησε το πρωί της 10ης Σεπτεμβρίου 1924 το πλοίο «Βασίλειος Δεστούνης» από το λιμάνι της Μερσίνας της Μικράς Ασίας με προορισμό την Εύβοια. Δεν μετέφερε μόνο 800 πονεμένους ρακένδυτους Μικρασιάτες πρόσφυγες. Στο αμπάρι του το πλοίο έκρυβε πολύτιμο θησαυρό. Ήταν ξύλινη (από κυπαρίσσι) λάρνακα με το τίμιο ιερό σκήνωμα του 40χρονου οσίου Ιωάννου του Ρώσου.
Οι τουρκικές αρχές είχαν απαγορεύσει αυστηρά στους Χριστιανούς τη μεταφορά του αγίου από το Προκόπιο. Είχαν μάλιστα σφραγίσει τον ομώνυμο περικαλλή ιερό Ναό του. Αλλά ο πιστός σιδηρουργός του Προκοπίου με άδεια του ευλαβεστάτου ιερέως π. Χαραλάμπους Αβερκιάδη τη νύχτα της 9ης Σεπτεμβρίου τόλμησε και παραβίασε κρυφά τον ιερό Ναό. Και ο τολμηρός Έλληνας και πιστός Μικρασιάτης Παναγιώτης Παπαδόπουλος, που επρόκειτο την επομένη να ταξιδέψει για την Ελλάδα, ανέλαβε να περιτυλίξει με κιλίμια το ιερό Λείψανο. Και με κίνδυνο της ζωής του το πέρασε από το τουρκικό τελωνείο.
Τόσο μεγάλη ευσέβεια και πίστη είχαν οι αγαπημένοι μας Μικρασιάτες πρόσφυγες. Μπορεί να έφθασαν στην μητροπολιτική Ελλάδα μας πάμφτωχοι υλικά, αλλά μας έφεραν τον ζωντανό τους πλούτο της Ορθοδόξου Παραδόσεως και ζωής όχι μόνο με το ήθος και την αρχοντιά τους, αλλά και με τα πλούσια εκκλησιαστικά κειμήλια, τις περίπυστες άγιες εικόνες και προπαντός με τα θησαυρίσματα των ιερών Λειψάνων των Αγίων τους.
Έτσι η Εύβοια χάρις στην πίστη των ευσεβών Μικρασιατών του Προκοπίου της Ανατολής απέκτησε τον θησαυρό αυτό, δηλαδή το ιερό άφθορο Λείψανο του αγίου Ιωάννου του Ρώσου. Σήμερα ευρίσκεται μέσα σε ασημένια Λάρνακα στον ομώνυμο περίλαμπρο Ναό του στο χωριό Νέο Προκόπιο στα βόρεια της νήσου.
Ποιος όμως ήταν ο άγιος Ιωάννης ο Ρώσος;
Στην περιοχή της Ουκρανίας, σ’ ένα χωριό της Μικρορωσίας, εκεί όπου τα ήσυχα νερά του Δνείπερου ποταμού διασχίζουν και ποτίζουν τον μεγαλύτερο σιτοβολώνα του κόσμου, γεννήθηκε γύρω στο 1690 ο Ιωάννης. Οι γονείς του ήταν ευσεβείς, δίκαιοι και τίμιοι. Δίδαξαν στο παιδί τους από τη μικρή ηλικία τα ιερά γράμματα, την τέχνη της προσευχής και τον δρόμο της θυσίας και της αγάπης και προς τον Θεό και προς τους ανθρώπους. Ο Ιωάννης τα δεχόταν όλα με ευγνωμοσύνη. Τα εφάρμοζε με πιστότητα.
Την εποχή εκείνη τσάρος της Ρωσίας ήταν ο Μέγας Πέτρος, άνθρωπος πολεμοχαρής και σκληροτράχηλος. Ο Ιωάννης σε νόμιμη ηλικία κατετάγη στο ρωσικό στρατό. Έλαβε μέρος στον ατυχή ρωσοτουρκικό πόλεμο (1711), που διήρκεσε 7 χρόνια και είχε ως αποτέλεσμα χιλιάδες Ρώσοι στρατιώτες να συλληφθούν αιχμάλωτοι από τους Τατάρους. Ανάμεσα σ’ αυτούς ήταν και ο νέος τότε στρατιώτης Ιωάννης. Οι Τάταροι πούλησαν τον Ιωάννη σε κάποιον Τούρκο αξιωματικό του ιππικού, τον Ομέρ αγά από το Προκόπιο της Μικράς Ασίας, μια πόλη που ήταν κτισμένη σε υψόμετρο 1.200 μέτρων, 60 χιλιόμετρα έξω από την Καισάρεια της Καππαδοκίας.


Πολλοί τότε στρατιώτες αρνήθηκαν την ορθόδοξη πίστη τους πιεζόμενοι από τις απειλές των αλλόθρησκων Τούρκων. Μπροστά στα δώρα και τις υποσχέσεις των Αγαρηνών εκάμφθησαν. Αλλά ο γενναίος Ιωάννης παρέμεινε αλύγιστος στον ορθόδοξη πίστη του. Μέσα του βασίλευε η ευσέβεια και η βαθιά πεποίθηση ότι ο Θεός δεν θα τον εγκαταλείψει. Παραδίδει τη ζωή του στον Θεό με σύνθημά του: «Κύριος ποιμαίνει με, και ουδέν με υστερήσει» (Ψαλ. κβ΄ 1).
Προχωρεί γαλήνια, ατάραχα. Σηκώνει με υπομονή τον σταυρό του από τις ειρωνείες και τις περιφρονήσεις των άλλων που τον φώναζαν «κιαφίρη», δηλαδή άπιστο. Σταθερή είναι και η ομολογία του προς τον αγά του. «Είσαι αφέντης - του λέει - μόνο του σώματός μου, όχι όμως και της ψυχής μου. Είμαι πρόθυμος να υπακούω σε όλες τις διαταγές σου, εφ’ όσον με αφήσεις ελεύθερο στην πίστη μου. Διαφορετικά, εάν με πιέσεις να αλλαξοπιστήσω, ευχαρίστως σου παραδίδω την κεφαλή μου και όχι την πίστη μου. Χριστιανός γεννήθηκα, Χριστιανός θα αποθάνω. Τον Χριστό δεν πρόκειται να αρνηθώ».
Η σταθερή αυτή ομολογία του Ιωάννη συνδυασμένη πάντοτε με την εργατικότητα, την ταπεινοφροσύνη και την ευγενή συμπεριφορά του, τον έκαμαν πολύ συμπαθή στο σκληρό του αφεντικό.
Ο Ομέρ είχε αναθέσει στον Ιωάννη την ευθύνη του στάβλου του. Εκεί μέσα κάτω από ταπεινές συνθήκες, μέσα σε δυσοσμία και σε υγρό και σκοτεινό περιβάλλον ο Ιωάννης ο αιχμάλωτος και δούλος ζούσε αγία ζωή. Ήταν συνεπής και ακριβής όχι μόνο στα καθήκοντα της ευτελούς αυτής εργασίας αλλά και στα πνευματικά του καθήκοντα. Δοξολογούσε τον Θεό συνεχώς. Αναπολούσε τις ταπεινές συνθήκες κάτω από τις οποίες γεννήθηκε ο Κύριος στο σπήλαιο της Βηθλεέμ. Και Τον ευχαριστούσε, γιατί τον αξίωνε να ζει και αυτός σε τέτοιο περιβάλλον.
Σε κάποια γωνία του στάβλου ξάπλωνε ήσυχος και ειρηνικός για να ξεκουραστεί τις νύχτες. Αρκετές όμως νύχτες έφευγε. Πήγαινε στον γειτονικό αρχαίο ναό του Αγίου Γεωργίου, λαξευμένο σε βράχο, και εκεί όρθιος στον Νάρθηκα έκανε τις ακολουθίες του… Προσευχόταν με θέρμη μέσα στη νυχτερινή γαλήνη. Κάθε Σάββατο κοινωνούσε τα άχραντα Μυστήρια. Όλο και ελαμπρύνετο. Ένας ύμνος που τον εγκωμιάζει γράφει: «Καθαρός τῷ σώμματι καί τῇ ψυχῇ ὅλος γέγονας».
Το ζεύγος των αφεντικών του θαύμαζε όλο και περισσότερο τη βιωτή του απλού και ταπεινού αυτού δούλου. Του προσέφεραν λοιπόν ένα μικρό δωμάτιο για να ζει πιο άνετα. Ο Όσιος όμως ευγενικά το αρνήθηκε. Προτίμησε να ζει μέσα στην κακοπάθεια και την άσκηση παρά μέσα στη χλιδή και την άνεση. Ο ταπεινός τόπος του στάβλου «του εξασφάλιζε», όπως γράφει ο βιογράφος του, «την ευωδία του Αγίου Πνεύματος». Ζούσε λιτά, με ελάχιστη τροφή, και πλούσια προσευχή. Όλα τα δεχόταν αγόγγυστα. Και όταν ο αφέντης του πορευόταν έφιππος, εκείνος τον ακολουθούσε πεζός ταπεινά σαν σκλάβος του ψελλίζοντας λόγια του Ψαλτηρίου.
Η παρουσία του αγίου αυτού υπηρέτη και σκλάβου Ιωάννη ήταν μια συνεχής ευλογία για τον Ίππαρχο αγά του Προκοπίου. Το σπιτικό του όλο και πλούτιζε. Έγινε «ο πλουσιότερος και ο πλέον αξιοσέβαστος στον πόλη» άνθρωπος. Ο Ιωάννης είχε πλέον αποκτήσει κύρος. Όλοι τον σέβονταν. Σταμάτησαν οι ειρωνείες και οι εμπαιγμοί των άλλων.


Κάποια περίοδο που ο αγάς - σαν ευσεβής Μουσουλμάνος - είχε φύγει σε ιερή αποδημία - προσκύνημα στη Μέκκα, η γυναίκα του θέλησε να καλέσει σε φαγητό φίλους και γνωστούς για να ευχηθούν για τον ασφαλή γυρισμό και την καλή υγεία του αγά της. Καθώς έφερνε η κυρία στους συνδαιτυμόνες το γνωστό φαγητό της Ανατολής, το πιλάφι, στράφηκε προς τον Ιωάννη και του είπε: «Πόση χαρά θα ένιωθε, Γιοβάν, σήμερα ο αφέντης σου, αν γευόταν από αυτό το αγαπημένο του φαγητό.» Ο Ιωάννης με απλότητα ζήτησε ένα πιάτο με πιλάφι. Και με τη δύναμη της αδιακρίτου πίστεως και θερμής προσευχής του το πιάτο θαυματουργικώς απεστάλη στο αφεντικό του! Οι παριστάμενοι δεν πίστεψαν. Γέλασαν… Όταν όμως μετά από καιρό επέστρεψε ο αγάς και έφερε πίσω το πιάτο άδειο με το οικόσημο της μωαμεθανικής του οικογένειας, τότε πείστηκαν όλοι για τη δύναμη της πίστεως του άκακου και φιλάγαθου και φιλάνθρωπου αυτού δούλου.
Ύστερα και από το γεγονός αυτό, το ζεύγος των κυρίων πίεζε περισσότερο τον Ιωάννη να μην κατοικεί πια στον ανθυγιεινό στάβλο και του παραχώρησε δωμάτιο για να ζει με αξιοπρέπεια. Αυτός όμως και πάλι - όπως και την πρώτη φορά αρνήθηκε. Προτίμησε να ζει ως ταπεινός δούλος Ιησού Χριστού στο «ησυχαστήριο» που τόσα χρόνια είχε αγαπήσει μένοντας πιστός στα θελήματα του αγά του και στη διακονία και τις περιποιήσεις των άκακων και άλογων ζώων.
Έφθασε κάποτε η ώρα που ο άγιος Ιωάννης ο Ρώσος επρόκειτο να εγκαταλείψει τα εγκόσμια και να αναχωρήσει για τον ουρανό. Ο Όσιός μας αρρώστησε. Παρέμενε ξαπλωμένος με υπομονή στον ταπεινό αχυρώνα του στάβλου ευγνωμονώντας τον Θεό για όλα τα δώρα που του είχε χαρίσει. Κάποια στιγμή αισθάνθηκε ότι πλησιάζει το τέλος του και ζήτησε με ισχυρό πόθο να κοινωνήσει τα Άχραντα Μυστήρια. Και, επειδή υπήρχε την περίοδο εκείνη ατμόσφαιρα μίσους από φανατισμένους Τούρκους, ο διακριτικός και ευλαβής ιερέας π. Θεόδωρος Παπαδόπουλος έφερε τη θεία Κοινωνία με άκρα ευλάβεια μυστικά μέσα σε ένα μήλο. Με ιερή συγκίνηση ο όσιος και ομολογητής του Χριστού Ιωάννης κοινώνησε για τελευταία φορά. Και ειρηνικά παρέδωσε την αγνισμένη και φωτισμένη ψυχή του στον αγαπημένο του Κύριο Ιησού Χριστό. Ήταν 27 Μαΐου του έτους 1730. Η είδηση διαδόθηκε αστραπιαία σε όλο το Προκόπιο. Μεγάλο πένθος απλώθηκε σε όλη την περιοχή της Καππαδοκίας. Ο Ομέρ αγάς τον τίμησε και τον έκλαψε.
Στη συνείδηση όλων, Χριστιανών και Οθωμανών, ο δούλος του Θεού Ιωάννης ήταν ένας άγιος. Είχαν περάσει τριάμισι μόλις χρόνια από την κοίμηση του Αγίου. Οι Προκοπιείς έβλεπαν κάθε νύχτα «φῶς λάμπον ἅγιον τῷ τοῦ ὁσίου μνήματι». Έτσι με θαυμαστή υπόδειξη του Αγίου το Νοέμβριο του 1733 έγινε η ανακομιδή των ιερών Λειψάνων του. Έκθαμβοι οι πιστοί Χριστιανοί αντίκρισαν το ιερό Λείψανο του νέου αυτού ασκητού και ομολογητού «ἀκέραιο καί εὐωδιάζον». Με ιερό δέος το εναπέθεσαν κάτω από την Αγία Τράπεζα του Αγίου Γεωργίου (του ναού που τόσο είχε αγαπήσει ο Άγιος).
Εκατό χρόνια μετά, το 1832, ο στρατός του Ογλού Οσμάν πορευόμενος σε πολεμική αποστολή λεηλάτησε το Προκόπιο. Βεβήλωσε και λήστεψε τον ιερό ναό. Παρέδωσε το ιερό Λείψανο του αγίου Ιωάννου στις φλόγες. Αλλά ο Άγιος παρουσιάστηκε σε όραμα και φοβέρισε τους ασεβείς Οθωμανούς. Έντρομοι οι στρατιώτες εγκατέλειψαν αμέσως εκεί ό,τι είχαν κλέψει και έφυγαν διακηρύσσοντας το μεγάλο θαύμα. Το σκήνωμα του Αγίου παρέμενε άθικτο, όμως μαύρισε επιφανειακά. Το 1862 με επέμβαση θαυματουργική του Αγίου γλύτωσαν από το σεισμό είκοσι παιδάκια του ελληνικού σχολείου.
Η φήμη του οσίου Ιωάννου ως θαυματουργού είχε απλωθεί πλέον σ’ όλη τη Μ. Ασία. Πάμπολλες είναι οι μαρτυρίες για τα θαύματά του. Πλήθη λαού τον επισκέπτονται και ζητούν θεία προστασία και βοήθεια. Τον ονομάζουν «θεραπευτή Άγιο». Οι Τούρκοι τον αποκαλούν «κουλέ Γιουβάν», αιχμάλωτο Ιωάννη. Με πίστη και αυτοί λαμβάνουν «το σιφά σουγιού», το νερό του αγιάσματός του. Με αυτό θεραπεύονται, ραντίζουν τα χωράφια, σταματούν οι επιδημίες. Μια δοξολογία εξέρχεται από τα χείλη όλων. Η λάρνακα του Οσίου «ἰατρεῖον δέδεικται πάσης ἀσθενείας». Έκθαμβος ο υμνογράφος της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας αείμνηστος π. Γεράσιμος Μικραγιαννανίτης θα γράψει: «Ἰδόντες σου τήν βιοτήν καί τήν πτωχείαν τήν πολλήν οἱ Ἀγαρηνοί, Ἰωάννη, σφόδρα ηὐλαβήθησαν ἠθῶν σου τήν σεμνότητα». Και σε δόξασαν. Και με μεγάλη φωνή διέδιδαν ότι είσαι φίλος και οικείος του Θεού!


Ο Ορθόδοξος κόσμος της Ανατολής απέδειξε τη μεγάλη του ευλάβεια και την ευγνωμοσύνη του προς τον όσιο Ιωάννη και με την ανέγερση μεγαλοπρεπούς βυζαντινού ναού στη μνήμη του ονόματός του στο Προκόπιο της Μικράς Ασίας. Για την ανέγερση αυτή έγινε πανελλήνιος συναγερμός. Μεγάλη ήταν και η συνεισφορά της Ι. Μ. Αγίου Παντελεήμονος Αγ. Όρους. Εκεί, μέσα στον λαμπρό αυτό ναό διαστάσεων 50×40 και ύψους 30 μέτρων και με τα 2 καμπαναριά του, που διαλαλούσαν τη δόξα της Χριστιανοσύνης από το 1886 έως τις 9 Σεπτεμβρίου 1924 ο άγιος Ιωάννης μέσα από την ξύλινη λάρνακα δεχόταν τις παρακλήσεις του αγαπημένου του πιστού λαού. (Δυστυχώς ο ναός αυτός κατεδαφίστηκε από τα θεμέλιά του το 1950 με εντολή του φανατικού «καϊμακάμη», Τούρκου διοικητού του Προκοπίου).
Τώρα ο όσιος Ιωάννης ο Ρώσος ο ομολογητής φιλοξενείται στο χώρο της ευβοϊκής γης. Το αγιασμένο ιερό του σκήνωμα αναπαύεται πλέον μόνιμα μέσα στον καινούργιο ολόλαμπρο, περικαλλή ναό του που έκτισαν στο Νέο Προκόπιο Ευβοίας με πολλές θυσίες οι πιστοί μας πρόσφυγες μαζί με τη συνδρομή πολλών ευσεβών Χριστιανών. Συνεχίζει ο Όσιός μας και από εκεί με την ίδια, όπως πάντα, απέραντη αγάπη του και στοργή να ακούει τις δεήσεις και τις προσευχές των πιστών αδελφών του. Και να θαυματουργεί σε πολλούς. Συνεχώς καταγράφονται και νέα θαύματά του.
Ιδιαίτερη συγκίνηση προξενεί ένα ταπεινό μπαστουνάκι που παραστέκει δίπλα στην ασημένια λάρνακα του Αγίου. Βουβός μάρτυρας θαύματος. Προέρχεται από τη συγκύπτουσα γερόντισσα Μαρία Σιάκα από το Φρέναρος Αμμοχώστου (Κύπρο), η οποία στις 11.08.78 θεραπεύτηκε εκεί από τον Άγιο και με φωνή πνιγμένη από δάκρυα ευγνωμοσύνης του είπε: «Ίντα (τι) να σου δώσω, παλληκάρι μου; Άγιέ μου, είμαι φτωχιά, θα σου δώσω το μπαστούνι μου, διότι εν μου (δεν μου) χρειάζεται μέχρι να πεθάνω».
Συγκινητική είναι και η παρουσία του Αγίου τον Μάρτιο του 1999 στη Σερβία. Όπως η υπέρμαχος Στρατηγός, η Παναγία μας, ενδυνάμωσε τους στρατιώτες μας το 1940, έτσι και ο άγιος Ιωάννης ο Ρώσος σε οράματα που πολλοί τον είδαν, τους βεβαίωσε: «Πηγαίνω στο Βελιγράδι, γιατί σφαγιάζεται η Ορθοδοξία». Και πράγματι· ντυμένος στρατιωτικά ο Άγιος ενίσχυε πολλούς Σέρβους την περίοδο εκείνη με τη θαυματουργική παρουσία του, όπως το κατέθεσαν αυτόπτες αξιόπιστοι μάρτυρες Σέρβοι.
Ο άγιος Ιωάννης ο Ρώσος ο ομολογητής αγάπησε αληθινά, βαθιά και ισόβια τον Χριστό μας. Καμιά δυσκολία δεν στάθηκε ικανή, ώστε να χαλαρώσει τους δεσμούς της αγάπης του προς τον Κύριό μας, τον Ιησού Χριστό. Ούτε η μικρή του ηλικία τον εμπόδισε, ούτε το αρνητικό παράδειγμα της αποστασίας των συστρατιωτών του ούτε οι συνθήκες της αιχμαλωσίας ούτε οι πιέσεις και οι ειρωνείες των αλλοπίστων ούτε ο τόπος της διαμονής του. Όλα αυτά τα περιφρόνησε. Και είχε πάντοτε ως σύνθημα της ζωής του να πράττει «ό,τι αρέσει στον Βασιλέα Χριστό», οπουδήποτε και αν βρίσκεται. Γι’ αυτό με τη Χάρη του παντοδύναμου Θεού μέσα σε 40 μόλις χρόνια ολοκλήρωσε τον προορισμό του με τόσο θεάρεστη ακρίβεια. Έζησε άγια! Γι’ αυτό ο Κύριος, ο Παντοκράτωρ, τον βράβευσε με δόξα μεγάλη, με το φωτοστέφανο το τιμημένο του Αγίου!
Ας βαδίζουμε κι εμείς στα ίχνη του και με τις πρεσβείες του ας σταθεροποιούμε τις αποφάσεις μας για αγώνα αγιασμού μέχρι θανάτου.
Αναλυτική βιογραφία του Αγίου βλέπε: Αρχιμ. Χρυσοστόμου Τριανταφύλλου (νυν Μητροπολίτου Χαλκίδος), Ο όσιος Ιωάννης ο Ρώσος, Χαλκίδα 2000 (έκδ. Ιερού Προσκυνήματος «Ο όσιος Ιωάννης ο Ρώσος», Προκόπιον Ευβοίας).

.

Πέμπτη, 28 Μαΐου 2009

Της Αναλήψεως

.
« Ὁ Κύριος ἀνελήφθη εἰς οὐρανούς, ἵνα πέμψῃ τὸν Παράκλητον τῶ κόσμω, οἱ οὐρανοὶ ἡτοίμασαν τὸν θρόνον αὐτοῦ, νεφέλαι τὴν ἐπίβασιν αὐτοῦ, Ἄγγελοι θαυμάζουσιν, ἄνθρωπον ὁρῶντες ὑπεράνω αὐτῶν, ὁ Πατὴρ ἐκδέχεται, ὃν ἐν κόλποις ἔχει συναϊδιον, Τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον κελεύει πᾶσι τοὶς Ἀγγέλοις αὐτοῦ, Ἄρατε πύλας οἱ ἄρχοντες ἡμῶν, Πάντα τὰ ἔθνη κροτήσατε χείρας. ὅτι ἀνέβη Χριστός, ὅπου ἣν τὸ πρότερον».
Ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός μετά την λαμπροφόρο Ανάστασή Του από τους νεκρούς, δεν εγκατέλειψε αμέσως τον κόσμο, αλλά συνέχισε για σαράντα ημέρες να εμφανίζεται στους μαθητές Του (Πράξ.1,3). Αυτές οι μεταναστάσιμες εμφανίσεις Του προς αυτούς είχαν πολύ μεγάλη σημασία. Έπρεπε οι πρώην δύσπιστοι και φοβισμένοι μαθητές να βιώσουν το γεγονός της Αναστάσεως του Διδασκάλου τους και να αποβάλλουν κάθε δισταγμό και ψήγμα απιστίας για Εκείνον.
Την τεσσαρακοστή λοιπόν ημέρα, σύμφωνα με το Ευαγγέλιο του Λουκά, ο Κύριος τους μαθητές του «εξήγαγε έξω έως τη Βηθανία», στο όρος των Έλαιών όπου συνήθως προσηύχετο. «Και αφού σήκωσε τα χέρια του, τους ευλόγησε». (Λουκά 24,50) και «ευλογώντας τους, εχωρίσθηκε απ' αυτούς και εφέρετο πρός τα πάνω, στον ουρανό» μέχρι που τον έχασαν από τα μάτια τους. Και μετά αφού Τον προσκύνησαν επέστρεψαν στην Ιερουσαλήμ με χαρά μεγάλη και έμεναν συνεχώς στο ναό υμνολογώντας και δοξολογώντας το Θεό.
Ο ευαγγελιστής Μάρκος, περιγράφοντας πιο λακωνικά το θαυμαστό και συνάμα συγκινητικό γεγονός, αναφέρει πως μετά από την ρητή αποστολή των μαθητών σε ολόκληρο τον κόσμο κηρύττοντας και βαπτίζοντας τα έθνη, «ανελήφθη εις τον ουρανόν και εκάθισεν εκ δεξιών του Θεού. Εκείνοι δε εξελθόντες εκήρυξαν πανταχού, του Κυρίου συνεργούντος και τον λόγον βεβαιούντος δια των επακολουθούντων σημείων» (Μαρκ.16,19-20).
Αυτή η ευλογία είναι πια η αρχή της Πεντηκοστής. Ο Κύριος ανέρχεται για να μας στείλει το παράκλητο Πνεύμα, όπως λέγει το τροπάριο της εορτής: «Ανυψώθηκες στη δόξα, Χριστέ Θεέ μας, αφού χαροποίησες τους μαθητές σου με την επαγγελία του Αγίου Πνεύματος και βεβαιώθηκαν από την ευλογία σου».
Η Ανάληψη του Κυρίου μας Ιησού Χριστού αποτελεί αναμφίβολα το θριαμβευτικό πέρας της επί γης παρουσίας Του και του απολυτρωτικού έργου Του. «Ανελήφθη εν δόξη» για να επιβεβαιώσει την θεία ιδιότητά Του στους παριστάμενους μαθητές Του. Για να τους στηρίξει περισσότερο στον τιτάνιο πραγματικά αγώνα, που Εκείνος τους ανάθεσε, δηλαδή τη συνέχιση του σωτηριώδους έργου Του για το ανθρώπινο γένος.
Ο Κύριος Ιησούς Χριστός ανήλθε στους ουρανούς, αλλά δεν εγκατέλειψε το ανθρώπινο γένος, για το οποίο έχυσε το τίμιο Αίμα Του. Μπορεί να κάθισε στα δεξιά του Θεού στους ένδοξους ουρανούς, όμως η παρουσία Του εκτείνεται ως τη γη και ως τα έσχατα της δημιουργίας. Άφησε στη γη την Εκκλησία Του, η οποία είναι το ίδιο το αναστημένο, αφθαρτοποιημένο και θεωμένο σώμα Του, για να είναι το μέσον της σωτηρίας όλων των ανθρωπίνων προσώπων, που θέλουν να σωθούν. Νοητή ψυχή του σώματός Του είναι ο Θεός Παράκλητος, «το Πνεύμα της αλήθείας» (Ιωάν. 15,26), ο Οποίος επεδήμησε κατά την αγία ημέρα της Πεντηκοστής σε αυτό, για να παραμείνει ως τη συντέλεια του κόσμου.
Η σωτηρία συντελείται με την οργανική συσσωμάτωση των πιστών στο θεανδρικό Σώμα του Χριστού. Αυτό εννοούσε, όταν υποσχόταν στους μαθητές Του: «ιδού εγώ μεθ’ υμών ειμί πάσας τας ημέρας έως της συντελείας του αιώνος» (Ματθ.28,20).
Απολυτίκιον Ἦχος δ'
«Ἀνελήφθης ἐν δόξῃ, Χριστὲ ὁ Θεὸς ἡμῶν, χαροποιήσας τοὺς Μαθητάς, τὴ ἐπαγγελία τοῦ ἁγίου Πνεύματος, βεβαιωθέντων αὐτῶν διὰ τῆς εὐλογίας, ὅτι σὺ εἰ ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ, ὁ λυτρωτὴς τοῦ κόσμου».

«Ο ίδιος ο Κύριος λέει: «συμφέρει υμίν ίνα εγώ απέλθω ... και εγώ ερωτήσω τον Πατέρα και άλλον Παράκλητον δώσει υμίν» (Ιωάν. 14,16). Έτσι η Ανάληψη του Χριστού είναι η κατ' εξοχήν επίκληση, γιατί είναι θεία• ο Υιός παρακαλεί τον Πατέρα να στείλη το Άγιο Πνεύμα και, εις απάντηση αυτής της παρακλήσεως, ο Πατήρ στέλνει το Πνεύμα και πραγματοποιεί την Πεντηκοστή. Η ολοκληρωμένη αυτή θεώρηση των οικονομιών δεν ελαττώνει καθόλου τον κεντρικό χαρακτήρα του απολυτρωτικού έργου του Χριστού, της θυσίας του Αμνού, αλλά προσδιορίζει την προοδευτική τάξη των γεγονότων και δείχνει τον Υιό και το Πνεύμα, καθένα ιδιαίτερα στην προσωπική Του μεγαλοπρέπεια και διάσταση, καθένα στην υπηρεσία του άλλου σε μια αμοιβαία λειτουργία που συμπίπτει με τη Βασιλεία του Πατρός».
Paul Evdokimov
Ευαγγελική περικοπή (Ιωαν. 24: 36-53)
«36 Ταῦτα δὲ αὐτῶν λαλούντων αὐτὸς ὁ Ἰησοῦς ἔστη ἐν μέσῳ αὐτῶν καὶ λέγει αὐτοῖς· Εἰρήνη ὑμῖν. 37 πτοηθέντες δὲ καὶ ἔμφοβοι γενόμενοι ἐδόκουν πνεῦμα θεωρεῖν. 38 καὶ εἶπεν αὐτοῖς· Τί τεταραγμένοι ἐστέ, καὶ διατί διαλογισμοὶ ἀναβαίνουσιν ἐν ταῖς καρδίαις ὑμῶν; 39 ἴδετε τὰς χεῖράς μου καὶ τοὺς πόδας μου, ὅτι αὐτὸς ἐγώ εἰμι· ψηλαφήσατέ με καὶ ἴδετε, ὅτι πνεῦμα σάρκα καὶ ὀστέα οὐκ ἔχει καθὼς ἐμὲ θεωρεῖτε ἔχοντα. 40 καὶ τοῦτο εἰπὼν ἐπέδειξεν αὐτοῖς τὰς χεῖρας καὶ τοὺς πόδας. 41 ἔτι δὲ ἀπιστούντων αὐτῶν ἀπὸ τῆς χαρᾶς καὶ θαυμαζόντων εἶπεν αὐτοῖς· Ἔχετέ τι βρώσιμον ἐνθάδε; 42 οἱ δὲ ἐπέδωκαν αὐτῷ ἰχθύος ὀπτοῦ μέρος καὶ ἀπὸ μελισσίου κηρίου, 43 καὶ λαβὼν ἐνώπιον αὐτῶν ἔφαγεν. 44 εἶπε δὲ αὐτοῖς· Οὗτοι οἱ λόγοι οὓς ἐλάλησα πρὸς ὑμᾶς ἔτι ὢν σὺν ὑμῖν, ὅτι δεῖ πληρωθῆναι πάντα τὰ γεγραμμένα ἐν τῷ νόμῳ Μωϋσέως καὶ προφήταις καὶ ψαλμοῖς περὶ ἐμοῦ. 45 τότε διήνοιξεν αὐτῶν τὸν νοῦν τοῦ συνιέναι τὰς γραφάς, 46 καὶ εἶπεν αὐτοῖς ὅτι Οὕτω γέγραπται καὶ οὕτως ἔδει παθεῖν τὸν Χριστὸν καὶ ἀναστῆναι ἐκ νεκρῶν τῇ τρίτῃ ἡμέρᾳ, 47 καὶ κηρυχθῆναι ἐπὶ τῷ ὀνόματι αὐτοῦ μετάνοιαν καὶ ἄφεσιν ἁμαρτιῶν εἰς πάντα τὰ ἔθνη, ἀρξάμενον ἀπὸ Ἱερουσαλήμ. 48 ὑμεῖς δέ ἐστε μάρτυρες τούτων. 49 καὶ ἰδοὺ ἐγὼ ἀποστέλλω τὴν ἐπαγγελίαν τοῦ πατρός μου ἐφ' ὑμᾶς· ὑμεῖς δὲ καθίσατε ἐν τῇ πόλει Ἱερουσαλήμ ἕως οὗ ἐνδύσησθε δύναμιν ἐξ ὕψους. 50 Ἐξήγαγε δὲ αὐτοὺς ἔξω ἕως εἰς Βηθανίαν, καὶ ἐπάρας τὰς χεῖρας αὐτοῦ εὐλόγησεν αὐτούς. 51 καὶ ἐγένετο ἐν τῷ εὐλογεῖν αὐτὸν αὐτοὺς διέστη ἀπ' αὐτῶν καὶ ἀνεφέρετο εἰς τὸν οὐρανόν. 52 καὶ αὐτοὶ προσκυνήσαντες αὐτὸν ὑπέστρεψαν εἰς Ἱερουσαλὴμ μετὰ χαρᾶς μεγάλης, 53 καὶ ἦσαν διὰ παντὸς ἐν τῷ ἱερῷ αἰνοῦντες καὶ εὐλογοῦντες τὸν Θεόν. Ἀμήν».
Αποστολικόν Ανάγνωσμα (Πραξ. 1: 1-12)
«1 Τὸν μὲν πρῶτον λόγον ἐποιησάμην περὶ πάντων, ὦ Θεόφιλε, ὧν ἤρξατο ὁ Ἰησοῦς ποιεῖν τε καὶ διδάσκειν 2 ἄχρι ἧς ἡμέρας ἐντειλάμενος τοῖς ἀποστόλοις διὰ Πνεύματος ἁγίου οὓς ἐξελέξατο ἀνελήφθη· 3 οἷς καὶ παρέστησεν ἑαυτὸν ζῶντα μετὰ τὸ παθεῖν αὐτὸν ἐν πολλοῖς τεκμηρίοις, δι' ἡμερῶν τεσσαράκοντα ὀπτανόμενος αὐτοῖς καὶ λέγων τὰ περὶ τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ. 4 καὶ συναλιζόμενος παρήγγειλεν αὐτοῖς ἀπὸ Ἱεροσολύμων μὴ χωρίζεσθαι, ἀλλὰ περιμένειν τὴν ἐπαγγελίαν τοῦ πατρὸς ἣν ἠκούσατέ μου· 5 ὅτι Ἰωάννης μὲν ἐβάπτισεν ὕδατι, ὑμεῖς δὲ βαπτισθήσεσθε ἐν Πνεύματι ἁγίῳ οὐ μετὰ πολλὰς ταύτας ἡμέρας. 6 οἱ μὲν οὖν συνελθόντες ἐπηρώτων αὐτὸν λέγοντες· Κύριε, εἰ ἐν τῷ χρόνῳ τούτῳ ἀποκαθιστάνεις τὴν βασιλείαν τῷ Ἰσραήλ; 7 εἶπε δὲ πρὸς αὐτούς· Οὐχ ὑμῶν ἐστι γνῶναι χρόνους ἢ καιροὺς οὓς ὁ πατὴρ ἔθετο ἐν τῇ ἰδίᾳ ἐξουσίᾳ, 8 ἀλλὰ λήψεσθε δύναμιν ἐπελθόντος τοῦ ἁγίου Πνεύματος ἐφ' ὑμᾶς, καὶ ἔσεσθέ μου μάρτυρες ἔν τε Ἱερουσαλὴμ καὶ ἐν πάσῃ τῇ Ἰουδαίᾳ καὶ Σαμαρείᾳ καὶ ἕως ἐσχάτου τῆς γῆς. 9 καὶ ταῦτα εἰπὼν βλεπόντων αὐτῶν ἐπήρθη, καὶ νεφέλη ὑπέλαβεν αὐτὸν ἀπὸ τῶν ὀφθαλμῶν αὐτῶν. 10 καὶ ὡς ἀτενίζοντες ἦσαν εἰς τὸν οὐρανὸν πορευομένου αὐτοῦ, καὶ ἰδοὺ ἄνδρες δύο παρειστήκεισαν αὐτοῖς ἐν ἐσθῆτι λευκῇ, 11 οἳ καὶ εἶπον· Ἄνδρες Γαλιλαῖοι, τί ἑστήκατε ἐμβλέποντες εἰς τὸν οὐρανόν; οὗτος ὁ Ἰησοῦς ὁ ἀναληφθεὶς ἀφ'ὑμῶν εἰς τὸν οὐρανὸν, οὕτως ἐλεύσεται, ὃν τρόπον ἐθεάσασθε αὐτὸν πορευόμενον εἰς τὸν οὐρανόν. 12 Τότε ὑπέστρεψαν εἰς Ἱερουσαλὴμ ἀπὸ ὄρους τοῦ καλουμένου ἐλαιῶνος, ὅ ἐστιν ἐγγὺς Ἱερουσαλὴμ, σαββάτου ἔχον ὁδόν.».
.

Κυριακή, 24 Μαΐου 2009

Κυριακή του Τυφλού

.

Το Ευαγγέλιο

Ιωάν. θ΄ 1-38
1 Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, παράγων ὁ Ἰησοῦς εἶδεν ἄνθρωπον τυφλὸν ἐκ γενετῆς. 2 καὶ ἠρώτησαν αὐτὸν οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ λέγοντες· ραββί, τίς ἥμαρτεν, οὗτος ἢ οἱ γονεῖς αὐτοῦ, ἵνα τυφλὸς γεννηθῇ; 3 ἀπεκρίθη Ἰησοῦς· οὔτε οὗτος ἥμαρτεν οὔτε οἱ γονεῖς αὐτοῦ, ἀλλ’ ἵνα φανερωθῇ τὰ ἔργα τοῦ Θεοῦ ἐν αὐτῷ. 4 ἐμὲ δεῖ ἐργάζεσθαι τὰ ἔργα τοῦ πέμψαντός με ἕως ἡμέρα ἐστίν· ἔρχεται νὺξ ὅτε οὐδεὶς δύναται ἐργάζεσθαι. 5 ὅταν ἐν τῷ κόσμῳ ᾦ, φῶς εἰμι τοῦ κόσμου. 6 ταῦτα εἰπὼν ἔπτυσε χαμαὶ καὶ ἐποίησε πηλὸν ἐκ τοῦ πτύσματος, καὶ ἐπέχρισε τὸν πηλὸν ἐπὶ τοὺς ὀφθαλμοὺς τοῦ τυφλοῦ 7 καὶ εἶπεν αὐτῷ· ὕπαγε νίψαι εἰς τὴν κολυμβήθραν τοῦ Σιλωάμ, ὃ ἑρμηνεύεται ἀπεσταλμένος. ἀπῆλθεν οὖν καὶ ἐνίψατο, καὶ ἦλθε βλέπων.
8 Οἱ οὖν γείτονες καὶ οἱ θεωροῦντες αὐτὸν τὸ πρότερον ὅτι τυφλὸς ἦν, ἔλεγον· οὐχ οὗτός ἐστιν ὁ καθήμενος καὶ προσαιτῶν; 9 ἄλλοι ἔλεγον ὅτι οὗτός ἐστιν· ἄλλοι δὲ ὅτι ὅμοιος αὐτῷ ἐστιν. ἐκεῖνος ἔλεγεν ὅτι ἐγώ εἰμι. 10 ἔλεγον οὖν αὐτῷ· πῶς ἀνεῴχθησάν σου οἱ ὀφθαλμοί; 11 ἀπεκρίθη ἐκεῖνος καὶ εἶπεν· ἄνθρωπος λεγόμενος Ἰησοῦς πηλὸν ἐποίησε καὶ ἐπέχρισέ μου τοὺς ὀφθαλμοὺς καὶ εἶπέ μοι· ὕπαγε εἰς τὴν κολυμβήθραν τοῦ Σιλωὰμ καὶ νίψαι· ἀπελθὼν δὲ καὶ νιψάμενος ἀνέβλεψα. 12 εἶπον οὖν αὐτῷ· ποῦ ἐστιν ἐκεῖνος; λέγει· οὐκ οἶδα.
13 Ἄγουσιν αὐτὸν πρὸς τοὺς Φαρισαίους, τόν ποτε τυφλόν. 14 ἦν δὲ σάββατον ὅτε τὸν πηλὸν ἐποίησεν ὁ Ἰησοῦς καὶ ἀνέῳξεν αὐτοῦ τοὺς ὀφθαλμούς. 15 πάλιν οὖν ἠρώτων αὐτὸν καὶ οἱ Φαρισαῖοι πῶς ἀνέβλεψεν. ὁ δὲ εἶπεν αὐτοῖς· πηλὸν ἐπέθηκέ μου ἐπὶ τοὺς ὀφθαλμούς, καὶ ἐνιψάμην, καὶ βλέπω. 16 ἔλεγον οὖν ἐκ τῶν Φαρισαίων τινές· οὗτος ὁ ἄνθρωπος οὐκ ἔστι παρὰ τοῦ Θεοῦ, ὅτι τὸ σάββατον οὐ τηρεῖ. ἄλλοι ἔλεγον· πῶς δύναται ἄνθρωπος ἁμαρτωλὸς τοιαῦτα σημεῖα ποιεῖν; καὶ σχίσμα ἦν ἐν αὐτοῖς. 17 λέγουσι τῷ τυφλῷ πάλιν· σὺ τί λέγεις περὶ αὐτοῦ, ὅτι ἤνοιξέ σου τοὺς ὀφθαλμούς; ὁ δὲ εἶπεν ὅτι προφήτης ἐστίν. 18 οὐκ ἐπίστευσαν οὖν οἱ Ἰουδαῖοι περὶ αὐτοῦ ὅτι τυφλὸς ἦν καὶ ἀνέβλεψεν, ἕως ὅτου ἐφώνησαν τοὺς γονεῖς αὐτοῦ τοῦ ἀναβλέψαντος 19 καὶ ἠρώτησαν αὐτοὺς λέγοντες· οὗτός ἐστιν ὁ υἱὸς ὑμῶν, ὃν ὑμεῖς λέγετε ὅτι τυφλὸς ἐγεννήθη; πῶς οὖν ἄρτι βλέπει; 20 ἀπεκρίθησαν δὲ αὐτοῖς οἱ γονεῖς αὐτοῦ καὶ εἶπον· οἴδαμεν ὅτι οὗτός ἐστιν ὁ υἱὸς ἡμῶν καὶ ὅτι τυφλὸς ἐγεννήθη· 21 πῶς δὲ νῦν βλέπει οὐκ οἴδαμεν, ἢ τίς ἤνοιξεν αὐτοῦ τοὺς ὀφθαλμοὺς ἡμεῖς οὐκ οἴδαμεν· αὐτὸς ἡλικίαν ἔχει, αὐτὸν ἐρωτήσατε, αὐτὸς περὶ ἑαυτοῦ λαλήσει. 22 ταῦτα εἶπον οἱ γονεῖς αὐτοῦ, ὅτι ἐφοβοῦντο τοὺς Ἰουδαίους· ἤδη γὰρ συνετέθειντο οἱ Ἰουδαῖοι ἵνα, ἐάν τις αὐτὸν ὁμολογήσῃ Χριστόν, ἀποσυνάγωγος γένηται. 23 διὰ τοῦτο οἱ γονεῖς αὐτοῦ εἶπον ὅτι ἡλικίαν ἔχει, αὐτὸν ἐρωτήσατε. 24 ἐφώνησαν οὖν ἐκ δευτέρου τὸν ἄνθρωπον ὃς ἦν τυφλός, καὶ εἶπον αὐτῷ· δὸς δόξαν τῷ Θεῷ· ἡμεῖς οἴδαμεν ὅτι ὁ ἄνθρωπος οὗτος ἁμαρτωλός ἐστιν. 25 ἀπεκρίθη οὖν ἐκεῖνος καὶ εἶπεν· εἰ ἁμαρτωλός ἐστιν οὐκ οἶδα· ἓν οἶδα, ὅτι τυφλὸς ὢν ἄρτι βλέπω. 26 εἶπον δὲ αὐτῷ πάλιν· τί ἐποίησέ σοι; πῶς ἤνοιξέ σου τοὺς ὀφθαλμούς; 27 ἀπεκρίθη αὐτοῖς· εἶπον ὑμῖν ἤδη, καὶ οὐκ ἠκούσατε· τί πάλιν θέλετε ἀκούειν; μὴ καὶ ὑμεῖς θέλετε αὐτοῦ μαθηταὶ γενέσθαι; 28 ἐλοιδόρησαν αὐτὸν καὶ εἶπον· σὺ εἶ μαθητὴς ἐκείνου· ἡμεῖς δὲ τοῦ Μωϋσέως ἐσμὲν μαθηταί. 29 ἡμεῖς οἴδαμεν ὅτι Μωϋσεῖ λελάληκεν ὁ Θεός· τοῦτον δὲ οὐκ οἴδαμεν πόθεν ἐστίν. 30 ἀπεκρίθη ὁ ἄνθρωπος καὶ εἶπεν αὐτοῖς· ἐν γὰρ τούτῳ θαυμαστόν ἐστιν, ὅτι ὑμεῖς οὐκ οἴδατε πόθεν ἐστί, καὶ ἀνέῳξέ μου τοὺς ὀφθαλμούς. 31 οἴδαμεν δὲ ὅτι ἁμαρτωλῶν ὁ Θεὸς οὐκ ἀκούει, ἀλλ’ ἐάν τις θεοσεβὴς ᾖ καὶ τὸ θέλημα αὐτοῦ ποιῇ, τούτου ἀκούει. 32 ἐκ τοῦ αἰῶνος οὐκ ἠκούσθη ὅτι ἤνοιξέ τις ὀφθαλμοὺς τυφλοῦ γεγεννημένου. 33 εἰ μὴ ἦν οὗτος παρὰ Θεοῦ, οὐκ ἠδύνατο ποιεῖν οὐδέν. 34 ἀπεκρίθησαν καὶ εἶπον αὐτῷ· ἐν ἁμαρτίαις σὺ ἐγεννήθης ὅλος, καὶ σὺ διδάσκεις ἡμᾶς; καὶ ἐξέβαλον αὐτὸν ἔξω. 35 Ἤκουσεν ὁ Ἰησοῦς ὅτι ἐξέβαλον αὐτὸν ἔξω, καὶ εὑρὼν αὐτὸν εἶπεν αὐτῷ· σὺ πιστεύεις εἰς τὸν υἱὸν τοῦ Θεοῦ; 36 ἀπεκρίθη ἐκεῖνος καὶ εἶπε· καὶ τίς ἐστι, Κύριε, ἵνα πιστεύσω εἰς αὐτόν; 37 εἶπε δὲ αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· καὶ ἑώρακας αὐτὸν καὶ ὁ λαλῶν μετὰ σοῦ ἐκεῖνός ἐστιν. 38 ὁ δὲ ἔφη· πιστεύω, Κύριε· καὶ προσεκύνησεν αὐτῷ.

Ο Τυφλός βλέπει

Η δειλία των γονέων

Κάποιο Σάββατο ο Κύριος στην Ιερουσαλήμ συνάντησε έναν άνθρωπο που είχε γεννηθεί τυφλός. Και αφού έφτιαξε πηλό με το σάλιο του, έχρισε με τον πηλό τα μάτια του τυφλού. Δοκιμάζοντας όμως την πίστη του, δεν τον θεράπευσε αμέσως, αλλά του είπε: «Πήγαινε, νίψε στην κολυμβήθρα του Σιλωάμ». Κι ο τυφλός υπάκουσε αμέσως. Και το θαύμα έγινε! Όσοι όμως τον έβλεπαν κατόπιν υγιή απορούσαν: «Δεν είναι αυτός ο τυφλός που ζητιάνευε;». Άλλοι έλεγαν «αυτός είναι», άλλοι όμως έλεγαν «είναι κάποιος που του μοιάζει». Εκείνος όμως τους διαβεβαίωνε ότι είναι ο ίδιος. Κι αυτοί έκπληκτοι απορούσαν: «Πώς θεραπεύτηκαν τα μάτια σου;». Κι εκείνος με θάρρος εξηγούσε, πώς έγινε το θαύμα.
Κι όταν κατόπιν τον οδήγησαν στους Φαρισαίους, άρχισε μία νέα ανάκριση: «Πώς βρήκες το φως σου;». Κι ενώ εκείνος τους εξήγησε, οι Φαρισαίοι δεν ήθελαν να το παραδεχθούν. Κάποιοι μάλιστα έλεγαν για τον Κύριο: «Αυτός δεν είναι απεσταλμένος του Θεού, διότι δεν τηρεί την αργία του Σαββάτου». Άλλοι όμως απαντούσαν: «Πώς είναι δυνατόν ένας άνθρωπος αμαρτωλός να κάνει τέτοια μεγάλα θαύματα;». Κι άρχισαν πάλι να εξετάζουν τον τυφλό: «Εσύ τι λες γι’ αυτόν;». Κι αυτός τους είπε: «Εγώ λέω ότι είναι προφήτης».
Οι Φαρισαίοι όμως επιμένουν στην άρνηση. Γι’ αυτό φωνάζουν τους γονείς του και τους ρωτούν: «Αυτός είναι ο γυιος σας που λέτε ότι γεννήθηκε τυφλός; Και πώς τώρα βλέπει;». Οι γονείς όμως φοβισμένοι μήπως τους διώξουν από τη Συναγωγή απάντησαν: «Αυτός είναι ο γυιος μας και πράγματι τυφλός γεννήθηκε. Πώς όμως τώρα βλέπει, δεν ξέρουμε. Ώριμη ηλικία έχει, ρωτήστε τον.».
Οι γονείς λοιπόν αποφεύγουν να δώσουν σαφή απάντηση για το θαύμα. Φοβούνται και τρέμουν καθώς βλέπουν τους Φαρισαίους να μιλούν με θυμό και απειλές, για να τους εκφοβίσουν. Κι απαντούν μόνο στις δύο πρώτες ερωτήσεις τους. Στην τρίτη σιωπούν, ενώ ήταν βέβαιοι για το θαύμα και όφειλαν να απαντήσουν από ευγνωμοσύνη προς τον Κύριο που θεράπευσε το παιδί τους. Αλλά αυτοί τρομοκρατημένοι άφησαν τον γυιο τους μόνο του να σηκώσει το βάρος των απειλών των Φαρισαίων.
Η ιστορία αυτή επαναλήφθηκε πολλές φορές μέσα στην πορεία της Εκκλησίας. Το ίδιο συμβαίνει και στις μέρες μας, που τόσο μεγάλη πολεμική γίνεται εναντίον του Χριστού και της Εκκλησίας μας. Οι συκοφαντίες και οι κατηγορίες πολλές, οι έμμεσες απειλές ύπουλες και ο φόβος κάνει πολλούς να φοβούνται να πουν την αλήθεια για πολλά θέματα πίστεως, να δειλιάζουν να πάρουν θέση και μάλιστα ενώπιον ανθρώπων που κατέχουν κάποια μεγάλη θέση στην κοινωνία· για να μην εκτεθούν, για να μην κινδυνεύσει η σταδιοδρομία τους, για να τα έχουν καλά με όλους. Έτσι προδίδουν το πιστεύω τους και καταπατούν τη συνείδησή τους. Όσους φοβόμαστε να ομολογήσουμε αυτό που πιστεύουμε και να υπερασπιστούμε την Εκκλησία μας, θα μας αρνηθεί κι ο Κύριος κατά την φοβερή ημέρα της κρίσεως.

Η ομολογία του πρώην τυφλού

Οι Ιουδαίοι αναστατωμένοι φώναξαν και πάλι τον πρώην τυφλό και του είπαν: «Δόξασε τον Θεό, ομολογώντας ότι πλανήθηκες. Ο άνθρωπος που σε θεράπευσε είναι αμαρτωλός, αφού καταλύει την αργία του Σαββάτου».
Εκείνος όμως με παρρησία και θάρρος απάντησε: «Εάν ο άνθρωπος αυτός είναι αμαρτωλός δεν ξέρω. Ξέρω όμως πολύ καλά ότι ενώ ήμουν τυφλός, τώρα βλέπω».
Κι αυτοί ξαναρωτούν: «Πώς σου άνοιξε τα μάτια;». Κι εκείνος ακόμη πιο θαρρετά απαντά: «Λίγο πριν σας το είπα και δεν θελήσατε να το παραδεχθείτε. Γιατί τώρα θέλετε ν’ ακούσετε πάλι τα ίδια; Μήπως θέλετε κι εσείς να γίνετε μαθητές του; Κι έπειτα ο Θεός δεν ακούει τους αμαρτωλούς. Αλλά και ποτέ δεν ακούσθηκε, από τότε που έγινε ο κόσμος, ότι θεράπευσε κάποιος μάτια ανθρώπου που είχε γεννηθεί τυφλός».
Εκείνοι τώρα εξαγριωμένοι του λένε: «Εσύ γεννήθηκες βουτηγμένος στην αμαρτία και διδάσκεις εμάς;». Και τον έδιωξαν. Βρήκε όμως ο Κύριος τον πρώην τυφλό και του είπε: «Εσύ πιστεύεις στον Υιό του Θεού;». «Και ποιος είναι, Κύριε, για να τον πιστεύσω;», αποκρίθηκε εκείνος. Είπε τότε σ’ αυτόν ο Ιησούς: «Αυτός που σου μιλάει, εκείνος είναι». «Πιστεύω, Κύριε», απαντά με ειλικρίνεια ο πρώην τυφλός. Και Τον προσκύνησε ως Υιό του Θεού.
Είναι πραγματικά αξιοθαύμαστη η ομολογία του πρώην τυφλού. Η παρρησία του εκδηλώνεται ολοένα και πιο θαυμαστή. Ομολογεί αρχικώς γεμάτος ευγνωμοσύνη στους γνωστούς το θαύμα. Και, όταν οδηγείται μπροστά στους τυφλωμένους από την κακία Φαρισαίους, δεν κάμπτεται από τις απειλές τους και την ασφυκτική τους πίεση. Περιγράφει και πάλι το θαύμα και ομολογεί χωρίς να φοβάται ότι ο Ιησούς είναι προφήτης. Κι όταν οι Φαρισαίοι απαιτούν να ομολογήσει ότι πλανήθηκε, αυτός ακάθεκτος επιμένει στην αλήθεια. Και τελικά προτιμά να φύγει μακριά τους, μένοντας σταθερός στην ομολογία του, ό,τι κι αν αυτό θα του κοστίσει.
Και μας διδάσκει ο άνθρωπος αυτός, ο πρώην τυφλός, να ομολογούμε κι εμείς την αλήθεια με θάρρος, με ενθουσιασμό και καύχηση, όπου και όταν μας το ζητάει αυτό ο Κύριος. Και γιατί να το κάνουμε αυτό; Διότι ο Χριστός μας άνοιξε τα τυφλά μάτια της ψυχής, μας έμαθε να ζούμε, να πορευόμαστε, να ελπίζουμε. Γεμάτοι ευγνωμοσύνη λοιπόν κι εμείς να ομολογούμε τον ευεργέτη μας. Είναι προτιμότερο να μείνουμε απομονωμένοι ομολογώντας την αλήθεια, παρά να είμαστε φίλοι όλου του κόσμου συμβιβασμένοι με το ψέμα. Και ο Χριστός θα μας ευλογήσει. Θα μας ομολογήσει ως παιδιά του αγαπημένα και θα μας καταστήσει πολίτες της Βασιλείας του.

( Πηγή Χριστιανική Φοιτιτηκή Δράση )

.

Πέμπτη, 21 Μαΐου 2009

Οἱ Ἅγιοι Κωνσταντίνος ὁ Μεγάλος καὶ Ἑλένη οἱ Ἱσαπόστολοι


Ὡς γενέτειρα πόλη τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου ἀναφέρεται τόσο ἡ Ταρσὸς τῆς Κιλικίας ὅσο καὶ τὸ Δρέπανο τῆς Βιθυνίας.Ὡστόσο ἡ ἅποψη ποὺ ἐπικρατεῖ φέρει τὸν Μέγα Κωνσταντίνο νὰ ἔχει γεννηθεῖ στὴ Ναϊσὸ τῆς Ἄνω Μοισίας.Τὸ ἀκριβὲς ἔτος τῆς γεννήσεώς του δὲν εἶναι γνωστὸ,θεωρεῖται ὅμως ὅτι γεννήθηκε μεταξὺ τῶν ἐτῶν 274-288 μ.Χ.Πατέρας του ἦταν ὁ Κωνστάντιος,ποὺ λόγῳ τῆς χλωμότητος τοῦ προσώπου του ὀνομάσθηκε Χλωρὸς,καὶ ἦταν συγγενὴς τοῦ αὐτοκράτορα Κλαυδίου.Μητέρα του ἦταν ἡ Ἁγία Ἑλένη, θυγατέρα ἑνὸς πανδοχέως ἀπὸ τὸ Δρέπανο τῆς Βιθυνίας.Τὸ 305 μ.Χ. ὁ Κωνσταντίνος εὑρίσκεται στὴν αὐλὴ τοῦ αὐτοκράτορα Διοκλητιανοῦ στὴ Νικομήδεια μὲ τὸ ἀξίωμα τοῦ χιλίαρχου.Τὸ ἴδιο ἔτος οἱ δύο Αὔγουστοι,Διοκλητιανὸς καὶ Μαξιμιανὸς,παραιτοῦνται ἀπὸ τὰ ἀξιώματά τους καὶ ἀποσύρονται.Στὸ ὕπατο ἀξίωμα τοῦ Αὐγούστου προάγονται ὁ Κωνστάντιος ὁ Χλωρὸς στὴ Δύση καὶ ὁ Γαλέριος στὴν Ἀνατολὴ.Ὁ Κωνστάντιος ὁ Χλωρὸς πέθανε στὶς 25 Ἰουλίου 306 μ.Χ. καὶ ὁ στρατὸς ἀνακήρυξε Αὔγουστο τὸν Μέγα Κωνσταντίνο,κάτι ὅμως ποὺ δὲν ἀποδέχθηκε ὁ Γαλέριος.Μετὰ ἀπὸ μιὰ σειρὰ διαφόρων ἱστορικῶν γεγονότων ὁ Μέγας Κωνσταντίνος συγκρούεται μὲ τὸν Μαξέντιο,υἱὸ τοῦ Μαξιμιανοῦ,ὁ ὁποῖος πλεονεκτοῦσε στρατηγικὰ,ἐπειδὴ διέθετε τετραπλάσιο στράτευμα καὶ ὁ στρατὸς τοῦ Κωνσταντίνου ἦταν ἤδη καταπονημένος.Ἀπὸ τὴν πλευρὰ του ὁ Μέγας Κωνσταντίνος εἶχε κάθε λόγο νὰ αἰσθάνεται συγκρατημένος. Δὲν εἶχε καμία ἄλλη ἐπιλογὴ ἐκτὸς ἀπὸ τὴν ἐπίκληση τῆς δυνάμεως τοῦ Θεοῦ.Ἤθελε νὰ προσευχηθεῖ,νὰ ζητήσει βοήθεια,ἀλλὰ καθὼς διηγεῖται ὁ ἱστορικὸς Εὐσέβιος,δὲν ἤξερε σὲ ποιὸν Θεὸ νὰ ἀπευθυνθεῖ.Τότε ἔφερε νοερὰ στὴ σκέψη του ὅλους αὐτοὺς ποὺ μαζὶ τους συνδιοικοῦσε τὴν αὐτοκρατορία.Ὅλοι τους,ἐκτὸς ἀπὸ τὸν πατέρα του,πίστευαν σὲ πολλοὺς θεοὺς καὶ ὅλοι τους εἶχαν τραγικὸ τέλος.Ἄρχισε,λοιπὸν,νὰ προσεύχεται στὸν Θεὸ, ὑψώνοντας τὸ δεξὶ του χέρι καὶ ἱκετεύοντάς Τον νὰ τοῦ ἀποκαλυφθεῖ.Ἐνῶ προσευχόταν, διαγράφεται στὸν οὐρανὸ μία πρωτόγνωρη θεοσημία.Περὶ τὶς μεσημβρινὲς ὧρες τοῦ ἡλίου, κατὰ τὸ δειλινὸ δηλαδὴ,εἶδε στὸν οὐρανὸ τὸ τρόπαιο τοῦ Σταυροῦ,ποὺ ἔγραφε «τούτῳ νίκα».Καὶ ἐνῶ προσπαθοῦσε νὰ κατανοήσει τὴ σημασία αὐτοῦ τοῦ μυστηριακοῦ θεάματος,τὸν κατέλαβε ἡ νύχτα.Τότε ἐμφανίζεται ὁ Κύριος στὸν ὕπνο του μαζὶ μὲ τὸ σύμβολο τοῦ Σταυροῦ καὶ τὸν προέτρεψε νὰ κατασκευάσει ἀπομίμηση αὐτοῦ καὶ νὰ τὸ χρησιμοποιεῖ ὡς φυλακτήριο στοὺς πολέμους.Ἔχοντας ὡς σημαία του τὸ Χριστιανικὸ λάβαρο,ἀρχίζει νὰ προελαύνει πρὸς τὴν Ρώμη ἐκμηδενίζοντας κάθε ἀντίσταση.Ὅταν φθάνει στὴ Ρώμη ἐνδιαφέρεται γιὰ τοὺς Χριστιανοὺς τῆς πόλεως.Ὅμως τὸ ἐνδιαφέρον του δὲν περιορίζεται μόνο σὲ αὐτοὺς.Πολὺ σύντομα πληροφορεῖται γιὰ τὴν πενιχρὴ κατάσταση τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἀφρικῆς καὶ ἐνισχύει ἀπὸ τὸ δημόσιο ταμεῖο τὰ ἔργα διακονίας αὐτῆς.Τὸ Φεβρουάριο τοῦ 313 μ.Χ.,στὰ Μεδιόλανα,ὅπου γίνεται ὁ γάμος τοῦ Λικινίου μὲ τὴν Κωνσταντία,ἀδελφὴ τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου,ἐπέρχεται μιὰ ἱστορικὴ συμφωνία μεταξὺ τῶν δύο ἀνδρῶν ποὺ καθιερώνει τὴν ἀρχὴ τῆς ἀνεξιθρησκείας.Τὰ προβλήματα ποὺ εἶχε νὰ ἀντιμετωπίσει ὁ Μέγας Κωνσταντίνος ἦσαν πολλὰ.Ἡ αἱρετικὴ διδασκαλία τοῦ Ἀρείου,πρεσβυτέρου τῆς Ἀλεξανδρινῆς Ἐκκλησίας,ἦλθε νὰ ταράξει τὴν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας.Ἡ διδασκαλία αὐτὴ,ποὺ ὀνομάσθηκε ἀρειανισμὸς,κατέλυε οὐσιαστικὰ τὸ δόγμα τῆς Τριαδικότητας τοῦ Θεοῦ.Μόλις ὁ Μέγας Κωνσταντίνος πληροφορήθηκε τὰ ὅσα θλιβερὰ συνέβαιναν στὴν Ἀλεξάνδρεια, ἀπέστειλε μὲ τὸν πνευματικό του σύμβουλο Ὅσιο,Ἐπίσκοπο Κορδούης τῆς Ἰσπανίας, ἐπιστολὴ στὸν Ἐπίσκοπο Ἀλεξανδρείας Ἀλέξανδρο (313-328 μ.Χ.) καὶ τὸν Ἄρειο.Ἡ προσπάθεια ἐπιλύσεως τοῦ θέματος δὲν εὐδοκίμησε.Ἔτσι ἀποφασίσθηκε ἡ σύγκλιση τῆς Α’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου στὴ Νίκαια τῆς Βιθυνίας τὸ 325 μ.Χ.Ἡ περιγραφὴ τῆς ἐναρκτήριας τελετῆς ἀπὸ τὸν ἱστορικὸ Εὐσέβιο εἶναι ὁμολογουμένως ἐνδιαφέρουσα.Στὸ μεσαῖο οἶκο τῶν ἀνακτόρων εἶχαν προσέλθει ὅλοι οἱ σύνεδροι. Ἐπικρατοῦσε ἀπόλυτη σιγὴ καὶ ὅλοι περίμεναν τὴν εἴσοδο τοῦ αὐτοκράτορα,τὸν ὁποῖο οἱ περισσότεροι θὰ ἔβλεπαν γιὰ πρώτη φορὰ.Ὁ Κωνσταντίνος εἰσῆλθε ταπεινὰ,μὲ σεμνότητα καὶ πραότητα.Στὴν ὁμιλία του πρὸς τὴ Σύνοδο χαρακτηρίζει τὶς ἐνδοεκκλησιαστικὲς συγκρούσεις ὡς τὸ μεγαλύτερο δεινὸ καὶ ἀπὸ τοὺς πολέμους.Ὁ λόγος του ὑπῆρξε εὐθὺς καὶ σαφὴς.Δὲν ἤθελε νὰ ἀσχοληθεῖ παρὰ μονάχα μὲ θέματα ποὺ ἀφοροῦσαν στὴν ὀρθοτόμηση τῆς πίστεως.Ἡ κρίσιμη φράση του,«περὶ τῆς πίστεως σπουδάσωμεν»,διασώζεται σχεδὸν ἀπὸ ὅλους τοὺς ἱστορικοὺς συγγραφεῖς.Μετὰ τὸ πέρας τῶν ἐργασιῶν τῆς Συνόδου ὁ αὐτοκράτορας ἀνέλαβε πρωτοβουλίες γιὰ τὴν ἑδραίωση τῶν ἀποφάσεών της.Ἀπέστειλε ἐγκύκλιο ἐπιστολὴ πρὸς τὴν Ἐκκλησία τῆς Αἰγύπτου, Λιβύης, Πενταπόλεως,Ἀλεξανδρείας,στὴν ὁποία γνωστοποιεῖ τὶς ἀποφάσεις τῆς Συνόδου.Ὁ ἴδιος γνωστοποιεῖ πρὸς ὅλη τὴν ἐπικράτεια τῆς αὐτοκρατορίας τὴν καταδίκη τοῦ Ἀρείου καὶ ἀπαγορεύει τὴν ἀπόκτηση καὶ τὴν ἀπόκρυψη τῶν συγγραμμάτων του.Ἡ πιὸ ἐντυπωσιακή του ὅμως ἐνέργεια εἶναι ἡ ἐπιστολή του πρὸς τὸν Ἄρειο.Ἐπιτιμᾶ τὸν αἱρεσιάρχη καὶ τὸν καταδικάζει μὲ αὐστηρότητα γιὰ τὶς κακοδοξίες του.Ὅμως περὶ τὰ τέλη του 327 μ.Χ. ὁ Μέγας Κωνσταντίνος καλεῖ τὸν Ἄρειο στὰ ἀνάκτορα.Ὁ αἱρεσιάρχης φυσικὰ δὲν χάνει τὴν εὐκαιρία καὶ ὑποβάλλει μία ὁμολογία γεμάτη ἀπὸ ἔντεχνες θεολογικὲς ἀνακρίβειες, πείθοντας μάλιστα τὸν Μέγα Κωνσταντίνο ὅτι αὐτὴ δὲν διαφέρει οὐσιαστικὰ ἀπὸ ὅσα εἶχε ἀποφασίσει ἡ Α’ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος.Τελικὰ ὁ αὐτοκράτορας συγκαλεῖ νέα Σύνοδο,τὸ Νοέμβριο τοῦ 327 μ.Χ.,ἡ ὅποία ἀνακαλεῖ τὸν Ἄρειο ἀπὸ τὴν ἐξορία καὶ ἀποκαθιστᾶ τοὺς ἐξόριστους Ἐπισκόπους Νικομηδείας Εὐσέβιο καὶ Νικαίας Θεόγνιο.Ἡ ἀνάκληση τοῦ Ἀρείου καὶ ἡ ἀποκατάσταση τῶν περὶ αὐτῶν πυροδότησε νέες ἔριδες στοὺς κόλπους τῆς Ἐκκλησίας.Ὁ Ἐπίσκοπος Ἀλεξανδρείας Ἀλέξανδρος καὶ στὴν συνέχεια ὁ διάδοχός του Μέγας Ἀθανάσιος ἀρνοῦνται νὰ δεχθοῦν τὸν Ἄρειο στὴν Ἀλεξάνδρεια.Ὁ Μέγας Κωνσταντίνος ἀπειλεῖ μὲ καθαίρεση τὸν Μέγα Ἀθανάσιο,ἐνῶ σὲ Σύνοδο ποὺ συνῆλθε στὴν Ἀντιόχεια τὸ 330 μ.Χ.καθαιρεῖται καὶ ἐξορίζεται ἀπὸ τοὺς αἱρετικοὺς ὁ Ἅγιος Εὐστάθιος,Ἐπίσκοπος Ἀντιοχείας (τιμάται 21 Φεβρουαρίου).Ἡ Σύνοδος τῆς Τύρου τῆς Συρίας, ποὺ συνῆλθε τὸ 335 μ.Χ.,καταδικάζει ἐρήμην μὲ τὴν ποινὴ τῆς καθαιρέσεως τὸν Μέγα Ἀθανάσιο, ὁ ὁποῖος φεύγει,γιὰ νὰ συναντήσει τὸν Μέγα Κωνσταντίνο.Εἶναι γεγονὸς πὼς ὁ Μέγας Κωνσταντίνος δὲν ἔδειξε νὰ ἀποδέχεται τὸ αἴτημα τοῦ Μεγάλου Ἀθανασίου γιὰ ἀκρόαση.Πείσθηκε ὅμως νὰ τὸν ἀκούσει,ὅταν ὁ Μέγας Ἀθανάσιος τοῦ ἀπηύθυνε τὴν ρήση:«Δικάσει Κύριος ἀνὰ μέσον ἐμοῦ καὶ σοῦ».Ὁ Μέγας Κωνσταντίνος κατενόησε τὴν κατάφωρη ἀδικία καὶ τὶς ἄθλιες μεθοδεύσεις σὲ βάρος τοῦ Μεγάλου Ἀθανασίου καὶ ἔκανε δεκτὸ τὸ αἴτημά τουνὰ προσκληθοῦν ὅλοι οἱ συνοδικοὶ τῆς Τύρου καὶ ἡ διαδικασία νὰ λάβει χώρα ἐνώπιόν του.Ὁ Εὐσέβιος Νικομηδείας ἀγνόησε τὴν αὐτοκρατορικὴ ἐντολὴ.Πῆρε μόνο ἐλάχιστους ἀπὸ τοὺς συνοδικοὺς καὶ ἐμφανίσθηκε στὸν αὐτοκράτορα. Ξέχασε ὅλες τὶς ὑπόλοιπες κατηγορίες καὶ γιὰ πρώτη φορὰ ἔθεσε τὸ θέμα τῆς δῆθεν παρακωλύσεως τῆς ἀποστολῆς σιταριοῦ πρὸς τὴν Βασιλεύουσα.Ὁ αὐτοκράτορας ἐξοργίζεται καὶ ἐξορίζει τὸν Μέγα Ἀθανάσιο στὰ Τρέβιρα τῆς Γαλλίας.Παρὰ ταῦτα δὲν ἐπικυρώνει τὴν ἀπόφαση τῆς Συνόδου τῆς Τύρου γιὰ καθαίρεση καὶ οὔτε διατάσσει τὴν ἀναπλήρωση τοῦ ἐπισκοπικοῦ θρόνου τῆς Ἀλεξάνδρειας.Ἡ τελευταία περίοδος τῆς ζωῆς τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου εἶναι αὐτὴ ποὺ τὸν καταξιώνει στὴν ἐκκλησιαστικὴ συνείδηση καὶ τὸν ὁδηγεῖ στὸ ἀπόγειο τῆς πνευματικῆς του πορείας.Ὁ Ἅγιος,κατὰ τὸν Ἀπρίλιο τοῦ 337 μ.Χ.,αἰσθάνεται τὰ πρῶτα σοβαρὰ συμπτώματα κάποιας ἀσθένειας. Οἱ πηγὲς μᾶς πληροφοροῦν πὼς ὁ Μέγας Κωνσταντίνος κατέφυγε σὲ ἰαματικὰ λουτρὰ.Βλέποντας ὅμως τὴν ὑγεία του νὰ ἐπιδεινώνεται θεώρησε σκόπιμο νὰ μεταβεῖ στὴν πόλη Ἑλενόπολη τῆς Βιθυνίας,ποὺ εἶχε ὀνομασθεῖ ἔτσι λόγῳ τῆς Ἁγίας μητέρας του.Ἐκεῖ παρέμεινε στὸ ναὸ τῶν Μαρτύρων,ὅπου ἀνέπεμπε ἱκετήριες εὐχὲς καὶ λιτανεῖες πρὸς τὸν Θεό.Ὁ Μέγας Κωνσταντίνος ἀντιλαμβάνεται πὼς ἡ ἐπίγεια ζωή του πλησιάζει στὸ τέλος της.Ἡ μνήμη τοῦ θανάτου καλλιεργεῖται στὴν καρδιά του καὶ τὸν ὁδηγεῖ στὸ μυστήριο τῆς μετάνοιας καὶ τοῦ βαπτίσματος.Μετὰ ἀπὸ αὐτὰ καταφεύγει σὲ κάποιο προάστιο τῆς Νικομήδειας,συγκαλεῖ τοὺς Ἐπισκόπους καὶ τοὺς ἀπευθύνει τὸν ἑξῆς λόγο:«Αὐτὸς ἦταν ὁ καιρὸς ποὺ προσδοκοῦσα ἀπὸ παλιὰ καὶ διψοῦσα καὶ εὐχόμουν νὰ καταξιωθῶ τῆς ἐν Θεῷ σωτηρίας.Ἦλθε ἡ ὥρα νὰ ἀπολαύσουμε καὶ ἐμεῖς τὴν ἀθανατοποιὸ σφραγίδα,ἦλθε ἡ ὥρα νὰ συμμετάσχουμε στὸ σωτήριο σφράγισμα,πρᾶγμα ποὺ κάποτε ἐπιθυμοῦσα νὰ κάνω στὰ ρεῖθρα τοῦ Ἰορδάνου, στὰ ὁποῖα,ὅπως παραδίδεται,ὁ Σωτήρας μας ἔλαβε τὸ βάπτισμα εἰς ἡμέτερον τύπον.Ὁ Θεὸς ὅμως,ποὺ γνωρίζει τὸ συμφέρον,μᾶς ἀξιώνει νὰ λάβουμε τὸ βάπτισμα ἐδῶ. Ἂς μὴν ὑπάρχει λοιπὸν καμία ἀμφιβολία.Γιατὶ καὶ ἐὰν ἀκόμη εἶναι θέλημα τοῦ Κυρίου τῆς ζωῆς καὶ τοῦ θανάτου νὰ συνεχισθεῖ ἡ ἐπίγεια ζωή μας καὶ νὰ συνυπάρχω μὲ τὸ λαὸ τοῦ Θεοῦ,θὰ πλαισιώσω τὴ ζωή μου μὲ ὅλους ἐκείνους τοὺς κανόνες ποὺ ἁρμόζουν στὸν Θεὸ».Μετὰ τὸ βάπτισμα ὁ Ἅγιος Κωνσταντίνος δὲν ξαναφόρεσε τὸν αὐτοκρατορικὸ χιτώνα,ἀλλὰ παρέμεινε ἐνδεδυμένος μὲ τὸ λευκὸ ἔνδυμα τοῦ βαπτίσματος,μέχρι τὴν ἡμέρα τῆς κοιμήσεώς του τὸ 337 μ.Χ.Ἦταν ἡ ἡμέρα ἑορτασμοῦ τῆς Πεντηκοστῆς,γράφει ὁ ἱστορικὸς Εὐσέβιος.Εἶναι χαρακτηριστικὸς ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖο περιγράφει ὁΕὐσέβιος τὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα ἀκολούθησαν τὴν κοίμηση τοῦ Ἁγίου.Ὅλοι οἱ σωματοφύλακες τοῦ αὐτοκράτορα,ἀφοῦ ἔσχισαν τὰ ροῦχα τους καὶ ἔπεσαν στὸ ἔδαφος,ἔκλαιγαν καὶ φώναζαν δυνατὰ,σὰν νὰ μὴν ἔχαναν τὸ βασιλέα τους,ἀλλὰ τὸν πατέρα τους.Οἱ ταξίαρχοι καὶ οἱ λοχαγοὶ ἔκλαιγαν τὸν εὐεργέτη τους.Οἱ δῆμοι ἦσαν λυπημένοι καὶ κάθε κάτοικος τῆς Κωνσταντινουπόλεως πενθοῦσε,σὰν νὰ ἔχανε τὸ κοινὸ ἀγαθὸ.Ἀφοῦ οἱ στρατιωτικοὶ τοποθέτησαν τὸ σκήνωμα τοῦ Ἁγίου σὲ χρυσὴ λάρνακα,τὸ μετέφεραν στὴν Κωνσταντινούπολη καὶ τὸ ἐναπέθεσαν σὲ βάθρο στὸν βασιλικὸ οἶκο.Τὸ ἱερὸ λείψανό του ἐνταφιάσθηκε στὸ ναὸ τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων.Δίκαια ἡ ἱστορία τὸν ὀνόμασε Μέγα καὶ ἡ Ἐκκλησία Ἰσαπόστολο.Ἡ Ἁγία Ἑλένη γεννήθηκε στὸ Δρέπανο τῆς Βιθυνίας τῆς Μικρᾶς Ἀσίας περὶ τὸ 247 μ.Χ. Φαίνεται ὅτι ἦταν ταπεινῆς καταγωγῆς.Στὴν ἱστοριογραφία ὑπάρχει σχετικὴ διχογνωμία ὡς πρὸς τὸ ἂν ἡ μητέρα τοῦ Ἁγίου Κωνσταντίνου ὑπῆρξε σύζυγος ἢ νόμιμη παλλακίδα τοῦ Κωνσταντίου τοῦ Χλωροῦ.Μεταξὺ τῶν ἐτῶν 274-288 μ.Χ. γέννησε στὴ Ναϊσὸ τῆς Μοισίας τὸν Κωνσταντίνο.Ὅταν, πέντε ἔτη ἀργότερα,ὁ Κωνσταντίνος Χλωρὸς ἔγινε Καίσαρας ἀπὸ τὸν Διοκλητιανὸ, ἀναγκάσθηκε νὰ τὴν ἀπομακρύνει,γιὰ νὰ συζευχθεῖ τὴ Θεοδώρα,θετὴ κόρη τοῦ αὐτοκράτορα Μαξιμιανοῦ,καὶ νὰ ἔχει ἔτσι τὸ συγγενικὸ ἐκεῖνο δεσμὸ,ὁ ὁποῖος θὰ ἐξασφάλιζε τὴ στερεότητα τοῦ διοκλητιανοῦ τετραρχικοῦ συστήματος.Πρὰ τὸ γεγονὸς αὐτὸ ὁ Μέγας Κωνσταντίνος τιμοῦσε ἰδιαίτερα τὴ μητέρα του. Τῆς ἀπένειμε τὸν τίτλο τῆς αὐγούστης, ἔθεσε τὴ μορφή της ἐπὶ νομισμάτων καὶ ἔδωσε τὸ ὄνομά της σὲ μία πόλη τῆς Βιθυνίας.Ἡ Ἁγία ἔδειξε τὴν εὐσέβειά τηςμὲ πολλὲς εὐεργεσίες καὶ τὴν ἀνοικοδόμηση νέων Ἐκκλησιῶν στὴ Ρώμη (Τιμίου Σταυροῦ), στὴν Κωνσταντινούπολη (Ἁγίων Ἀποστόλων),στὴ Βηθλεὲμ (βασιλικὴ τῆς Γεννήσεως) καὶ ἐπὶ τοῦ Ὄρους τῶν Ἐλαιῶν (βασιλικὴ τῆς Γεθσημανῆ).Ἡ Ἁγία Ἑλένη πῆγε τὸ 326 μ.Χ. στὴν Ἱερουσαλὴμ,ὅπου «μὲ μέγαν κόπον καὶ πολλὴν ἔξοδον καὶ φοβερίσματα ηὗρεν τὸν τίμιον σταυρὸν καὶ τοὺς ἄλλους δύο σταυροὺς τῶν ληστῶν»,ὅπως γράφει ὁ Κύπριος Χρονογράφος Λεόντιος Μαχαιρᾶς.Ἐπιστρέφοντας στὴν Κωνσταντινούπολη,ἕνα χρόνο μετὰ τὴν εὕρεση τοῦ Τιμίου Σταυροῦ τοῦ Κυρίου,ἡ Ἁγία Ἑλένη πέρασε καὶ ἀπὸ τὴν Κύπρο.Ἡ Ἑγία Ἑλένη κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη μᾶλλον τὸ 327 μ.Χ. σὲ ἡλικία ὀγδόντα ἐτῶν.Ὁ ἱστορικὸς Εὐσέβιος γράφει ὅτι ἡ Ἁγία προαισθάνθηκε τὸ θάνατό της καὶ μὲ διαθήκη ἄφησε τὴν περιουσία της στὸν υἱό της καὶ τοὺς ἐγγονούς της.Ὅπως ἦταν φυσικὸ ὁ υἱός της μετέφερε τὸ τίμιο λείψανό της στὴν Κωνσταντινούπολη καὶ τὴν ἐνταφίασε στὸ ναὸ τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων.Ἡ Σύναξη αὐτῶν ἐτελεῖτο στὴ Μεγάλη Ἐκκλησία,στὸ ναὸ τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων καὶ στὸν ἱερὸ ναὸ αὐτῶν στὴν κινστέρνα τοῦ Βώνου.Οἱ Βυζαντινοὶ τιμοῦσαν ἰδιαίτερα τὸν Μέγα Κωνσταντίνο καὶ τὴν Ἑγία Ἑλένη.Ἀπόδειξη τούτου ἀποτελεῖ τὸ γεγονὸς ὅτι κατὰ τὸ Μεσαίωνα ἦταν πολύ δημοφιλὴς στοὺς Βυζαντινοὺς ἡ ἀπεικόνιση τοῦ πρώτου Χριστιανοῦ βασιλέως μὲ τὴ μητέρα του,ποὺ κρατοῦσαν στὸ μέσον Σταυρὸ.Ἡ παράδοση αὐτὴ διατηρεῖται μέχρι καὶ σήμερα μὲ τὰ κωνσταντινάτα.


Ἀπολυτίκιον. Ἦχος πλ. δ’.

Τοῦ Σταυροῦ σου τὸν τύπον ἐν οὐρανῷ θεασάμενος,καὶ ὡς ὁ Παῦλος τὴν κλῆσιν οὐκ ἐξ ἀνθρώπων δεξάμενος,ὁ ἐν Βασιλεῦσιν Ἀπόστολός σου Κύριε,Βασιλεύουσαν πόλιν τῇ χειρί σου παρέθετο·ἣν περισώζε διὰ παντὸς ἐν εἰρήνη,πρεσβείαις τῆς Θεοτόκου, μόνε Φιλάνθρωπε.

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.Πρῶτος πέφηνας,ἐν Βασιλεῦσι,θεῖον ἕδρασμα,τῆς εὐσεβείας,ἀπ’ οὐρανοῦ δεδεγμένος τὸ χάρισμα·ὅθεν Χριστοῦ τὸν Σταυρὸν ἐφανέρωσας,καὶ τὴν Ὀρθόδοξον πίστιν ἐφήπλωσας. Κωνσταντῖνε Ἰσαπόστολε,σὺν Μητρὶ Ἑλένῃ τῇ θεόφρονι,πρεσβεύσατε ὑπὲρ τῶν ψυχῶν ἡμῶν.
Κοντάκιον. Ἦχος γ’. Ἡ Παρθένος σήμερον.Κωνσταντῖνος σήμερον,σὺν τῇ μητρὶ τῇ Ἑλένῃ,τὸν Σταυρὸν ἐκφαίνουσι, τὸ πανσεβάσμιον ξύλον,πάντων μὲν,τῶν Ἰουδαίων αἰσχύνην ὄντα, ὅπλον δὲ,πιστῶν ἀνάκτων κατ’ ἐναντίων· δι’ ἡμᾶς γὰρ ἀνεδείχθη,σημεῖον μέγα,καὶ ἐν πολέμοις φρικτὸν.
.

Παρασκευή, 15 Μαΐου 2009

Κυριακή της Σαμαρείτιδος


Το Ευαγγέλιο

Ιωάν. δ΄ 5-42
5 Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ἔρχεται ὁ Ἰησοῦς εἰς πόλιν τῆς Σαμαρείας λεγομένην Συχάρ, πλησίον τοῦ χωρίου ὃ ἔδωκεν Ἰακὼβ Ἰωσὴφ τῷ υἱῷ αὐτοῦ· 6 ἦν δὲ ἐκεῖ πηγὴ τοῦ Ἰακώβ. ὁ οὖν Ἰησοῦς κεκοπιακὼς ἐκ τῆς ὁδοιπορίας ἐκαθέζετο οὕτως ἐπὶ τῇ πηγῇ· ὥρα ἦν ὡσεὶ ἕκτη. 7 ἔρχεται γυνὴ ἐκ τῆς Σαμαρείας ἀντλῆσαι ὕδωρ. λέγει αὐτῇ ὁ Ἰησοῦς· δός μοι πιεῖν. 8 οἱ γὰρ μαθηταὶ αὐτοῦ ἀπεληλύθεισαν εἰς τὴν πόλιν ἵνα τροφὰς ἀγοράσωσι. 9 λέγει οὖν αὐτῷ ἡ γυνὴ ἡ Σαμαρεῖτις· πῶς σὺ Ἰουδαῖος ὢν παρ’ ἐμοῦ πιεῖν αἰτεῖς, οὔσης γυναικὸς Σαμαρείτιδος; οὐ γὰρ συγχρῶνται Ἰουδαῖοι Σαμαρείταις. 10 ἀπεκρίθη Ἰησοῦς καὶ εἶπεν αὐτῇ· εἰ ᾔδεις τὴν δωρεὰν τοῦ Θεοῦ, καὶ τίς ἐστιν ὁ λέγων σοι, δός μοι πιεῖν, σὺ ἂν ᾔτησας αὐτόν, καὶ ἔδωκεν ἄν σοι ὕδωρ ζῶν. 11 λέγει αὐτῷ ἡ γυνή· Κύριε, οὔτε ἄντλημα ἔχεις, καὶ τὸ φρέαρ ἐστὶ βαθύ· πόθεν οὖν ἔχεις τὸ ὕδωρ τὸ ζῶν; 12 μὴ σὺ μείζων εἶ τοῦ πατρὸς ἡμῶν Ἰακώβ, ὃς ἔδωκεν ἡμῖν τὸ φρέαρ, καὶ αὐτὸς ἐξ αὐτοῦ ἔπιε καὶ οἱ υἱοὶ αὐτοῦ καὶ τὰ θρέμματα αὐτοῦ; 13 ἀπεκρίθη Ἰησοῦς καὶ εἶπεν αὐτῇ· πᾶς ὁ πίνων ἐκ τοῦ ὕδατος τούτου διψήσει πάλιν· 14 ὃς δι’ ἂν πίῃ ἐκ τοῦ ὕδατος οὗ ἐγὼ δώσω αὐτῷ, οὐ μὴ διψήσῃ εἰς τὸν αἰῶνα, ἀλλὰ τὸ ὕδωρ ὃ δώσω αὐτῷ, γενήσεται ἐν αὐτῷ πηγὴ ὕδατος ἁλλομένου εἰς ζωὴν αἰώνιον. 15 λέγει πρὸς αὐτὸν ἡ γυνή· Κύριε, δός μοι τοῦτο τὸ ὕδωρ, ἵνα μὴ διψῶ μηδὲ ἔρχωμαι ἐνθάδε ἀντλεῖν. 16 λέγει αὐτῇ ὁ Ἰησοῦς· ὕπαγε φώνησον τὸν ἄνδρα σου καὶ ἐλθὲ ἐνθάδε. 17 ἀπεκρίθη ἡ γυνὴ καὶ εἶπεν· οὐκ ἔχω ἄνδρα. λέγει αὐτῇ ὁ Ἰησοῦς· καλῶς εἶπας ὅτι ἄνδρα οὐκ ἔχω· 18 πέντε γὰρ ἄνδρας ἔσχες, καὶ νῦν ὃν ἔχεις οὐκ ἔστι σου ἀνήρ· τοῦτο ἀληθὲς εἴρηκας. 19 λέγει αὐτῷ ἡ γυνή· Κύριε, θεωρῶ ὅτι προφήτης εἶ σύ. 20 οἱ πατέρες ἡμῶν ἐν τῷ ὄρει τούτῳ προσεκύνησαν· καὶ ὑμεῖς λέγετε ὅτι ἐν Ἱεροσολύμοις ἐστὶν ὁ τόπος ὅπου δεῖ προσκυνεῖν. 21 λέγει αὐτῇ ὁ Ἰησοῦς· γύναι, πίστευσόν μοι ὅτι ἔρχεται ὥρα ὅτε οὔτε ἐν τῷ ὄρει τούτῳ οὔτε ἐν Ἱεροσολύμοις προσκυνήσετε τῷ πατρί. 22 ὑμεῖς προσκυνεῖτε ὃ οὐκ οἴδατε, ἡμεῖς προσκυνοῦμεν ὃ οἴδαμεν· ὅτι ἡ σωτηρία ἐκ τῶν Ἰουδαίων ἐστίν. 23 ἀλλ’ ἔρχεται ὥρα, καὶ νῦν ἐστιν, ὅτε οἱ ἀληθινοὶ προσκυνηταὶ προσκυνήσουσι τῷ πατρὶ ἐν πνεύματι καὶ ἀληθείᾳ· καὶ γὰρ ὁ πατὴρ τοιούτους ζητεῖ τοὺς προσκυνοῦντας αὐτόν. 24 πνεῦμα ὁ Θεός, καὶ τοὺς προσκυνοῦντας αὐτὸν ἐν πνεύματι καὶ ἀληθείᾳ δεῖ προσκυνεῖν. 25 λέγει αὐτῷ ἡ γυνή· οἶδα ὅτι Μεσσίας ἔρχεται ὁ λεγόμενος Χριστός· ὅταν ἔλθῃ ἐκεῖνος, ἀναγγελεῖ ἡμῖν πάντα. 26 λέγει αὐτῇ ὁ Ἰησοῦς· ἐγώ εἰμι ὁ λαλῶν σοι. 27 καὶ ἐπὶ τούτῳ ἦλθον οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ, καὶ ἐθαύμασαν ὅτι μετὰ γυναικὸς ἐλάλει· οὐδεὶς μέντοι εἶπε, τί ζητεῖς ἢ τί λαλεῖς μετ’ αὐτῆς; 28 Ἀφῆκεν οὖν τὴν ὑδρίαν αὐτῆς ἡ γυνὴ καὶ ἀπῆλθεν εἰς τὴν πόλιν, καὶ λέγει τοῖς ἀνθρώποις· 29 δεῦτε ἴδετε ἄνθρωπον ὃς εἶπέ μοι πάντα ὅσα ἐποίησα· μήτι οὗτός ἐστιν ὁ Χριστός; 30 ἐξῆλθον οὖν ἐκ τῆς πόλεως καὶ ἤρχοντο πρὸς αὐτόν.
31 Ἐν δὲ τῷ μεταξὺ ἠρώτων αὐτὸν οἱ μαθηταὶ λέγοντες· ραββί, φάγε. 32 ὁ δὲ εἶπεν αὐτοῖς· ἐγὼ βρῶσιν ἔχω φαγεῖν, ἣν ὑμεῖς οὐκ οἴδατε. 33 ἔλεγον οὖν οἱ μαθηταὶ πρὸς ἀλλήλους· μή τις ἤνεγκεν αὐτῷ φαγεῖν; 34 λέγει αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς· ἐμὸν βρῶμά ἐστιν ἵνα ποιῶ τὸ θέλημα τοῦ πέμψαντός με καὶ τελειώσω αὐτοῦ τὸ ἔργον. 35 οὐχ ὑμεῖς λέγετε ὅτι ἔτι τετράμηνός ἐστι καὶ ὁ θερισμὸς ἔρχεται; ἰδοὺ λέγω ὑμῖν, ἐπάρατε τοὺς ὀφθαλμοὺς ὑμῶν καὶ θεάσασθε τὰς χώρας, ὅτι λευκαί εἰσι πρὸς θερισμὸν ἤδη. 36 καὶ ὁ θερίζων μισθὸν λαμβάνει καὶ συνάγει καρπὸν εἰς ζωὴν αἰώνιον, ἵνα καὶ ὁ σπείρων ὁμοῦ χαίρῃ καὶ ὁ θερίζων. 37 ἐν γὰρ τούτῳ ὁ λόγος ἐστὶν ὁ ἀληθινός, ὅτι ἄλλος ἐστὶν ὁ σπείρων καὶ ἄλλος ὁ θερίζων. 38 ἐγὼ ἀπέστειλα ὑμᾶς θερίζειν ὃ οὐχ ὑμεῖς κεκοπιάκατε· ἄλλοι κεκοπιάκασι, καὶ ὑμεῖς εἰς τὸν κόπον αὐτῶν εἰσεληλύθατε. 39 Ἐκ δὲ τῆς πόλεως ἐκείνης πολλοὶ ἐπίστευσαν εἰς αὐτὸν τῶν Σαμαρειτῶν διὰ τὸν λόγον τῆς γυναικός, μαρτυρούσης ὅτι εἶπέ μοι πάντα ὅσα ἐποίησα. 40 ὡς οὖν ἦλθον πρὸς αὐτὸν οἱ Σαμαρεῖται, ἠρώτων αὐτὸν μεῖναι παρ’ αὐτοῖς· καὶ ἔμεινεν ἐκεῖ δύο ἡμέρας. 41 καὶ πολλῷ πλείους ἐπίστευσαν διὰ τὸν λόγον αὐτοῦ, 42 τῇ τε γυναικὶ ἔλεγον ὅτι οὐκέτι διὰ τὴν σὴν λαλιὰν πιστεύομεν· αὐτοὶ γὰρ ἀκηκόαμεν, καὶ οἴδαμεν ὅτι οὗτός ἐστιν ἀληθῶς ὁ σωτὴρ τοῦ κόσμου ὁ Χριστός.

Στο πηγάδι του Ιακώβ
Το νερό της ζωής

Είναι καταμεσήμερο και λίγο έξω από την πόλη της Σαμάρειας Συχάρ, στο πηγάδι του Ιακώβ, ο Κύριος κάθεται να ξεκουραστεί. Ο τόπος έρημος, μα κάποια Σαμαρείτισσα πλησιάζει με τη στάμνα της για να πάρει νερό.
Καθώς την βλέπει ο Κύριος, της λέει: «Δως μου να πιω». Η γυναίκα απορεί: «Πώς εσύ τολμάς και ζητάς νερά από μένα, μια Σαμαρείτισσα;» Και ο Χριστός της αποκρίνεται: «Εάν γνώριζες τη δωρεά του Αγίου Πνεύματος και ποιος σου ζητά νερό, εσύ θα του ζητούσες και θα σου έδινε νερό που δεν στερεύει ποτέ». Η γυναίκα δεν κατάλαβε και ρωτά: «Κύριε, ούτε στάμνα έχεις και το πηγάδι είναι βαθύ· από πού λοιπόν έχεις το αστείρευτο νερό;» Και ο Χριστός της απαντά: «Καθένας που πίνει από το νερό αυτό του πηγαδιού, θα διψάσει πάλι. Εκείνος όμως που θα πιει από το νερό που θα του δώσω εγώ, δεν θα διψάσει ποτέ, αλλά θα αναβλύζει από την ψυχή του αστείρευτο νερό για να του χαρίζει ζωή αιώνια».
— Κύριε, δως μου το νερό αυτό, παρακαλεί έκπληκτη η γυναίκα, για να μη διψώ ποτέ.
Ο Κύριος τότε της λέει: «Πήγαινε και φέρε εδώ και τον άνδρα σου». «Δεν έχω άνδρα», απαντά εκείνη.
Κι ο παντογνώστης Κύριος της αποκαλύπτει όλη της τη ζωή: «Αλήθεια είπες. Πέντε άνδρες έχεις πάρει κι αυτός που τώρα έχεις δεν είναι άνδρας σου».
Η γυναίκα σαστίζει: «Κύριε, καταλαβαίνω ότι είσαι προφήτης. Πες μου, πού πρέπει να προσκυνούμε τον Θεό, στο βουνό μας Γαριζείν ή στα Ιεροσόλυμα;» Και ο Κύριος απαντά: «Σε λίγο καιρό ούτε μόνο στο Γαριζείν ούτε μόνο στα Ιεροσόλυμα θα λατρεύετε τον Θεό. Ο Θεός είναι πνεύμα, κι όσοι Τον λατρεύουν, πρέπει να Τον προσκυνούν με αφοσίωση και επίγνωση».
Λέει σ’ αυτόν η γυναίκα: «Γνωρίζω ότι έρχεται ο Μεσσίας. Όταν έλθει εκείνος, θα μας τα διδάξει όλα».
-Εγώ είμαι ο Μεσσίας! απαντά ο Κύριος.
Η γυναίκα τότε ενθουσιασμένη άφησε τη στάμνα της εκεί, έφυγε στην πόλη και άρχισε να φωνάζει: «Ελάτε να δείτε έναν άνθρωπο που μου είπε όλα όσα έκανα. Μήπως είναι αυτός ο Χριστός;» Και οι Σαμαρείτες άρχισαν να έρχονται προς το πηγάδι, να δουν τον Κύριο σαν τα διψασμένα ελάφια προς την πηγή.
Ποιο όμως είναι «τό ὕδωρ τό ζῶν» για το οποίο μίλησε ο Κύριος στη Σαμαρείτιδα; Είναι η Χάρις του Θεού. Ο Κύριος πήρε αφορμή από το φυσικό νερό του πηγαδιού και τη φυσική δίψα κάθε ανθρώπου για να διδάξει το μυστήριο της Χάριτος του Αγίου Πνεύματος. Η ζέστη του μεσημεριού, ο έρημος τόπος, το πηγάδι, η στάμνα, το νερό, η δίψα, όλα συντέλεσαν ως εικόνες για να περιγράψει ο Κύριος το μυστήριο της θείας Χάριτος, χωρίς την οποία ο άνθρωπος δεν μπορεί να ζήσει. Και ονομάζει ο Κύριος τη χάρη του Αγίου Πνεύματος «ὕδωρ ζῶν», διότι η Χάρις του Θεού καθαρίζει την ψυχή του ανθρώπου από κάθε μολυσμό, την ξεκουράζει και τη δροσίζει από το λίβα της αμαρτίας. Και τη ζωογονεί, ικανοποιεί όλους τους ανώτερους πόθους της, τη γεμίζει με όλες τις δωρεές του Αγίου Πνεύματος, της μεταγγίζει ζωή αιώνιο.
Και το νερό αυτό της ζωής μάς το παρέχει ο Κύριος όχι στο πηγάδι του Ιακώβ αλλά στην αγία του Εκκλησία. Εκεί με τα ιερά Μυστήρια μας μεταγγίζει ζωή, μας παρέχει άφεση, λύτρωση, χορτασμό, σωτηρία. Μας αναγεννά σε νέα ζωή, όπως συνέβη και με τη Σαμαρείτιδα, η οποία έγινε στο εξής αφοσιωμένη μαθήτρια του Κυρίου, ισαπόστολος, αγία, η αγία Φωτεινή. Και έτρεξε στα πέρατα της γης για να μεταδώσει το μυστήριο που έζησε, το μυστήριο της θείας Χάριτος.


Οι ψυχές περιμένουν

Μόλις επέστρεψαν οι μαθητές στο πηγάδι, παρακάλεσαν τον Κύριο να φάει κάτι. Αυτός όμως τους είπε: «Δική μου τροφή είναι να κάνω το θέλημα του Πατρός μου, να εργάζομαι τη σωτηρία των ανθρώπων. Σηκώστε τα μάτια σας και κοιτάξτε τα πλήθη των Σαμαρειτών που έρχονται. Όλοι αυτοί είναι πνευματικά χωράφια έτοιμα για θερισμό. Οι προφήτες πριν από εμένα κι εγώ κατόπιν έσπειρα σ’ αυτά και θα θερίσετε εσείς. Όπως και στο μέλλον, θα σπείρετε εσείς και θα θερίσουν οι διάδοχοί σας».
Όταν οι Σαμαρείτες έφθασαν στο πηγάδι, άκουγαν με πόθο τα λόγια του Μεσσία· και Τον παρακαλούσαν να μείνει για πάντα μαζί τους. Και ο Κύριος έμεινε στην πόλη τους δυο μέρες και τους δίδαξε μεγάλες αλήθειες. Και πίστεψαν σ’ Αυτόν πολλοί και ομολογούσαν ότι αυτός είναι ο Μεσσίας, ο Χριστός.
Οι Σαμαρείτες ήταν ένα πνευματικό χωράφι έτοιμο για θερισμό. Πλήθος ψυχών που ποθούσαν να ακούσουν το κήρυγμα του Χριστού και να σωθούν. Γι’ αυτό παρακάλεσαν τον Κύριο να μείνει στην πόλη τους. Δεν είχαν δει πολλά θαύματα. Ένα τους συγκλόνισε, η μεταστροφή της συμπατριώτισσάς τους. Και ο Κύριος με το λόγο του και με τη χάρη του τους βοήθησε να πιστέψουν και να μετανοήσουν.
Αλλά οι Σαμαρείτες εκείνοι αποτελούσαν μία προτύπωση, μια εικόνα όλης της ανθρωπότητας. Μιας ανθρωπότητας που χωρίς συχνά να το συνειδητοποιεί, διψά να ακούσει το μήνυμα της λυτρώσεως, να ξεδιψάσει από το ύδωρ της ζωής. Πόσοι άνθρωποι και σήμερα βρίσκονται στην άγνοια, στην πλάνη, στο σκοτάδι! Και ζητούν λίγη χαρά, λίγη ανάπαυση. Ζητούν κάπου να πιαστούν, κάπου να βρουν λίγη ελπίδα, λίγο φως. Κι έχουμε χρέος όλοι μας να κάνουμε το έργο της Σαμαρείτιδος. Να μιλήσουμε σ’ αυτούς με το λόγο μας και με το παράδειγμά μας για την εμπειρία της εν Χριστῷ ζωής. Οι ψυχές πολλές και περιμένουν. Είναι έτοιμες για θερισμό. Κάποιος πρέπει να τρέξει κοντά τους.
.

Τρίτη, 12 Μαΐου 2009

Ο άγιος Επιφάνιος, επίσκοπος Σαλαμίνας Κύπρου

.

Πρόμαχος της Ορθοδοξίας. Θιασώτης του ασκητισμού. Αντιαιρετικός συγγραφέας με αγιότητα βίου και αγωνιστικό φρόνημα ασυνήθιστο. Να τι χαρακτηρίζει τη ζωή του μεγάλου τούτου πατέρα της Κυπριακής Εκκλησίας, που σύμφωνα με τον άγιο Ιερώνυμο είναι «το τελευταίο λείψανο της αρχαίας ευσέβειας».Γεννήθηκε σ' ένα χωριό της Δυτικής Παλαιστίνης τη Βησανδούκη. Κυπριακή λαϊκή παράδοση αναφέρει, πως ο άγιος Επιφάνιος γεννήθηκε στον Καλοπαναγιώτη της Κύπρου, ένα χωριό της Μαραθάσας και μεγάλωσε στή Βησανδούκη., που ήταν κοντά στην Ελευθερούπολη, τέσσερα μίλια μακριά, γύρω στο 315 μ.Χ. Οι γονείς του ήταν Ιουδαίοι κι είχαν δύο παιδιά. Τον Επιφάνιο και μια κόρη, την Καλλίτροπο. Στην ηλικία των 10 χρόνων ο πατέρας πέθανε και τα παιδιά έμειναν ορφανά. Η μητέρα, που είχε να φροντίσει για τη συντήρηση όλων, κάλεσε μια μέρα τον μικρό Επιφάνιο και του έδωκε ένα γαϊδούρι που είχαν, να πάει στην πανήγυρη να το πωλήσει και να φέρει τα χρήματα να περάσουν. Το γαϊδούρι ήταν ατίθασο κι είχε κι άλλα πολλά ελαττώματα. Γι' αυτό το παιδί δίσταζε. Οι προτροπές της μητέρας κι οι παρακλήσεις της βοήθησαν το παιδί να νικήσει τους δισταγμούς και να πάει. Στην πανήγυρη, ένας καλοντυμένος Εβραίος πλησίασε κάποια στιγμή τον Επιφάνιο και ζήτησε να μάθει, αν το ζώο το είχε για πώληση και πόσο ήθελε γι' αυτό. Το παιδί είπε την τιμή, τρία νομίσματα, αλλά πρόσθεσε, πως το ζώο ήταν ατίθασο και με πολλά ελαττώματα. Η ειλικρίνεια του παιδιού έκαμε εντύπωση στον αγοραστή, ο οποίος, σαν έμαθε πως το παιδί ήταν κι ορφανό, του έδωσε τα τρία νομίσματα και του συνέστησε να γυρίσει σπίτι του.- Κράτησε, του είπε και το γαϊδούρι, αν φρονιμέψει, για τις ανάγκες σας. Αλλιώς να πεις στη μητέρα σου να το απομακρύνει από κοντά σας, μήπως και σας κάμει κακό.Ο μικρός Επιφάνιος πήρε τα χρήματα και τραβώντας το ζώο απ' το σχοινί ξεκίνησε, να γυρίσει πίσω στο χωριό. Στο δρόμο τον συνήντησε ένας χριστιανός, που λεγόταν Κλεόβιος και ρώτησε κι αυτός να μάθει, αν πωλούσε το γαϊδούρι. Ο Επιφάνιος με ειλικρίνεια πάλι ομολόγησε, πως το ζώο το είχε για πώληση, αλλά δεν τολμούσε να το συστήσει, γιατί ήταν ιδιότροπο. Προτού ακόμη το παιδί τελειώσει τη φράση του, το ζώο αφήνιασε, του έδωκε μια κλωτσιά στο πόδι και τον πέταξε κάτω. Ύστερα απομακρύνθηκε με γρηγοράδα. Ο Κλεόβιος που είδε το επεισόδιο, πλησίασε τον Επιφάνιο, έκαμε πάνω στο κτυπημένο μέρος του ποδιού τρεις φορές το σημείο του σταυρού με αποτέλεσμα να γίνει αμέσως καλά. Μετά στράφηκε προς το ζώο που έτρεχε και φώναξε:Ω ατίθασο ζώο, που θέλησες να σκοτώσεις τον αφέντη σου. Στο όνομα του Ιησού Χριστού του Εσταυρωμένου, να μην κινηθείς από τη θέση σου.Με την επίκληση του ονόματος του Κυρίου το γαϊδούρι έπεσε και ψόφησε. Τα θαύμα έκαμε τεράστια εντύπωση στο παιδί, που πρώτη φορά άκουσε για τον Ιησού Χριστό. Σαν έφτασε στο σπίτι, διηγήθηκε στη μητέρα του τα όσα έγιναν. Κι από την ήμερα εκείνη άρχισε με ζήλο να αναζητά κάποιο πρόσωπο, που να του μιλήσει περισσότερα για τον Εσταυρωμένο Ιησού. Κι η ευκαιρία δόθηκε.Ο Παντοδύναμος Θεός, που θέλει όλων των ανθρώπων τη σωτηρία, τακτοποίησε τα πράγματα. Ο Επιφάνιος, ύστερα από έξη χρόνια, συναντήθηκε με κάποιο μοναχό Λουκιανό, γνωστό για τα γνήσια φιλανθρωπικά του αισθήματα κι από αυτόν άκουσε, ό,τι η ψυχή του ζητούσε. Αφού κατηχήθηκε στη χριστιανική πίστη, πώλησε τα υπάρχοντά του, κράτησε για την αδελφή του και τον εαυτό του μερικά χρήματα για βιβλία -η μητέρα τους είχε αποθάνει-, μοίρασε τα υπόλοιπα στους φτωχούς και γεμάτος χαρά κι αγαλλίαση προχώρησε με την αδελφή του στο Βάπτισμα. Το μυστήριο τέλεσε ο ίδιος ο επίσκοπος. Την ήμερα εκείνη και την ώρα που ο Επιφάνιος ανέβαινε τα σκαλοπάτια, για να μπει μέσα στον ναό συνέβηκε κάτι το παράδοξο. Μόλις ο κατηχούμενος έβαλε το πόδι στο πρώτο σκαλοπάτι του ναού, του έπεσε το παπούτσι του αριστερού ποδιού. Όταν δοκίμασε να ανέβει το δεύτερο σκαλοπάτι, τότε του βγήκε και το παπούτσι του δεξιού. Από τότε ο μακάριος πατήρ δεν δέχθηκε να φορέσει άλλα παπούτσια. Μα και κάτι άλλο. Τη στιγμή που διαβαζόταν η ευαγγελική περικοπή, ο επίσκοπος είδε το πρόσωπο του Επιφανίου να φωτίζεται από ένα ιλαρό φως και το κεφάλι του να 'ναι στεφανωμένο με ένα λαμπρό στεφάνι. Ήταν και τα δύο αγγελικά του κατοπινού του μεγαλείου.Επτά μέρες ύστερα από το βάπτισμα, ο νεοφώτιστος τακτοποίησε την αδελφή του σ' ένα γυναικείο μοναστήρι κι έφυγε κι αυτός σ' ένα άλλο. Σε τούτο ήταν δέκα καλλιγράφοι μοναχοί κι ηγούμενος ο γνωστός άγιος Ιλαρίωνας. Κοντά στον μεγάλο αυτό ασκητή, που έτρωγε μια φορά κάθε δύο ή τρεις ή και περισσότερες μέρες προσκολλήθηκε ο δεκαεξάχρονος νέος. Και τον μιμήθηκε πιστά. Η υπομονή κι επιμονή του, η ταπείνωση και φιλομάθειά του, αλλά κι η αυστηρή εγκράτειά του, ήταν υπόδειγμα σ' όλους. Γι' αυτό και νωρίς τον χαρίτωσε ο Κύριος. Και να! Στον τόπο που βρισκόταν το μοναστήρι δεν είχε νερό. Οι μοναχοί το κουβαλούσαν τη νύχτα από μια πηγή, που ήταν κάπου πέντε μίλια μακριά. Μια φορά έτυχε να περάσουν από εκεί μερικοί οδοιπόροι, που είχαν τα ζώα τους φορτωμένα με κρασί και τους ζήτησαν λίγο νερό, για να πιουν κι αυτοί και τα ζώα τους. Οι μοναχοί δυστυχώς δεν είχαν κι έτσι όλοι κινδύνευαν να πεθάνουν απ' τη δίψα. Την έλλειψη έμαθε κι ο Επιφάνιος. Χωρίς να χάσει καιρό, πλησίασε τους ξένους πήρε στα χέρια του τα ασκιά με το κρασί και κάμνοντας μια προσευχή είπε:- Κύριε ημών Ιησού Χριστέ, που έκανες στην Κανά της Γαλιλαίος το νερό κρασί, κάνε τώρα κι εδώ το κρασί νερό για τα πλάσματά σου.Και ω του θαύματος! Το κρασί έγινε νερό. Κι ήπιαν οι άνθρωποι. Ήπιαν και τα ζώα. Και ξεδίψασαν. Και συνήλθαν. Οδοιπόροι και μοναχοί κατασυγκινημένοι δόξασαν τον Θεό κι έκαμαν το θαύμα γνωστό παντού. Γι' αυτό κι ο άγιος έφυγε από το μέρος εκείνο και πήγε σε τόπο αγριότερο. Μια μέρα εκεί που προσευχόταν - κι ήταν τρεις μέρες νηστικός και διψασμένος - έτυχε να περνούν από κοντά σαράντα Σαρακηνοί. Σαν τον είδαν μόνο, να ζει σε τέτοιο τόπο, άρχισαν να τον κοροϊδεύουν. Ένας μάλιστα απ' αυτούς ο πιο άγριος που είχε χαλασμένο το ένα μάτι, έτρεξε και τράβηξε το μαχαίρι να τον κτυπήσει. Ο άγιος, χωρίς να φοβηθεί, έκαμε μια επίκληση και στη στιγμή το τυφλό μάτι του βάρβαρου Σαρακηνού άνοιξε κι αυτός ταραγμένος απ' το θαύμα στάθηκε ακίνητος κι άφησε το μαχαίρι να πέσει απ' το χέρι του. Οι συνοδοιπόροι του απορημένοι πλησίασαν τον άγιο και σαν είδαν τον τυφλό σύντροφο τους θεραπευμένο, στάθηκαν κι αυτοί με φόβο χωρίς να ξέρουν τι να κάμουν.Ο άγιος που είδε την ταραχή τους άρχισε να τους μιλά με ταπείνωση κι έμεινε μαζί τους τρεις ολόκληρους μήνες. Και τους δίδασκε. Και τους νουθετούσε. Και τους εμπόδιζε από του να κάμουν το κακό. Ύστερα τους αφήκε και γύρισε πάλι στο μοναστήρι του με ένα απ' αυτούς, που κατηχήθηκε απ' τον άγιο και βαπτίστηκε από τον Μέγα Ιλαρίωνα.Πολλά θαύματα έκανε ο άγιος την περίοδο αυτή, αλλά κι αργότερα προπαντός θεραπείες δαιμονιζομένων. Ενδεικτικά αναφέρουμε μερικά. - Θεράπευσε την κόρη του βασιλιά της Περσίας από το δαιμόνιο που την βασάνιζε. - Ανάστησε το νεκρό παιδί ενός άρχοντα της Περσίας. - Θανάτωσε ένα λέοντα που έβγαινε από το δάσος κι έτρωγε τους ανθρώπους που περνούσαν από εκεί κοντά. - Εξεδίωξε το δαιμόνιο από κάποιο Κάλλιστο που ήταν γιος του πρώτου Έπαρχου της Ρώμης. - Θεράπευσε τον Μ. Θεοδόσιο, τον αυτοκράτορα, από παράλυση των κάτω άκρων.Αυτά είναι ελάχιστα από τα πολλά θαύματα του αγίου. Ν' αναφερθούμε σ' όλα δεν μας είναι δυνατό. Ένα μόνο σημειώνουμε. Τα θαύματα του μεγάλου πατρός ήταν όλα πολύ φιλάνθρωπα. Από το μέρος αυτό ο ιερός πατήρ ταξίδεψε αργότερα στην Αίγυπτο, όπου γνώρισε κι εδώ μεγάλες ασκητικές μορφές και πλούτισε τις γνώσεις του στη θρησκευτική θεολογία. Μετά γύρισε και πάλι στην Παλαιστίνη, όπου ίδρυσε δικό του μοναστήρι, το οποίο και διηύθυνε για πολλά χρόνια.Οι πολλές αρετές του Επιφανίου και το πλούσιο θαυματουργικό του χάρισμα, έκαμαν τον άγιο κι εδώ πολύ γνωστό. Άρρωστοι από πολύ μακρινά μέρη που έπασχαν από διάφορες αγιάτρευτες αρρώστιες, ερχόντουσαν συχνά κοντά του για να πάρουν τη θεραπεία τους.Ο πόθος του οσίου να ξαναδεί τον μεγάλο ασκητή Ιλαρίωνα που είχε αναχωρήσει προ καιρού για την Κύπρο, αλλά κι η επιθυμία του να αποφύγει όλους εκείνους, που τον πολιορκούσαν και τον πίεζαν να γίνει επίσκοπος, τον ώθησαν να ταξιδέψει κι αυτός στην Κύπρο. Ήταν τότε περίπου 57 χρόνων. Αφού ο άγιος πήρε μαζί του δύο συνοδούς πήγε πρώτα στα Ιεροσόλυμα και προσκύνησε τον Τίμιο Σταυρό και μετά μπήκε σ' ένα πλοίο που τους έφερε στην Πάφο. Εδώ συνήντησε τον άγιο Ιλαρίωνα κι έμεινε μαζί του δύο μήνες. Όταν αργότερα αποφάσισε ν' αναχωρήσει, για να επιστρέψει στο μοναστήρι του στην Παλαιστίνη ο γέρο ασκητής τον κάλεσε και του είπε:- Που θέλεις να πάς, τέκνον;Ο Επιφάνιος αποκρίθηκε, πως ήθελε να πάει στη Γάζα. Ο ιερός ασκητής του είπε πάλι:Όχι, τέκνον. Μην πάς στη Γάζα. Πήγαινε καλύτερα στή Σαλαμίνα.. Η Σαλαμίνα, που κτίστηκε από τον ήρωα του Τρωικού πολέμου Τεύκρο, τον γιο του Τελαμώνα, προς τιμή της πατρίδας του Σαλαμίνας, καταστράφηκε τον 4ο αιώνα μ.Χ. από σεισμό. Η πόλη ξανακτίστηκε από τον γιο του Μ. Κων/τίνου, τον Κωνστάντιο κι ονομάστηκε Κωνσταντία. Έγινε έδρα του Αρχιεπισκόπου Κύπρου, όταν νήσος είχε 14 επισκόπους κι έμεινε τέτοια μέχρι το 1191, που η Κύπρος κατακτήθηκε απ' τους Φράγκους. Σήμερα έδρα του Αρχιεπισκόπου είναι η Λευκωσία. Εκεί θα βρεις κατάλληλο τόπο να κατοικήσεις. Πήγαινε και μη παρακούσεις στα λόγια μου μήπως κινδυνέψεις απ' την θάλασσα.Ο Επιφάνιος δεν άκουσε. Ήθελε να γυρίσει στην Παλαιστίνη. Κατέβηκε λοιπόν στην παραλία όπου ήταν δύο πλοία. Το ένα θα πήγαινε στη Σαλαμίνα και το άλλο στην Παλαιστίνη. Μπήκε στο δεύτερο. Μόλις όμως το πλοίο ξεκίνησε σηκώθηκε τρομερή τρικυμία. Τρεις μέρες η άγρια θαλασσοταραχή τους παίδευε. Τρεις μέρες το πλήρωμα του πλοίου απηλπισμένο περίμενε από στιγμή σε στιγμή την καταστροφή του. Επιτέλους την τέταρτη μέρα το πλοίο με πολύ κόπο και ζημιές έφτασε στη Σαλαμίνα για να γλιτώσει. Εκεί σταμάτησαν για να ξεκουραστούν και να επισκευάσουν τις βλάβες που έπαθαν.Μια από τις μέρες αυτές που το πλοίο ήταν ελλιμενισμένο στη Σαλαμίνα, ο Επιφάνιος πήρε τους δύο συνοδούς του και βγήκε να πάει στην αγορά για ν' αγοράσει λίγα σταφύλια. Διάλεξε μερικά και την ώρα που ετοιμαζόταν να τα πληρώσει, ένας γηραιός κληρικός, ο επίσκοπος των Χυτρών Πάππος, που υποβασταζόταν από δύο διακόνους στάθηκε μπροστά του. Δύο άλλοι κληρικοί επίσκοποι κι αυτοί, ακολουθούσαν ξωπίσω του.- Ώρα καλή, Αββά! Άφησε τα σταφύλια κι έλα μαζί μας στην εκκλησία, του είπε ο γηραιός επίσκοπος.Τα λόγια του ψαλμωδού «ευφράνθην επι τοις ειρηκόσι μοι, εις οίκον Κυρίου πορευσόμεθα» (Ψαλ. ρκα', 1) πέρασαν με μιας από το μυαλό του. Και ακολούθησε. Όταν έφτασαν, ο γηραιός επίσκοπος Πάππος του είπε: «Κόψε ευλογητόν Πάτερ». Ο Επιφάνιος συγχυσμένος απήντησε: «Συγχώρησέ με, Δέσποτα. Δεν είμαι ιερωμένος».Τότε ο Πάππος έβαλε ευλογητό. Κι αμέσως ένας διάκονος πήρε τον Επιφάνιο από την κεφαλή και τον οδήγησε στο Άγιο Βήμα. Εκεί ήταν κι άλλοι κληρικοί που βοηθούσαν τον γηραιό επίσκοπο, που χειροτόνησε τον Επιφάνιο διάκονο. Την άλλη μέρα έγινε η χειροτονία του σε πρεσβύτερο και την τρίτη σε επίσκοπο. Έτσι ο ευλαβής ασκητής χωρίς να το θέλει και χωρίς να το επιδιώξει ανέλαβε όλους τους βαθμούς της ιεροσύνης και ενθρονίστηκε επίσκοπος Σαλαμίνας, της οποίας ο επίσκοπος είχεν αποθάνει πριν αρκετές μέρες.Το υψηλό έργο του επισκόπου κι η γρηγοράδα με την οποίαν ο Επιφάνιος ανέβηκε στο αξίωμα αυτό, δημιούργησαν στην ψυχή του μια τέτοια θλίψη, που του έφερνε συνέχεια δάκρυα. Τότε ο γηραιός Πάππος για να τον ενισχύσει αναγκάστηκε να του αποκαλύψει τα γεγονότα.- Τέκνον μου, του είπε με αγάπη. Δεν είχα σκοπό να ομιλήσω. Με αναγκάζεις όμως με τη στάση σου. Όλοι αυτοί οι κληρικοί, διάκονοι, πρεσβύτεροι, επίσκοποι, που βρίσκονται εδώ, μαζεύτηκαν από όλο το νησί και ανέθεσαν σ' εμένα να διαλέξω τον άξιο κληρικό, που θα αναλάβει τη θέση του Αρχιεπισκόπου της Σαλαμίνας. Κλείστηκα λοιπόν, κι εγώ στο δωμάτιο μου και με δάκρυα παρακαλούσα τον Θεό να μου φανερώσει τον κατάλληλο. Ξαφνικά εκεί που προσευχόμουνα ένα φως άστραψε στο δωμάτιο και μια φωνή ακούστηκε να λέει:— Πάππε, Πάππε, άκουσε! Πήγαινε αμέσως στην αγορά. Και τον μοναχό που θα βρεις να αγοράζει σταφύλια, πάρε τον και χειροτόνησέ τον επίσκοπο. Το όνομα του είναι Επιφάνιος. Και το πρόσωπο του ομοιάζει με τον προφήτη Ελισσαίο. Μη του φανερώσεις αμέσως για ποιο πράγμα τον θέλεις, για να μη σου φύγει. Αυτός είναι ο διαλεκτός. Αυτόν προορίζω. Αυτός θα τιμήσει την Εκκλησία μου.Τα λόγια του γηραιού επισκόπου έκαμαν μεγάλη εντύπωση σ' όλους. Ο Επιφάνιος παρηγορήθηκε. Συγκινημένοι ανέβηκαν όλοι στο επισκοπείο, όπου δείπνησαν και δόξασαν τον Θεό. Την άλλη μέρα ανεχώρησε ο καθένας στην επισκοπή του.Με τη χειροτονία του ο Επιφάνιος έγινε η πόλη η «επάνω ορούς κειμένη» κι ο λύχνος που τοποθετήθηκε «επί την λυχνίαν» για να λάμπει «πάσι τοις εν τη οικία». Και πέτυχε στο δύσκολο και βαρύ έργο του. Πέτυχε χάρη στο ζήλο του και την ταπεινοφροσύνη του. Πέτυχε χάρη στην αρετή και την αγιότητα του.Στα 36 χρόνια της αρχιερατείας του, ο χειμαζόμενος λαός του νησιού βρήκε στο πρόσωπό του τον στοργικό πατέρα, τον ζηλωτή ιεραπόστολο, τον φωτεινό καθοδηγητή, τον ακούραστο προστάτη κι οδηγό.Με τις αδιάκοπες ενέργειές του, το παράδειγμα και τη μόρφωσή του — γνώριζε πέντε γλώσσες, την Ελληνική, τη Συριακή, την Εβραϊκή, την Κοπτική και λίγο τη Λατινική - και προ παντός με τη δράση του, έγινε αφορμή ο χριστιανισμός να διαδοθεί παντού στην Κύπρο κι η Εκκλησία της να γίνει ζηλευτή.Όταν ο άγιος τελούσε το Μυστήριο της θείας Ευχαριστίας, κατά την ώρα της μετουσιώσεως των Τιμίων Δώρων, αναφέρεται πως ο ευλαβής επίσκοπος έβλεπε αυτό τούτο το Άγιο Πνεύμα να καταβαίνει επάνω στα Άχραντα Δώρα και να τα ευλογεί.Φυσικά ο εχθρός της σωτηρίας των ανθρώπων, ο «αντίδικος ημών διάβολος», πολλές φορές την ολόλαμπρη δράση του φλογερού εργάτη της Εκκλησίας του Χριστού, προσπαθούσε να ανακόψει με ποικίλα εμπόδια και δυσκολίες. Η ταπεινοφροσύνη όμως του επισκόπου κι η πλούσια αγάπη, που ήταν θρονιασμένη στην ψυχή του, σκορπούσε τα εμπόδια και διέλυε τις πλεκτάνες.Ο Επιφάνιος έγραψε και πολλά βιβλία. Τα σπουδαιότερα συγγράμματα του Επιφανίου είναι ο «Αγκυρωτός» και το «Πανάριον». Το πρώτον σε 120 παραγράφους περιλαμβάνει μια επιτομή της σύγχρονης προς τον άγιο Επιφάνιο Θεολογίας. Το «Πανάριον» δηλαδή κιβώτιο, όπως το εξηγεί ο ιερός συγγραφέας, περιέχει σωτηριώδη φάρμακα ,δηλαδή επιχειρήματα για την ανασκευή των αιρέσεων που υπήρχαν τότε. Τέτοιες αιρέσεις αναφέρει κάπου 80. Πολέμησε με σταθερότητα τις αιρέσεις και προάσπισε με πάθος την Ορθοδοξία. Ο ζήλος κι η αγάπη του γι' αύτη τον έσπρωχναν μερικές φορές σε υπερβολές. Η προσφορά του όμως υπήρξε μεγάλη κι ανιδιοτελής.Μαζί με τέσσερις άλλους Κυπρίους επισκόπους, ο Επιφάνιος έλαβε μέρος και στη Δευτέρα Οικουμενική Σύνοδο. Πέθανε σε βαθιά γηρατειά, σαν επέστρεφε από την Κωνσταντινούπολη όπου είχε μεταβεί για υποθέσεις της Εκκλησίας.Ο διάδοχος του αγίου και μαθητής του, ο Σαβίνος, έκτισε προς τιμή του στη Σαλαμίνα μέγιστο ναό, του οποίου τα ερείπια σώζονται ως τα σήμερα. Το σεπτό του σκήνωμα μετακόμισε στην Κων/πολη ο αυτοκράτορας Λέων Στ' ο Σοφός, μαζί με άλλα κειμήλια του νησιού.Ο άγιος Επιφάνιος είναι μια από τις πιο φωτεινές μορφές της Εκκλησίας . Έζησε με τον Χριστό και για τον Χριστό. Κήρυξε το άγιο όνομά Του και θαυματούργησε στ' όνομά Του. Ζει στη συνείδηση των χριστιανών που αγαπούν πραγματικά τον Εσταυρωμένο Ιησού, κι εξακολουθεί και σήμερα να διδάσκει και να εμπνέει όλους εκείνους που ποθούν και ζητούν να ιδούν μια αληθινή χριστιανική κοινωνία γύρω τους. Μια κοινωνία χωρίς μίση και φυλακές και κάτεργα. Μια κοινωνία ειρήνης, ομόνοιας κι αγάπης. Μια κοινωνία Χριστού.

Κυριακή, 10 Μαΐου 2009

Κυριακή του Παραλύτου

.

.
.
.
.
. .
.
.


Το Ευαγγέλιο :


.
Ιωάν. ε΄1-15


1 Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ ἀνέβη ὁ Ἰησοῦς εἰς Ἱεροσόλυμα. 2 ἔστι δὲ ἐν τοῖς Ἱεροσολύμοις ἐπὶ τῇ προβατικῇ κολυμβήθρᾳ, ἡ ἐπιλεγομένη ἑβραϊστὶ Βηθεσδά, πέντε στοὰς ἔχουσα. 3 ἐν ταύταις κατέκειτο πλῆθος πολὺ τῶν ἀσθενούντων, τυφλῶν, χωλῶν, ξηρῶν, ἐκδεχομένων τὴν τοῦ ὕδατος κίνησιν. 4 ἄγγελος γὰρ κατὰ καιρὸν κατέβαινεν ἐν τῇ κολυμβήθρᾳ, καὶ ἐταράσσετο τὸ ὕδωρ· ὁ οὖν πρῶτος ἐμβὰς μετὰ τὴν ταραχὴν τοῦ ὕδατος ὑγιὴς ἐγίνετο ᾧ δήποτε κατείχετο νοσήματι. 5 ἦν δέ τις ἄνθρωπος ἐκεῖ τριάκοντα καὶ ὀκτὼ ἔτη ἔχων ἐν τῇ ἀσθενείᾳ αὐτοῦ. 6 τοῦτον ἰδὼν ὁ Ἰησοῦς κατακείμενον, καὶ γνοὺς ὅτι πολὺν ἤδη χρόνον ἔχει, λέγει αὐτῷ· θέλεις ὑγιὴς γενέσθαι; 7 ἀπεκρίθη αὐτῷ ὁ ἀσθενῶν· Κύριε, ἄνθρωπον οὐκ ἔχω, ἵνα ὅταν ταραχθῇ τὸ ὕδωρ, βάλῃ με εἰς τὴν κολυμβήθραν· ἐν ᾧ δὲ ἔρχομαι ἐγώ, ἄλλος πρὸ ἐμοῦ καταβαίνει. 8 λέγει αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· ἔγειρε, ἆρον τὸν κράβαττόν σου καὶ περιπάτει. 9 καὶ εὐθέως ἐγένετο ὑγιὴς ὁ ἄνθρωπος, καὶ ἦρε τὸν κράβαττον αὐτοῦ καὶ περιεπάτει. ἦν δὲ σάββατον ἐν ἐκείνῃ τῇ ἡμέρᾳ. 10 ἔλεγον οὖν οἱ Ἰουδαῖοι τῷ τεθεραπευμένῳ· σάββατόν ἐστιν· οὐκ ἔξεστί σοι ἆραι τὸν κράβαττον. 11 ἀπεκρίθη αὐτοῖς· ὁ ποιήσας με ὑγιῆ, ἐκεῖνός μοι εἶπεν· ἆρον τὸν κράβαττόν σου καὶ περιπάτει. 12 ἠρώτησαν οὖν αὐτόν· τίς ἐστιν ὁ ἄνθρωπος ὁ εἰπών σοι, ἆρον τὸν κράβαττόν σου καὶ περιπάτει; 13 ὁ δὲ ἰαθεὶς οὐκ ᾔδει τίς ἐστιν· ὁ γὰρ Ἰησοῦς ἐξένευσεν ὄχλου ὄντος ἐν τῷ τόπῳ. 14 μετὰ ταῦτα εὑρίσκει αὐτὸν ὁ Ἰησοῦς ἐν τῷ ἱερῷ καὶ εἶπεν αὐτῷ· ἴδε ὑγιὴς γέγονας· μηκέτι ἁμάρτανε, ἵνα μὴ χεῖρόν σοί τι γένηται. 15 ἀπῆλθεν ὁ ἄνθρωπος καὶ ἀνήγγειλε τοῖς Ἰουδαίοις ὅτι Ἰησοῦς ἐστιν ὁ ποιήσας αὐτὸν ὑγιῆ.

Το νοσοκομείο του Θεού

Δεν είμαστε μόνοι

Δίπλα στην προβατική πύλη του τείχους της Ιερουσαλήμ βρισκόταν η Βηθεσδά, η κολυμβήθρα του ελέους. Είχε γύρω της πέντε στοές πλημμυρισμένες από λογής - λογής αρρώστους, ένα νοσοκομείο του Θεού ήταν. Διότι όλοι αυτοί, τυφλοί, ανάπηροι, παράλυτοι, περίμεναν με αγωνία κι ελπίδα να κατέβει κάθε τόσο ο άγγελος, ο απεσταλμένος του Θεού, να ταράξει τα νερά της δεξαμενής. Και τότε! Ω τότε! Όποιος προλάβαινε να πέσει μέσα στα νερά την ώρα εκείνη γινόταν αμέσως καλά, από οποιαδήποτε αρρώστια κι αν έπασχε. Απ’ όλους αυτούς τους βασανισμένους αρρώστους όμως ένας άνθρωπος ξεχώριζε. Τριανταοκτώ ολόκληρα χρόνια παράλυτος. Κι ήταν μόνος, κατάμονος. Δεν είχε κανένα να τον βοηθήσει. Μα σήμερα κάτι άλλαξε στη ζωή του. Δεν είναι μόνος. Τον πλησίασε ο Χριστός, ο Θεός που έγινε άνθρωπος για να θεραπεύσει τον πληγωμένο άνθρωπο. Ο Κύριος λοιπόν μόλις αντίκρισε τον παράλυτο, του είπε: «Θέλεις να γίνεις καλά»; Κι εκείνος με πόνο του απάντησε: «Κύριε, δεν έχω άνθρωπο να με βοηθήσει να πέσω πρώτος μέσα στα νερά όταν τα κινήσει ο άγγελος. Πάντοτε κάποιος άλλος προλαβαίνει να πέσει πρώτος».
Πόσο δραματική ήταν αλήθεια η ζωή αυτού του ανθρώπου! Πώς ζούσε τόσα χρόνια; Πού έβρισκε φαγητό; Ποιος τον διακονούσε στις καθημερινές του ανάγκες; Μπορούμε να τον φαντασθούμε στα τριανταοκτώ αυτά χρόνια της δοκιμασίας του; Μπορούμε να κατανοήσουμε το δράμα του εκεί στην κολυμβήθρα; Μόνος, έρημος κι αβοήθητος ανάμεσα σε τόσους ανθρώπους. Κι από τον τρόπο που αποκρίνεται στον Κύριο φαίνεται ότι ο παράλυτος αυτός υποφέρει, μα δεν γογγύζει. Βλέπει την περιφρόνηση και δεν βλασφημεί ούτε τον Θεό ούτε την ώρα που γεννήθηκε. Δεν κατηγορεί κανένα. Δεν μιλάει με οργή. Αντίθετα περιμένει. Περιμένει την κάθοδο του αγγέλου, την επίσκεψη της θείας χάριτος.
Πόσοι άνθρωποι αλήθεια και σήμερα, σε διαφορετικές βέβαια συνθήκες υποφέρουν όπως ο παράλυτος του Ευαγγελίου. Μόνοι κι εγκαταλελειμμένοι, σ’ ένα απόμακρο χωριό, σ’ ένα Γηροκομείο ξεχασμένων ψυχών, σ’ ένα παρατημένο διαμέρισμα, σ’ ένα σπίτι χωρίς αγάπη. Όλοι αυτοί ακούγοντας σήμερα το ιερό αυτό Ευαγγέλιο, θα πρέπει να διδαχθούν από δυο μεγάλες αλήθειες. Πρώτον ότι μέσα στη μοναξιά μας, αντί να κλαίμε για την κατάστασή μας, έχουμε χρέος να καλλιεργούμαστε στην αρετή, να συνειδητοποιούμε τη μηδαμινότητά μας, να εξαγιαζόμαστε. Και δεύτερον να κατανοήσουμε ότι δεν είμαστε μόνοι. Δίπλα μας είναι αοράτως ο Χριστός. Μπορεί βέβαια να μην επεμβαίνει ακόμη στο δράμα μας. Αλλά ξέρει τον πόνο μας και τη μοναξιά μας. Ας Τον παρακαλούμε λοιπόν να σταθεί σύντροφος στο πρόβλημά μας και στη δυστυχία μας και να μας στείλει ανθρώπους του να μας συμπαρασταθούν και να γλυκάνουν τη μοναξιά μας και τη δυστυχία μας. Δεν είμαστε μόνοι. Δίπλα μας είναι ο Θεάνθρωπος έτοιμος να μας βοηθήσει.

Ευγνωμοσύνη

Ο Κύριος εκεί στη δεξαμενή της Βηθεσδά, αφού άκουσε τα πονεμένα λόγια του παραλύτου, του είπε: «Σήκω επάνω. Πάρε το κρεβάτι σου και περπάτα». Πώς έγιναν όλα τόσο ξαφνικά! Πώς αυτός που δεν μπορούσε να περπατήσει τριανταοκτώ ολόκληρα χρόνια σηκώθηκε υγιέστατος; Πώς σήκωσε το κρεβάτι του και περπάτησε και διάβαινε ολόρθος τους δρόμους της Ιερουσαλήμ;
Κάποιοι που τον είδαν, αυτόν τον πασίγνωστο παράλυτο, να περπατά, αντί να χαρούν για το πρωτοφανές θαύμα που έβλεπαν, παραλογίσθηκαν. Κι άρχισαν να τον κατηγορούν, διότι δεν ήταν επιτρεπτό σύμφωνα με το νόμο ημέρα Σάββατο να σηκώνει το κρεβάτι του. Αυτός όμως με θάρρος τους απαντά: «Εκείνος που με θεράπευσε, εκείνος μού ‘πε να σηκώσω και το κρεβάτι μου». «Και ποιος είναι αυτός;», τον ρωτούν. Ο πρώην παράλυτος όμως δεν ήξερε ποιο ήταν το όνομα του Κυρίου, ο Οποίος μετά το θαύμα είχε απομακρυνθεί διακριτικά. Κάποια ημέρα όμως ο Κύριος Ιησούς τον συναντά στο ιερό και του λέει: «Κοίταξε, έγινες καλά. Πρόσεξε όμως να μην αμαρτάνεις στο εξής, για να μην πάθεις χειρότερο κακό». Κι εκείνος γεμάτος ευγνωμοσύνη και χαρά, ψάχνει και βρίσκει ξανά τους Ιουδαίους που τον είχαν ρωτήσει, για να τους αποκαλύψει με ενθουσιασμό τον ευεργέτη του: Ο Ιησούς είναι αυτός που με έκανε υγιή, τους είπε χαρούμενος.
Αυτή η πηγαία ομολογία του ανθρώπου εκείνου που εκδήλωνε τη βαθιά του ευγνωμοσύνη προς τον ευεργέτη του πρέπει να μας διδάξει πολύ. Διότι κι εμείς δεχόμαστε καθημερινά τις μεγάλες και θαυμαστές ευεργεσίες του Θεού που μυστικά ή φανερά ενεργεί στη ζωή μας από τα παιδικά μας χρόνια μέχρι σήμερα. Μπροστά στις αναρίθμητες ευεργεσίες λοιπόν που δεχόμαστε τόσα χρόνια, να μάθουμε να λέμε καθημερινά μέσα από την καρδιά μας το «δόξα σοι ο Θεός». Χωρίς να γκρινιάζουμε γι’ αυτά που μας λείπουν και χωρίς να ερμηνεύουμε τα γεγονότα της ζωής μας ως αποτέλεσμα συγκυριών ή ως συνέπειες των προσωπικών μας προσπαθειών. Αλλά να έχουμε μέσα μας κυρίαρχο το αίσθημα της ευγνωμοσύνης προς τον Κύριο για όλες τις δωρεές που δεχόμαστε. Να Τον ευχαριστούμε με όλη μας τη δύναμη για όλα όσα γνωρίζουμε και όσα δεν γνωρίζουμε, για τις αφανείς και φανερές ευεργεσίες που έχει κάνει σε μας. Και να ομολογούμε στους γύρω μας ότι ο Κύριος Ιησούς είναι ο ευεργέτης της ζωής μας, ο «ιατρός των ψυχών και των σωμάτων» μας, ο Πατέρας μας και ο κυβερνήτης της ζωής μας.

Σάββατο, 9 Μαΐου 2009

ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΑΚΟΛΟΥΘΙΩΝ ΜΑΙΟΥ 2009

I E Ρ O C N A O C A Γ I Ω N Π A N T Ω N M A K E Δ O N I T I C C A C
M A Ι Ο C 2 0 0 9
O Ρ Θ Ρ Ο C : 6 : 30 π.μ.
Ε C Π Ε Ρ Ι Ν Ο C : 6 : 30 μ.μ.
ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ : Κατόπιν συνεννοήσεως
με τον πατέρα Κωσταντίνο τηλ. 99893332

ΤΗΛΕΦΩΝΑ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ
Πάτερ Κωσταντίνος 99893332
Πάτερ Νεόφυτος 22354004

ΙΕΡΕC ΑΚΟΛΟΥΘΙΕC - ΕΟΡΤΕC

3.5.2009 Κυριακή Των Μυροφόρων

5.5.2009 Τρίτη Αγίας Ειρήνης , Αγίου Εφραίμ

8.5.2009 Παρασκευή Αγίου Ιωάννου Του Θεολόγου , Αρσενίου του Μεγάλου

9.5.2009 Σάββατο Χριστοφόρου Μάρτυρος , Ησαίοα προφήτου

10.5.2009 Κυριακή Του Παραλύτου , Σίμωνος Αποστόλου και Ζηλωτού

12.5.2009 Τρίτη Επιφανίου Αρχιεπισκόπυ Κύπρου

13.5.2009 Τετάρτη Μεσοπεντηκοστής , Γλυκερίας μάρτυρος

17.5.2009 Κυριακή Της Σαμαρείτιδος , Ανδρονίκου και Ιουνίας Αποστόλων

21.5.2009 Πέμπτη Κωσταντίνου και Ελένης Ισαποστόλων

24.5.2009 Κυριακή Του Τυφλού , Οσίου Κυριάκου του εν Ευρύχου

27.5.2009 Τετάρτη Απόδοσις Εορτής του Πάσχα
Αγρυπνία ( Τρίτη 9μ.μ. πτος Τετάρτη )
Ιωάννου Του Ρώσσου , Θεράποντος ιερομάρτυρος
( Κατάλυσις Ιχθύος )

28.5.2009 Πέμπτη Αναλήψεως Του Κυρίου Ημών Ιησού Χριστού

31.5.2009 Κυριακή Των 318 Θεοφόρων Πατέρων της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου
.

Τετάρτη, 6 Μαΐου 2009

Ανακοίνωση - Παράκληση

.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.

.
Ι Ε Ρ Ο C .. Ν Α Ο C .. Α Γ Ι Ω Ν .. Π Α Ν Τ Ω Ν

Μ Α Κ Ε Δ Ο Ν Ι Τ Ι C C A C
.
A Ν Α Κ Ο Ι Ν Ω Σ Η

.

Αγαπητοί αδελφοί της ενορίας μας ,
.
Σας πληροφορούμε ότι κάθε Τετάρτη , και ώρα 6.00 μ.μ
.
θα γίνεται στην ενορία μας Παράκληση προς Την
.
Υπεραγία Θεοτόκο , την οποία θερμά ικετεύουμε
.
να έχει όλους υπό την σκέπη και την προστασία Της .
.
.

Ο Άγιος Ιώβ , ο Δίκαιος , ο Προφήτης .

.

Ὁ Δίκαιος Ἰὼβ καταγόταν ἀπὸ τὴ χώρα Αὐσίτιδα ποὺ βρισκόταν μεταξὺ τῆς Ἰουδαίας καὶ τῆς Ἀραβίας καὶ ἦταν υἱὸς τοῦ Ζαρὲθ καὶ τῆς Βασώρας. Προφήτης ἐπὶ σαράντα χρόνια, ἄκμασε περὶ τὸ 1900 π.Χ. (κατ’ ἄλλους τὸ 1400 π.Χ.). Παρὰ τὰ μυθώδη πλούτη του ἦταν θεοσεβής, δίκαιος, εὐθὺς καὶ ἄμεμπτος. Κατὰ παραχώρηση Θεοῦ, γιὰ νὰ τὸν δοκιμάσει, πειράχθηκε ἀπὸ τὸν σατανᾶ καὶ ἀπώλεσε πλοῦτο καὶ κάθε ἀγαπημένο του πρόσωπο, πλὴν τῆς συζύγου του, αὐτὸς δὲ ὁ ἴδιος προσβλήθηκε ἀπὸ βαρύτατη μορφὴ λέπρας. Λόγω αὐτοῦ ἐξῆλθε τῆς πόλεως καὶ διερχόταν τὸ ὑπόλοιπο τοῦ βίου του μέσα σὲ σπήλαιο, προσευχόμενος καὶ ξύνοντας τὶς πληγές του γιὰ ἀνακούφιση. Οὔτε οἱ παροτρύνσεις τῆς συζύγου καὶ τῶν φίλων του στάθηκαν ἱκανὲς νὰ τὸν ἀπομακρύνουν ἀπὸ τὸν Θεό. Ὅταν δὲ τὸν ἐπισκέφθηκε ἡ σύζυγός του καὶ πλήρης θυμοῦ τοῦ εἶπε: «Μέχρι πότε θὰ ὑπομένεις λέγοντας: ἰδού, θὰ περιμένω λίγο ἀκόμη χρόνο καὶ ἐλπίζω, ὅτι θὰ ἀπαλλαγῶ τῆς καταστάσεώς μου; Ἰδοὺ ἡ μνήμη σου ἐξέλιπε ἀπὸ τὴ γῆ, διότι οἱ υἱοὶ καὶ οἱ θυγατέρες σου, οἱ ἐπώδυνοι αὐτοὶ καρποὶ τῆς κοιλίας μου, ἐξαφανίσθηκαν. Μάταια κόπιασα, γιὰ νὰ τοὺς μεγαλώσω. Ἐσὺ δὲ ὁ ἴδιος κάθεσαι ἐπάνω σὲ σάπια ἀπορρίμματα σκωληκοβριθῆ διερχόμενος ὄχι μόνο τὶς ἡμέρες ἀλλὰ καὶ τὶς νύχτες στὸ ὕπαιθρο. Ἐγὼ δὲ περιπλανιέμαι ὡς μία ὑπηρέτρια μεταβαίνουσα ἀπὸ τὸν ἕνα τόπο στὸν ἄλλον καὶ ἀπὸ τὴ μία οἰκία στὴν ἄλλη καὶ περιμένω πότε νὰ δύσει ὁ ἥλιος, γιὰ νὰ ἀναπαυθῶ ἀπὸ τοὺς σωματικοὺς κόπους καὶ ψυχικὲς ὀδύνες, οἱ ὁποῖες σήμερα μὲ περισφίγγουν. Πές, λοιπόν, λόγο κατὰ τοῦ Κυρίου καὶ πέθανε», αὐτός, ἀφοῦ ἄκουσε μὲ τὴ συνήθη πραότητα τοὺς πικροὺς αὐτοὺς λόγους τῆς συζύγου του, μὲ μεγάλη θλίψη ἀπάντησε πρὸς αὐτήν: «Διατὶ ὁμίλησες ἔτσι ὡς μία ἀπὸ τὶς ἄφρονες γυναῖκες; Ἀφοῦ δέχθηκες τὶς τόσες καλὲς δωρεὲς ἀπὸ τὰ χέρια τοῦ Θεοῦ, δὲν θὰ ὑπομείνουμε καὶ τὶς συμφορές;», παραμένοντας ἔτσι καὶ πάλι θεοσεβὴς καὶ ἄμεμπτος. Μόνο πρὸς στιγμήν, ὅταν τὸν ἐπισκέφθηκαν οἱ τρεῖς φίλοι του Ἐλιφάζ, βασιλέας τῶν Θαιμανῶν, Βαλδάδ, τύραννος τῶν Σαυχέων καὶ Σαφάρ, βασιλέας τῶν Μιναίων, οἱ ὁποῖοι παρέμειναν σιωπηλοί, ἀφοῦ τὸν συντρόφευαν ἐπὶ ἑπτὰ ἡμέρες, τὸ ἠθικὸ τοῦ Ἰὼβ κλονίσθηκε, ἀλλὰ ἀμέσως, διαμέσου τῆς βαθιᾶς πίστεώς του, ἀνέκτησε καὶ πάλι αὐτό.Μετὰ ἑπταετῆ ὑπομονὴ τῆς ὑπεράνθρωπης αὐτῆς δοκιμασίας, ὁ Θεὸς ἀνταμείβοντας τὸν Ἰώβ, ἔδωσε σὲ αὐτὸν πάλι ὅλα τὰ ἀπολεσθέντα ἀγαθὰ καὶ τὰ προσφιλῆ του πρόσωπα. Ἔζησε, μετὰ τὴ δοκιμασία του, ἐπὶ ἑκατὸν σαράντα ἔτη καὶ σὲ ἡλικία διακοσίων σαράντα ἐτῶν, περὶ τὸ 1650 π.Χ., κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη ἀποτελώντας ὑπόδειγμα ὑπομονῆς καὶ προσκαρτερίας. Οἱ ἆθλοι του περιγράφονται ἐκτενῶς στὸ ὁμώνυμο βιβλίο τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Ὁ ὑψωθεῖς ἐν τῷ Σταυρῷ.Ὡς τῆς ἀνδρείας ἀκαθαίρετος πύργος, τᾶς τοῦ Βελίαρ ἀπεκρούσω ἑφόδους, καὶ ἀκλινὴς διέμεινας σοφὲ ἐν πειρασμοίς, ὅθεν χαρακτῆρα σε, ἀρραγοῦς καρτερίας, καὶ λαμπρὸν ὑπόδειγμα, ἀρετῶν οὐρανίων, ἡ Ἐκκλησία μέλπει σε Ἰώβ, λαμπρυνομένη, τοὶς σοὶς προτερήμασι. Κοντάκιον Ἦχος πλ. δ’. Ὡς ἀπαρχᾶς τῆς φύσεως.Ὡς ἀληθὴς καὶ δίκαιος, θεοσεβὴς καὶ ἄμεμπτος, ἠγιασμένος τε ὤφθης πανένδοξε, Θεοῦ θεράπον γνήσιε, καὶ ἐδίδαξας κόσμον, ἐν τὴ σὴ καρτερία Ἰὼβ πολύαθλε, ὅθεν πάντες τιμῶντες, ὑμνοῦμέν σου τὸ μνημόσυνον.
.

Σάββατο, 2 Μαΐου 2009

Κυριακή των Μυροφόρων


Το Ευαγγέλιο

Μάρκ. ιε΄43 - ις΄ 8

43 ἐλθὼν Ἰωσὴφ ὁ ἀπὸ Ἀριμαθαίας, εὐσχήμων βουλευτής, ὃς καὶ αὐτὸς ἦν προσδεχόμενος τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ, τολμήσας εἰσῆλθε πρὸς Πιλᾶτον καὶ ᾐτήσατο τὸ σῶμα τοῦ Ἰησοῦ. 44 ὁ δὲ Πιλᾶτος ἐθαύμασεν εἰ ἤδη τέθνηκε, καὶ προσκαλεσάμενος τὸν κεντυρίωνα ἐπηρώτησεν αὐτὸν εἰ πάλαι ἀπέθανε· 45 καὶ γνοὺς ἀπὸ τοῦ κεντυρίωνος ἐδωρήσατο τὸ σῶμα τῷ Ἰωσήφ. 46 καὶ ἀγοράσας σινδόνα καὶ καθελὼν αὐτὸν ἐνείλησε τῇ σινδόνι καὶ κατέθηκεν αὐτὸν ἐν μνημείῳ, ὃ ἦν λελατομημένον ἐκ πέτρας, καὶ προσεκύλισε λίθον ἐπὶ τὴν θύραν τοῦ μνημείου. 47 ἡ δὲ Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ καὶ Μαρία Ἰωσῆ ἐθεώρουν ποῦ τίθεται.
1 ΚΑΙ διαγενομένου τοῦ σαββάτου Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ καὶ Μαρία ἡ τοῦ Ἰακώβου καὶ Σαλώμη ἠγόρασαν ἀρώματα ἵνα ἐλθοῦσαι ἀλείψωσιν αὐτόν. 2 καὶ λίαν πρωΐ τῆς μιᾶς σαββάτων ἔρχονται ἐπὶ τὸ μνημεῖον, ἀνατείλαντος τοῦ ἡλίου. 3 καὶ ἔλεγον πρὸς ἑαυτάς· τίς ἀποκυλίσει ἡμῖν τὸν λίθον ἐκ τῆς θύρας τοῦ μνημείου; 4 καὶ ἀναβλέψασαι θεωροῦσιν ὅτι ἀποκεκύλισται ὁ λίθος· ἦν γὰρ μέγας σφόδρα. 5 καὶ εἰσελθοῦσαι εἰς τὸ μνημεῖον εἶδον νεανίσκον καθήμενον ἐν τοῖς δεξιοῖς, περιβεβλημένον στολὴν λευκήν, καὶ ἐξεθαμβήθησαν. 6 ὁ δὲ λέγει αὐταῖς· μὴ ἐκθαμβεῖσθε· Ἰησοῦν ζητεῖτε τὸν Ναζαρηνὸν τὸν ἐσταυρωμένον· ἠγέρθη, οὐκ ἔστιν ὧδε· ἴδε ὁ τόπος ὅπου ἔθηκαν αὐτόν. 7 ἀλλ᾿ ὑπάγετε εἴπατε τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ καὶ τῷ Πέτρῳ ὅτι προάγει ὑμᾶς εἰς τὴν Γαλιλαίαν· ἐκεῖ αὐτὸν ὄψεσθε, καθὼς εἶπεν ὑμῖν. 8 καὶ ἐξελθοῦσαι ἔφυγον ἀπὸ τοῦ μνημείου· εἶχε δὲ αὐτὰς τρόμος καὶ ἔκστασις, καὶ οὐδενὶ οὐδὲν εἶπον· ἐφοβοῦντο γάρ.

Η τόλμη των δύο

Μεγάλη Παρασκευή απόγευμα, λίγο πριν γείρει ο ήλιος στη δύση του στο Γολγοθά. Ο Ιωάννης, ο αφοσιωμένος μαθητής του Κυρίου, και οι λίγες μαθήτριες που παρέμειναν εκεί ατενίζουν με αβάσταχτο πόνο και βαθιά θλίψη το νεκρό σώμα του αγαπημένου τους Κυρίου να κρέμεται άψυχο πάνω στον σταυρό. Κι ένας φόβος μεγάλος και απειλητικός τριγυρνά στη σκέψη όλων τους: ο κίνδυνος να μείνει άταφο το άχραντο σώμα του νεκρού αγαπημένου τους. Ποιος όμως θα τολμήσει να το ζητήσει για να του αποδώσουν νεκρικές τιμές; Και μάλιστα πριν δύσει ο ήλιος! Ο χρόνος κυλά αδυσώπητος. Σ’ αυτήν την κρίσιμη ώρα που το αδιέξοδο τρομοκρατεί τις καρδιές, μια αναπάντεχη λύση φαίνεται στον ορίζοντα. Κάποιοι ανηφορίζουν προς τον Γολγοθά. Ο Ιωσήφ από την Αριμαθαία, ο κρυφός μαθητής, και ο Νικόδημος, ο νυχτερινός μαθητής· εκλεκτά μέλη του Ιουδαϊκού Συνεδρίου. Τι να συμβαίνει άραγε; Μέσα στην καταχνιά της Μεγάλης Παρασκευής ο Ιωσήφ τόλμησε. Παρουσιάσθηκε στον Πιλάτο ζητώντας το σώμα του Χριστού. Ο Πιλάτος έμεινε έκπληκτος: Πώς τόσο γρήγορα πέθανε ο Ιησούς! Και όταν βεβαιώθηκε από τον εκατόνταρχο γι’ αυτό, απάντησε θετικά στον Ιωσήφ. Όλα πλέον γίνονται αστραπιαία. Ο Ιωσήφ αγόρασε καινούργιο σεντόνι και ο Νικόδημος προμηθεύτηκε εκατό λίτρα σμύρνας και αλόης. Και αφού έφθασαν στον Γολγοθά με πόνο βαθύ και δάκρυα πολλά, κατέβασαν ευλαβικά το σώμα του Κυρίου από τον σταυρό. Το τύλιξαν με τα οθόνια, το περίελουσαν με τα πολύτιμα μύρα τους και τα καυτά τους δάκρυα. Και το εναπέθεσαν στο καινούργιο μνημείο, που ήταν σκαλισμένο στο βράχο, και κύλησαν μπροστά ένα μεγάλο λίθο.
Ο κίνδυνος να μείνει το σώμα του Εσταυρωμένου άταφο ξεπεράστηκε. Για να γίνει όμως αυτό, κάποιοι τόλμησαν. Οι δυο κρυφοί μαθητές του Κυρίου που τώρα αποκαλύπτονται. Τώρα δεν υπολογίζουν ούτε τη θέση τους στο Ιουδαϊκό Συνέδριο ούτε τον κίνδυνο να γίνουν αποσυνάγωγοι. Τολμούν. Επειδή αγάπησαν τον Κύριο και πίστεψαν σ’ Αυτόν. Τώρα ήρθε η ώρα να αποδείξουν στην πράξη την πίστη τους. Και το αποδεικνύουν στην κρισιμότερη ώρα με σύνεση, αλλά και με τόλμη. Και δίνουν το μάθημα της τόλμης σ’ εμάς που κάποτε δειλιάζουμε ν’ αποκαλύψουμε τις θρησκευτικές μας πεποιθήσεις. Και μας καλούν να μη διστάζουμε να υψώνουμε τη φωνή μας όταν το κακό θριαμβεύει, όταν πολεμείται ο Χριστός και η Εκκλησία του. Αλλά να παίρνουμε θέση· να τολμούμε με σύνεση και θάρρος. Χωρίς να φοβόμαστε τις αντιδράσεις και το κόστος. Και οι κίνδυνοι θα υπερνικώνται.

Ο φόβος των μυροφόρων

Κοντά στο σταυρό του Κυρίου την ώρα της αποκαθηλώσεως οι αφοσιωμένες μαθήτριες του Κυρίου παρατηρούσαν προσεκτικά πού τοποθετήθηκε το σώμα του Κυρίου. Πώς άντεξαν να βλέπουν νεκρό Αυτόν που επί τρία χρόνια έδινε φως και ζωή; Πόσο θα ήθελαν να Του προσφέρουν και τα δικά τους ακριβά μύρα της αγάπης τους! Όμως ο χρόνος και ο νόμος δεν τους το επέτρεπε. Και αφού περίμεναν με αδημονία να περάσει το Σάββατο, αγόρασαν αρώματα για να έλθουν το πρωί της επόμενης ημέρας στον τάφο. Πολύ πρωί ξεκίνησαν για το μνημείο. Ένα θέμα μόνο τις προβλημάτιζε: Ποιος θα αποκυλίσει τον μεγάλο λίθο από την είσοδο του τάφου; Μόλις όμως πλησίασαν και έστρεψαν τα μάτια τους προς το μνημείο, είδαν έναν άγγελο να κάθεται στα δεξιά ντυμένο με λευκή στολή, και γέμισαν φόβο και κατάπληξη. Αυτός όμως τους είπε: Μη φοβάστε. Ζητάτε τον Ιησού τον Ναζαρηνό τον εσταυρωμένο. Αναστήθηκε! Δεν είναι εδώ. Να, είναι αδειανός ο τόπος που Τον έβαλαν. Αλλά πηγαίνετε και πέστε στους μαθητές του και στον Πέτρο ότι θα σας περιμένει στη Γαλιλαία. Εκεί θα τον δείτε, όπως σας το είχε πει. Και εκείνες έφυγαν από το μνημείο γεμάτες τρόμο και έκσταση. Και δεν είπαν τίποτε σε κανένα, διότι είχαν κυριευθεί από φόβο.

Γιατί όμως φοβήθηκαν οι γυναίκες αυτές; Αυτές ατρόμητες ξεκίνησαν μέσα στη νύχτα προς το μνημείο και δεν υπολόγισαν ούτε τους μανιασμένους Ιουδαίους ούτε τους απειλητικούς Ρωμαίους στρατιώτες ούτε τους ληστές που καιροφυλακτούσαν ούτε το φόβο που ασφαλώς προκαλούσε η ώρα και ο τόπος ο ερημικός, τόπος νεκρών. Τι ήταν λοιπόν αυτός ο φόβος;
Οι γυναίκες αυτές είδαν το μνημείο κενό, τον λίθο αποκυλισμένο, τον άγγελο απαστράπτοντα να τους λέει κάτι που φαινόταν αδιανόητο: Ο εσταυρωμένος νεκρός «οὐκ ἔστιν ὧδε». Κι αυτές κυριεύθηκαν από τρόμο και έκσταση, διότι άρχισαν να συνειδητοποιούν ότι μέσα στο μνημείο έγινε κάτι πολύ μεγάλο. Το συγκλονιστικότερο θαύμα του κόσμου. Εκεί μέσα νικήθηκε ο θάνατος. Εκεί μέσα αναστήθηκε όχι ένας άνθρωπος, όπως πριν λίγες ημέρες ο Λάζαρος, αλλά ο ίδιος ο Θεάνθρωπος Κύριος. Και αναστήθηκε όχι για να ξαναπεθάνει κάποτε, αλλά για να μην πεθάνει ποτέ. Και οι Μυροφόρες λοιπόν τά ‘χαν χαμένα, έμειναν εκστατικές, διότι δεν μπορούσαν τότε να διανοηθούν αυτό που τα πράγματα έδειχναν ότι εκεί στο κενό μνημείο, Αυτός που αναστήθηκε, Αυτός τον Οποίο διακονούσαν επί τρία χρόνια δεν ήταν μόνο ο Διδάσκαλός τους, ο Μεσσίας, ο μέγας προφήτης, αλλά ήταν ασυγκρίτως ανώτερος, ο ίδιος ο Θεός! Και μέσα από τα βάθη του νου τους μια αλήθεια, η μεγαλύτερη αλήθεια δονούσε τις καρδιές τους: ο Χριστός ανέστη!

Παρασκευή, 1 Μαΐου 2009

Προσευχή της εξομολογήσεως...

.

Πρίν της Ιεράς Εξομολογήσεως

Προαιώνιε Πατήρ των οικτιρμών, και Θεέ πάσης παρακλήσεως. Εγώ, ο ταλαίπωρος, θέλοντας να εξετάσω την Συνείδησίν μου επάνω εις ταίς ανομίαις μου, φοβούμαι κατά πολλά και τρέμω· επειδή και σού είναι τόσον φανερή η κατάστασις της ζωής μου, οπού κανένα έργον, και κανένας συλλογισμός μου δεν ημπορεί να είναι κρυπτός εις τους οφθαλμούς σου. Όθεν σού ζητώ με όλην την ταπείνωσιν διά τους οικτιρμούς του Μονογενούς σου Υιού, να μού δώσης την χάριν να γνωρίσω καλά, να μισήσω, και να διορθώσω όλα μου τα αμαρτήματα. Δός μοι, ώ Πατήρ των φώτων, το Πανάγιόν σου Πνεύμα, διά να μου φέρη εις την ενθύμησιν ταίς αμαρτίαις, οπού αλησμόνητα, και διά να παρακινήση την καρδίαν μου εις συντριβήν, και μετάνοιαν επάνω εις αυταίς, διά να ταίς μισήσω, και να απέχω από κάθε αμαρτίαν εις το ερχόμενον. και Σύ, Παρθένε Θεοτόκε, Μήτερ ελέους, και καταφυγή των αμαρτωλών, συντρόφευσόν με, σε παρακαλώ, με την βοήθειάν σουεις τούτο το Κριτήριον της ευσπλαχνίαςκαι δικαιοσύνης του Θεού, διά να γνωρίσω, να μισήσω εκ καρδίας, και να εξομολογηθώ όλας μου τάς αμαρτίας. το όμοιον και σύ, ώ Αγιε Αγγελε, φύλαξ της ψυχής μου, σε παρακαλώ να μού βοηθήσης εις τούτο το έργον, οπού είναι τόσον αναγκαίον διά την αιώνιον σωτηρίαν μου. Αμήν


Μετά την Αγίαν Εξομολόγησιν

Ευχαριστώ Σοι κατά πολλά, ώ γλυκύτατε Ιησού, Λυτρωτά μου φιλανθρωπότατε, και ιατρέ πολυέλεε του ανθρωπίνου Γένους, διατί με το πολυτίμιτον Βάλσαμον του ζωοποιού σου Αίματος ιάτρευσες ταίς πληγαίς της Ψυχής μου, και με εκαθάρισες από την λέπραν των αμαρτιών μου. Γνωρίζω την θείαν Σου Ευσπλαχνίαν, με την οποίαν ανέμεινες να ελθω εις μετάνοιαν, εγώ ο τρισάθλιος αμαρτωλός, εις καιρόν οπού τόσοι άλλοι δοκιμάζουν τώρα την οργήν της δικαιοσύνης Σου εις τον Αδην. Δέξαι, λοιπόν, σε παρακαλώ, Κύριέ μου, διά πρεσβειών της αειπαρθένου Σου Μητρός, και Θεοτόκου Μαρίας, και πάντων Σου των Αγίων ταύτην μου την Εξομολόγησιν και άν εστάθη ελλειπής, ή ατελής εις κανένα της περιστατικόν, άς αναπληρώση είς τούτο η θεία Ευσπλαχνία Σου και φιλανθρωπία, διά μέσου της οποίας κάμε, σε παρακαλώ να είμαι τελείως συγχωρημένος, να διορθώσω τα ήθη μου, κάμνωντας καρπούς αξίους της μετανοίας, και τοιουτοτρόπως μένωντας στερεός εις το καλόν εις την παρούσαν ζωήν με την θείαν Σου χάριν, να αξιωθώ εις την άλλην να απολαύσω την Ουράνιον δόξαν Σου.

ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ ΤΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ

.