Ιερός Ναός Αγίων Πάντων Μακεδονίτισσας

Ιερός Ναός Αγίων Πάντων Μακεδονίτισσας
Άγιοι του Θεού πρεσβεύετε υπέρ ημών !

Τρίτη, 28 Δεκεμβρίου 2010

Σκέψεις για τα Χριστούγεννα !

... ...
Φέτος τα Χριστούγεννα κάποιοι αδελφοί μας θα ξεχαστούν στα ανάκτορα του Ηρώδη. Κάποιοι άλλοι θα παραμείνουν στο δέντρο να κοιτάζουν τα φωτάκια αγνοώντας για το φως του Χριστού. Άλλοι θα γίνουν κοιλιόδουλοι στο ρεβεγιόν. Αρκετοί στο φούλ του άσσου και στο καρέ της ντάμας. Το μήνυμα της φάτνης δείχνει το δρόμο και δίνει τη λύση. Ας ακολουθήσουμε το Θείο βρέφος για να γίνουμε και εμείς Θεικοί κατά χάριν. Ο Χριστός ποτέ δεν είπε θολά ή ιδεαλιστικά λόγια. Όταν έλεγε "να είστε τέλειοι" (Ματθ. 5,48) το εννοούσε! Η Εκκλησία δεν υπάρχει παρά για να τραβά ανθρώπους προς την πλευρά του Χριστού, να τους κάνει, δηλαδή, μικρούς Χριστούς. Σε έναν κόσμο άχρωμο, που στενεύει, ήρθε η στιγμή να δραπετεύσουμε απο τα εμφιαλωμένα όνειρα, τις νυσταγμένες συνειδήσεις, τις κάλπικες επιθυμίες και τις ανούσιες σκέψεις. Ας μη μείνουμε και φέτος "μολυβένια στρατιωτάκια". Ας Του ζητήσουμε να μας αλλάξει. Ας Του δώσουμε ΟΛΟ μας τον εαυτό. Ας μη μείνουμε "νηστικοί" έχοντας ένα τόσο πλούσιο Πατέρα.

.
π. Δημήτριος Λάμπρου
Άρτα
.
.

.

.

Πέμπτη, 23 Δεκεμβρίου 2010

Η σημασία του βραχώδους σπηλαίου στην εικόνα της Γεννήσεως

,,,
Ησυχία απόλυτη… Είναι τέτοιες στιγμές που ο άνθρωπος έρχεται εις εαυτόν. Θέλησα κι εγώ να πάρω κάτι από το νόημα των Χριστουγέννων μετά από τον κυκεώνα των προκλήσεων και προσκλήσεων. Μια ευχητήρια κάρτα βρέθηκε αφημένη επάνω στο γραφείο μου. Ήταν η βυζαντινή εικόνα της Γεννήσεως του Χριστού. Την πήρα στα χέρια μου κι άθελά μου άρχισα να αφαιρώ ό,τι κοσμούσε και τόνιζε τη χαρά του γεγονότος.
Χαμήλωσα από τα πνευματικά μου αυτιά τον ύμνο των αγγέλων, έσβησα από τον ουρανό της εικόνας το φως του αστεριού, έκρυψα τα δώρα των Μάγων, το θαυμασμό των ποιμένων… κι άρχισε η εικόνα να φτωχαίνει κι όσο φτώχαινε τόσο με βοηθούσε να πλησιάσω το μήνυμα των Χριστουγέννων.
Μπροστά μου υψωνόταν μόνο ένας άγονος , σκληρός και πετρώδης βράχος. Μοίρασα νοητά την εικόνα σταυροειδώς , μα σε όλες τις πλευρές κυριαρχούσε ο βράχος, σκοτεινός και άδειος εσωτερικά.
Προβληματίστηκα για τον τρόπο με τον οποίο οι αγιογράφοι εκφράζουν τέτοια γεγονότα. Γιατί άραγε; μήπως πέρα από την ιστορία του γεγονότος να θέλουν να μας δώσουν άλλες προεκτάσεις και αντί για φάτνη να ζωγραφίζουν τριγωνικό σπήλαιο; Ανακαλώ στο μυαλό μου την θεωρία της ψυχολογίας που παρομοιάζει την ψυχή με ένα παγόβουνο, όπου πάνω από την επιφάνια φαίνεται μόνο η συνείδηση ενώ κάτω κρύβεται όγκος από υποσυνείδητες και ασυνείδητες ενέργειες. Ένας ύμνος της Εκκλησίας μας καλεί τους πιστούς "Δεύτε ίδωμεν… πού εγεννήθει ο Χριστός…"
Πράγματι ο Χριστός γεννιέται ακριβώς στο κέντρο της εικόνας, εκεί που ενώνονται η οριζόντια και η κάθετη γραμμή. Άρα γεννιέται στον πυρήνα της ανθρώπινης ζωής, στη ψυχή του ανθρώπου για να σπάσει τον εγωισμό, την έχθρα που ύψωσε ο άνθρωπος προς το Θεό, για να μαλακώσει τη σκληροκαρδία, τη φιλαργυρία, τη φιληδονία μας, για να γεμίσει και να φωτίσει τη σκοτεινή και άδεια από νόημα και ουσία ζωή μας.
2010 χρόνια φέτος εορτάζουμε τα γενέθλια του ενανθρωπήσαντος Θεού που ήρθε όχι για να τον γράψει η ιστορία, αλλά για να ανακαινίσει και να μεταμορφώσει το νόημα της ιστορίας. Κι εμείς ακόμα τρέχουμε και κουραζόμαστε, ξοδεύουμε και αγχωνόμαστε πώς και πού και τι και πόσα θα δώσουμε για να περάσουμε καλύτερα τα Χριστούγεννα και πάντα μένουμε ξένοι από αυτό το μυστήριο θαύμα της γεννήσεως του Χριστού.
Δεν λέω τα δώρα, τα στολίδια, τα τραγούδια, οι εορταστικές εκδηλώσεις, δεξιώσεις και ό,τι άλλο απαιτείται είναι καλό, αλλά όλα αυτά να είναι το αποτέλεσμα της χαράς μας ότι γεννήθηκε μέσα μας σήμερα ο ίδιος ο Χριστός, ότι ανακαινιστήκαμε .Το ίδιο μήνυμα εξάλλου μας δίνει και η Βυζαντινή εικόνα. Αποτέλεσμα της γεννήσεως του Χριστού είναι όλες οι άλλες λεπτομέρειες που λαμπρύνουν την εικόνα.
Ας μην μείνουμε άλλο στο τύπο . Όχι Χριστούγεννα χωρίς Χριστό. Ας ζήσουμε φέτος την ουσία . Χριστούγεννα με Χριστό στην καρδιά μας . Μόνο η προσωπική εν Χριστώ αναγέννησή μας θα βοηθήσει την οικογένεια μας να ζει με ειρήνη και αγάπη , την κοινωνία μας να προοδεύει και να ευημερεί και όλη "η γη συν τοις ανθρώποις θα ευφραίνονται".

.
Δέσποινα Ιωάννου - Βασιλείου
Πρεσβυτέρα , Εκπαιδευτικός

..

.

Η προετοιμασία μας για τα Χριστούγεννα

...
Καλούμαστε και φέτος να εορτάσουμε το μεγάλο και ανεπανάληπτο μυστήριο της σαρκώσεως του Υιού και λόγου του Θεού. Με την ενανθρώπιση του Χριστού η εκκλησία μας υπενθυμίζει τη μεγάλη θεολογική αλήθεια, ότι ο Θεός έγινε άνθρωπος για να μπορέσει ο άνθρωπος να γίνει κατά χάριν Θεός.

Χωρίς να γνωρίζουμε πάντοτε σε βάθος και πλάτος την θεολογική σημασία της εορτής, όλοι όμως αντιλαμβανόμαστε την σπουδαιότητά της. Γι' αυτό ο καθένας μας με τον τρόπο του προβαίνει σε κάποιου είδους προετοιμασία, μόνο που πρέπει να προσέξουμε να μην είναι εξωτερική-κοσμική.

Διότι τι ωφελεί άραγε να στολίσουμε τα σπίτια μας και τους δρόμους και να μην ευπρεπίσουμε τις καρδιές μας και να μην τις καθαρίσουμε από τα πάθη του εσωτερικού μας κόσμου? Αν θέλουμε να εορτάσουμε αληθινά Χριστούγεννα πρέπει να ακολουθήσουμε το πρόγραμμα προετοιμασίας που μας προτείνει η εκκλησία μας.


Τι προτείνει η εκκλησία ;

Την εσωτερική καθαρότητα που επιτυγχάνεται με την καθαρή εξομολόγηση και την νηστεία όχι μόνο των τροφών αλλά και των παθών. Είναι πλάνη να πιστεύουμε, ότι μία ολιγοήμερη δίαιτα μας εξαγνίζει. Εκείνο που μας καθαρίζει πνευματικά είναι η αποχή από κακές συνήθειες και η απόταξη του παλαιού ανθρώπου. Η νηστεία όταν δεν συνοδεύεται από την μετάνοια και την εξομολόγηση δεν ωφελεί.

Η προέκταση του πνευματικού αγώνα, που αρχίζει πριν τα Χριστούγεννα και συνεχίζεται μετά από αυτά, συντελεί στην βίωση αυτής καθ' εαυτής της εορτής. Ο Χριστός δεν περιμένει τα Χριστούγεννα για να εγκατασταθεί στις καρδιές μας. Γεννιέται καθημερινά μέσα μας, όταν εμείς δημιουργήσουμε τις κατάλληλες προϋποθέσεις.

Ένα άλλο μέσο προετοιμασίας που προτείνει η εκκλησία είναι η προσευχή και οι ιερές ακολουθίες , που τελούνται κατά την διάρκεια της Σαρακοστής στους Ιερούς Ναούς μας.

Στην εκκλησία ήδη από τις 21 Νοεμβρίου ψάλλονται οι καταβασίες των Χριστουγέννων, «Χριστός γεννάται δοξάσατε...» και όσο προχωρούμε προς την εορτή η θ. Λατρεία εμπλουτίζεται με περισσότερα Χριστουγεννιάτικα τροπάρια και αναγνώσματα.

Για να τα βιώσουμε όλα αυτά όμως χρειάζεται η ενεργός συμμετοχή και στις Ι. ακολουθίες.

Και τέλος ένα τρίτο σημαντικό στοιχείο προετοιμασίας μας είναι η ελεημοσύνη. Τα Χριστούγεννα μας υπενθυμίζουν τη φιλανθρωπία του Θεού για τον άνθρωπο. Ο Φιλάνθρωπος και ελεήμων Θεός μας καλεί με την ενανθρώπησή Του να γίνουμε και εμείς φιλάνθρωποι και ελεήμονες. Γι' αυτό και οι εκδηλώσεις φιλανθρωπίας πληθαίνουν αυτή την περίοδο της προετοιμασίας μας.

Η φιλανθρωπία μας όμως δεν πρέπει να περιορίζεται πριν από τα Χριστούγεννα. Οι ανάγκες των ενδεών ανθρώπων δεν τελειώνουν με το τέλος των εορταστικών διακοπών αλλά συνεχίζονται και μετά της διακοπές.


EΥΛΟΓΗΜΕΝΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΣΕ ΟΛΟΥΣ
.
.
Πηγή :
http://agiabarbarapatras.blogspot.com/2008/12/blog-post_10.html

.

.

Τετάρτη, 22 Δεκεμβρίου 2010

Χ ρ ι σ τ ο ύ γ ε ν ν α !

..
Ο Μέγας Βασίλειος θαυμάζοντας το γεγονός της Γεννήσεως του Χριστού, θέτει στο στόμα της Παναγίας τα ακόλουθα λόγια: «Πως να Σε ονομάσω εγώ, θαυμαστό μου βρέφος; Τι θνητό όνομα να δώσω στον καρπό του Αγίου Πνεύματος; Να Σου προσφέρω θυμίαμα ή γάλα; Έχεις ανάγκη από τις μητρικές μου φροντίδες, ή να πέσω στα πόδια Σου και να Σε λατρεύω; Τι ανεξήγητη αντίθεση; O ουρανός είναι ο θρόνος Σου κι εγώ σε τοποθέτησα στα γόνατα μου. Σε βλέπω στην γη κι όμως δεν άφησες τον ουρανό. O ουρανός είναι εκεί, όπου ευρίσκεσαι Εσύ ».
Την απορία και την έκπληξη της Παναγίας συμμερίζεται και άγιος Βασίλειος. Και προσπαθώντας να βρει το μυστικό που πέτυχε την ένωση τόσο αντιθέτων πραγμάτων, καταλήγει ότι είναι Η ΤΑΠΕΙΝΩΣΗ!
Από ταπείνωση ο Θεός έγινε άνθρωπος!
Από την ταπείνωση Του η γη έγινε ουρανός!
Δεν ανέβηκε ο άνθρωπος στον ουρανό. Κατέβηκε ο Θεός στην γη. Και έτσι μας έμαθε έμπρακτα, πως μπορεί η γη, από τόπος εξορίας να γίνει παράδεισος. Από ζούγκλα, να γίνει Βασιλεία του Θεού. Γι' αυτό και οι πρώτοι, που αξιώθηκαν να Τον προσκυνήσουν, ήταν οι ταπεινοί ποιμένες. Και οι γεμάτοι ταπεινό και ειλικρινές φρόνημα αναζήτησης της αλήθειας, «μάγοι εξ ανατολών»
Αυτή η αρετή της Ταπείνωσης είναι το μεγάλο μήνυμα της εορτής των Χριστουγέννων. Μόνο ο άνθρωπος που καλλιεργεί και αγαπάει αυτή την αρετή, μπορεί κάπως να νιώσει, τι έγινε εκείνη την παγωμένη νύχτα του Δεκέμβρη στην Βηθλεέμ της Ιουδαίας. Και μόνο με αυτή την αρετή, μπορεί να αξιωθεί να δεχθεί στην καρδιά του τον Νεογέννητο Βασιλέα και Σωτήρα Χριστό.
.
.
Αγίου Εφραίμ του Σύρου

.

.

Δευτέρα, 20 Δεκεμβρίου 2010

Λειτουργία Αγίου Ιακώβου Αδελφοθέου στις 26 Δεκεμβρίου 2010

...
Την ερχόμενη Κυριακή 26 Δεκεμβρίου 2010 , μετά τα Χριστούγεννα ,
θα τελεστεί στην Ενορία μας η Θεία Λειτουργία του Αγίου Ιακώβου του Αδελφοθέου.

Η Θεία Λειτουργία του Αγίου Ιακώβου του Αδελφοθέου, πρώτου Επισκόπου Ιεροσολύμων, είναι η πρώτη Αποστολική Θεία Λειτουργία. Η Λειτουργία αυτή διασώζει τον λειτουργικό τύπο της Εκκλησίας των Ιεροσολύμων και την απλότητα της λατρείας κατά τους Αποστολικούς χρόνους. Απο αυτή προήλθαν οι Λειτουργίες του Μ.Βασιλείου και του Αγίου Ιωάννη του Χρυσοστόμου.

Στην Κύπρο η Λειτουργία αυτή τελείτο μέχρι και τον 12ο αιώνα, παρόλο που την εποχή εκείνη είχε ήδη καθιερωθεί η τέλεση της Θείας Λειτουργίας του Αγίου Ιωάννη του Χρυσοστόμου. Έκτοτε η Θ.Λ. του Αγίου Ιακώβου του Αδελφοθέου επικράτησε να τελείται στις 23 Οκτωβρίου, ημέρα της εορτής του Αγίου Ιακώβου, καθώς και την Κυριακή μετά τη Χριστού Γέννηση (των Αγίων Θεοπατόρων).
.
.

Παρασκευή, 17 Δεκεμβρίου 2010

Άγιος Διονύσιος Ζακύνθου-Ο Άγιος της συγχώρεσης …

...
.…..Τα βήματα συνεχίστηκαν βίαια. Ενώ ταυτόχρονα, κάποιος ξεφώνιζε απεγνωσμένα: -Άνοιξε καλόγερε, βοήθεια! Παρατώντας το μάνταλο και ξανακατεβαίνοντας κατατρομαγμένος τα πέτρινα σκαλοπάτια, βρέθηκε… τρεμουλιάζοντας στην θολωτή πύλη. Στήν μαντρόπορτα με τους χοντρούς πασσάλους. Ποιός είσαι και τι ζητείς; σιγορώτησε. Άνοιξε, λυπήσου με, με κυνηγούν, θα με σκοτώσουν. Σώσε με, κρύψε με, να συχωρεθούν οι γονέοι σου, αν δε ζουν. Γιατί σε κυνηγούν; Άνοιξε και θα σου μολογήσω. Τράβηξε τον πάσσαλο της ασφάλειας πέντε πόντους πρός τα πάνω, και το χοντρό από κυπαρισσόξυλο πορτόφυλλο, μισάνοιξε. Τότε ώρμησε στον αυλόγυρο, ένας αξύριστος, αλλοσούσουμος, δίχως σκούφο με γουρλωμένα μάτια. Και μαλλιά σκαντζόχοιρα. Στα χέρια κρατούσε ένα ρόπαλο και σε πλάγια τσέπη του σουρτούκου του φάνταζε χοντρό μαχαίρι. – Κρύψε με, όπου νάναι θα φανούν, ανάκραξε σπαρακτικά. – Τι έκανες χριστιανέ; Γιατί σε κυνηγούν; – Σκότωσα… Κίτρινη πέτρα απόμεινε το πρόσωπο. Το φανάρι ξέφυγε από το δίχτυ, κύλησε χάμου. Και τα μάτια στον τσουχτερό χιοναγέρα έπηξαν. – Δυστυχισμένε… Σε κέρδισε ο γκρεμός, ο Κάϊν; – Κρύψε με, μη χασομεράς. Όπου νάναι θα φτάσουν. Κάποιος, αναμεσό τους, φώναξε ότι μονάχα από δω θε να διαβώ. Δεν έχει αλλού γιδόστρατο. Κοντοστάθηκε στις τσουχτερές δροσοστάλες, αναποφάσιστος. Τα χέρια έτρεμαν. Το σάλι σερνόταν στο πλατύσκαλο και με τον χιοναγέρα κουκούλωνε το φανάρι. Πάμε, πρόφεραν τα χείλη. Πού; Στο διπλανό κελλί. Δεξιά στο ανώγι. Έσπρωξε την μαντρόπορτα μηχανικά. Ώσαμε να μπουν, ώσαμε να καλοκλείσει, ώσπου ν’ ανάψει το λαδολύχναρο, ο φονιάς βρέθηκε χάμου. Στα πόδια του. Γονατιστός. Στο γιλέκι του φάνταζαν δύο πιτσιλιές αίμα. Λυπήσου με, μούγκρισε. Κι άρχισε να κλαίει. – Ο Θεός να σε λυπηθεί, δυστυχισμένε. Από λόγου μου σε λυπάμαι. Και πολύ μάλιστα. Αλλά φέρνει πίσω την ζωή;… Κλάψε και μοιρολόγισε. Ζήτα του σπλαχνιά. Ο άνθρωπος έκλαιγε με λυγμούς. – Μετανοιώνεις; Αντήχησαν μία – μία οι συλλαβές.-

Χίλιες βολές. Άς όψονται οι Μονδίνοι. Το κρίμα στο λαιμό τους. Μούταξαν να με καταστήσουν από ρέμπελο και μπράβο μπιστεμένο τους. Ο ιεράρχης στη λέξη ανατρίχιασε. Αλλά παρευθύς θυμήθηκε την επικείμενη καταδίωξη… Άνοιξε κάποιο συρτάρι και ανατράβηξε το πετραχείλι. Το φίλησε, το φόρεσε, έκανε πάλι το σημείο του σταυρού και είπε: – Για τα όβολα λοιπόν δέχτηκες δυστυχισμένε, να διαπράξεις φόνο; – Ναίσκε άγιε ηγούμενε, που να μην έσωνα ο ξελογιασμένος. Μ’ έβαλε ο εξαποδώς. Τι γύρευα να παραφουσκώνω στσι παλληκαροσύνες; Για να βγεί παναπεί στην Κοινότητα Κήνσορας, κακόροικος ο άλλος ο αφέντης, ο Σιγούρος… – Ποιόν από τους σέμπρους του Σιγούρου σκότωσες; – Σέμπρο, άγιε ηγούμενε; Τον ίδιο τον αφέντη. Τον κόντε- Κωνσταντή παραφύλαξα και μαχαίρωσα αριστερά στο καντούνι του Κάστρου. Τον άφηκα σέκο. Παρακάλα τον Θεό για την ψυχή. Για μια ψυχή που θα παραδώσω. – Αχχ! – Σαν τι αγροικάς ηγούμενε; Λυπήσουμε, τον μετανοιωμένο. Σου ήτανε φίλος ή γνωστός ο αφέντης;Για ξένα νιτερέσα, ο δόλιος. – Ήταν…ήταν ο αδελφός μου. Ο αδελφός μου. Κωνσταντίνε…Κωνσταντίνε…Κωνσταντίνε… Ένα σμάρι δάκρυα πέσανε κατακόρυφα στο κεφάλι του φονιά. Έχουνε άραγε τα δάκρυα βάρος; Βράχια πέσανε στην αναμαλιασμένη κεφαλή. Μοναστραπίς έπεσε μπρούμιτα. Σπάραζε σαν ψάρι. Και με τα θολόνερα των ματιών του, σερνόταν, φιλούσε ένα ζευγάρι παντόφλες. Είσαι…είσαι ο δέσποτας…ο πανιερώτατος, το καύχημα τση χώρας; Συμφορά που με βρήκε…Αλλοί…Χτύπα με. Να, πάρε το μαχαίρι, σκότωσέ με. Ακολούθησε σιγή. Μια σιγή όλο μυστήριο. Καταγεμάτη δέος. Άραγε ποιό τάγμα των Ασωμάτων να παρακολουθούσε το δράμα; Ο ηγούμενος με το βλέμμα ψηλά και με τα δάκρυα αρμυρές σταγόνες- βράχια- να κυλάνε και να κυλάνε, προσευχόταν. – Θεέ και Κύριε… Θεέ και Κύριε…τραύλιζαν κάθε τόσο τα χείλη του. – Χτύπα με, χτύπα με, ούρλιαζε χάμου στα πόδια του ο αναπάντεχος τούτος επισκέπτης. Πόσο κράτησε η τραγική στιγμή, κανείς πια δεν θυμάται. Μονάχα ο Εσταυρωμένος. Ο παντογνώστης. – Σήκω… αντήχησε η λαλιά του εξομολόγου. Θαρρώ ακούγεται σαματάς. Σκαρφαλώνουν θαρρώ, άλογα. Ο άνθρωπος πετάχτηκε σαν μοσχάρι που του βυθίζουν το στιλέτο στο λαιμό. – Θα με παραδώσεις; – Όχι. – Ω… Και τι αποφασίζεις να πράξω; – Φύγε. Πάρε τις ρεματιές. – Μπορώ; – Δεν ξέρω. Σύρε απέναντι, όπου σε φωτίσει ο Αναστημένος. – Θα… θα με δούν.-
Σύρε απέναντι, στο πατητήρι. Κρύψου στο σύδεντρο, στο τσαρδάκι του πορτάρη. Αυτού μέσα υπάρχει άχερο. Και σανός. Και λίγα μέτρα πιο πέρα, βυθίζεται στ’ αγκάθια ο πρασινόβραχος. Η στιγμή ήταν κρίσμη, δεν έπαιρνε χασομέρι. Τα πάντα έγιναν μέσα σε πέντε ή έξι λεπτά. Ίσως και σε δυο. Και να, σε λίγο έξω στην ερημιά, καταμεσίς στον χιοναγέρα που εξακολουθούσε να σφυρίζει, αντήχησε ποδοβολητό αλόγων. Και από κοντά φωνές, βλαστήμιες. Τα χέρια καθώς τοποθετούσαν στην θέση του το πετραχείλι, έτρεμαν. Και τα δόντια γοργοκτυπούσαν. Αν δεν προλάβαινε να σφογκίσει τα δάκρυα, αλλοίμονο θα συντελούσε σε δυσάρεστες εξελίξεις. Καταμπροστά του βρέθηκαν πέντε ζευγάρια μάτια. Γυάλιζαν σαν της ύαινας. – Πέρασε από δω γέροντα, κάποιος ξεσκούφωτος με γένεια; Ανάκραξε φιλεύρενα κάποιος πανύψηλος με φαβορίτες που έδειχνε νάναι επικεφαλής. – Ναί, πέρασε. Και πούναιτος τώρα; Έφυγε. Κατά πού τράβηξε; Δεν πρόσεξα. Πώς; – Έπιασα να ετοιμάζομαι για παρακλητική. Δεν καλοπρόσεξα. Μα… να. Θαρρώ κάπου από δώ. Δηλαδή; Από τη λαγκαδιά, ίσως. Κι έκανε αόριστη χειρονομία. – Γρήγορα να τον προλάβουμε, φώναξε ο ψηλός με τις φαβορίτες. Κατάλαβα. Τραβάει δυτικά για να πέσει στην κατηφόρα, στα πουρνάρια. Προσοχή μη σβήσουνε τα φανάρια.………………………………………………………………………………………………………………………… Οι Ζακύνθιοι ποιητές αργότερα γράψανε ότι είχε τάχα πεί ένα ιερό ψέμα ο άγιος. Για χάρη τάχα της συγγνώμης. Δεν βγαίνει όμως τέτοιο συμπέρασμα από μια προσεκτική έρευνα. Ο Θεός δεν συμβιβάζεται με το «μαύρο» ποτέ. Μήτε δέχεται, μήτε «παραθεωρεί» το ψέμα. Σαν Πνεύμα και σάν αλήθεια είναι και παραμένει Φως. Απλούστατα η απόκρυψη του κακούργου επιβάλλονταν και από το «απόρρητον της εξομολογήσεως», αλλά και από το ψυχικό μεγαλείο του πράου και ανεξίκακου ιεράρχη. Ο στόχος του ήταν να μήν πέσει στα νύχια του δαίμονα, να μη κατρακυλήσει στο χάος, στην απώλεια, το κυνηγημένο εκείνο γεράκι. Αλλά με την μετάνοια, να αλλάζει χρώμα. Να μεταβληθεί σε περιστέρι. Καμιά ώσαμε τότε ψυχή δεν χάθηκε από τόσες και τόσες που σέρνονταν στα πόδια του και του ζητούσαν βοήθεια. Ορθόδοξος μέχρι το μεδούλι ο Όσιος της Αναφωνήτρας, αδύνατο να έπεφτε σε αντικανονική παράβαση.
.
(Απόσπασμα απο το βιβλίο του Σώτου Χονδρόπουλου, Ο Άφθορος Άγιος Διονύσιος), Αφηγηματική βιογραφία).
.
Πηγή : http://vatopaidi.wordpress.com/

Δευτέρα, 13 Δεκεμβρίου 2010

Μετάνοια και μετάνοιωμα !

...
Κάποιος κέβει δυο κότες από το κοτέτσι του παπά , και μετά από καιρό αποφασίζει να εξομολογηθεί :

Πάτερ μου ἔκλεψα δύο κότες!
- Νά τίς ἐπιστρέψεις, λέει ὁ παπᾶς.
- Πάτερ μου, τίς θέλετε ἐσεῖς;
- Ἐγώ, τοῦ λέει ὁ παπᾶς. Ὄχι. Νά τίς δώσεις σέ κεῖνον πού τίς πῆρες.
- Ἐκεῖνος δέν τίς θέλει.
- Ἔ! Τότε κρᾶτα τες.
Πάρα πολλές φορές ἡ διάθεσή μας εἶναι ἴδια. Νά ὑπεκφύγουμε! Γι᾿ αὐτό ἔκανα τήν σκέψη, καί με ἀφορμή τήν περίοδο πού διανύουμε, νά ποῦμε λίγες διασαφήσεις γι᾿ αὐτό τό πελώριο θέμα καί τίς τόσες συγχύσεις πού συνήθως ἔχει. Φανταζόμαστε ὅτι μέ τό νά πάω νά ἐξομολογηθῶ πάω σ᾿ ἕνα δικαστήριο… Πολλοί ἄνθρωποι λένε κιόλας, ὅταν ἔρθουν νά ἐξομολογηθοῦν, «πῶς θά μέ δικάσεις τώρα παπούλη». Φανταζόμενοι ὅτι βρίσκονται μπροστά σ᾿ ἕνα, ἔστω τοῦ Θεοῦ, δικαστή φυσικά ἀγωνιοῦν καί φοβοῦνται ὅπως ὅλοι μας στό δικαστήριο. Ἐνῶ, ἄν θεωρήσουμε ὅτι ἡ ἐξομολόγηση εἶναι ἕνα δικαστήριο, εἶναι τό μόνο δικαστήριο πού βγάζει μόνο ἀθώους. Γιατί στήν ἐξομολόγηση πηγαίνει κάποιος γιά νά ἀθωωθεῖ. Δέν πάει γιά νά καταδικαστεῖ. Ἀκριβῶς γιά νά προλάβει τήν καταδίκη πάει. Πάει νά ἀθωωθεῖ πρίν καταδικαστεῖ. Ὁπότε ἀντιλαμβάνεται κανεῖς πόσο στραβό εἶναι, σέ μιά τέτοια κίνηση γνησιότητας, νά μπερδεύει τά πράγματα εἶτε συνειδητά εἶτε ἀσυνειδήτως. Πρίν πού ἀκούσαμε τό μικρό αὐτό ἀστεῖο ἤ ἀνέκδοτο, μᾶς φάνηκε πάρα πολύ γελοίο, νά λέει ὁ ἄνθρωπος πού ἔκλεψε τίς κότες ἀπ᾿ τόν ἴδιο τίς θέλεις, νά ἀκούει τό ὄχι, καί νά γίνεται ἕνας κύκλος τυπικά ἐντάξει καί οὐσιαστικά διαστροφικός.
Ἀκριβῶς ὅμως, ἐδῶ μπαίνουν μερικά θέματα, πού χρειάζονται ἐπεξηγήσεις. Τί σημαίνει μετάνοια. Τί εἶναι μετάνοια. Ἕνα θέμα γεμάτο παρανοήσεις. Καί ἄς ξεκινήσουμε ἀπό μακρύτερα.
Ἀκούγωντας τήν λέξη τί λέμε ἀμέσως; Ὅτι αὐτό εἶναι μιά ἐκκλησιαστική λέξη, μιά θρησκευτική λέξη, εἶναι ἔκφραση τῆς θρησκευτικῆς γλῶσσας. Πόσες γλώσσες ὅμως ὑπάρχουν; Ἡ θρησκευτικότητά μας εἶναι μέσα στή ζωή ἤ ἔξω ἀπό τήν ζωή; Μήπως εἶναι ξένη ἀπό τήν ζωή τελικά; Πάρα πολλές φορές κάνουμε τό ἐξῆς μπέρδεμα: Φανταζόμαστε τήν σχέση μας μέ τήν ἐκκλησία ἕνα κομμάτι τῆς ζωῆς μας πού εἶναι κάπου σέ μιά ἄκρη· σέ μιά ἀφορμή ἐπετειακή (Χριστούγεννα-Πάσχα)· σ᾿ ἕνα γεγονός πού δέν μᾶς ἀφορᾶ ὁλόκληρους, ἀλλά μᾶς ἀφορᾶ, μονάχα κατά τήν σκέψη ἤ σέ κάποια ἄκρη τοῦ μυαλοῦ μας ἄν θέλετε. Καί οἱ περισσότεροι ἄνθρωποι, οἱ σημερινοί ἄνθρωποι, αὐτοί πού περπατᾶνε στό τώρα (καί μεῖς στό τώρα περπατᾶμε, ἀλλά καμμιά φορά βρισκόμαστε στόν κόσμο μας) φαντάζονται ὅτι τέτοιου εἶδους θέματα εἶναι δραστηριότητες πού δέν τούς ἀφοροῦν. Ἵσως ἐμεῖς φταῖμε γιά τήν τοποθέτηση καί ἐκείνων. Ἐμεῖς ζοῦμε στραβά μέσα μας τήν ὑπόθεση, τήν ἐκλαμβάνουν καί κεῖνοι, ἀκόμα πιό στραβά. Καί βλέποντάς μας λένε: αὐτά ἐμένα δέν μέ νοιάζουν· δέν ἔχω καμμία διάθεση νά σκάψω μέσα σέ σκουπίδια. Γιατί φαντάζονται τήν μετάνοια ἤ τήν ἐξομολόγηση μιά ἐνασχόληση μέ πράγματα πού εἶναι σάπια, βρώμικα, λανθασμένα. Καταντοῦν λοιπόν αὐτά τά θέματα ξύλινη γλῶσσα. Ἔχει περάσει μιά ἐκκλησιαστική γλώσσα ξύλινη, ἡ ὁποία λέει «πνευματική ζωή», «ὁ πνευματικός ἄνθρωπος», «τί κάνεις μέ τήν πνευματική σου ζωή». Πόσες ζωές ἔχει ὁ ἄνθρωπος; Μία ἔχει, δέν ἔχει δύο. Δέν μπορεῖ νά εἶναι δύο ἄνθρωποι ὁ καθένας μας, ἕνας καθημερινός κι ἕνας κυριακάτικος· ἕνας ἐπίσημος κι ἕνας ἀνεπίσημος· ἕνας πού φαίνεται κι ἕνας πού κρύβεται· ἕνας πού θέλει νά παρουσιάζεται κι ἕνας πού λειτουργεῖ πίσω ἀπό τό παραβάν. Καί ἀκριβῶς αὐτοῦ τοῦ εἶδους τά μπερδέματα ξεκινάνε γιατί ὅπως εἶπα καί πρίν ἡ θρησκευτική μας ζωή δέν εἶναι ὅλη μας ἡ ζωή. Προσέξτε ἐδῶ ὑπάρχει μία λεπτομέρεια πού χρειάζεται ἐπεξήγηση.
Προσδιορίζοντας «θρησκευτική ζωή», παθαίνουμε κρυάδα στή προοπτική αὐτό πού ξέρουμε ὡς θρησκευτική ζωή, νά γίνει ὁλόκληρή μας ἡ ζωή. Γιατί φανταζόμαστε: πήγα στήν ἐκκλησία; Κρατάω καί μερικά πράγματα χοντρικώς; Καλά εἶμαι. Ἀπό κεῖ καί μετά μπορῶ νά κάνω αὐτό ἐτούτο ἤ τ᾿ ἄλλο. Ὅμως ἡ διδασκαλία τῆς ἐκκλησίας καί ἡ ὑγεία τῶν πραγμάτων λέει ὅτι ὁ Χριστός εἶναι ἡ ἐκκλησία. Καί ἡ ἐκκλησία εἶναι ἡ ζωή τῶν ἀνθρώπων. Ἄμα αὐτό δέν τό ξεκαθαρίσουμε μέσα μας ἀπό κεῖ καί μετά θά μπερδευτοῦμε.
Ἐμεῖς ἔχουμε τό ἐξῆς μπέρδεμα: Τό Χριστό καί τήν Ἐκκλησία τά φανταζόμαστε ἰδέες καί πνευματικά θέματα. Ἐνῶ τήν ζωή μας μία καθημερινότητα, πού κυλάει στόν δικό της τόν ρυθμό καί μᾶς κλέβει καί μᾶς μπερδεύει ἄν θέλετε. Ὁ Χριστός ἦρθε στόν κόσμο ὄχι γιά νά φτιάξει πνευματική ζωή στούς ἀνθρώπους! Σκεφτείτε τό ἀπλούστατο: πόσες φορές χρησιμοποιοῦμε τήν ἔκφραση «αὐτοί εἶναι πνευματικοί ἄνθρωποι» γιά ἀνθρώπους πού ἀσχολοῦνται μέ τά γράμματα. Ἔτσι, μέ τόν ἴδιο τρόπο λέμε , καί «πνευματική ζωή» γιά τήν ἐνασχόληση θά λέγαμε μέ τά θεολογικά γράμματα, ἐνῶ δέν εἶναι αὐτό πνευματική ζωή. Γιατί δέν ὑπάρχει πνευματική ζωή. Ὑπάρχει ἡ ζωή τοῦ Χριστοῦ καί τῆς Ἐκκλησίας καί ἡ ζωή χωρίς τόν Χριστό καί τήν Ἐκκλησία. Ἡ διαφοροποίηση ταξινομείται οὐσιαστικά ὄχι διανοητικά μόνον.Ἐκκλησία εἶναι ὁ τρόπος ζωῆς τοῦ Χριστοῦ. Ἐμεῖς ὅμως Ἐκκλησία θεωροῦμε τόν Πατριάρχη, τόν Ἀρχιεπίσκοπο, τόν Δεσπότη, τόν κάθε παπᾶ. Καί συγχρόνως θεωροῦμε ἀπ᾿ ἔξω ἀπό τήν Ἐκκλησία τόν ἑαυτό μας μέ τήν δυνατότητα νά κρίνει τούς πάντας. Εἶναι ἄλλωστε πιό εὔκολο αὐτό. Μέ αὐτό τό σκεπτικό δέν θεωροῦμε τόν ἑαυτό μας μέλος αὐτοῦ τοῦ σώματος πού εἶναι ἡ Ἐκκλησία! Αὐτό εἶναι τό θεμελιακό λάθος. Ἀπό δῶ καί πέρα ξεκινάνε ὅλα.
Ἡ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ὅτι: Ἐκκλησία εἶναι ἕνα σῶμα στό ὁποῖο κεφαλή εἶναι ὁ Χριστός καί ὅλοι οἱ ὑπόλοιποι εἶναι μέλη· καί πρόβατα τῆς ἴδιας ποίμνης τοῦ Χριστοῦ. Λέει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος: ἡ διάκριση ποιμένες καί πρόβατα εἶναι γιά τούς ἀνθρώπους. Γιά τόν Θεό «πάντες πρόβατα». Γιά τόν Θεό ὅλοι πρόβατα εἶναι. Καί ὁ Πατριάρχης· καί τό παιδάκι πού βαφτίστηκε σήμερα· καί ὁ ὁποιοσδήποτε παππούς καί γιαγιά· καί ὁ ὁποιοσδήποτε νέος ἤ γέρος· ὅλοι. Ἡ διάκριση ποιμένες-πρόβατα εἶναι μονάχα γιά τούς ἀνθρώπους. Τό σῶμα αὐτό, λοιπόν, ἔχει κεφαλή τό Χριστό καί μέλη ὅλους ἐμᾶς τούς ὑπολοίπους. Ἐμεῖς βαπτιστήκαμε σέ μιά ἐποχή πού δέν καταλαβαίναμε τά πράγματα. Γίναμε μέλη τῆς Ἐκκλησίας… ἀσυνειδήτως. Ἡ Ἐκκλησία αὐτή τή στιγμή, ἄς μή φοβόμαστε νά λέμε τά πράγματα μέ τό ὄνομά τους, περνάει τήν σύγχυση τοῦ νά μή ξέρει ποιοί εἶναι μέλη της. Γιατί; Βαπτίζοντας νήπια, δέν ξέρει ἀπό κεῖ καί μετά τήν πορεία τους. Ἀπό πού ἄρχισε ὁ νηπιοβαπτισμός; Ἀπό τήν στιγμή πού ὅλη ἡ κοινωνία ἔγινε χριστιανική. Ὅμως προσέξτε: ἡ κοινωνία τῶν ἐνηλίκων ἔγινε χριστιανική. Καί ὅταν ἔγινε ἡ κοινωνία τῶν ἐνηλίκων χριστιανική, μετά αὐτονοήτως καί τά παιδιά τους τά ἔκαναν χριστιανούς καί κείνους. Ὅμως τώρα, ἡ κοινωνία τῶν ἐνηλίκων εἶναι χριστιανική; Οἱ ἐνήλικες ξέρουν μέ σαφήνεια ποιός εἶναι ὁ Χριστός καί ποιά ἡ σχέση τους μέ τήν Ἐκκλησία; Μή κοροϊδευόμαστε. Βαφτίζουμε τά μωρά με τήν ἐλπίδα τοῦ γονιοῦ. Γιατί ὁ ἀνάδοχος ἔχει καταντήσει τυπική διαδικασία ἀπό παλιά, ἀκόμα κι ἄν παλαιότερες γενεές σεβόντουσαν τόν νονό (κι ἐγώ θυμάμαι τόν μακαρίτη τόν πατέρα μου, νά μέ βάζει παπᾶ ὄντας, νά φιλάω τό χέρι τῆς νονᾶς μου). Δηλαδή ἡ Ἐκκλησία παλαιότερα πῶς περπατοῦσε; Ἐγώ γινόμουνα χριστιανός κι ὁ γείτονάς μου ἔβλεπε ὅτι κάτι ἄλλαξε στήν ζωή μου. Καί ἐπειδή αὐτή ἡ ἀλλαγή τόν ένδιέφερε κι αὐτόν, ἔλεγε: «Ρε παιδί μου κάτι τρέχει στήν ζωή σου. Τί ἔγινε;». Κι ἔλεγα ᾿γῶ: «ἔγινα χριστιανός». Τότε καί αὐτός ἔλεγε: «θέλω νά γίνω κι ᾿γῶ χριστιανός». Καί τί γινότανε; Τόν ἔπερνα ἀπό τό χέρι καί τόν πήγαινα στόν Δεσπότη καί τοῦ ἔλεγα: «ἀναδέχομαι τήν εὐθύνη νά γίνει κι αὐτός μέλος τῆς Ἐκκλησίας». Ἐγγυόμουν, θά λέγαμε, ἐγώ (ἀνάδοχος σημαίνει ἐγγυητής) νά γίνει κάποιος χριστιανός. Ἀναδεχόμουνα τήν εὐθύνη τῆς δικῆς του πορείας. Καί κατ᾿ ἐπέκταση ὅτι ἐγώ ἀναλάμβανα καί νά τόν κατηχήσω ὡς ἕνα βαθμό. Πλήν τοῦ ὅτι ἡ Ἐκκλησία ἔκανε ἐπισήμως κατήχηση. Φαντάζεστε; Ὁ Πατριάρχης Ἰεροσολύμων Κύριλλος ἔχει γράψει κατηχήσεις πελώριες. Λέει ἡ Ἱστορία ὅτι ναός τῆς Ἀναστάσεως πού χωροῦσε 3000 ἀνθρώπους, γέμιζε κατηχουμένους ὅλο τόν χρόνο μέχρι νά ᾿ρθεῖ ἡ ὥρα τῆς βαπτίσεως. Καί τό νά γίνει ἕνας μέλος τῆς Ἐκκλησίας ἦταν ὑπόθεση ὅλης τῆς Ἐκκλησίας.
Τώρα εἶναι ἰδιωτική ὑπόθεση. Ὅποτε ὁ γονιός ἀποφασίσει πάει καί βαφτίζει τό μωρό του καί ἡ Ἐκκλησία τό ἀγνοεῖ. Καί γι᾿ αὐτό εἴπαμε πρίν ὅτι ἡ Ἐκκλησία βιώνει τήν τραγωδία νά μή ξέρει τά μέλη της καί τί πορεία εἶχαν ἀπό τό βάπτισμα καί μετά. Μπορεῖ ὁ πιτσιρίκος νά μεγαλώσει καί νά μή πιστεύει τίποτα. Οὔτε στόν Χριστό, οὔτε στόν διάβολο, ὅπως λέμε ἁπλά. Ἀλλά ἐμεῖς νά τόν ἔχουμε γραμμένο στά χαρτιά μας ὅτι βαφτίστηκε καί ἄρα εἶναι χριστιανός. Καί ἀπό κεῖ καί μετά ἀρχίζουν ὅλες οἱ συγχύσεις καί ὅλα τά μπερδέματα.
Βαπτίζομαι σήμαινε πεθαίνω γιά ἕνα τρόπο ζωῆς. Γι᾿ αὐτό εἴπαμε πιό πρίν. Δέν ὑπάρχει πνευματική ζωή καί μή πνευματική ζωή. Ὑπάρχει ζωή μέ τόν Χριστό καί τήν Ἐκκλησία καί ζωή χωρίς τόν Χριστό καί τήν Ἐκκλησία.
Ὁ ἄνθρωπος ὅταν ἀποφάσιζε να γίνει χριστιανός, ἀποφάσιζε ὅτι θά ζεῖ μέ τόν Χριστό καί μέ τήν Ἐκκλησία. Μέ τόν τρόπο πού λέει ὁ Χριστός καί μέ τόν τρόπο τόν ὁποῖο βιοῖ ἡ Ἐκκλησία καί τά μέλη της. Αὐτό εἶναι πού εἴπαμε πιό πρίν. Ἔβλεπαν τήν ἀλλαγή κι ἤθελαν καί οἱ ἄλλοι ἄνθρωποι νά ἀλλάξουν. Καί γινόνταν ἔτσι χριστιανοί. Καί ἡ Ἐκκλησία τούς βάφτιζε μιά ἡμέρα πού γινόταν ἡ Θεία Λειτουργία. Ὅπως καί τούς πάντρευε μιά μέρα που γινόταν ἡ Θεία Λειτουργία. Γι᾿ αὐτό τά δύο αὐτά μυστήρια, τό βάφτισμα καί ὁ γάμος ἀρχίζουν μέ τό εὐλογημένη ἡ Βασιλεία τοῦ Πατρός . Ἔχει μείνει ἡ Χειροτονία μέσα στήν Θεία Λειτουργία. Τά ἄλλα δύο μυστήρια, ὁ γάμος καί τό βάπτισμα, ἀποσπαστήκαν ἀπό τήν Λειτουργία. Κακῶς! Κάκιστα! Ἡ Εὐχαριστία συναρμόζει τά μέλη τῆς Ἐκκλησίας μεταξύ τους.
Σήμερα τό νά εἶμαι ἤ νά μήν εἶμαι χριστιανός εἶναι ὑπόθεση δική μου. Αὐτή εἶναι ἡ οὐσιαστική ἀλλαγή, ἡ ἀλλοίωση, ἄν θέλετε, τῆς Ἐκκλησίας. Γι᾿ αὐτό ὁ καθένας τώρα ἀξιολογεῖ τόν ἑαυτό του ὡς χριστιανό. Τό λέει μόνος του. Τό ἀποφασίζει μόνος του. Τό περιγράφει μόνος του. Δέν διανοήται, οὔτε καταλαβαίνει τί σημαίνει ἡ λέξη ἀφορισμός (ἀφορισμός σημαίνει: ἡ κατάσταση ἔχει ὅρια-σύνορα. Ἀφορισμός σημαίνει βγάζω κάποιον ἔξω ἀπό τά σύνορα). Ἔχει βγεῖ αὐτός μόνος του καί ἡ Ἐκκλησία οὐσιαστικά κάνει διαπιστωτική πράξη. Ὅπως κάνει ὁ γιατρός διαπιστωτική πράξη γιά κάποιον πού πέθανε. Δέν πέθανε ὁ ἄνθρωπος ἐπειδή ἔγραψε ὁ γιατρός βεβαίωση θανάτου. Ἔχει πεθάνει ὁ ἄνθρωπος καί μετά γράφει ὁ γιατρός βεβαίωση θανάτου. Ὅταν ἕνας ἄνθρωπος βγεῖ ἔξω ἀπό τά ὅρια τῆς Ἐκκλησίας, ἡ Ἐκκλησία τόν ἀφορίζει ὅπως λέμε. Αὐτά ἐμᾶς ἔχουν καταντήσει νά μᾶς εἶναι ἄγνωστες λέξεις. Ἐνῶ εἶναι αὐτονόητα. Ἄπαξ καί δέν εἶναι μέλος τῆς Ἐκκλησίας καί δέν πιστεύει στόν Χριστό, δέν θά πρέπει νά ἰσχυρίζεται ὅτι εἶναι χριστιανός. Ἄμα δέν πιστεύει τόν Χριστό Θεό καί δέν πιστεύει στήν Ἀνάσταση, ἀπό πού κι ὡς πού εἶναι χριστιανός; Τά ὑπόλοιπα ὅλα δέν εἶναι κουβεντολόι;
Βαφτίζομαι, λοιπόν, σημαίνει: πεθαίνω γιά ἕνα τρόπο ζωῆς. Τί σημαίνει αὐτό τό περιγράφει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος μέ μιά πάρα πολύ ὡραία εἰκόνα. Ἔλεγε, λοιπόν: Τί μου λές ὅτι εἶσαι ἄνθρωπος ὅταν κλωτσᾶς σάν γαΐδαρος; Ὅταν εἶσαι λαίμαργος σάν ἀρκούδα; Ὅταν εἶσαι μνησίκακος σάν καμήλα; Ὅταν ἀρπάζεις σάν λύκος; Ὅταν δαγκώνεις σάν σκορπιός; Ὅταν εἶσαι ὕπουλος σάν ἀλεπού; Κι ὅταν ἔχεις δηλητήριο χειρότερο ἀπό τῆς ὀχιᾶς; Αὐτά εἶναι τά πράγματα γιά τά ὁποία οἱ ἄνθρωποι πεθαίνανε γινόμενοι Χριστιανοί. Πέθαινε ἀπό τό νά δαγκώνει, νά κλωτσάει, νά εἶναι μνησίκακος, νά λαιμαργεῖ, νά ἀρπάζει, νά εἶναι ὕπουλος, νά ἔχει δηλητήριο μές τήν ψυχή του. Ἤ τουλάχιστον αὐτό ἀποφάσιζε νά κάνει. Ὅταν λοιπόν αὐτό τό ἀποφάσιζε, ἀπό κεῖ καί μετά, μετά ἀπό μιά δοκιμασία κι ἁφοῦ συνειδητοποιοῦσε τί πιστεύει, ἀπό τήν διδασκαλία πού γινόταν στήν κατήχηση, ὁ ἄνθρωπος βαφτιζόταν. Δηλαδή, τόν βουτοῦσαν μέσα στά νερά τοῦ ἁγιασμοῦ, γιά νά ἀναγεννηθεῖ σ᾿ ἕνα καινούργιο τρόπο ζωῆς. Νά ἀποχτήσει τήν δυνατότητα τῆς μυστηριακῆς σχέσης μέ τήν Ἐκκλησία πού εἶναι τό μυστήριο-κιβωτός τῆς Σωτηρίας. Ἔξω ἀπό τήν ὁποία δέν ὑπάρχει σωτηρία.Λέει ὁ ἀπόστολος Παῦλος: Τί ἐκάναμε στό βάπτισμα; Ταφήκαμε μαζί μέ τόν Χριστό, γιά νά ἀναστηθοῦμε μαζί του σέ ἕνα καινούργιο τρόπο ζωῆς. Πόσοι ἀπό μᾶς ἔχουν σαφῆ ἀντίληψη αὐτοῦ τοῦ γεγονότος; Οὔτε ἐμεῖς οἱ παπάδες μερικές φορές. Κι ἐμεῖς ἀκόμα ζούμε μέ ἕνα τρόπο πού εἶναι σάν νά μήν εἴχαμε βαφτιστεῖ ποτέ. Ὁ Χριστός εἶναι ὑπόδειγμα τοῦ τρόπου μέ τόν ὁποῖο ζεῖ ἡ Ἐκκλησία. Καί ὁ τρόπος πού ζεῖ ἡ Ἐκκλησία εἶναι τό θέλημα τοῦ Θεοῦ. Πάρα πολλές φορές βέβαια διεκδικοῦμε γιά τόν ἑαυτό μας τό ρόλο τοῦ ἀνήλικου. Μᾶς βολεύει. Θέλουμε ὁ παπᾶς ἤ ὁ Δεσπότης ἤ ὁ Πατριάρχης νά εἶναι ἄψογος τέλειος καί ἅγιος, οὔτως ὥστε ἐμεῖς τά ἀνήλικα νά βλέπουμε μονίμως παράδειγμα ζωῆς. Χρειάζεται νά εἶναι. Ἀλλά δέν πρέπει αὐτό νά γίνεται γιά μᾶς, δικαιολογία στό νά μήν ἀλλάξει ἡ κατάστασή μας ἤ νά θεωροῦμε δικαιολογημένη τήν κατάστασή μας. Πάρα πολλές φορές τό λάθος κάποιου λειτουργεῖ μέσα μας ὡς δικαιολογία στό νά μείνουμε ἐκεῖ πού εἴμαστε κι αὐτό εἶναι τό οὐσιαστικό μας λάθος. Πρέπει νά εἴμαστε ἐμεῖς οἱ παπάδες καλύτεροι. Ναί. Ἀλλά αὐτό δέν σημαίνει ὅτι ὅταν δέν εἴμαστε εἶναι δικαιολογία γιά κάποιον νά μήν εἶναι καί κεῖνος. Αὐτό μόνο σέ ἀνήλικους συμβαίνει. Τά παιδάκια χρειάζονται μονίμως ἕνα παράδειγμα γιά νά περπατήσουν κάθε βῆμα. Ὑποτίθεται ἕνας ἄνθρωπος πού ᾿χει γίνει χριστιανός καί εἶναι ἐνήλικας δέν χρειάζεται μονίμως ἕνα παράδειγμα. Χρειάζεται βοηθό. Ναί. Ἀλλά δέν χρειάζεται μονίμως ἕνα παράδειγμα.
Εἴπαμε λοιπόν πρίν ὅτι ζῶ μαζί μέ τόν Χριστό καί τήν Ἐκκλησία ἤ ζῶ χωρίς τόν Χριστό καί τήν Ἐκκλησία. Βαφτίζομαι ἀποφασίζοντας νά ζῆσω μέ τόν Χριστό καί τήν Ἐκκλησία. Αὐτό δέ σημαίνει ὅτι μαγικά μέ ἀκούμπησε ἡ Κίρκη καί ἄλλαξαν τά πάντα μέσα μου. Ἡ ἀπόφαση νά γίνω χριστιανός δέν μέ ἔφτασε στό τέλος τῆς πορείας. Ἡ ἀρχή τῆς πορείας δέν εἶναι κατάληξη τῆς πορείας. Τό βάπτισμα δέν εἶναι ἁγιότητα διά μιᾶς. Αὐτό πάρα πολλές φορές συγχέουν οἱ ἄνθρωποι, ἐπειδή τούς δώσαμε καί μεῖς τέτοιες αὐταπάτες, καί λένε: καί πᾶς καί στήν Ἐκκλησία! Αὐτό δέν λέει τίποτα. Δείχνει ἁπλῶς ὅτι ὁ ἄνθρωπος αὐτός δέν δούλεψε ποτέ μέ τόν ἑαυτό του, δέν κατάλαβε πόσο δύσκολο εἶναι νά μαζέψει κανείς τόν ἑαυτό του καί νά τόν βάλει στόν τρόπο ζωῆς τοῦ Χριστοῦ καί τῆς Ἐκκλησίας, καί γι᾿ αὐτό λέει εὔκολες κουβέντες. Ἀλλά τό πρόβλημα δέν εἶναι ἐκεῖ. Τό πρόβλημα εἶναι μέ μᾶς.
Ὅταν, λοιπόν, εἴμαστε μέσα στήν Ἐκκλησία , κι ἔχουμε βαφτιστεί, καί περίπου προσπαθοῦμε νά συνειδητοποιήσουμε αὐτά τά πράγματα, ἔρχεται κάποια στιγμή ἕνα δίλημμα: Νά κάνω αὐτό ἤ νά κάνω τό ἄλλο. Τό δίλημμα ἔρχεται μές στήν ψυχή μας ὡς μία πρόταση. Σάν ἕνα βέλος θά λέγαμε πού μᾶς στοχεύει ποῦ; Ἐκεῖ πού πονᾶμε. Ἐκεῖ πού ἄν ἀκουμπήσεις μιά χορδή θ᾿ ἀρχίσει νά βγάζει ἕνα ἤχο. Σ᾿ ὅποια θέματα: ἄλλος στήν κακία, ἄλλος στόν φθόνο, ἄλλος στά σωματικά, ἄλλος στά ψυχικά πάθη. Ἔρχεται λοιπόν ἕνα δίλημμα: Νά κάνω ἤ νά μή κάνω κάτι. Κι ἐπειδή δέ μάθαμε ποτέ μας νά ἀγωνιζόμαστε καί δέν ξέρουμε μέ σαφήνεια ὅτι τό θέλημα τοῦ Θεοῦ δέν εἶναι ἐξασφάλιση ἐκεινοῦ, ἀλλά εἶναι ζωή δική μας, ἀποφασίζουμε τό λάθος.
Καί κάνουμε τήν ἁμαρτία. Ἁμαρτία τί σημαίνει; Σημαίνει ὅτι ἀποφάσισα νά κάνω κάτι πού δέν τό κάνει ὁ Χριστός. Δηλαδή. Ἄμα ὁ Χριστός εἶναι ζωή καί κάτι δέν τό κάνει, ἐγώ κάνοντάς το, ἀρνοῦμαι τήν ζωή. Ἄμα δέν ξεκαθαρίσει μέσα στήν ψυχή μας αὐτό, δέν θά καταλάβουμε ποτέ πόσο οὐσιαστικό γεγονός εἶναι ἡ ἁμαρτία καί πόσο μᾶς ζημιώνει. Τίς περισσότερες φορές τήν ἁμαρτία τήν φανταζόμαστε ὅπως τόν κώδικα ὁδικῆς κυκλοφορίας, δηλαδή περνάμε καμμιά φορά σέ λάθος δρόμο ἤ μέ πράσινο ἤ μέ κόκκινο δέν ξέρω ᾿γῶ ἀναλόγως, καί κάναμε μιά παράβαση. Μά ἡ ἁμαρτία δέν εἶναι μιά παράβαση ἑνός κώδικα, εἶναι ἀλλοίωση τῆς ζωῆς, γι᾿ αὐτό εἶπα πιό πρίν ὁ Χριστός ζεῖ μ᾿ αὐτόν τόν τρόπο, ἐμεῖς κάνουμε κάτι ἄλλο πού δέν εἶναι αὐτό, ἄρα δέν ἔχουμε ζωή. Ἄρα ἡ ἁμαρτία τί εἶναι; Θάνατος. Αὐτό βέβαια ἐπειδή δέν ἔχει βιολογικά ἀποτελέσματα καί μεῖς μονάχα τά βιολογικά μετρᾶμε δέν τό ἀντιλαμβανόμαστε. Γιατί πάρα πολλές φορές ἐμεῖς μή ἐμπιστευόμενοι τόν λόγο Του ἔχουμε μονάχα ἐμπιστοσύνη σ᾿ αὐτά πού ὑποτίθεται βλέπουμε. Κι ὁ Χριστός κάνει συγκατάβαση στήν κατάσταση μας καί κάνει ἕνα θαῦμα σωματικά ἐντυπωσιακό (θεραπεία τοῦ Παραλύτου) γιά νά πιστοῦν οἱ ἄνθρωποι ὅτι τοῦ εἶχε προηγουμένως συγχωρήσει τίς ἁμαρτίες. Καί ὁ Θεός συγχώρησε πρῶτα τίς ἁμαρτίες γιά νά καταλάβουμε ὅτι εἶναι βαρύτερο γεγονός ἡ ψυχική παράλυση ἀπό τήν σωματική. Ἐπειδή, λοιπόν, ἐμεῖς δέν βλέπουμε τό ἀποτέλεσμα τοῦ θανάτου, πού φέρνει στήν ψυχή μας ἡ ἁμαρτία, δέν μποροῦμε νά τό ζυγιάσουμε. Καί τό βλέπουμε ἐντελῶς ἀδιάφορα (καλά, ναί! . Ἔκανα λάθος… ἤ τί νά κάνεις ἄνθρωπος εἶσαι). Ἀπό κεῖ καί μετά τά πράγματα λειτουργοῦν ἐντελῶς στραβά.
Παλιότερα ἡ σχέση ἑνός ἀνθρώπου μέ τήν Ἐκκλησία δήλωνε ὅτι ἡ Ἐκκλησία εἶναι ζωή καί ὁ τρόπος της εἶναι κι ἐκεῖνος τρόπος ζωή. Γι᾿ αὐτό ὅταν ἕνας ἄνθρωπος ἔκανε μιά ἁμαρτία ὁ πνευματικός, ὁ πρεσβύτερος τῆς μετανοίας ὅπως λεγόταν τότε, τί τοῦ ἔβαζε ὡς ἐπιτίμιο; Τοῦ ἔβαζε τό ἐπιτίμιο νά μή κοινωνήσει (ποιόν ἄνθρωπο ἀπασχολεῖ σήμερα τό νά μην κοινωνήσει; Μήπως καί τό ἀντιμετωπίζει καί ψιλοειρωνικά. Ἔ! Καλά μήπως καί μεταλαβαίνω; Μιά φορά τό χρόνο. Κι ἄν μοῦ ἀπαγορεύσεις νά μεταλάβω, χάθηκε ὁ κόσμος. Τοῦ χρόνου. Καλά νά εἴμαστε θά μεταλάβω τόν ἄλλο χρόνο). Εἴδατε πῶς ἔρχεται σιγά σιγά ἡ ἀλλοίωση καί τό ξέκομμα. Χριστιανός σήμαινε ἕνας ἄνθρωπος πού γιόρταζε τήν Ἀνάσταση κάθε Κυριακή· πήγαινε στήν Εὐχαριστία καί μετείχε στήν Εὐχαριστία· κι ἄν δέν πήγαινε τρεῖς φορές, χωρίς λόγο ὑγείας, ἡ Ἐκκλησία τόν ἀπέκοπτε ἀπό τό σῶμα της. Ποιόν ἀπασχολεῖ ἀπό μᾶς αὐτό τό θέμα τώρα; Ἀκόμα περισσότερο, ποιόν ἀπασχολεῖ τό γεγονός ὅτι τοῦ λέει ὁ πνευματικός μετά ἀπό μιά τέτοια ἁμαρτία δέν θα κοινωνήσει; Σάμπως κοινωνοῦσε πρίν, γιά νά μην κοινωνήσει μετά;
Συνεπῶς ἡ οὐσιαστική σχέση καί ἐκδήλωση ἦταν: Ὑπάρχουν οἱ προϋποθέσεις τοῦ τρόπου ζωῆς και αὐτός ὁ τρόπος ζωῆς ἐκφράζεται μέ τήν μετοχή στήν Εὐχαριστία. Ὁ Χριστός εἶναι ζωή. Κοινωνόντας τί κάνουμε; Ἀποχτᾶμε ζωή καί μεῖς. Γι᾿ αὐτό ἡ ἁμαρτία μέ ἀποκόπτει ἀπό τήν ζωή καί ἐκδήλωση αὐτοῦ τοῦ γεγονότος εἶναι τό γεγονός ὅτι ὁ πνευματικός βάζει ἐπιτίμιο τό νά μή κοινωνήσω γιά ἕνα διάστημα. Καί μπαίνει τό θέμα: πόσο μᾶς πονάει αὐτό; Ἤ πόσο μᾶς ἀπασχολεῖ; Ἀφοῦ δέν ὑπάρχουν ὅλα τά προηγούμενα εἶναι μοιραίο νά μή μᾶς ἀπασχολεῖ καθόλου. Δέν ὑπάρχει ὁ Χριστός ὡς ζωή· ὁ ἄλλος τρόπος ζωῆς· δέν ὑπάρχει Εὐχαριστία στή ζωή μας· δέν ὑπάρχει Ἀνάσταση τήν Κυριακή· τίς περισσότερες φορές ἀκόμη καί τά παιδιά μας γιά νά τά πείσουμε νά πάνε στήν Ἐκκλησία τούς λέμε ὅτι «πρέπει νά πᾶνε». Τί σημαίνει πρέπει; Γιατί πρέπει; Ἄμα δέν συνειδητοποιήσει ἀκριβώς αὐτό τό γεγονός τῆς Ἀναστάσεως στήν καθημερινότητα, γιατί θά πάει στήν Ἐκκλησία; Καί θά τό δεῖ, εἴπαμε στήν ἀρχή, στό πρόσωπο κάποιου ἄλλου. Αὐτοῦ πού τοῦ προτείνει τό νά πάει τήν Κυριακή στήν Ἐκκλησία.
Κοιτᾶμε κατάματα τήν ἁμαρτία μας τώρα. Καί ἔχουμε μιά διπλή δυνατότητα. Σέ πρώτη φάση, φυσικά μετανοιώνουμε, ἤ μερικές φορές μετανοιώνουμε γι᾿ αὐτό πού κάναμε. Πιστεύετε ὅτι αὐτό φτάνει; Γιατί μετανοιώνουμε; Γιατί ἀπ᾿ αὐτό πού κάναμε, μέσα μας γεννηθήκαν ἐνοχές· καί τύψεις. Αὐτό τό στάδιο, εἶναι ἕνα πολύ ἀρχικό στάδιο πού μπορεῖ πάρα πολύ εὔκολα νά διαστραφεῖ. Πῶς νά διαστραφεῖ; Νά γίνει ἕνα ἐγωιστικό μετάνοιωμα. Νά ἀρχίσουμε νά συχτιρίζουμε, ὅπως λέμε ἁπλά, τόν ἑαυτό μας γιατί κάναμε ἐμεῖς (ἐγώ νά κάνω τέτοιο πράγμα;), καί γέρνει τό βάρος ὄχι σ᾿ αὐτό πού ἔκανα, ἀλλά στό ἐγώ. Καί τελικά οἱ ἐνοχές λειτουργοῦν μονάχα ὡς ἕνα ἀνακουφιστικό «ξέσκισμα». Δέν λειτουργοῦν ὡς μετάνοια. Κυριολεκτικῶς σάν ἕνα ἀνακουφιστικό ξέσκισμα. Κάνουμε ἕνα ξέσκισμα τῶν σαρκῶν μας ἐντός εἰσαγωγικῶν τό ὁποῖο μᾶς δημιουργεῖ ἀνακούφιση. Καί συνεπῶς, ἕνα μετάνοιωμα. Δέν εἶναι μετάνοια. Ἡ ζωή ἡ ἀνθρώπινη εἶναι γεμάτη ἀπό ἕνα σωρό μετανοιώματα, τά ὁποία δέν φέραν τίποτα στή ζωή τῶν ἀνθρώπων. Εἶναι ἐκείνο τό σαρκαστικό ἀστείο πού λέει: τά λάθη εἶναι γιά νά ξαναγίνονται. Δέν γεννοῦν τίποτε ὅταν ἀντιμετωπιστοῦν μέ αὐτόν τόν στραβό τρόπο. Ὑπάρχουν δύο πρόσωπα στήν ἱστορία τοῦ Χριστοῦ πού προσδιορίζουν τό ὑγιές καί τό λάθος. Θά μιλήσουμε γι᾿ αὐτά ἀμέσως παρακάτω.
Τώρα ἄς δοῦμε: μετάνοια τί εἶναι; Μετάνοια σημαίνει ὅτι κατάλαβα ὅτι ἔφυγα ἀπό τήν ζωή καί τώρα εἶμαι στόν θάνατο. Καί τί πρέπει νά κάνω; Νά ἐπιστρέψω «ὅθεν ἐξήλθον» πού λέει, νά ξαναγυρίσω ἐκεῖ ἀπό ὅπου ἔφυγα. Τί εἶναι αὐτό; Νά γυρίσω ξανά στό σπίτι τοῦ πατέρα μου. Ποιος εἶναι ὁ πατέρας μου; Ὁ Χριστός. Θυμηθείτε τήν παραβολή τοῦ ἀσώτου. Εἶναι τό 15 κεφάλαιο τοῦ Κατά Λουκᾶν Εὐαγγελίου. Διαβάστε το πολλές φορές. Ἔχει κι ἄλλα δύο παραδείγματα ἐκεῖ. Τήν παραβολή μέ τό πρόβατο πού χάθηκε στά βουνά καί τήν παραβολή μέ τή δραχμή πού εἶχε μιά κυρία καί τήν ἔχασε κλπ, καί τό τρίτο κομμάτι εἶναι ἡ παραβολή τοῦ ἀσώτου. Ἡ παραβολή περιγράφει ἀκριβῶς αὐτό τό σωστό τρόπο μετανοίας. Δηλαδή ἐπιστροφῆς στό σπίτι τοῦ πατέρα μου. Ἄμα κανεῖς δέν τό κατανοήσει αὐτό ἀπό κεῖ καί μετά θά μείνει ἡ μετάνοια ἀκριβῶς ἕνα νοσηρό μετάνοιωμα καί δέν θ᾿ ἀλλάξει τίποτα. Θά συχτιρίσουμε τόν ἑαυτό μας πολλές φορές καί θά μείνουμε ἐκεῖ πού εἴμαστε. Ἐνῶ ἡ μετάνοια σημαίνει ἐπιστρέφω ἐκεῖ ἀπ᾿ ὅπου ἔφυγα. Ἐπιστρέφω ξανά στό σπίτι τοῦ πατέρα μου, ἀναγνωρίζω τόν πατέρα μου ὡς ζωή καί ἐπιστρέφω σ᾿ Αὐτόν, γιατί μένοντας μακρυά του πεθαίνω. Καί εἶπα πιό πρίν ὑπάρχουν δύο πρόσωπα στήν ἱστορία τοῦ Χριστοῦ πού προσδιορίζουν τήν κατάσταση.Τόν ἕνα πρόσωπο εἶναι ὁ Ἰούδας καί τό ἄλλο πρόσωπο εἶναι ὁ Πέτρος. Φαντάζεστε ὅτι ὁ Ἰούδας ἦταν ἕνας ἀναίσθητος καί ἀσυνείδητος ὁ ὁποίος ἐν ψυχρῷ πῆγε καί Τόν πρόδωσε. Γιατί αὐτοκτόνησε; Ἀναίσθητοι ἄνθρωποι δέν αὐτοκτονοῦν. Ἄν θέλετε εὐαίσθητοι αὐτοκτονοῦν. Ἀλλά ἡ εὐαισθησία δέν σημαίνει ἀπαραιτήτως προσόν. Οὔτε εἶναι ποιότητα. Μπορεῖ νά εἶναι ἕνας ἐγωισμός ἐκλεπτυσμένος. Αὐτός, λοιπόν, ὁ ἄνθρωπος μπαίνοντας σ᾿ αὐτήν τήν λογική τοῦ μετανοιώματος συχτήρισε τόν ἑαυτό του καί εἶπε: «Ἔλεος, ρέ, σύ. Τί ἔκανα; Γιά 30 δεκάρες πούλησα Αὐτόν μέ τόν ὁποῖο ἔφαγα ψωμί κι ἀλάτι γιά τρία χρόνια. Γιατί; Μέ ξεχώρισε ἀπό τούς ἄλλους; Μοῦ συμπεριφέρθηκε σκάρτα; Καί γῶ πῆγα καί τόν πούλησα γιά 30 δεκάρες;» Καί πνιγμένος μεσά στίς ἐγωιστικές του τύψεις, στίς ἐνοχές πού γέννησε στήν ψυχή του αὐτή ἡ πράξη, ὁδηγήθηκε σέ ἕνα ἀδιέξοδο καί τό ἀδιέξοδο τόν ἔφερε στήν τραγωδία τῆς αὐτοκτονίας.
Ὁ Πέτρος εἶχε κάνει ἴσως χειρότερα πράγματα ἀπό τόν Ἰούδα. Ὁ Ἰούδας εἶχε κι ἕνα πάθος ὁ ἔρημος καί προσπαθώντας νά τό ἰκανοποιήση βρέθηκε σ᾿ αὐτή τή τραγωδία. Ὁ Πέτρος ὀρκιζόταν μπροστά στά κοριτσόπουλα, γέρος ἄνθρωπος, 50 χρόνων, ὅτι, μά τόν Θεό, δέν τόν ξέρω. Ἦταν αδιανόητο πρᾶγμα γιά Ἑβραῖο νά ὁρκιστεῖ. Θυμηθεῖτε τήν ἐντολή πού ἔλεγε «οὐ λήψει τό ὄνομα Κυρίου τοῦ Θεοῦ σου ἐπί ματαίῳ». Καί τώρα μπροστά σέ ἕνα κοριτσόπουλο, μιά δούλη μικρή, πού τοῦ λέει «Α! καί σύ ἀπ᾿ αὐτούς παρέα τους εἶσαι. Σέ καταλαβαίνω καί ἀπό τήν ὁμιλία σου Γαλιλαίος εἶσαι», αὐτός νά ὁρκίζεται, νά καταναθεματίζει καί νά ὁμνύει, ὅτι δέν Τόν ξέρω. Μετά ἀπό τό γεγονός κι ἐκεῖνος βρέθηκε στήν ἴδια κατάσταση ἐνοχῶν. Ὅμως οἱ ἐνοχές του δέν μπῆκαν στό ἀδιέξοδο τῶν τύψεων τῶν προσωπικῶν. Κατάλαβε ὅτι ἔκανα τό λάθος τῆς ζωῆς μου. Ὅμως ἄν μείνω ἐδῶ τά πράγματα θά πᾶνε πολύ στραβά καί πρέπει νά ἐπιστρέψω στό σπίτι τοῦ πατέρα μου. Ὁ ἕνας εἶχε τύψεις καί μετανοιώματα, ὁ ἄλλος εἶχε μετάνοια σωστή καί ἐπιστροφή. Γιατί μετάνοια ἀκριβῶς αὐτό σημαίνει: τήν ἐπιστροφή στό σπίτι τοῦ πατέρα μου, ἐκεῖ ἀπ᾿ ὅπου ἔφυγα.Ἄν αὐτό δέν τό καταλάβουμε, δέν θά μπορέσουμε νά περπατήσουμε μέσα μας τήν μετάνοια. Εἶναι μοιραίο ὅτι στήν ἀρχή, ὅταν κανείς κάνει ἕνα λάθος, θά γεννηθεῖ μέσα στήν ψυχή του ἐνοχικό βίωμα, ἐνοχικό αἰσθημα. Θά καταλάβει ὅτι εἶναι ἔνοχος. Ὅταν αὐτό ὅμως δέν καλλιεργηθεῖ οὔτως ὥστε ἀπό ἐνοχή, ἐγωιστική ἄν θέλετε μερικές φορές, ἀπό ἕνα στείρο μετάνοιωμα πού δέν γεννάει τίποτα δέν μεταφερθεῖ στό νά γίνει μιά μετάνοια, πού σημαίνει νά καταλάβω ὅτι αὐτό πού ἔκανα ἦταν θάνατος καί λάθος καί κάτι πού ἐμένα, ὄχι τόν Θεό, ζημιώνει. Ἀπό τήν ἁμαρτία μου δέν ζημιώνεται κανείς ἄλλος παρά μόνον ἐγώ, τότε κινδυνεύει γι᾿ ὅλα τά ἐνδεχόμενα.
Πάρα πολλές φορές ἐμεῖς μέσα στό μυαλό μας πιστεύουμε ὅτι ἡ θρησκευτική ζωή ἀφορά τόν Θεό καί ἡ ἁμαρτία πάλι ἀφορᾶ τόν Θεό. Εἶναι λάθος αὐτό. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι θεραπευτήριο καί ἡ ἀρρώστια εἶναι δική μας καί μπήκαμε ἐκεῖ γιά νά θεραπευτοῦμε. Ὁ Γιατρός εἶναι ὑγιής, δέν τοῦ κάναμε χάρη πού μπήκαμε στό νοσοκομεῖο. Οἱ ἐντολές Του εἶναι τά φάρμακά μας. Οὔτε ὅταν πάρουμε τά φάρμακά μας τό κάνουμε γιά κείνον γιά νά εἶναι ἰκανοποιημένος. Ὁ Χριστός ἐρχόμενος στόν κόσμο φανέρωσε τό μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας γιά νά θεραπευτοῦμε ἐμεῖς. Ἐμεῖς πολλές φορές φανταζόμαστε ὅτι κάνουμε εἴτε τήν νηστεία μας, εἴτε τόν κόπο μας, εἴτε τήν προσευχή μας ἤ ὁ,τιδήποτε ἄλλο γιά Κεῖνον. Καί μερικές φορές ὅτι μᾶς γυρεύει Ἐκείνος γιά δικό Του λογαριασμό καί ἀπαίτηση πράγματα. Ἐνῶ δέν εἶναι ἔτσι. Αὐτό εἶναι θεμελιακό λάθος.Δέν γυρεύει ὁ Γιατρός ἀπό μένα, ἀπό σᾶς, ἀπό ὁποιονδήποτε ἄρρωστο νά τηρήσει ἕνα τρόπο ἀγωγῆς θεραπευτικῆς ἐξαιτίας δικῆς του ἰδιοτροπίας, ἀλλά γιά νά θεραπευτεῖ ὁ ἄρρωστος.
Μέ τόν ἴδιο τρόπο καί μές στήν Ἐκκλησία. Ἄμα αὐτά δέν ταξινομηθοῦν σωστά ὅπως εἶπα πιό πρίν δέν θά περάσουμε ποτέ ἀπό τήν ἐνοχή στήν μετάνοια καί ἀπό τήν μετάνοια στό νά ἐπιστρέψουμε στό σπίτι τοῦ πατέρα μας. Νά καταλάβουμε ὅτι αὐτός ὁ τρόπος ζωῆς, ἡ ἁμαρτία, μᾶς ἀποκόπτει ἀπό τόν Ζωή. Ἡ θρησκευτική ζωή δέν εἶναι σκέψεις. Ἄλλοτε καλές, ἄλλοτε λιγότερο καλές, ἄλλοτε ἐνοχικές, ἄλλοτε μετανοιώματα, ἤ εἶναι συναισθήματα! Πάω σέ μία Προηγιασμένη πού εἶναι μισοσκότεινα, εἶναι πολύ ὄμορφα, ξεκουράζεται κανείς. Πάω σέ ἕνα ἑσπερινό εἶναι ἥσυχα καί κατανυκτικά, γαληνεύω. Μέ αὐτά θά μποῦμε σέ μία λογική ἀνακουφιστική, ἄν τά δέχτοῦμε, πού μπορεῖ νά εἶναι χρήσιμη μερικές φορές, ἀλλά δέν εἶναι ἀπολύτως ὑγιῆς. Πολλές φορές οἱ ἄνθρωποι πηγαίνουν νά ἐξομολογηθοῦν ὑπό τό βάρος τῶν ἐνοχῶν τους κι ὅταν ποῦνε αὐτό πού ἔχουν λένε ἄχ! Ἀνακουφίστηκα. Ἤ προτρέποντας κάποιον νά πάει νά ἐξομολογηθεῖ τοῦ λένε: Πήγαινε νά ἐξομολογηθεῖς, μετά θά αἰσθανθεῖς νά πετᾶς. Θά αἰσθάνεσαι πάρα πολύ ἄνετα. Μπορεῖ κι αὐτά νά συμβαίνουν πολλές φορές, ἀλλά ξέρετε καί σέ ψυχολόγο νά πηγαίνατε πάλι θά «πετάγατε» καί πάλι θά αἰσθανόσασταν ἀνακούφιση. Τό θέμα ὅμως τῆς μετανοίας τῆς ἐκκλησιαστικῆς, δέν εἶναι ἔνας ψυχολογισμός τό πῶς αἰσθάνθηκα. Γιατί ἡ θρησκευτική ζωή δέν εἶναι συναισθήματα. Εἶναι ρεαλιστική ζωή. Εἶναι καθημερινότητα. Εἶναι τρόπος ζωῆς. Ἄμα αὐτό δέν τό συνειδητποιήσουμε δέν θά μπορέσουμε νά τήν ἀγαπήσουμε σωστά. Μετά θά ψάχνουμε πῶς θά ἀνακουφιστοῦμε, ἀλλά ἡ ἀνακούφιση δέν σημαίνει ὁπωσδήποτε ἀλλαγή. Μετάνοια σημαίνει ἄλλαξα τήν ζυγαριά πού ζυγιάζω τά πράγματα. Αὐτό πού θεωροῦσα κέρδος, κατάλαβα ὅτι ἦταν ζημιά καί τό πετάω.
Μπορεῖ κανείς καμμιά φορά ἀδελφοί μου νά ἐξομολογηθεῖ ἀκόμη ἀπό ἐγωισμό, γιά νά τακτοποιήση τίς σχέσεις του μέ τόν Θεό, ὄχι γιά νά ἀλλάξει. Πάρα πολλές φορές οἱ παπάδες ἀκοῦν τήν προτροπή: διάβασέ μου παπούλη μιά εὐχή. Νά τήν κάνεις τί; Τί θά πεῖ διάβασέ μου μιά εὐχή; Ὑπέρ τίνος; Ἔχουμε ἀκριβῶς μιά μπερδεμένη σχέση καί μιά εὐχή θά τήν τακτοποιήση καί θά κοιμόμαστε πιό ἤσυχα; Δέν εἶναι αὐτό μετάνοια. Δέν εἶναι ὁ λόγος νά γίνει κάποιος χριστιανός, ἤ νά μπεῖ στήν Ἐκκλησία, τό νά αἰσθανθεῖ καλύτερα. Εἶναι νά συνειδητοποιήση τί εἶναι ζωή καί τί εἶναι θάνατος καί νά μάθει σιγά σιγά νά προτιμάει τήν ζωή.Πού εἶναι τά δύσκολα; Ὅτι μάθαμε ἀνάποδα. Καί φανταζόμαστε τόν θάνατο ζωή. Καί τήν ἁμαρτία κέρδος. Καί μέχρι νά μάθουμε τό σωστό εἶναι δύσκολα. Καί μέχρι νά τό περπατήσουμε, ἀκόμη πιό δύσκολα. Καί μέχρι νά τό σταθεροποιήσουμε ἀκόμη περισσότερο. Γι᾿ αὐτό ἐξομολογούμαστε πολλές φορές. Γιατί πολλές φορές κάνουμε τά ἴδια λάθη. Εἶναι ἐκείνο πού λέει ὁ ἅγιος ἐκεῖ στό Γεροντικό: Πάτερ κάνω τά ἴδια πράγματα, τά εἶπα μιά φορά τά ξαναέκανα. Τά ξαναείπα, τά ξαναέκανα. Πόσες φορές θά γίνει αὐτό; Τοῦ ἀπαντᾶ ὁ ἅγιος: μέχρι πού νά σέ βρεῖ ὁ Θεός ὄρθιο. Ἐμεῖς πολλές φορές ἀπό ἐγωισμό, ὁ ἐγωισμός χώνεται παντοῦ, λέμε: πάλι τά ἴδια θά πάω νά πῶ; Ἀμάν. Θά μ᾿ ἔχει βαρεθεῖ κι ὀ παπᾶς. Ἐνῶ τό πρόβλημα ἀκριβῶς δέν εἶναι ἄν σέ βαρέθηκε ἤ δέν σέ βαρέθηκε ὁ παπᾶς. Τό θέμα δέν εἶναι νά ἀκούει νέα καί ἐντυπωσιακά πράγματα ὁ παπᾶς. Τό πρόβλημά εἶναι νά βοηθήσει κάποιον νά μάθει νά περπατάει. Ἄλλωστε αὐτός εἶναι καί ὁ λόγος νά ἔχω πνευματικό. Τί σημαίνει ὅτι ἔχω πνευματικό; Εἴδατε τί γίνεται στά γήπεδα. Ὅλοι οἱ ἀθλητές ἔχουν ἕνα προπονητή. Ὁ προπονητής τούς βοηθάει νά μάθουν σωστά τό ἄθλημα μέ τό ὁποῖο ἀσχολούνται. Καί ὁ πνευματικός κάθε χριστιανοῦ ἀκριβῶς αὐτό τό λόγο ἔχει. Κανέναν ἄλλο. Νά τόν βοηθήσει νά μάθει σωστά τόν τρόπο ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας.
Τό πρόβλημα δέν εἶναι νά ἔχουμε καλό πρόσωπο στόν πνευματικό ἤ μή μᾶς κακοχαρακτηρίσει. Δέν εἶναι ἐκεῖ τό ζητούμενο. Ἡ σχέση δέν εἶναι ἀνθρωποκεντρική. Δέν κάναμε ἕναν πνευματικό γιά νά μᾶς λέει μπράβο, τί καλά πού τά ᾿κανες, τί καλά πού τά ᾿πες, εἶσαι μιά χαρά! Καί ἀπό τήν ἄλλη, ἐμεῖς νά πνιγόμαστε στήν ντροπή: πῶς τώρα θά πάω νά τοῦ πῶ ξανά, ξέρεις ἔκανα αὐτό κι αὐτό.
Ἄλλωστε ὅσο πιό εἰλικρινείς εἶναι κανείς τόσο πιό γρήγορα περπατάει. Γιατί; Τί ἐμποδίζει τό περπάτημα; Τό βάρος. Εἴτε χοντρός εἶναι κανείς σάν ἐμένα, εἴτε βάρος κουβαλάει στήν πλάτη, αὐτό ἐμποδίζει τό περπάτημα. Ὅσο κανείς ἐξομολογεῖται εἰλικρινῶς τόσο λιγότερο βάρος κουβαλάει στήν πλάτη, ἆρα τόσο πιό γρήγορα περπατάει. Τά πράγματα ἀρμοδένονται σέ μία λογική συνέχεια. Ὅταν τά κατανοήσουμε στήν σωστή τους βάση, ἀπό κεῖ καί μετά θά τά περπατᾶμε μιά χαρά. Ἀκόμα καί τό λάθος μας θά γίνεται ἀφορμή γιά νά τοποθετηθοῦμε σωστότερα. Γι᾿ αὐτό ὑπάρχει ἐκείνη ἡ κουβέντα πού λέει ἕνας παλαιός ἅγιος «μακάρια ἁμαρτία», γιά τήν ἁμαρτία τοῦ Ἀδάμ. Γιατί ἔγινε ἀφορμή, λέει ἐκεῖνος βέβαια, γιά νά γεννηθεῖ ὁ Χριστός. Ἀλλά ἀνεξάρτητα ἀπό αὐτό μερικές φορές μπορεῖ κανείς νά κάνει ἕνα λάθος ἤ μία ἁμαρτία καί αὐτό νά τόν μεγαλώσει. Ἄν τό δεῖ σωστά μπορεῖ νά τόν μεγαλώσει. Ἄν τό δεῖ λάθος μπορεῖ νά κολλήσει. Καί κεῖ εἶναι τό πρόβλημα γιά τό ὁποῖο δέν πρέπει κανείς νά χρονίζει σέ κατάσταση ἁμαρτίας. Γι᾿ αὐτό λέει ὁ ἀπόστολος Παῦλος: «ἕως τό σήμερον καλεῖται· μετανοήσατε ἵνα μή σκληρήνῃ ὑμᾶς ἡ ἁμαρτία». Ἐνώ ἔχετε ἀκόμα στά χέρια σας τήν σημερινή ἡμέρα ζωῆς, ἀλλάξτε τρόπο ζωῆς, λέει, γιά νά μή σᾶς σκληρήνει ἡ ἁμαρτία καί μετά εἶναι δύσκολες οἱ κινήσεις ἐλευθερίας. Ὑπάρχει ἕνας ἅγιος, πού εἶναι καί δικός μας ἅγιος, ἔζησε στήν Γαλλία, ὁ ἅγιος Μαρτῖνος. Γιά μᾶς εἶναι λιγάκι ἄγνωστος, ἀλλά δέν ἔχει σημασία. Αὐτός, λοιπόν, ὁ ἄνθρωπος ἦταν στρατιωτικός πρῶτα. Εἶχε γίνει ἕνα θαῦμα στή ζωή του μέ τόν Χριστό. Τύλιξε ἕναν γυμνό νεκρό μέ τήν κάπα του καί ὁ Χριστός μετά τοῦ παρουσιάστηκε φορῶντας τήν κάπα πού εἶχε δώσει στόν γυμνό ἐκεῖνος. Αὐτός, λοιπόν, ἀργότερα ἔγινε ἐπίσκοπος στήν Τουρώνη ὅπως λεγόταν τότε, τήν σημερινή Τούρ τῆς Γαλλίας. Αὐτός, λοιπόν, στά γεράματά του, ὄντας Δεσπότης τῆς περιοχῆς, εἶχε τήν χάρη τοῦ Θεοῦ καί ἔκανε θαύματα. Ὅπως ξέρετε, ἔξω ἀπό τίς ἐκκλησίες μαζεύονται ζητιάνοι. Ὅταν , λοιπόν, μετά τήν Λειτουργία ἔβγαινε ὁ Δεσπότης ἀπό τόν ναό, παρουσιαζόταν τό ἐξῆς ἀπίθανο θέαμα: ἕνας κουτσός, μόλις συνειδητοποιοῦσε ὅτι βγαίνει ὁ Δεσπότης, ἔφευγε τρέχοντας. Οἱ ἄνθρωποι λέγανε: Μά τί στό καλό κάνει αὐτός; Μόλις ὁ Δεσπότης πάει νά βγεῖ ἀπό τήν ἐκκλησία ὁ κουτσός φεύγει τρέχοντας. Κάποια, λοιπόν, μέρα οἱ παπάδες τόν πιάσανε καί τοῦ λένε: Καλά γιατί ὅταν βγαίνει ὁ Δεσπότης φεύγεις τρέχοντας. Καί ἀπαντάει αὐτός: Τί λέτε; Νά βγεῖ ὁ Δεσπότης νά μέ δεῖ καί νά μέ κάνει καλά; Μετά πῶς θά ζητιανεύω;Τραγωδία! Ἔτσι εἴμαστε καί μεῖς. Μή τά ψάχνετε. Καί μεῖς φοβόμαστε νά μή μᾶς κάνει καλά ὁ Χριστός καί μετά θά μᾶς λείψει ἡ «πνευματική ζητιανιά» στήν ἁμαρτία. Συνηθήσαμε στήν κατάστασή μας καί δέ θέλουμε οὔτε ὁ Χριστός νά μᾶς τήν ἀλλάξει. Βέβαια δέν εἴμαστε κουτσοί σάν τόν ζητιάνο τοῦ ἁγίου Μαρτίνου, ἀλλά ἔχουμε ἄλλα προβλήματα, τά ὁποία τά κουβαλᾶμε στόν ἐσωτερικό μας χῶρο καί εἶναι ἀκόμα χειρότερα. Γιατί εἶναι πιό δύσκολα. Τό νά ἔχουμε μιά ἐξωτερική ἀναπηρία εἶναι καί ἔλεος καμιά φορά ἀπό τόν Χριστό. Τά ἐσωτερικά εἶναι τά πιό δύσκολα.Στόν προφήτη Ἱεζεκιήλ ὑπάρχει τό ἐξῆς τό ὁποῖο φανερώνει τήν κατάστασή μας. Μία ἡμέρα ὁ Θεός εἶπε στόν προφήτη Ἱεζεκιήλ: πήγαινε νά πετάξεις τά εἴδωλα ἀπό τόν ναό. Λέει: Κύριε, δέν ὑπάρχουν εἴδωλα στόν ναό. Τοῦ λέει: Δέν ὑπάρχουν εἴδωλα στόν ναό; Ἔλα ἐδῶ νά σέ πάω στόν ναό. Τόν πηγαίνει, μπαίνουν μέσα στόν ναό καί ὁ Ἱεζεκιήλ τοῦ λέει: Κύριε δέν ὑπάρχουν εἴδωλα πουθενά. Τοῦ λέει: Κοίταξε κατά τόν Βορρά. Κοίταξε ὁ Προφήτης. Τοῦ λέει: βλέπεις αὐτή τήν τρύπα ἐκεῖ πού ἔχει ὁ τοίχος. Ναί. Ὄρυξον αὐτή. Δηλαδή ἄνοιξέ την. Τήν ἄνοιξε καί ὁ προφήτης ἔμεινε ἔκπληκτος γιατί ἀπό μέσα ὑπήρχε ἕνας χῶρος στόν ὁποῖο ὑπήρχαν «μάταια καί βδελύγματα» ὅπως λέει τό κείμενο. Δηλαδή ὑπῆρχαν εἰδώλια ψευδῶν θεῶν βδελυκτά στό Θεό. Ἦταν εἴδωλα πού κάποιοι παλιότεροι τά εἶχαν ἀκόμη καί μέσα στόν ναό τοῦ Θεοῦ κρύψει. Ναός τοῦ Θεοῦ εἶναι καθένας ἀπό μᾶς. Βαπτιζόμενος γίνεται ναός τοῦ Θεοῦ. Λέει ὁ ἀπόστολος Παῦλος: ὁ καθένας ἀπό μᾶς εἶναι ναός τοῦ Θεοῦ καί ὅποιος μέ τήν ἁμαρτία φθείρει τόν ναό τοῦ Θεοῦ θά ᾿χει προβλήματα μετά στή σχέση του μέ τόν Θεό. Ἔ! Λοιπόν καί κεῖ μέσα στόν ναό μερικές φορές ὑπάρχουν μάταια καί βδελύγματα. Καί μέσα στήν δική μας καρδιά χρειάζεται σκύψουμε καί νά δοῦμε τί κουβαλάμε καί νά πᾶμε παραμέσα. Νά δοῦμε: εἶναι καθαρά τά πράγματα ἤ ἔχουμε μάταια καί βδελύγματα; Καί ἄν ἔχουμε εἰλικρίνεια θά καταλάβουμε αὐτό πού λέει ὁ ψαλμός 103 πού διαβάζουμε σέ κάθε ἑσπερινό: Θά συνειδητοποιήσουμε ὅτι ἡ καρδιά μας εἶναι θάλασσα μεγάλη καί εὐρύχωρος ἐκεῖ ἑρπετά ὧν οὔκ ἐστιν ἀριθμός. Καί τά ἑρπετά φυσικά δέν εἶναι τά διακοσμητικά κατοικίδια! Οἱ ἄνθρωποι τώρα ἔχουν διαστραφεί καί μαζεύουν τά ἐρπετά καί τά χαϊδεύουν. Μαζεύουν κροκοδειλάκια, ποντικάκια… Ὅτι θέλουν. Αὐτά οἱ ἄνθρωποι παλαιότερα, ὄντας ὑγιῶς τά θεωροῦσαν ἀπαράδεκτα. Θάλασσα λοιπόν εἶναι ἡ καρδιά μας μερικές φορές γεμάτη ἐρπετά.Πῆγαν στόν ἅγιο Ποιμένα, κάποιοι χριστιανοί. Τόν ρωτήσανε τί χρειάζεται κανείς γιά νά γίνει χριστιανός. Τί ἔχει ἀνάγκη γιά νά μπορέσει νά γίνει χριστιανός; Καί κεῖνος εἶπε: Οὐ δεόμεθα τινος, εἰ μή νηφούσης διανοίας. Δηλαδή. Δέν χρειαζόμαστε τίποτε ἄλλο ἐκτός ἀπό ἕνα μυαλό τό ὁποῖο ἀντιλαμβάνεται τί συμβαίνει γύρω του. Νήφει. Εἶναι νηφάλιο, δηλαδή, νά μπορεῖ νά καταλαβαίνει τί συμβαίνει γύρω του. Αὐτό χρειάζεται, λέει, κανείς γιά νά σωθεῖ.
Ἐμεῖς πιστεύουμε πολλές φορές ὅτι ἡ μετάνοια σημαίνει θά τά πῶ καί θά τελειώσουν. Ὄχι. Θά τά πῶ καί θά τά παραγράψει ὁ Χριστός, ἀλλά δέν θά τελειώσουν. Οἱ συνεπαγωγές μιᾶς ἁμαρτίας θά ὑπάρχουν καί θά εἶναι ἀπαραίτητος ἀγῶνας γιά νά ἐλευθερωθοῦμε. Συγχώρηση σημαίνει παραγραφή τοῦ χρέους ἀλλά δέν σημαίνει γίνομαι πλούσιος!Δηλαδή, ἔπεσα καί ἔσπασα τό πόδι μου. Ἄν αὐτό εἶναι ἁμαρτία, τό λέω μεταφορικά, καί πάω στόν Χριστό καί τοῦ λέω ἔσπασα τό πόδι μου. Μοῦ λέει ἐντάξει. Ἐγώ τό παραγράφω, τό παραβλέπω. Ἀλλά πρέπει ἐσύ νά μάθεις νά κάνεις ὑπομονή καί νά προσέχεις τό τσάκισμα μέχρι νά κλείσει. Γιατί ἄν κάνεις ἐξ αἰτίας τῆς δικής μου παραγραφῆς τόν «νταή», ὅτι τώρα περπατᾶς, θά πέσεις καί θά σπάσεις καί τό ἄλλο τό πόδι. Πάρα πολλές φορές ἡ μετανοιά μας εἶναι στρεβλή καί σ᾿ αὐτό τό σημεῖο. Φανταζόμαστε ὅτι ἡ παραγραφή τῆς ἁμαρτίας ἀπό τόν Χριστό σημαίνει ὅτι δέν θά πρέπει νά ὑλοποιήσουμε δυναμικά τήν ἀπόφαση τῆς ἀλλαγῆς.
Ἄλλωστε αὐτό εἴπαμε καί πιό πρίν σημαίνει μετάνοια. Ἡ ἁγία Μαρία ἡ αἰγυπτία προβάλλεται στά μάτια τῶν χριστιανῶν, ἀπό τήν Ἐκκλησία γι᾿ αὐτό καί μόνο τό λόγο. Γιά τόν δυναμισμό μιᾶς μετανοίας, ἡ ὁποία σημαίνει ὑπομονή, ἐπιμονή καί ἀγάπη τοῦ κόπου. Ὅλα αὐτά πάντα ἦταν δύσκολα, νά εἴμαστε ρεαλιστές, στή σημερινή ἐποχή εἶναι καί ἀπεχθῆ. Κανείς δέν ἀκούει εὔκολα τήν λέξη ὑπομονή. Τήν λέξη ἐπιμονή ἀπό ἐγωισμό καμιά φορά τήν ἀκούει. Ἀλλά ἀπό κεῖ καί μετά ἀκόμη πιό δύσκολα φεύγει ἀπό μία ψυχολογική διάθεση νά μπεῖ, στό ὅτι πρέπει ἡ ζωή του νά προσαρμοστεῖ πλήρως, καί νά εὐθυγραμμιστεί μέ τό θέλημα τοῦ Θεοῦ. Γιατί ζωή εἶναι τό θέλημα τοῦ Θεοῦ. Ἐνῶ θάνατος εἶναι ἡ ἁμαρτία.
Πηγή:http://www.enoriako.info/Metanoia.htm

Ενώπιων του πνευματικού . . .

...
Είναι ενδεικτική και συγκλονιστική συγχρόνως η αφήγηση ενός νέου, που, υπερνικώντας τους αρχικούς δισταγμούς προσήλθε για πρώτη φορά στο Ιερό Μυστήριο. Παραθέτω αυτούσια τα λόγια του:

«Επί τέλους η ευλογημένη ώρα ήλθε. Παρά τις πολλές μου αντιρρήσεις βρίσκομαι μπροστά στον πνευματικό. Δεν ξέρω πώς νιώθω. Οπωσδήποτε αμήχανα. Ένας κρύος ίδρώτας περιλούζει ολόκληρο το σώμα μου. Είπα να ζητήσω συγγνώμη και να φύγω. Σκέφτηκα όμως πως για να φθάσω εδώ έκανα μεγάλη προσπάθεια Δε θα γίνει του Σατανά, είπα.

Ο πνευματικός είδε την αμηχανία μου. Κατάλαβε. Μην ανησυχείς, παιδί μου, μου είπε. Εδώ που ήλθες θα ανακουφισθείς. Το φορτίο σου θα ελαφρώσει. Να θεωρείς τον εαυτό σου ευτυχή γι’ αυτή σου την απόφαση. Θα το διαπιστώσεις, άλλωστε, γι’ αυτό δε χρειάζεται να χρονοτριβούμε.

Πήρα θάρρος. Η μορφή του με ενέπνεε. Χωρίς να το καταλάβω δέθηκα μαζί του. Νόμισα προς στιγμή ότι γνωριζόμαστε χρόνια. Τον ένιωσα πιο κοντά από κάθε άλλο γνωστό καί φίλο μου. Απ’ εκείνη τη στιγμή έγινε ο πατέρας μου. Τώρα, είπα, μπορώ να μιλήσω ελεύθερα Η γλώσσα μου λύθηκε. Πήρα θάρρος. Πατέρα μου, είπα, πολύ καιρό ζητούσα αυτή τη στιγμή. Ο Θεός μου τη χάρισε.

Μιλήστε μου. Πέστε μου για το μυστήριο που λυτρώνει. Πέστε μου αν ο Θεός μπορεί να συγχωρήσει καί τα δικά μου αμαρτήματα Διαβεβαιώστε με ότι στο χώρο της Αγίας μας Εκκλησίας υπάρχει μια γωνιά καί για μένα. Θέλω να λυτρωθώ. Βοηθήστε με. Θα κάνω αυτό που θα μου πείτε.

Ο πνευματικός κατάλαβε. Είχε μπροστά του ένα νέο άνθρωπο με πλήρη συναίσθηση. Μια ψυχή που ζητούσε τη λύτρωση. Ένα πρόβατο απολωλός. Απολωλώς είναι ο κάθε άνθρωπος που ζει μακριά από τη Χάρη του Θεού. Είχε όμως κοντά του έναν άνθρωπο με πλήρη επίγνωση. Ήξερε τι έκανε καί τι ήθελε. Δεν ήταν αυτά συγκινήσεις της στιγμής. Είχε την απόφαση να προσεγγίσει τον πνευματικό. Καί τώρα ήρθε η ώρα της χάριτος. Μια ώρα που την εκμεταλλεύτηκε με τον καλύτερο τρόπο.

Καί μετά απ’ αυτά ο πνευματικός άρχισε να ομιλεί. Μίλησε στη μετανιωμένη ψυχή για την αγάπη του Θεού. Είπε για τη χαρά του ουρανού κατά τη σημερινή αυτή ήμέρα .«Χαρά έσται εν τω ουρανώ επί ενί αμαρτωλώ μετανοούντι» (Λουκ. 15, 7). Υπενθύμισε ότι ο Θεός συγχώρεσε το ληστή, την πόρνη, τον τελώνη, τον αρνητή μαθητή του. Είπε πολλά.

Καί η μετανιωμένη ψυχή μου άκουγε. Δε μιλούσε. Άκουγε από τον πνευματικό ότι ο Θεός είναι οικτίρμων και ελεήμων, μακρόθυμος και πολυέλεος και αληθινός (Ψαλμ 102, 8) καί ότι η αγκαλιά του Θεού είναι ανοικτή και περιμένει. Άκουγε σιωπηλά χύνοντας δάκρυα, πολλά δάκρυα.

Κατόπιν άρχισα συγκλονισμένος να εξαγορεύω τις αμαρτίες μου. Ήταν η σειρά του πνευματικού να ακούσει προσεκτικά. Τα λόγια πνίγονταν από τα δάκρυα. Τα δάκρυα της συντριβής. Τα δάκρυα της μετανοίας.

Τα δάκρυα αυτά έγιναν αφορμή να μου διηγηθεί ο πνευματικός την παρακάτω πολύ διδακτική ιστορία:

«Κάποτε ο Θεός έστειλε τον Άγγελο του εδώ κάτω στη γη με την εντολή να του φέρει ο, τι πολυτιμότερο εύρισκε. Και ο άγγελος βρέθηκε σε μια μάχη. Πήρε μια σταγόνα αίμα από το στρατιώτη που υπερασπιζόταν την πατρίδα του και την πίστη του και το μετέφερε στο Θεό Πατέρα. Και ο Θεός του είπε: είναι πράγματι πολύτιμο το αίμα που χύνει κανείς υπερασπίζοντας πίστη και πατρίδα. Αλλά δεν είναι αυτό που θέλω. Κατόπιν ο Άγγελος κατέβηκε στη γη και πλησίασε έναν τίμιο οικογενειάρχη που έσκαβε σ’ ένα αμπέλι, για να θρέψει τη φαμελιά του. Πήρε μια σταγόνα από τον ίδρώτα του και την πήγε στο Θεό. Και ο Κύριος του είπε: είναι ο ίδρώτας που χύνει κανείς για την οικογένειά του πολύτιμος, άλλά δεν είναι αυτό που θέλω. Πολλές φορές επανέλαβε ο άγγελος το ίδιο έργο φέρνοντας από τη γη ο, τι πολύτιμο, κατά τη γνώμη του, εύρισκε, χωρίς να ευαρεστήσει το Θεό.

Την τελευταία φορά βρέθηκε σε κάποια έρημο. Άκουσε αναστεναγμούς. Πλησίασε το βράχο. Βλέπει εκεί έναν ασκητή. Έκλαιγε με λυγμούς. Κατηγορούσε τον εαυτό του. Παίρνει τότε ένα δάκρυ και το μεταφέρει στο Θεό. Και ευαρεστήθηκε ο Κύριος. Ήταν αυτό που ζητούσε».

Όταν τελείωσε την ιστορία, μου είπε:

-Τα πολύτιμα δάκρυα που χύνεις είναι αυτά που θέλει ο Θεός. Όχι μόνο από σένα, αλλά και από μένα και από κάθε αμαρτωλό. Και, αφού διάβασε τη συγχωρητική ευχή, έφυγα, αφήνοντας στο εξομολογητάρι του πνευματικού τον «παλαιόν άνθρωπον» (Εφεσ. 4, 22).

Και ο πνευματικός συνέχισε το ιερό του έργο. Δε λησμόνησε όμως να βάλει μόνιμα στο κομβοσχοίνι του τη μετανιωμένη ψυχή που ο Θεός του εμπιστεύθηκε».

Η ΚΑΘΑΡΣΗ

Η πραγματική ζωή του ανθρώπου αρχίζει από την κάθαρση. Είναι το πρώτο στάδιο και αποτελεί την αφετηρία της πνευματικής ζωής του πιστού. Η «έλλαμψη» είναι, σύμφωνα με τους αγίους Πατέρες, το δεύτερο στάδιο και η «θέωση» το τρίτο στάδιο.

Τι σημαίνει κάθαρση και πως την πετυχαίνει κα­νείς; Σημαίνει καθάρισμα. Αυτή η κάθαρση πετυχαί­νεται με το μυστήριο της ιεράς Εξομολογήσεως και μετανοίας. Ο άνθρωπος λερώνεται και έχει ανάγκη καθαρισμού. Λερώνεται το σώμα του, λερώνεται και η ψυχή του. Και για τη σωματική κάθαρση όλοι οι άνθρωποι φροντίζουν. Ποτέ δεν αφήνουν το σώμα τους λερωμένο. Ντρέπονται τους ανθρώπους. Εξάλλου ο καθαρισμός του σώματος έχει σχέση και με την υγεία του ανθρώπου, γι’ αυτό ποτέ δεν παραλείπουν την κάθαρση τους. Εκεί όμως που δυσκολεύεται ο άνθρωπος είναι η κάθαρση της ψυχής. Και η λεκιασμένη από τη βρωμερή αμαρτία ψυχή μένει ακάθαρτη και σαπίζει. Για το Θεό η αμαρτία είναι βδέλυγμα «Bδέλυγμα Kυρίω οδοί ασεβούς» (Παροιμ. 15, 9). Ο δρόμος δηλαδή των α­σεβών είναι σιχαμερός στο Θεό.

Γεννιέται όμως το ερώτημα: Ποιος καθαρίζει; Ποιος συγχωρεί; Ο πνευματικός; Όχι βέβαια. Συγχωρεί ο Θεός δια του πνευματικού. « Tις δύναται αφιέναι αμαρτίες ει μη εις, ο Θεός;». Ο Θεός συγχωρεί. Αλλά ποτέ δε θέλησαν να δεχθούν τον Κύριο μας ως Θεό. Ο Κύριος, λοιπόν, ο Θεάνθρωπος λυτρωτής, έδωσε αυτή την εξουσία στον πνευματικό με μία προϋπόθεση, τη μετάνοια, την εξαγόρευση των αμαρτιών συνοδευόμενη από συντριβή και ταπείνωση. Χωρίς αυτές τις προϋποθέσεις δεν υπάρχει άφεση αμαρτιών. Καί χωρίς την κάθαρση της ψυχής μας ούτε τη βασιλεία του Θεού θα κατακτήσουμε ούτε το Θεό θα ιδούμε. «Μακάριοι οι καθαροί τη καρδία ότι αυτοί τόν Θεόν όψονται» (Ματθ. 5, 8). Καί αυτές οι γραμμές που διαβάζεις αυτό το στόχο έχουν. Να πάρεις την απόφαση και να οδηγηθείς στο φιλάνθρωπο μυστήριο, που θα σε οδηγήσει στη σωτηρία

«ΛΥΤΡΩΤΙΚΗ ΠΟΡΕΙΑ»
Πρωτοπρ. ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΑΚΡΙΒΟΠΟΥΛΟΥ
.

Τετάρτη, 8 Δεκεμβρίου 2010

Ο Όσιος Πατάπιος

...
Σήμερα η Εκκλησία εορτάζει και τιμά την ιερή μνήμη του οσίου Παταπίου του ερημοπολίτη. Έτσι χαρακτηριστικά τιτλοφορείται ο όσιος, που έζησε απομονωμένος στην έρημο, αφήνοντας το θόρυβο και τις χαρές της κοσμικής ζωής. Γεννήθηκε στην Θήβα της Αιγύπτου από γονείς ευσεβείς χριστιανούς, κοντά στους οποίους με πολλή φροντίδα κι επιμέλεια ανατράφηκε κι έμαθε τα ιερά γράμματα. Ταιριάζει και στον άγιο Πατάπιο εκείνο που γράφει ο απόστολος Παύλος προς τον Τιμόθεο· «από βρέφους τα ιερά γράμματα οίδας, τα δυνάμενα σε σοφίσαι εις σωτηρίαν δια πίστεως της εν Χριστώ Ιησού». Η πίστη στον Ιησού Χριστό και τα ιερά γράμματα κάνουν πραγματικά σοφό και σώζουν τον άνθρωπο.
Όταν ήλθε σε ηλικία, ο άγιος Πατάπιος απαρνήθηκε την πατρίδα, τον πλούτο, τους συγγενείς και κάθε κοσμική απόλαυση και ματαιότητα κι έφυγε στην έρημο. Ήταν η εποχή τότε, που ο αναχωρητισμός και ο μοναχικός βίος στην περιοχή εκείνη της Αιγύπτου βρισκόταν σε μεγάλη ακμή. Γρήγορα ο άγιος Πατάπιος ξεχώρισε κι έγινε πολύ γνωστός για τη μεγάλη του άσκηση και αρετή, τόσο, που πολλοί έτρεχαν κοντά του, για να ωφεληθούν πνευματικά από τη γνωριμία του και την αναστροφή μαζί του. Το ίδιο γινότανε, όπως βλέπομε στα ιερά Ευαγγέλια, με τον πρόδρομο και βαπτιστή Ιωάννη, όπου «εξεπορεύετο προς αυτόν Ιεροσόλυμα και πάσα Ιουδαία και πάσα περίχωρος του Ιορδάνου».

Αυτό πρέπει να το προσέξουμε και να το εκτιμήσουμε πολύ, ποιά σημασία δηλαδή και πόση πνευματική ωφέλεια έχει για έναν τόπο η παρουσία ενός αγίου ανθρώπου. Ας μην είναι, και δεν πρέπει να είναι, μέσα στο θόρυβο του κόσμου, αλλά στην έρημο, μόνος μαζί με το Θεό. Οι άνθρωποι τον βρίσκουν και τρέχουνε να τον δουν και να τον ακούσουν, σαν εκείνους που διψάνε και δεν περιμένουνε να πάει σ’ αυτούς το νερό, αλλ’ αυτοί πηγαίνουν στη βρύση. Δεν είναι ανάγκη και δεν πρέπει οι όσιοι ασκητές να κατεβαίνουν, για να βρουν τάχα τους ανθρώπους, αλλά οι άνθρωποι μόνοι τους ξέρουν να πηγαίνουν στα μοναστήρια, όπως και τώρα πολλοί πηγαίνουν στο Άγιο Όρος.

Ο άγιος Πατάπιος τόσο πολύ αγάπησε την ησυχία της ερήμου, ώστε άρχισε να στενοχωρείται, βλέποντας τους ανθρώπους να τρέχουν κοντά του, να τον επαινούν και να τον θαυμάζουν για την ασκητική του ζωή και για την αγιότητα του βίου του. Οι άγιοι ποτέ δεν αφήνουν τον εαυτό τους να πιστέψει εκείνα που ο κόσμος πιστεύει γι’ αυτούς· αν το πάθουν αυτό, τότε τα έχασαν όλα. Αυτή είναι η μεγάλη δύναμη και η αρετή των Αγίων, γι’ αυτό όσο ο κόσμος τους θαυμάζει, τόσο εκείνοι φεύγουν και κρύβονται. Αυτό έκαμε και ο άγιος Πατάπιος· αφού έμεινε χρόνια στην έρημο της Θηβαΐδας, ύστερα για να χαθούν τα ίχνη του, έφυγε και πήγε στην Κωνσταντινούπολη.

Στην Κωνσταντινούπολη ο άγιος Πατάπιος, οδηγημένος από το Θεό, πήγε κι έμεινε στο προσκύνημα της Παναγίας των Βλαχερνών. Εκεί έζησε άγνωστος και φτωχός, μέσα σε μεγάλη σκληραγωγία και πνευματική περισυλλογή, όπως και στην έρημο. Μα το φως δεν μπορεί να κρυφτεί κι η αγιοσύνη, όσο περισσότερο κρύβεται μέσα στον άνθρωπο του Θεού, τόσο πιό πολύ είναι φανερή στον κόσμο. Ο άγιος Πατάπιος, ο ταπεινός και φτωχός μοναχός των Βλαχερνών, έφτασε να είναι ένας ουράνιος άνθρωπος κι ένας επίγειος άγγελος. Γι’ αυτό κι ο Θεός τον δόξασε με τη χάρη των θαυμάτων. Εκεί κοντά στα ιαματικά νερά της Ζωοδόχου Πηγής των Βλαχερνών ήταν κι ο άγιος Πατάπιος, θεραπεύοντας τις αρρώστιες των ανθρώπων.

Από τα πολλά θαύματα και τις θεραπείες του αγίου Παταπίου αναφέρομε μόνο ένα· θεράπεψε μια γυναίκα, που έπασχε η ταλαίπωρη από καρκίνο του μαστού. Την αρρώστια αύτη, που για την ιατρική επιστήμη ακόμα είναι ανίατη, την νίκησε ο άγιος Πατάπιος με την προσευχή και με τη χάρη του Χριστού. Γι’ αυτό και είναι ο προστάτης και θεραπευτής των πιστών, που πάσχουν απ’ αυτή την επάρατη αρρώστια. Και σήμερα στο γυναικείο μοναστήρι του αγίου Παταπίου, που είναι στο βουνό επάνω από το Λουτράκι της Αττικής, πηγαίνουν οι πιστοί και ζητούν τη χάρη του Χριστού, για να βρουν ίαση με τις ευχές του αγίου Παταπίου. Ο Ιησούς Χριστός, ο ιατρός των ψυχών και των σωμάτων μας, είπε για τους Αγίους, κι είναι αλήθεια, ότι «ο πιστεύων εις εμέ τα έργα α εγώ ποιώ κακείνος ποιήσει…». Αμήν.

( + Μητροπ. Σερβίων και Κοζάνης Διονυσίου,
Εικόνες Έμψυχοι, σ. 159).
.
Αναδημοσίευση από :
http://vatopaidi.wordpress.com/
.
.

Τρίτη, 7 Δεκεμβρίου 2010

Για να εισακουσθεί η προσευχή μας . . .

...
Η στάση μας να είναι σεμνή, το φρόνημα ταπεινό και το πρόσωπο χαρούμενο και ήπιο.

« Η ταπεινοφροσύνη είναι το όχημα της προσευχής »

Να προσευχόμαστε με πραότητα, επιείκεια και ηρεμία

Δεν θα στρεφόμαστε ποτέ εναντίον των εχθρών μας. « Αυτή είναι η γλώσσα που μιλούν οι άγγελοι, εκείνη που δεν λέει τίποτε το πικρό, αλλά όλα όσα λέει είναι ευχάριστα »

Να είμαστε άξιοι να πάρουμε αυτά που ζητάμε, να προσευχόμαστε συνεχώς, να μη ζητούμε τίποτε το κοσμικό, να ζητούμε εκείνα που συμφέρουν την ψυχή μας και να κάνουμε όλα όσα εξαρτώνται από εμάς.

Να ζητούμε με θέρμη, επιμονή και άγρυπνη ψυχή αυτά που πρέπει.

Μαζί με την προσευχή είναι απαραίτητη και η προσεκτική συμπεριφορά , να κάνουμε δηλαδή όσα θέλουμε να κάνουν σε εμάς οι άλλοι.

Η προσευχή είναι ανώφελη, όταν επιμένουμε στα αμαρτήματα μας

Το λιβάνι ευωδιάζει όταν έλθει σε επαφή με την φωτιά, και η προσευχή είναι ευωδιαστή « όταν ανεβαίνει στον ουρανό από ψυχή γεμάτη φλόγα και θέρμη»

Η προσευχή μας εισακούεται όταν ευχαριστεί τον Θεό, όταν εκδηλώνουμε την ευγνωμοσύνη μας

Να προσευχόμαστε χωρίς οργή και μνησικακία και χωρίς αμφιβολία και ολιγοπιστία

Όταν προσευχόμαστε να μην χασμουριόμαστε και να μην ξυνόμαστε, ούτε να στριφογυρίζουμε και να δείχνουμε αδιαφορία

Ο Θεός είναι Δικαιοσύνη, όποιος θα έλθει προς Αυτόν συνοδευόμενος από την δικαιοσύνη, δεν θα φύγει άδειος

Συνήθως το Θεό δεν τον πείθει το πλήθος των λόγων αλλά η καθαρή ψυχή και η επίδειξη καλών έργων

Προσερχόμαστε στο Βασιλιά του κόσμου, που κατοικεί μέσα στο άκτιστο φως, ας γονατίζουμε και ας προσευχόμαστε με δέος

«Αν παρουσιάσεις ζωή αποστολική και έχεις ομόνοια και αγάπη προς τον πλησίον σου, θα εισακουσθούν οι παρακλήσεις σου»

Πώς να προσευχηθώ αφού μολύνθηκα? « Καθάρισε τον εαυτό σου ( με την εξομολόγηση ), κλάψε, στέναξε, δώσε ελεημοσύνη, απολογήσου σ΄αυτόν που πρόσβαλλες …καθάρισε τη γλώσσα σου, για να μην εξοργίσεις περισσότερο το Θεό

Σημασία έχει το κίνητρο που μας κάνει να προσευχηθούμε, αν το κάνουμε για επίδειξη δεν θα ωφεληθούμε σε τίποτε

Γιατί δεν μας ακούει αμέσως ο Θεός?

Γιατί πολλές φορές μόλις πάρουμε αυτό που ζητήσαμε από το Θεό χαλαρώνουμε το ζήλο μας για προσευχή. Άλλοτε γιατί ζητούμε αγαθά που δεν συμφέρουν την ψυχή μας και άλλοτε γιατί δείχνουμε αδιαφορία. Καθυστερώντας ο Θεός να μας δώσει εκείνα που του ζητούμε αυξάνει το ζήλο μας και την επιμονή μας.

Ο Κύριος θέλει να μας διδάξει την συνεχή καταφυγή μας σ΄ Αυτόν , αναβάλλει, επειδή θέλει να εισπράξουμε το μισθό της υπομονής και επειδή γνωρίζει και την κατάλληλη στιγμή που μας συμφέρει να επιτύχουμε αυτά που επιδιώκουμε.

Είτε λάβουμε είτε δεν λάβουμε όσα ζητήσαμε από το Θεό, οφείλουμε να Τον ευχαριστούμε γιατί ο Θεός γνωρίζει καλύτερα από μας το συμφέρον μας

Ο Θεός ακούει την προσευχή των θλιβομένων που Τον παρακαλούν με κατάνυξη και θέρμη. Όταν πρέπει, ο Θεός δίνει αμέσως την βοήθεια Του. Πολλές φορές προλαβαίνει τα αιτήματα μας.

Οι δάσκαλοι πρέπει να προσεύχονται για τους μαθητές και οι μαθητές για τους δασκάλους. Δεν φθάνει μόνο ο λόγος, η συμβουλή και η διδασκαλία του δασκάλου, χρειάζεται και η προσευχή του. « Ού δει μόνον συμβουλής αλλά και ευχής » Αυτό είναι το χαρακτηριστικό γνώρισμα του άριστου δασκάλου : να διορθώνει με την συμβουλή του και να τονώνει με τις προσευχές του. Η προσευχή του δασκάλου για τους μαθητές του είναι γνώρισμα της γνήσιας αγάπης . Αλλά και οι μαθητές πρέπει να προσεύχονται για τους δασκάλους τους.

Οι εχθροί μας είναι ευεργέτες μας γιατί μας αναγκάζουν να γίνουμε προσεκτικότεροι και να προσευχηθούμε γι΄ αυτούς. Όσο περισσότερο ασεβούν οι εχθροί της πίστεως τόσο περισσότερο πρέπει να προσευχόμαστε και να ικετεύουμε το Θεό γι΄αυτούς.

Όταν η προσευχή συνδυάζεται με τη νηστεία έχει μεγαλύτερη δύναμη και κάνει δυνατότερη την ψυχή, η οποία αναζητεί τα ουράνια. Γι ΄αυτό πρέπει να γεμίζουμε με μέτρο το στομάχι μας ώστε να μην το βαρύνουμε και δεν μπορεί να γονατίσει.

Ο διάβολος επειδή γνωρίζει πόσο μεγάλη είναι η ωφέλεια της προσευχής, προσπαθεί να μας ρίξει σε ραθυμία ή φέρνει στο νου μας διάφορους λογισμούς ώστε να μας κάνει να φύγουμε από την προσευχή άκαρποι.

Η προσευχή της Εκκλησίας έχει πολλή μεγάλη δύναμη. Μοιάζει με το ζέφυρο που όταν φυσήξει πάνω στα πανιά του πλοίου κινεί το σκάφος πιο γρήγορα κι από το βέλος. Η προσευχή και η πρεσβεία των Αγίων μας ωφελούν πάρα πολύ, υπό τον όρο, ότι έχουμε μεταμεληθεί και επιστρέψει στην Πίστη.

Απόσπασμα από το βιβλίο : Παιδαγωγική Ανθρωπολογία
του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου.

.

Παρασκευή, 3 Δεκεμβρίου 2010

Η Εύλαλη Σιωπή !

...
... Η σιωπή συντροφεύει τις μεγάλες ώρες των αγίων, τις ιερές ώρες της περισυλλογής, της αυτομεμψίας, της μελέτης, της προσευχής.
Η σιωπή καλύπτει την έρευνα, την αγρυπνία, την ανακάλυψη του σοφού επιστήμονα. Η σιωπή σκεπάζει το μαρτύριο του πονεμένου, του αναγκεμένου, του δυστυχισμένου. Τις ώρες της σιωπής τελεσιουργούνται τα μεγάλα θαύματα, οι αδιαφήμιστες ηρωικές πράξεις, οι μυστικές προσωπικές επαναστάσεις, η γνωριμία με τον άγνωστο εαυτό μας. Έτσι έχουμε τη σημαντική σιωπή του αγίου, την κορυφαία σιωπή του σοφού, την υπομονετική σιωπή του ήρωα, την ακριβή σιωπή του υπομονετικού κι επίμονου, την ευαγγελική σιωπή του αυτοθυσιαζόμενου.

Κουραστήκαμε από την ακατάσχετη πολυλογία, προχειρολογία και φθηνολογία. Το κόστος τους είναι βαρύ, αλλοιώνουν την ουσία, τα πρώτα, τα σημαντικά, τα καίρια και ιερά. Έχουμε ανάγκη από την ανάπαυση στη χρυσή σιωπή, την πολύτιμη ακοή, τη βιωματικότητα των απαραίτητων λόγων. Χρειάζεται μια αντίσταση στους πρόχειρους κι εύκολους λόγους. Αξίζει να καταλαγιάσουμε, να ησυχάσουμε, να ξαποστάσουμε για ν' ακούσουμε μέσα στην ησυχία τη χαμηλή φωνή του Θεού, την εναγώνια φωνή της συνειδήσεως μας, τη διδακτική φωνή του ιερού παρελθόντος, για να μετανοήσουμε ειλικρινά.

Η σιωπή φαίνεται να 'χει μια άγνωστη, μυστική, ισχυρή δύναμη, που δεν αγαπά τη φθορά της επιπόλαιης συζητήσεως, της πρόχειρης κουβέντας, του άστατου ρευστού λόγου. Είναι ελεύθερη, άνετη, ασυμβίβαστη, μακάρια η σιωπή. Ο αββάς Ισαάκ ο Σύρος παραγγέλει, όχι μόνο στους μοναχούς, ν' αγαπήσουμε πάνω από όλα τη σιωπή, γιατί αυτή είναι η γλώσσα του μέλλοντος αιώνος, της ατελεύτητης, πανευφρόσυνης, ουράνιας βασιλείας. Αν δεν μπορούν να εκφρασθούν πάντοτε τα συναισθήματα με τα ανθρώπινα λόγια πως να περιγραφούν και κατατεθούν οι πνευματικές εμπειρίες; Ο απόστολος Παύλος γράφει σε ωραιότατη επιστολή του προς τους χριστιανούς της Κορίνθου «ότι ηρπάγη εις τον παράδεισον και ήκουσεν άρρητα ρήματα, α ουκ εξόν ανθρώπω λαλήσαι». Αδυνατεί, λέει, να εκφράσει την εμπειρία του με λόγια. Συχνά στα συναξάρια παρατηρούμε οι αγίοι να κρύβουν τις εμπειρίες τους, να σιωπούν, φοβούμενοι μη χάσουν τη χάρη και τη χαρά, την παράκληση και την παραμυθία από τη δημοσίευση και διαφήμιση των υψηλών εμπειριών τους.

Ο άγιος Σεραφείμ του Σάρωφ λέγει : «Μην ανοίγεις το στόμα σου και την καρδιά σου στον καθένα, στους χίλιους κι αν ένας σε καταλάβει». Δεν θέλει ο Άγιος να μας κάνει επιφυλακτικούς, καχύποπτους και κλειστούς, αλλά διακριτικούς. Είναι χαρά ν' ακούει κανείς τους λόγους των αγίων. Είναι μεγαλύτερη όμως χαρά «να συλλαμβάνεις τα κύματα και την διάσταση, την πρόταση, την έκταση και την έκσταση της σιωπής και της θεολογίας της σιωπής των αγίων» (ιερομ. Ιωαννίκιος Κοτσώνης).

Αναφέρεται πως είχαν πάει τρεις επισκέπτες στον Μέγα Αντώνιο. Οι δύο τον ρωτούσαν για πολλά και διάφορα πράγματα. Ο τρίτος δεν ρωτούσε τίποτε. Όχι γιατί δεν είχε ανάγκη από νουθεσία ή γιατί αισθανόταν πνευματικά επαρκής και δεν εκτιμούσε τον χαρίεντα λόγο του οσίου, αλλά γιατί διδασκόταν περισσότερο από τη στάση του, τη σιωπή του, την ηρεμία της μορφής του. Όταν τον ρώτησε ο Άγιος «εσύ γιατί δεν με ρωτάς κάτι;», του λέει αυθόρμητα: «Μου φτάνει μόνο που σε βλέπω άγιε του Θεού». Του ήταν αρκετό, διδακτικό, ωφέλιμο αυτό. Συναισθανόταν τη θεολογία της σιωπής του, που καταφάσκει στο άλγος του κόσμου κι αρνείται τη γοητεία της υπερφίαλης γνώσης.

Η σιωπή μόνη δεν σημαίνει τίποτε. Αξίζει κανείς να σιωπά έχοντας μόνιμη κουβέντα με τον Θεό, έχοντας ταπεινή αίσθηση περί του εαυτού του, έχοντας κι εσωτερική νηνεμία, νηφαλιότητα κι ημερότητα. O όσιος Αρσένιος προσευχόταν στον Θεό να του φανερώσει πως να σωθεί, κι άκουσε «Φεύγε, σιώπα, ησύχαζε». Ένας άλλος όσιος λέγει πως η σιωπή και η κρυφή πνευματική εργασία φέρνουν αγιότητα. Ο αββάς Μωυσής έλεγε χαρακτηριστικά πως ο άνθρωπος που αγαπά τη σιωπή και αποφεύγει τις πολλές κουβέντες μοιάζει με ώριμο σταφύλι γεμάτο γλυκό χυμό, ενώ ο πολυλογάς μοιάζει με αγουρίδα. Ο μέγας της διακρίσεως πάτηρ, ο αββάς Ποιμήν, λίαν εύστοχα παρατηρεί : «Υπάρχουν κάποιοι άνθρωποι που με τα χείλη σωπαίνουν και με τον νου τους φλυαρούν, ενώ άλλοι μιλάνε από το πρωί ως το βράδυ κι όμως κρατάνε σιωπή, γιατί τίποτε από αυτά που λένε δεν είναι περιττό και ανώφελο». Στο εξαίσιο, θαυμάσιο και καταπληκτικό Γεροντικό επίσης αναφέρεται: «Αν αποκτήσεις την αρετή της σιωπής, μην καυχηθείς πως κατόρθωσες κάτι σπουδαίο. Πείσε καλύτερα τον εαυτό σου πως δεν είσαι άξιος ούτε να μιλάς!».
[…]

Τα λόγια δίχως έργα είναι μάταια, φτωχά κι ελέγχουν τον ομιλητή τους. Κατά τον όσιο Εφραίμ τον Σύρο, τα λόγια είναι τα φύλλα και τα έργα οι καρποί. Τα έργα εικονίζουν την αρετή και τα λόγια θα πρέπει να είναι η σκιά της εικόνας των έργων. Οι Γέροντες παρακαλούσαν τους άλλους να εύχονται υπέρ αυτών, μην κατακριθούν λέγοντας κάτι που πριν δεν ποιούσαν. Κατά τον αββά Ποιμένα, αυτός που διδάσκει και δεν ποιεί αυτά που λέγει, μοιάζει με κρήνη, που τους άλλους ποτίζει και πλένει και τον εαυτό του δεν μπορεί να καθαρίσει. Κι αλλού σοφά και ταπεινά συνεχίζει : «Ζητάμε από τους άλλους την τελειότητα και μεις δεν κάνουμε το παραμικρό, αν η ζωή μας δεν έχει σχέση με τα λόγια μας, και τα λόγια μας δεν ανταποκρίνονται στη ζωή μας, μοιάζουμε με ψωμί δίχως αλάτι».

Οι ασκητικοί πατέρες επιμένουν στον ωφέλιμο φραγμό της γλώσσας. Ο αββάς Άμμωνας αναφέρει πως η καύση της καρδιάς, η πνευματική θερμότητα σβήνει με τον περισπασμό των μάταιων λόγων. Δεν μπορεί κανείς να έχει κατανυκτική και καθαρή προσευχή το βράδυ αν όλη μέρα έχει κουτσομπολέψει όλη την πόλη. Η ματαιολογία διασπά την προσοχή, χαλαρώνει την εγρήγορση, μειώνει την ανάταση, χωλαίνει την ανάπαυση. Δίδασκε τους άλλους με τη ζωή σου έλεγε ένας Γέροντας κι όχι με τα λόγια σου. Ο όσιος Εφραίμ ο Σύρος επαναλαμβάνει συχνά πως όποιος θέλει να λέει πολλά, ανοίγει μέτωπα και θα δεχθεί πόλεμο μίσους, όποιος μετρά τα λόγια του θ΄αγαπηθεί σύντομα. Ο άγιος Νείλος ο Ασκητής γνωρίζει καλά τι λέει: « Η άμετρη πολυλογία θα σε λυπήσει και θα οργίσει τους δαίμονες. Η γλώσσα πολλούς κενόδοξους κατέστρεψε».

Οι ασκητές δεν έκλειναν τη θύρα του κελλιού τους αλλά του στόματος τους- και για να φάνε και για να μιλήσουν. Ο τελώνης της παραβολής δικαιώθηκε για τη σιωπηλή προσευχή του, όπως και η αιμορροούσα. Λίγα κανείς να λέει και πολλά να κατανοεί, λέγει πάλι ο άγιος Νείλος ο Ασκητής. Μ' ένα ποτήρι νερό, μ΄ένα δίλεπτο, μ' ένα «Κύριε ελέησον» μπορεί να σωθεί ο άνθρωπος. Δεν χρειάζεται να λέει κανείς συνεχώς πολλά. Έχει να διδάξει πολλά η αγιασμένη σιωπή των μοναχών στον φλύαρο κόσμο. Ο κόσμος δεν κατανοεί τον μοναχισμό. Θεωρεί ότι δεν προσφέρει τίποτε. Δεν πειράζει. Οι μοναχοί μόνο να προσεύχονται. Αυτό φθάνει. Ο κόσμος θα σωθεί κατά το μέγα έλεος του Θεού.

Ο όσιος Ιωάννης ο Σιναΐτης, ο συγγραφέας της περίφημης Κλίμακος, αποφθεγματικά αναφέρεται στην πολυλογία: «Πρέπει να δούμε την αιτία απ' όπου μπαίνει και βγαίνει το αμάρτημα της πολυλογίας. Η πολυλογία είναι θρόνος της ματαιοδοξίας. καθισμένη πάνω της η κενοδοξία προβάλλει και διαφημίζει τον εαυτό της. Η πολυλογία είναι σημάδι αγνωσίας, είσοδος στην κατάκριση, οδηγός στην ανοησία, πρόξενος του ψεύδους, διάλυση της πνευματικής ευφορίας της προσευχής. Είναι αυτή που προσκαλεί και δημιουργεί την αδιαφορία για τις αμαρτίες, που εξαφανίζει την προφύλαξη του νου κατά των παθών, ψυχραίνει την πνευματική θερμότητα και σκοτίζει την προσευχή».

Αντίθετα ο μεγάλος όσιος Πατήρ επαινεί την σιωπή λέγοντας: «Η σιωπή που ασκείται μ΄επίγνωση και διάκριση είναι μητέρα της προσευχής, ανάκληση από την αιχμαλωσία των παθών, επιστάτης των λογισμών, σκοπός που παρατηρεί τους εχθρούς, δέσμευση του πνευματικού πένθους για τις αμαρτίες μας, φίλη των καρδιακών δακρύων, που είναι καρποί της προσευχής, καλλιεργητής της μνήμης του θανάτου, εχθρός του αδιάκριτου θάρρους, σύζυγος της ησυχίας, αντίπαλος της τάσης να κάνεις τον δύσκολο, μυστική πνευματική πρόοδος, κρυφή πνευματική ανάβαση».
Η σιωπή λέγει ο Όσιος είναι σύζυγος της ησυχίας. Καλλιεργείται και ανθεί στην ησυχία. Στον 21 ο αιώνα του συνεχούς θορύβου, των πολλών μεριμνών, ταραχών και κινδύνων πολεμείται συστηματικά η ησυχία. Τα λεγόμενα μέσα ενημερώσεως περισσότερο ταράζουν παρά γαληνεύουν τον σύγχρονο άνθρωπο. Επέρχεται μια πνευματική σύγχυση, ένας συνεχής διασκορπισμός του νου, ώστε οι δυνάμεις της ψυχής να παραλύουν. Ο Χριστός, το αιώνιο πρότυπο όλων μας, συχνά αποσυρόταν στην ησυχία της ερήμου, δείχνοντας τον δρόμο της ασκήσεως, της περισκέψεως, της περισυλλογής, της σιωπής, της μόνωσης κι όχι της απομόνωσης. Αυτό τον δρόμο αγάπησαν ιδιαίτερα οι ασκητές, αμέριμνοι, απερίσπαστοι, σιωπηλοί, με ακόρεστο τον πόθο της συναντήσεως τους με τον Θεό.…

Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου,
Η εύλαλη σιωπή, εκδ. Εν πλω, σ.23-31

.

Πέμπτη, 2 Δεκεμβρίου 2010

Γέροντας Πορφύριος . 19 χρόνια από την κοίμησή του.

...
Ο Γέροντας Πορφύριος γεννήθηκε το 1906 στον Άγιο Ιωάννη Καρυστίας Ευβοίας και βαπτίσθηκε Ευάγγελος. Στο σχολείο φοίτησε μόνον δύο χρόνια. Η ασθένεια του δασκάλου και η φτώχεια της οικογένειάς του τον έσπρωξαν να εργασθεί βόσκοντας τα λίγα ζώα της. Λίγο αργότερα, περίπου εννέα χρονών παιδάκι, εργάστηκε στο ανθρακωρυχείο της περιοχής και μετά σ΄ ένα παντοπωλείο γνωστού της οικογένειας, στον Πειραιά. Ο πατέρας του είχε πάει να δουλέψει στη διόρυγα του Παναμά, για να συντηρήσει την οικογένειά του.

Στα χέρια του οκτάχρονου τσοπανόπουλου είχε φτάσει ένα φυλλαιάκι με τον βίο του Αγίου Ιωάννη του Καλυβίτη, το οποίο διάβαζε συλλαβιστά. Αυτός ο Άγιος είχε συγκινήσει τον μικρό Ευάγγελο και του είχε δημιουργήσει τον πόθο να τον μιμηθεί. Έτσι, γύρω στα δώδεκα χρόνια του, ξεκίνησε μόνος του κρυφά για το Άγιον Όρος και στο πλοίο συνάντησε τον μετέπειτα Γέροντά του, ιερομόναχο Παντελεήμονα, τον πνευματικό, που ασκήτευε στην καλύβη του Αγίου Γεωργίου στη Σκήτη Καυσοκαλυβίων του Αγίου Όρους.

Σ΄ αυτόν τον Γέροντα και τον αυτάδελφό του μοναχό Ιωαννίκιο, ο νεαρός δόκιμος έκανε χαρούμενη και άκρα υπακοή και έτσι σε λίγα χρόνια αξιώθηκε να καρεί μοναχός και να μάθει έμπρακτα τα μυστικά της πνευματικής ζωής.

Αποτέλεσμα της μεγάλης αγάπης του στον Χριστό και στους γέροντές του, της υπακοής και της ασκήσεως του, ήταν να τον επισκεφθεί η Χάρη του Θεού και να του δοθεί σε νεαρή ηλικία το χάρισμα της διοράσεως, δηλαδή της δυνατότητας να βλέπει, όταν η Χάρη του Θεού ενεργούσε, τα αόρατα πράγματα ή πνεύματα ή γεγονότα του παρελθόντος και του παρόντος και μερικές φορές και τα μέλλοντα.

Στο Άγιον Όρος ασθένησε από πλευρίτιδα γύρω στα 18 του χρόνια και οι γέροντές του τον έστειλαν σε μοναστήρι στον κόσμο για θεραπεία. Σ΄ αυτό το μοναστήρι στην Εύβοια τον γνώρισε ο Αρχιεπίσκοπος Σινά Πορφύριος και αφού διεπίστωσε ότι ο Θεός τον είχε επισκιάσει με τη Χάρη Του, τον χειροτόνησε ιερέα σε ηλικία 20 ετών. Μετά από ένα μικρό διάστημα ο Μητροπολίτης της περιοχής τον κατέστησε πνευματικό και έτσι έθεσε στην υπηρεσία των πιστών το χάρισμα της διοράσεως, με το οποίο ο Θεός είχε χαριτώσει τον δοΰλο του Πορφύριο. Με το χάρισμα αυτό, ο νεαρός ιερομόναχος και πνευματικός Πορφύριος βοηθούσε τους ανθρώπους να γλιτώσουν από διάφορες πλεκτάνες του πονηρού, να καταλάβουν τί γίνεται στην ψυχή τους, να μην πιστεύουν στις άπατες των μαγισσών που με το πρόσχημα οτι θα τους λύσουν τα μάγια τους απομυζούσαν τις οικονομίες τους, να διαπιστώνουν και να θεραπεύουν τις σωματικές τους ασθένειες και τα αίτια τους και γενικά να δούν και να καταλάβουν πράγματα που θα τους βοηθούσαν στη ζωή τους.

Το 1940 διορίστηκε εφημέριος στην Πολυκλινική Αθηνών, στην οδό Σωκράτους, κοντά στην πλατεία Ομονοίας. Σ΄ αυτή τη θέση παρέμεινε 33 χρόνια, εξομολογώντας τους ασθενείς και άλλους, προσευχόμενος, συμβουλεύοντας και όχι λίγες φορές θεραπεύοντας με την προσευχή και τη Χάρη του Θεού ασθενείς που ζητούσαν τη βοήθεια του. Παρ΄ όλον δε ότι έκρυβε επιμελώς τα χαρίσματα του, είχε γίνει γνωστός σε κάποιον σχετικώς περιορισμένο αριθμό πιστών που σιγά-σιγά μεγάλωνε.

Το 1950 νοίκιασε το εγκαταλελειμμένο μοναστηράκι του Αγίου Νικολάου Καλλισίων στην Πεντέλη και μέχρι το 1978 καλλιεργούσε την περιοχή του. Το 1979 εγκατεστάθηκε στο Μήλεσι Αττικής, κοντά στον Ωρωπό, όπου άρχισε, αφού έλαβε τις νόμιμες άδειες, να κτίζει το Ησυχαστήριο της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος. Σ΄ αυτό δεχόταν επισκέπτες κάθε κατηγορίας και τηλεφωνήματα από όλα τα μέρη του κόσμου, για διάφορα προβλήματα και συμβούλευε, ευχόταν, εξομολογούσε και θεράπευε τις ψυχές και πολλές φορές και τα σώματα των ανθρώπων.

Τον Ιούνιο του 1991, προαισθανόμενος το τέλος του, και μή θέλοντας να κηδευθεί με τιμές, αναχώρησε για το καλύβι του Αγίου Γεωργίου στα Καυσοκαλύβια του Αγίου Όρους, όπου είχε καρεί μοναχός πριν από περίπου 70 χρόνια και στις 4:31΄ το πρωΐ της 2-12-1991 παρέδωσε το πνεύμα στον Κύριο, που τόσο αγάπησε στη ζωή του. Εκεί ετάφη σε έναν απλό καλογερικό τάφο με την παρουσία μόνο των συμμοναστών του, διότι είχε παραγγείλει από μεγάλη ταπείνωση να αναγγελθεί η κοίμησή του μόνον μετά την ταφή του. Τώρα σ΄ αυτόν τον τάφο αναπαύεται άλλος μοναχός, τα δε λείψανα του Γέροντος Πορφυρίου κατ΄ εντολήν του προς τους υποτακτικούς του, έχουν αποκρύβει σε απρόσιτο μέρος.

Τα κύρια χαρακτηριστικά του

Τα κύρια χαρακτηριστικά του Γέροντος Πορφυρίου σε όλη τη ζωή του ήταν η άκρα ταπείνωσή του, η τέλεια αγάπη του στον Χριστό και τον συνάνθρωπο, η αίσθηση του ότι ανήκει στην Εκκλησία, με μία απόλυτη υπακοή σ΄ αυτήν εν Χριστώ και με μία απόλυτη ενότητα με όλους και η βίωση της αθανασίας και της ελευθερίας από τον φόβο και την κόλαση από αυτή εδώ τη ζωή. Σ΄ αυτά πρέπει να προστεθούν η αγόγγυστη υπομονή του στους αφόρητους πόνους, η σοφή διάκρισή του, η ασύλληπτη διόρασή του, η απέραντη φιλομάθειά του, η εκπληκτική ευρύτητα των γνώσεών του που ήταν καρπός της Χάρης και δώρο Θεού και όχι αποτέλεσμα σπουδής, η ανεξάντλητη φιλοπονία και εργατικότητα του, η αδιάλειπτη ταπεινή και για τον λόγο αυτόν αποτελεσματική προσευχή του, το ακραιφνώς ορθόδοξο, αλλά όχι φανατικό φρόνημά του, οι επιτυχείς συμβουλές του, η πολυμέρεια των διδαχών του, η βαθύτατη ευλάβειά του, το ιεροπρεπέστατο των ακολουθιών που τελούσε, και η μεγάλη φροντίδα του να κρατηθεί μυστική η εκτεταμένη προσφορά του.

Τα ουσιώδη

Προσπαθώντας να εμβαθύνουμε στα ουσιώδη στοιχεία που συγκροτούσαν την προσωπικότητα του Γέροντος Πορφυρίου καταλήξαμε στο συμπέρασμα ότι αυτά ήταν: πρώτον, η ενταξή του στην Εκκλησία κατά έναν ουσιαστικό και όχι τυπικό τρόπο, δεύτερον, η απέραντη αγάπη του στον Χριστό και δι΄ Αυτού στον συνάνθρωπο, που συνοδευόταν από αγία ταπείνωση, τρίτον, η βίωση της εν Χριστώ μυστικής χαράς και τέταρτον η βίωση της εν Χριστώ αθανασίας.

α) Η ένταξη στην Εκκλησία

Ο Γέρων Πορφύριος έλεγε μαζί με όλους τους Αγίους ότι ο Χριστός πρέπει να είναι μέσα στην Εκκλησία. Αυτό σημαίνει ενωμένος με τον Χριστό και με όλους τους ανθρώπους του Χριστού και προπαντός με τον αρχιερέα Του, που επέχει τόπο και τύπο Χριστού. Αλλά αυτό, το να είναι κανείς μέσα στην Εκκλησία δεν είναι κάτι τυπικό. Αυτό άλλωστε πρέπει να σημαίνει η διαθήκη του, στην όποια μας εύχεται να μπούμε στην επίγεια άκτιστη Εκκλησία του Θεού, παρ΄ όλον που επιφανειακά σκεπτόμενοι θα του απαντούσαμε ότι είμαστε ήδη στην Εκκλησία, αφού είμαστε βαπτισμένοι.

Πράγματι είμεθα μέσα στην Εκκλησία, αλλά τόσο μόνο όσο είναι μέσα στην Ελλάδα ο ξένος ταξιδιώτης που πέρασε τα σύνορα της κατά ένα-δύο βήματα. Αυτός, αν και είναι στην Ελλάδα τυπικά και ουσιαστικά και μπορεί να ταξιδέψει παντού σ΄ αυτήν και να τη γνωρίσει όλη, όμως είναι σαν να μην είναι, αφού μόνο δυο βήματα πέρασε στο εδαφός της και τίποτε δεν ξέρει ακόμη από Ελλάδα. Έτσι και ο Χριστιανός που μια φορά πέρασε την πόρτα της Εκκλησίας και μπήκε μέσα σ΄ αυτήν, είναι ουσιαστικά σαν να μην μπήκε, άμα δεν προχωράει διαρκώς βαθύτατα σ΄ αυτήν μέχρι να φθάσει στον θρόνο του Θεού.

Ο Γέροντας είχε δει στην πράξη ότι η Χάρη του Θεού ενεργεί μέσα στην Εκκλησία, ότι οι πιστοί πρέπει να είναι μεταξύ τους ενωμένοι σαν ένα σώμα, το σώμα του Χριστού, ότι κανείς δεν μπορεί να σωθεί όταν ζητά μόνο την ατομική του σωτηρία, ότι η ενότητα ως αίτημα, πόθος και βίωμα του πιστού είναι βασικό στοιχείο της Εκκλησίας και προϋπόθεση της σωτηρίας και ότι η αγάπη, που ωθεί την ψυχή στην ενότητα, είναι απαραίτητη, για να μπει κανείς στην κοινότητα που συνιστά την επίγεια άκτιστη Εκκλησία και να σωθεί εκεί.

β) Η αγάπη

Η κινητήρια δύναμη για τη δημιουργία συμμέτοχων στην ύπαρξη και στη χαρά, για τη μετάδοση της ζωής, είναι η αγάπη. Αυτός που σκέπτεται ότι ο νέος άνθρωπος θα του στερήσει κάτι από την άνεσή του και τη χαρά του δεν σκέπτεται όπως ο Θεός, ο οποίος δημιούργησε το ανθρώπινο Γένος, παρ΄ όλον ότι αυτό Τον παρεπίκρανε (ανθρωποπαθώς μιλώντας). Η μόνη διάθεση, λοιπόν, που αρμόζει σε ανθρώπους πλασμένους εικόνα και καθ΄ ομοίωσιν Θεού, είναι η αγάπη, δηλαδή το άνοιγμα της καρδιάς στο άλλο πρόσωπο, στο Σύ του Θεού και στο σύ του συνανθρώπου.

Υπάρχουν πολλοί τρόποι με τους όποιους προσπαθεί η Εκκλησία να πείσει τους ανθρώπους να βαδίσουν στον σωστό δρόμο. Όμως ο βασιλικός δρόμος της ευαίσθητης, ποιητικής και ευγενικής ψυχής που σου υπεδείκνυε ο Γέρων Πορφύριος είναι ο δρόμος της αγάπης, του θείου έρωτα προς τον Ιησού Χριστό και η ανιδιοτέλεια, δηλαδή η αδιαφορία για το αν η αγάπη σου στον Χριστό συνεπάγεται χαρές ή οδύνες. Είναι δρόμος γεμάτος αρχοντιά και ανωτερότητα, χωρίς μιζέριες, υπολογισμούς και φόβους, λεβέντικος και άξιος του θείου μεγαλείου και της απόλυτης εμπιστοσύνης στη φιλική διάθεση του Χρίστου που μας αγαπά.

Αυτό συνεπάγεται και μία ωραία μεθόδευση του πνευματικού αγώνα του χριστιανού, την οποία συχνά-πυκνά και με πολλά παραδείγματα ανέπτυσσε. Ας θυμηθοΰμε μερικά:

- Όταν είσαι σ΄ ένα κατασκότεινο δωμάτιο, μή χτυπάς το σκοτάδι για να το διώξεις. Δεν φεύγει έτσι. Άνοιξε το παράθυρο στο φως, δηλαδή δώσου στην αγάπη του Χριστού και τότε χωρίς κόπο φεύγει το σκοτάδι.

- Όταν έρχεται ο κακός λογισμός, η μελαγχολική σκέψη, ο φόβος, ο πειρασμός να σε καταλάβει, μην πολεμάς μαζί τους να τα διώξεις. Άνοιξε τα χέριά σου στην αγάπη του Χριστού και σε παίρνει στην αγκαλιά του και χάνονται αυτά μόνα τους.

- Όταν ο κήπος της ψυχής σου είναι γεμάτος αγκάθια (πάθη), μην προσπαθείς να τα ξεριζώσεις και βρίσκεσαι διαρκώς τραυματισμένος και μολυσμένος από την ασχολία σου μαζί τους. Δώσε όλη τη δύναμη σου στα λουλούδια της ψυχής σου, πότισέ τα, και τότε τ΄ αγκάθια θα ξεραθούν μόνα τους. Και το καλύτερο λουλούδι είναι η αγάπη σου στον Χριστό. Αν ποτίσεις αυτήν και αναπτυχθεί, όλα τα αγκάθια μαραίνονται.

γ) Η χαρά

Ο Γέρων Πορφύριος αγαπούσε όλους με την αγάπη του Χριστού που είναι μοναδική για τον καθένα. Αλλά η πλούσια καρδιά του Χριστού και όσων ομοιώθηκαν μ΄ Αυτόν, μπορεί ν΄ αγαπά με μοναδικό τρόπο τον κάθε άνθρωπο, που είναι εικόνα του αγαπημένου Χριστού. Και η αγάπη αυτή ελκύει τη Θεία Χάρη, που επιπίπτει στον άγαπώντα σαν χαρά μεγάλη και ανεξάντλητη. Αυτός που αγαπά είναι χαρούμενος, γιατί η αγάπη είναι δόσιμο και το δόσιμο συνεπάγεται τη μακαριότητα, όπως είπε ο Κύριος (μακάριόν έστι μάλλον διδόναι ή λαμβάνειν, Πράξ. 20,35). Έτσι ζούσε ο Γέροντας στη χαρά που κανείς, ούτε οι πόνοι ούτε οι θλίψεις, δεν αφαιρεί από εκείνον που είναι δοσμένος στην αγάπη του Χριστού. Ο Γέροντας Πορφύριος, ζώντας μέσα στην αγάπη του Χριστού είχε διαπιστώσει εμπειρικά αυτό που γράφει ο Άγιος Ιωάννης ο Ευαγγελιστής: «η τελεία αγάπη έξω βάλλει τον φόβον» (Α' Ίω. 4,18) και γι΄ αυτό λέει σε μια ηχογραφημένη συνομιλία του με έμφαση και με γεμάτη πραότητα βεβαιότητα «Ο φίλος, ο αδελφός (ο Χριστός) ...;! Πώς το φωνάζει αυτό όμως ...;! και πόσο ...;! Τί βάθος κρύβεται μέσα σ' αυτό ...;! Πολύ βάθος! Δηλαδή είναι το θάρρος. Δεν θέλει τον φόβο ο Χριστός, δεν τόνε θέλει τον φόβο!»

δ) Η αθανασία

Η νίκη πάνω στον θάνατο, η αίσθηση και η βεβαιότητα της αθανασίας είναι ένα βίωμα κοινό σε όλους τους Αγίους και στον Γέροντα Πορφύριο. Λέγει στην προαναφερθείσα ηχογραφημένη συνομιλία του: «Ο άνθρωπος του Χριστού πρέπει ν΄ αγαπήσει τον Χριστό, κι όταν αγαπήσει τον Χριστό απαλλάττεται από τον διάβολο, από την κόλαση και από τον θάνατο». Δεν είναι αυτά λόγια ειπωμένα από κάποιον που συνέλαβε αυτή την αλήθεια με τη σκέψη του. Είναι λόγια βγαλμένα από ένα αληθινό προσωπικό βίωμα και γι΄ αυτό έχουν την αξία μαρτυρίας αυτόπτη μάρτυρα. Δεν αλλάζει το πράγμα από το γεγονός ότι ο Γέροντας Πορφύριος από ταπείνωση και βαθιά αίσθηση της ανθρώπινης ασθένειάς μας λέγει ότι δεν έχει φθάσει σε αυτή την κατάσταση. Μάλλον ενισχύεται η αξιοπιστία του, διότι δεν είναι πλέον ένας που νομίζει ότι έφθασε κάπου. «Δεν έχω φθάσει, αυτό ζητάω, αυτό θέλω. Και στη σιωπή μου και παντού προσπαθώ να ζήσω σ΄ αυτά. Δεν τα ζω όμως, ...;προσπαθώ. Δηλαδή, πως να σου πω, πως να σας πώ; Δεν έχω πάει σ΄ ένα μέρος, έτσι ... ή πήγα μια φορά, το είδα, τώρα δεν είμαι εκεί, αλλά το θυμάμαι, το λαχταράω, το θέλω. Να τώρα, αυτή τη στιγμή, αύριο, μεθαύριο, κάθε στιγμή μούρχεται και το θέλω. Θέλω να πάω εκεί, το ζητάω. Δεν είμαι όμως εκεί ... Ναι, αλλά ζω μέσα σ΄ αυτή την προσπάθεια ...»

Βεβαιοί ο Άγιος Γρηγόριος ότι το ευρείν τον Θεόν έγκειται εις το αεί Αυτόν ζητείν. Δεν υπάρχει καλύτερη και εγκυρότερη επιβεβαίωση ότι ο Γέρων Πορφύριος βρήκε τον Θεό, και ότι ο δρόμος της αγάπης που μας υποδεικνύει είναι ο συντομότερος, ο ασφαλέστερος και ο καλύτερος για να μας βρει και μας ο Θεός και να περιμαζέψει τον καθένα μας, σαν το ένα απολωλός πρόβατο, με χαρά και με αγάπη και να μας οδηγήσει από αυτήν εδώ τη ζωή στην επίγεια άκτιστη Εκκλησία Του, που είναι χώρα αγάπης, χαράς, ειρήνης και αθανασίας.

Γένοιτο, Κύριε, δι΄ ευχών του δούλου Σου Πορφυρίου. Αμήν.


Πηγή: Γεωργίου Αρβανίτη,
τ. Προέδρου Εφετών,

Ο Γέρων Πορφύριος ο Καυσοκαλυβίτης,
σελ. 134-139, Τεύχος 2ο,

Περιοδικό Πεμπτουσία,
Απρίλιος - Ιούλιος 2000
.
.

Τετάρτη, 1 Δεκεμβρίου 2010

Ο Άγιος Φιλάρετος

...
Ο άγιος Φιλάρετος ήταν έγγαμος και πατέρας τριών τέκνων. Ήταν αγρότης στο επάγγελμα, καλός οικογενειάρχης και άνθρωπος που αγαπούσε πολύ τον Θεό και είχε πλούσια πνευματική ζωή.

Επειδή ήταν φιλόθεος, γι’ αυτό ήταν και φιλάνθρωπος και πολύ ελεήμων. Είχε μεγάλη καρδιά γεμάτη από αληθινή αγάπη καί, όπως ο πατριάρχης Αβραάμ, ήταν φιλόξενος και πάντα προθυμος στην διακονία του “πλησίον”. Άλλωστε δεν μπορούσε να συμβαίνη διαφορετικά επειδή, όποιος αγαπά πολύ τον Χριστό, δεν μπορεί παρά να αγαπά αληθινά και τους αδελφούς του “τούς ελαχίστους”. Ακόμα και εκείνη την περίοδο της ζωής του που από κάποιες συγκυρίες επτώχευσε και “τάφερνε δύσκολα”, και τότε “έδειξε θαυμαστή καρτερία, όπως ο Ιώβ, και συνέχισε να αγαθοεργή μέχρι υπερβολής.
Και ο Θεός, που είδε την ακαταγώνιστη πίστη του, οικονόμησε με την πρόνοιά Του, ώστε ο Κωνσταντίνος ο γιός της βασίλισσας Ειρήνης, να πάρη για γυναίκα του την εγγονή του Αγίου, Μαρία, τον δε Φιλάρετο να τιμήση με το αξίωμα του Υπάτου”, (Υπουργού θα λέγαμε σήμερα). Αλλά και τότε, που απέκτησε πλούτο και δόξα, εξακολουθούσε να είναι καλόκαρδος, απλός και προσιτός.

Όταν πλησίασε η ώρα της εξόδου του από τον μάταιο αυτό κόσμο, κάλεσε τους συγγενείς, τα παιδιά και τα εγγόνια του καί, αφού τους έδωσε τις τελευταίες συμβουλές και νουθεσίες, κατέληξε: “Παιδιά μου, μη ξεχνάτε ποτέ την φιλοξενία, μη επιθυμείτε τα ξένα πράγματα, μη λείπετε ποτέ από τις ακολουθίες και λειτουργίες της Εκκλησίας, και γενικά όπως έζησα εγώ, έτσι να ζήτε και εσείς.”. Και αφού τα είπε αυτά, ξεψύχησε με την φράση “γενηθήτω το θέλημά Σου”.
Η ζωή και το παράδειγμα του οσίου Φιλαρέτου φανερώνουν περίτρανα ότι κανένας τρόπος ζωής, όπως και κανένα επάγγελμα δεν αποτελούν εμπόδιο για την απόκτηση της αγιότητος και της γνώσεως του Τριαδικού Θεού.
Ούτε ο γάμος, ούτε η παρθενία αποτελούν σκοπό της ζωής, αλλά είναι μέσα προς επίτευξη του σκοπού που είναι η θέωση του ανθρώπου. Το να φθάση, δηλαδή, ο άνθρωπος από το “κατ’ εικόνα” στο “καθ’ ομοίωσιν”, από το παρά φύσιν στο κατά φύσιν, δηλαδή στην φυσική του ζωή, που είναι, όχι το να ζη κανείς έξω στην ύπαιθρο και μακριά από τις πόλεις, αλλά το να μεταμορφώση τα πάθη του και να αποκτήση κοινωνία με τον Θεό. Ο όσιος ήταν ένας οικογενειάρχης, ένας βιοπαλαιστής, που εργαζόταν και μοχθούσε καθημερινά να θρέψη την οικογένειά του. Αυτό όμως δεν τον εμπόδισε και από την εσωτερική εργασία, την υπακοή στην Εκκλησία και την τήρηση των εντολών του Χριστού, οι οποίες είναι πηγές ακτίστου ενεργείας και μεταγγίζουν ζωή. Προσευχόταν συνεχώς και έλαβε το χάρισμα της προσευχής. Αγαπούσε αληθινά, τον ευχαριστούσε η διακονία “τού πλησίον” και έλαβε το χάρισμα της φιλοξενίας.
Εύρισκε νόημα ζωής στο δόσιμο και την προσφορά, έκανε πράξη ζωής το “μακάριον εστι μάλλον διδόναι ή λαμβάνειν” και έλαβε το χάρισμα της ελεημοσύνης. Υπήρξε πράγματι φιλάρετος, ήτοι φίλος της αρετής, ή όπως ψάλλει ο ιερός υμνογράφος, “προσλαβών το όνομα και συμβαίνων το πράγματι”, δηλαδή το όνομά του φανέρωνε και τον τρόπο της ζωής του.
Οι αλλαγές που συνέβησαν κατά την διάρκεια της ζωής του, δηλαδή η πτώχευση και ίσως η περιφρόνηση των ανθρώπων, όπως συμβαίνει τις περισσότερες φορές, και όπως έλεγαν οι αρχαίοι πρόγονοί μας “τών ευτυχούντων πάντες φίλοι, των δυστυχούντων ουδέ οι γεννήτορες”, δεν επηρέασαν την εσωτερική του διάθεση και τον τρόπο της ζωής του. Και αυτό είναι πολύ σημαντικό, γιατί πάντοτε υπήρχαν και υπάρχουν αυτοί που υπολογίζουν την ανθρώπινη αξία με το χρήμα και τα υλικά και επηρεάζουν πολλές φορές ακόμα και τους πιο καλοπροαιρέτους.
Εδώ θα ανοίξω μια παρένθεση και θα αναφέρω ένα ποιηματάκι, που το είδα γραμμένο πάνω σε ένα χαρτονόμισμα των εκατόν δραχμών, και το οποίο μου προξένησε εντύπωση και ομολογώ ότι το βρίσκω αληθινό: “Μιλήσαμε για λουλούδια και μας είπαν ρομαντικούς, μιλήσαμε για ελευθερία και μας είπαν αλήτες, μιλήσαμε για χρήματα και μας είπαν ανθρώπους”. Δυστυχώς, αυτό συμβαίνει και σήμερα, στην φιλόϋλη εποχή μας. Ο Όσιος όμως αποδείχθηκε ανώτερος των περιστάσεων και δεν επηρεάστηκε από όλα αυτά, αντίθετα εξακολούθησε να προσφέρη από το υστέρημα των υλικών αγαθών, πρωτίστως όμως και κυρίως από το περίσσευμα της καρδιάς του.
Το ίδιο ανεπηρέαστος έμεινε και όταν απέκτησε αξιώματα, χρήματα και δόξα και σίγουρα άρχισε, όπως συμβαίνει συνήθως, να περιβάλλεται από κόλακες και όλους εκείνους τους “τύπους”, που μπορεί εύκολα να σε αποπροσανατολίσουν και να σε βγάλουν έξω από τον σκοπό και την προοπτική σου, και αυτό δείχνει την σταθερότατα του χαρακτήρα του, την ζωντανή του πίστη και την προσήλωσή του στο ζωοποιό θέλημά του Θεού. Αυτό απετέλεσε την πυξίδα της ζωής του και αυτό είχε πάντα στην καρδιά και τα χείλη μέχρι την τελευταία του πνοή, αφού, όπως είδαμε πιο πάνω, ξεψύχησε προσευχόμενος και λέγοντας στον Θεό “γενηθήτω το θέλημά Σου”.
Αξιοπρόσεκτες είναι οι τελευταίες συμβουλές και νουθεσίες προς τα συγγενικά του πρόσωπα. Αξίζει να τις μελετήσουμε και μείς και να προσπαθήσουμε να τις εφαρμόσουμε. Δεν είναι κούφια λόγια, αλλά το απόσταγμα μιας ολόκληρης ζωής, που την πέρασε ευεργετώντας τους ανθρώπους, τους “ελαχίστους αδελφούς του Χριστού”. Η πηγή από την οποία αντλούσε δύναμη ήταν η προσευχή και η λατρευτική ζωή της Εκκλησίας. Ο τρόπος της ζωής του αποτελεί ζωντανό παράδειγμα προς μίμηση. Η προτροπή του “όπως έζησα εγώ ετσι να ζήτε και σείς”, ομοιάζει με εκείνη του Άποστόλου Παύλου “μιμηταί μου γίνεσθε καθώς καγώ Χριστού” (Α’ Κορ. 11,1)
.
Πρωτ. π. Γεωργίου Παπαβαρνάβα
.