Ιερός Ναός Αγίων Πάντων Μακεδονίτισσας

Ιερός Ναός Αγίων Πάντων Μακεδονίτισσας
Άγιοι του Θεού πρεσβεύετε υπέρ ημών !

Τετάρτη, 25 Απριλίου 2012

Ο Κανόνας και η προσευχή στη ζωή του μοναχού




Ας προχωρήσωμε σε ένα άλλο στοιχείο, που έχει σχέσι με την εγρήγορσι και την χαρά και είναι ό κανόνας. Αυτό είναι το καθημερινό φαγοπότι του ανθρωπου, στην γλώσσα δε των ασκητικών Πατέρων αποκαλείται «λειτουργία». Όταν οι ασκητικοί Πατέρες ομιλούν περί λειτουργίας, δεν εννοούν την θεία λειτουργία. Αυτήν σπανίως την είχαν. Θεία μετάληψι μπορεί να είχαν συχνότερα, αλλά λειτουργίες είχαν αραιά, και μάλιστα οι ασκηταί. Την καθημερινή τους όμως λειτουργία, δηλαδή τον κανόνα τους δεν τον παρέλειπαν ποτέ, διότι ο κανόνας είναι η ώρα της ιδιαίτερης πάλης με τον Θεόν. Τότε μπορεί κανείς να κερδίζη τον Θεόν ή να τον χάνη. Ο κανόνας είναι ο τρόπος και το ποσόν και το ποιόν της αγρυπνίας του κάθε μοναχού. Προφανώς, δεν εννοούμε τις κοινές αγρυπνίες στον ναό. Εκείνες είναι κάτι άλλο, μία κοινή παράστασις ενώπιον του Θεού. Ο κανόνας είναι η αγρυπνία που κάνομε κάθε ημέρα στο κελλί μας, είναι το μεδούλι της υπάρξεώς μας, το λεπτότερο και το σοβαρώτερο μέρος της μοναστικής ζωής· δείχνει εάν έχωμε Θεόν ή δεν έχωμε, αν έχωμε διάθεσι να τον αποκτήσωμε ή όχι.

Όποιος δεν έχει κανόνα, ασφαλώς αυταπατάται ότι έχει Άγιον Πνεύμα. Δεν υπάρχει Άγιον Πνεύμα «ενεργούν και λαλούν εν ημίν», εφ’ όσον δεν έχομε νυκτερινή ζωή. Και εάν δεν υπάρχουν οι κατάλληλες προϋποθέσεις για νυκτερινή ζωή, τουλάχιστον πρέπει να υπάρχη ο πόθος και η λαχτάρα να τις δημιουργήσωμε, ώστε κάποτε να έχωμε αυτή την νυκτερινή ζωή. Ο Θεός θα δη τον πόθο και θα μας τον πραγματώση.
Πότε όμως θα κάνωμε τον κανόνα μας και πότε θα αναπαυώμαστε; Υπάρχει μεγάλη ποικιλία ως προς το θέμα της αναπαύσεως. Πολλοί Πατέρες κοιμούνταν λίγο το πρωί, άλλοι λίγο το βράδυ, άλλοι μία ώρα το εικοσιτετράωρο. Άλλοι όμως κοιμούνταν τρεις ώρες, άλλοι έξι ώρες, άλλοι επτά ώρες, ανάλογα με την προσωπική αντοχή και τον τρόπο ζωής τους και με την αγωγή που είχαν λάβει. Το βέβαιο είναι ότι αυτή η λειτουργία φέρνει τον φωτισμό στην ψυχή και την ένωσι με τον Θεόν. Στην αγρυπνία φωτίζεται ο άνθρωπος, καθαρίζεται η διάνοιά του, φεύγουν οι λογισμοί, μένει μόνος του ο νους, οπότε μπορεί να αναπετάννυται, να ανέχεται προς τον Θεόν, να τον χαίρεται, να τον αγαπά, να τον γνωρίζη, διότι είναι πλέον ο Θεός του και όχι κάποιος άγνωστος Θεός. Βεβαίως, όσο άγνωστος και να είναι ο Θεός μας, δεν θα εγκαταλείψωμε την αγρυπνία μας. Θα κουρασθούμε, θα ταλαιπωρηθούμε, για να ζήσωμε μαζί του.
Εάν οι αρχαίοι Αθηναίοι είχαν βωμό αφιερωμένο «τω αγνώστω Θεώ», πόσο μάλλον έχομε εμείς. Για να λέμε την αλήθεια, για τους πιο πολλούς ανθρώπους ο Θεός είναι άγνωστος, πέρα από τα σύννεφα, μέσα στον γνόφο. Είναι ένας Θεός που δεν τον ζούμε, δεν τον νοιώθομε, δεν τον ξέρομε. Γι’ αυτό ακριβώς και η πνευματική μας ζωή είναι δύσκολη. Γι’ αυτό και δεν μπορούμε να αδολεσχούμε στην αγρυπνία μας, γι’ αυτό δεν μπορούμε να καθίσωμε περιορισμένοι στην λατρεία. Δεν νοιώθομε τον Θεόν, δεν τον ξέρομε, δεν τον αγαπούμε, ο Θεός δεν μας συγκινεί, δεν σημαίνει τίποτε για μας. Η προσευχή και η αγρυπνία των περισσοτέρων ανθρώπων, καμιά φορά και των μοναχών, είναι ένα πηχτό σκοτάδι.
Παρ’ όλα αυτά, ο φωτισμός της ψυχής και η ένωσις με τον Θεόν, δηλαδή η οικειοποίησις του προσωπικού Θεού γίνεται κατ’ αυτές τις ώρες. Είναι σκληρές ώρες, επειδή είμαστε χωρίς Θεόν και καλούμεθα να τον αποκτήσωμε. Ο Θεός όμως υπάρχει. Ξέρομε ότι ο Θεός είναι στο είναι μας, στην ατμόσφαιρα, στο μοναστήρι, είναι πανταχού παρών. Εν τούτοις, εμείς ζούμε ως «άθεοι εν τω κόσμω», δεν διαφέρομε ούτε από τους αμαρτωλούς ούτε από τους τελώνες ούτε από τις πόρνες ούτε από τους εγκληματίες. Μπορεί να έχωμε «άπασαν την δικαιοσύνην», αλλά το θέμα είναι: έχω προσωπικόν Θεόν εγώ; υπηρετώ τον Θεόν; τον είδα; τον κατάλαβα; με φώτισε εμένα ο Θεός; Όχι τί μου είπε στο όνειρό μου, στο όνειρο που κάνω εγώ, αλλά ποιά μετοχή έχει η υπαρξίς μου στην ζωή του Θεού.
Επειδή, κατά κανόνα, μας λείπει ο Θεός, αναγκαζόμαστε να καταλάβωμε ότι η προσευχή μας θα είναι μια άσκησις, ένας αγώνας. Όπως βάζομε την εσχάρα στα κάρβουνα και τοποθετούμε επάνω το κρέας, για να το ψήσωμε, και βλέπομε να χύνεται το αίμα του και οσφραινόμεθα την μυρωδιά του, έτσι ακριβώς και ο κανόνας μας είναι η εσχάρα πάνω στην οποία ξηροψηνόμαστε· είναι η θυσία του εαυτού μας, η άσκησίς μας η οδυνηρή, το δόσιμο της νύκτας μας, της χθαμαλής ζωής μας, της αμαρτίας μας, του ιερού πόθου μας στον Θεόν. Όλα τα βάζομε εκεί, και έτσι γινόμαστε θύμα του Χριστού. Αν όμως εγώ δεν ζω τον Θεόν, τουλάχιστον ας θυσιάζωμαι γι’ αυτόν τον Θεόν και ας στέκωμαι έτσι ενώπιον του. Ο Θεός βλέπει αυτή την θυσία, το ότι γίνομαι ένας μάρτυς ενώπιον Του. «Αγάγετέ μοι τους μάρτυρας», λέγει ο Κύριος. Έτσι, γίνομαι και εγώ ένας μάρτυς, τον οποίον προσάγει η Εκκλησία στην εσχάρα, σε εκείνο το συγκεκριμένο κελλί μέσα στο σκοτάδι μου, στην πίκρα μου, στην αορασία μου, στην ακατανοησία μου, στην αγνωσία μου, θυσιάζομαι για τον Θεόν.

Επειδή ο κανόνας είναι το κέντρο της πνευματικής ζωής, βλέπομε ότι οι Πατέρες της Εκκλησίας συνιστούν πολλούς τρόπους αγρυπνίας, ο καθένας ανάλογα με το πνεύμα του, τον τόπο και τον χρόνο στον οποίο ζη. Άλλος κάνει όλη την νύκτα ορθοστασία. Άλλος διαβάζει Ψαλτήρι, άλλος λέγει μόνον το «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με», άλλος διαβάζει γονατιστός την Αγία Γραφή επί δύο, τρεις ώρες, άλλος όρθιος· άλλος διαβάζει ενώπιον των εικόνων την Παλαιά Διαθήκη ή το Ευαγγέλιο ή τους ψαλμούς. Ο καθείς κάνει ό,τι μπορεί. Άλλος εργάζεται, κουβαλάει πέτρες. Χίλιους δυο τρόπους εφευρίσκουν, ούτως ώστε να ξεπεράσουν το αδιαπέραστο τείχος που υπάρχει ανάμεσα σε αυτούς και στον Θεόν. Στο κοινόβιο, όσον αφορά την αγρυπνία μας, πρέπει να βρισκώμαστε σε ένα κοινό σημείο, για να συναντιώμαστε. Στο κοινό αυτό σημείο, άλλος μπορεί να είναι πιο ψηλά και άλλος πιο χαμηλά, ανάλογα με την εισδοχή του Πνεύματος στον νου και στην καρδιά του, ανάλογα με την αγωνιστικότητα και την χωρητικότητά του.
Αλλά ποιά πρέπει να είναι η διάρκεια της καθημερινής αγρυπνίας μας; Η αγρυπνία πρέπει να διαρκή όσο το δυνατόν περισσότερο, αρχίζομε όμως με μία ώρα, μετά πάμε στις δύο, στις τέσσερις, στις πέντε ώρες. Αυτό έρχεται φυσιολογικά, εξοικειώνεται ο οργανισμός. Όπως εξοικειώνεται ο άνθρωπος με την φτώχεια του και δεν μπορεί να κάνη στον πλούτο, ή με τον πλούτο και δεν μπορεί να κάνη στην φτώχεια, ή με το χωριό και δεν μπορεί να κάνη στην πόλι, έτσι ακριβούς συμβαίνει και με την αγρυπνία. Βεβαίως δεν θα υποφέρωμε, αλλά θα κουρασθούμε λιγάκι· διότι πώς αλλοιώς από την χοντροκοπιά μας, από την ραθυμία μας και την υπνηλία μας, θα φθάσωμε στην κατάστασι του στρουθίου που αγρυπνεί ενώπιον του Θεού; Πώς από άνθρωποι θα γίνωμε άγιοι; Τα μάτια μας θα πρησθούν, θα πονέσουν. Όλα όμως αυτά θα γίνουν εξελικτικά, δεν θα γίνουν αμέσως. Οι Πατέρες της Εκκλησίας έκαναν πάρα πολλές δοκιμές, για να μπορέσουν να συνηθίσουν στην αγρυπνία. Δεν με υποχρεώνει κανένας να αγρυπνώ και μετά να σπάω και να μην μπορώ να ξεκουράζωμαι ή να μην μπορώ να κάνω την δουλειά μου ή να κοιμάμαι όλη την νύκτα στην καρέκλα και να ταλαιπωρούμαι. Ο Θεός δεν είναι σωματοκτόνος ούτε ψυχοκτόνος. Ο Θεός είναι ζωοδότης, σωτήρας. Σκοτώνει τα πάθη, μας, όχι εμάς τους ίδιους.
Επίσης, διαφέρει και η ώρα που κάνομε την αγρυπνία. Άλλοι από τους Πατέρες προτιμούσαν να συνεχίσουν την ημέρα τους με την αγρυπνία και να ξεκουρασθούν τις πρωινές ώρες. Άλλοι, οι περισσότεροι, έκαναν το αντίθετο. Ξεκουράζονταν και εν συνεχεία φρέσκοι έκαναν την αγρυπνία τους. Άλλοι κοιμούνταν λίγο, αγρυπνούσαν και εν συνεχεία πάλι ξεκουράζονταν λίγο. Ο καθένας μπορεί να έχη τον τρόπο του. Πάντως, αυτό που προσιδιάζει περισσότερο στο δικό μας πλαίσιο είναι, να προτιμάμε τις ώρες τις μεσονύκτιες ή τις μεταμεσονύκτιες.
Το να συνέχισης την ημέρα σου με την αγρυπνία είναι πολύ εύκολο. Αυτό το κάνουν και οι φοιτητές, και οι μαθητές, και οι καθηγητές, και οι εργοστασιάρχες, και οι εργάτες. Έτσι κάνει όλος ο κόσμος. Μπαίνεις και συ μαζί με την κοσμική εργατιά ή τον φοιτητόκοσμο, μαζί με τους παλιούς φίλους σου. Ενώ το «μετά» είναι κάτι που προσιδιάζει στους ανθρώπους της Εκκλησίας. Είναι πιο σκληρό να σηκωθή κανείς την νύκτα, να αφήση τις κουβέρτες του, όταν μάλιστα είναι χειμώνας και ακούη τον αέρα να σφυρίζη, να κτυπά στο παράθυρό του. Αλλά μία ώρα όλοι μπορούν, ακόμη και οι ανάπηροι και αυτοί που τους λείπει το μυαλό. Ας δίνωμε στον Θεόν το μεσονύκτιο μας· αυτό είναι το καλύτερο. Βεβαίως, εξαρτάται από τον τρόπο της ζωής μας και από τον τόπο, στον οποίο βρισκόμαστε, αλλά εμείς ας κάνωμε την προσπάθεια μας.
Μία ώρα προσευχής το μεσονύκτιο έχει περισσότερη ενέργεια από δέκα ώρες προσευχής την ήμερα. Όποιος δεν χρησιμοποιεί αυτές τις ώρες, οι ώρες και οι ημέρες του συνήθως είναι αγονώτατες. Κοιμάσαι το μεσονύκτιο; Η ζωή σου θα είναι πάντοτε μία ζωή αδύναμη. Παραλύει η ύπαρξίς σου, όταν δεν έχης την νύκτα δική σου, διότι δεν μπορείς να πάρης το Πνεύμα. Το μεσονύκτιο γνωρίζει και αναγνωρίζει ο Θεός, αλλά το μεσονύκτιο το μόνιμο. Είτε είσαι στο κελλί, είτε εκτός μονής, το μεσονύκτιο να είσαι ενώπιον του Θεού. Να ξέρης ότι αυτή η ώρα ανήκει στον Θεόν. Αυτή η ώρα είναι η ώρα που θα παλέψης και θα αντιμετώπισης τον Θεόν, και θα πρέπει ο Θεός να γίνη ο δικός σου Θεός· είναι ή ώρα της δικής σου κλίμακος.
Το μεσονύκτιο αγρυπνεί και η Εκκλησία και παλεύει με τους δαίμονες, διότι τότε οι δαίμονες πειράζουν τους ανθρώπους και τους πλανούν οδηγώντας τους στην διασκέδασι ή στο έγκλημα. Αυτές τις ώρες υποφέρουν οι άρρωστοι, ταλαιπωρούνται οι αμαρτωλοί. Αυτές τις ώρες, που είναι ώρες ησυχίας, το Άγιον Πνεύμα φωτίζει τον άνθρωπο, και ο Θεός αγαπάει να βρίσκη το πλάσμα του και να του μιλάη. Τότε μπορεί κανείς να γίνεται νικητής.
Αυτές τις ώρες και οι άγιοι της Εκκλησίας μας προσκυνούν και δοξολογούν τον Θεόν, ο οποίος κατά κάποιον τρόπο εγείρεται. Πόσο ωραία παρουσιάζει το Ευαγγέλιο και η Παλαιά Διαθήκη, ιδιαίτερα οι ψαλμοί, τον Χριστόν εγειρόμενον! Εγείρεται ο Θεός την ώρα εκείνη «νικών και ίνα νικήση και συεχίση την ζωή του «νικών». Εάν δεν θα συμμετέχωμε σε αυτή την πανεκκλησιαστική σύναξι, δεν θα μπορέσωμε να νοιώσωμε την συντροφιά, την κοινότητα της εκκλησιαστικής μας εν Χριστώ ζωής.

Σήκω λοιπόν και συ μία ώρα πριν από το μεσονύκτιο, ή έστω και μετά, και χρησιμοποίησε αυτές τις ώρες, θα δης ότι ο Θεός είναι εύληπτος, ευαίσθητος. Συνήθως παραπονούμεθα ότι ο Θεός είναι σκληρός, ότι του φωνάζαμε και δεν μας απαντά. Ο Θεός όμως είναι περισσότερο ευαίσθητος και από το πιό ευαίσθητο πλάσμα της οικουμένης. Αλλά έχει και εκείνος τις ώρες του, «άχρις ου το σήμερον καλείται», που μπορείς να του μιλήσης. Πρέπει να ξέρης τα «χούγια» του Θεού. Και ο Θεός έχει αυτό το «χούι»: το μεσονύκτιο να μιλάη στον άνθρωπο. Εάν τότε τον ζήτησης, μετά, οποιαδήποτε στιγμή τον θέλησης, θα τον έχης στο χέρι σου. Αν τότε δεν τον ζητήσης, δεν θα τον έχης σχεδόν ποτέ στο χέρι σου. Θα εχης ίσως κάποιες μελιστάλακτες στιγμές, όμορφες περιστάσεις στην ζωή σου, ωραίες καμιά φορά σκέψεις, δεν θα εχης όμως τον Θεόν. Ο Θεός τότε παρουσιάζεται στα τέκνα του. Ο Θεός τότε δεσπόζει στους αγίους. Τότε το ουράνιο θυσιαστήριο προσφέρει την ολοκάρπωσι, και οι άγιοι νοιώθουν την κοινότητα με τους πιστούς και τους προσδοκούν για να τελειωθούν μαζί τους.
Γι’ αυτό η Εκκλησία μας δεν έπαψε να χρησιμοποιή το μεσονύκτιο. Κατήρτισε την ακολουθία του μεσονυκτικού και όλες τις ακολουθίες τις συνέδεσε με το μεσονύκτιο. Όποιος χρησιμοποιεί το μεσονύκτιο, γίνεται πολύ εύκολη η ζωή του. Και ο Θεός, ο ευαίσθητος Θεός, μπορεί και σε συναντά και δεν σε αφήνει να κουράζεσαι άδικα, όπως νομίζεις εσύ.
Εφ’ όσον έχω την ατμόσφαιρα της χαράς, την ολοήμερη και ολονύκτια εγρήγορσι, και εφ’ όσον δίνω ιδιαίτερη σημασία στον κανόνα μου, ο οποίος δεν είναι μία στιγμή κοσμική, μία έντασις των επιθυμιών μου, ένα ξεγέλασμα του εαυτού μου, αλλά είναι μία αληθινή συνάντησις με τον Θεόν, ή έστω ένα αληθινό καμίνι, μία πυρκαιά την οποία υφίσταμαι, ένα ολοκάρπωμα, μία θυσία τελεία για τον Θεόν, πώς πρέπει να ίσταμαι ενώπιον του Θεού κατά την διάρκεια της αγρυπνίας μου;

Ασφαλώς, όταν κάποιος ξεκινά τήν αγρυπνία του, νυστάζει, βαριέται, έχει απιστία, απελπισία, νομίζει ότι αυτός είναι χαμένος, ότι αυτός ούτε έκανε ούτε θα κάνη ποτέ τίποτε στην ζωή του. Αυτό είναι το σύνηθες για κάποιον που αρχίζει την αγρυπνία του. Μπορεί να είναι και ένας εβδομηντάρης μοναχός, και ακόμη να μην έχη αρχίσει να κάνη λειτουργία με την ασκητική έννοια, διότι ίσως έχει μάθει να χορταινη τον ύπνο του και μετά να σηκώνεται να κάνη την προσευχή του. Ή ίσως έχει μάθει ότι ο κανόνας είναι κάτι τυπικό: να κάνη τετρακόσιους κόμπους, τριακόσιες μετάνοιες, λίγη μελέτη και μετά τελειώσαμε. Και αυτό, από το τίποτε, κάτι είναι· μου υπενθυμίζει ότι δεν έχω Θεόν. Αλλά δεν αρκεί μόνον αυτό. Η αγρυπνία πρέπει να γίνεται με τον τρόπο που μου την ζητά η Εκκλησία και όπως βοηθά έμενα για να παρασταθώ ενώπιον του Θεού.

(Αρχιμ. Αιμιλιανού Σιμωνοπετρίτου. «Νηπτική ζωή και Ασκητικοί κανόνες»,
εκδ. Ίνδικτος- Αθήναι 2011, σ. 450-458)

Αναδημοσίευση από " Πεμπτουσία "

Τρίτη, 24 Απριλίου 2012

Πίστη και Απιστία !

Ο απόστολος Θωμάς δεν ήταν τελικά άπιστος. Ήθελε πειστήρια της πίστεώς του, τα οποία τελικά δεν τα έδωσε ο αναστημένος Χριστός.
Η πίστη κατοικεί στις ωραίες καρδιές των ταπεινών και είναι αδιατάρακτη. Έλαβαν τη χάρη του Αγίου Πνεύματος. Το μεγάλο θαύμα της Ορθοδοξίας είναι ότι, ενώ υπάρχουν νοσηρά στοιχεία στους εκκλησιαστικούς ταγούς, διατηρείται ακμαία και αλώβητη. Δημιουργούν με τη στάση και τον τρόπο τους προβλήματα και προβληματισμούς σοβαρούς, που ενίοτε σκανδαλίζουν τον λαό. Υπάρχουν όμως και οι αγαθοί, που αναθερμαίνουν την πίστη τους μέσα από όλα αυτά, και μέσα από τη φθαρτότητα πηγάζει η αλήθεια και η αγάπη.

Παρασκευή, 20 Απριλίου 2012

Η συνάντηση με τον Αναστάντα

...

«Εγώ, αν δεν δω στα χέρια του τα σημάδια από τα καρφιά και δεν βάλω το δάκτυλό μου στα σημάδια από τα καρφιά και δε βάλω το χέρι μου στη λογχισμένη πλευρά του, δε θα πιστέψω» (Ιω. 20,25).

Η απαίτηση του Αποστόλου Θωμά για απτές αποδείξεις θα παραμένει πάντα η πρόκληση και η επιθυμία του καθενός που θέλει να πιστέψει στο Θεό. Και γιατί όχι; Πού βρίσκεται το λάθος του Αποστόλου που θα καλείτο, όπως οι άλλοι που τον είδαν, να κηρύξει για την Ανάστασή Του, αφού δεν τον έχει δει; Και γιατί είναι μεμπτό και ίσως αμαρτία να θέλει κάποιος να δει το Θεό για να Τον πιστέψει;

Το «πίστευε και μη ερεύνα» είναι μια παρεξηγημένη φράση, που κανένας Πατέρας της Εκκλησίας δεν δίδαξε και ούτε η Ορθόδοξη Εκκλησία δέχεται. Άλλωστε, τι να ερευνήσει, αφού ο Θεός δεν είναι αντικείμενο αλλά πρόσωπο - και μάλιστα τρία πρόσωπα «ασυγχύτως και αδιαιρέτως ενωμένα;».

Το πρόβλημα δεν συνίσταται στο ότι θέλουμε να έχουμε «αποδείξεις περί Θεού», αλλά στον τρόπο με τον οποίο τις θέλουμε. Το λάθος του Αποστόλου Θωμά δεν ήταν που ήθελε να γνωρίσει τον Αναστάντα, αλλά το ότι ήθελε να Τον δει, να Τον αγγίξει , να Τον ακούσει, με τον τρόπο που Τον έβλεπε, Τον άγγιζε και Τον άκουε πριν την Ανάσταση.

Η Ανάσταση του Χριστού δεν ήταν η ίδια με την ανάσταση του Λαζάρου. Ξέρουμε ότι ο Λάζαρος πάλι πέθανε, αφού έζησε όπως πριν το θάνατο και ανάστασή του. Ο Χριστός αναστήθηκε άφθαρτος, γι’ αυτό δεν περιοριζόταν από τον χρόνο και το χώρο – έκφραση φθοράς - ούτε πέθανε ξανά. Νίκησε το θάνατο, νίκησε τη φθορά. Πώς μπορούσε ο Θωμάς να σχετίζεται μαζί Του ως να μην ήταν άφθαρτος;

Όσο θα μένουμε προσκολλημένοι στις απαιτήσεις του λογικού που γνωρίζει ό,τι οι αισθήσεις του υπαγορεύουν, θα παραδέρνουμε υπαρξιακά και θ ’αναζητούμε αυτόν που δεν υπάρχει, θα περιμένουμε αυτόν που δεν θα έλθει. Βέβαια, το Πνεύμα το Άγιο «όπου θέλει πνει», γι αυτό και δεν περιορίζεται από οποιουσδήποτε νόμους- φυσικούς η πνευματικούς. Το θαύμα εξακολουθεί να λειτουργεί στη ζωή μας, αλλά τα τόσα θαύματα του Χριστού δεν έπεισαν τους Φαρισαίους.....

Η γνώση του Αναστάντος Κυρίου γίνεται με τον ερχομό Του και την αποκάλυψή Του. Η όποια προσπάθεια ανακάλυψής Του, στηριγμένη στο λογικό, θα οδηγεί σε φανταστικό Θεό, σε Θεό των φιλοσόφων ή του συναισθήματος. «Ο Θεός των πατέρων ημών» είναι Αυτός που ως πρόσωπο αποκαλύπτεται , διαλέγεται, σέβεται και αναμένει την καρδιακή πρόσκληση.

Η προσωπική επιθυμία για συνάντηση με τον Αναστάντα Χριστό, αν ενεργοποιείται με την προσευχή και την τήρηση των εντολών, θα δώσει καρπούς πολλούς. Ο χώρος όμως της Εκκλησίας και η Θεία Λειτουργία ως σύναξη της Εκκλησίας, θα καταθέτουν ενώπιον του Κυρίου αυτή την προσωπική επιθυμία ως ταπείνωση και ο άνθρωπος θα βεβαιώνει ότι «ανέστη ο Κύριος όντως». Ο Θωμάς στη σύναξη των μαθητών συνάντησε τον Χριστό και βεβαιώθηκε προσωπικά για την Ανάσταση.

Πίσω από την πάλη για αναζήτηση, που εκφράζει ζωντάνια, κρύβεται η ετοιμότητα του Κυρίου Ιησού να συναντηθεί με αυτόν που Τον αναζητεί και να γευτεί, όπως ο Θωμάς , την ευχάριστη έκπληξη ομολογώντας «ο Κύριος μου και ο Θεός μου!».

π. Ανδρέας Αγαθοκλέους

,

Πέμπτη, 19 Απριλίου 2012

"Μακάριοι οι πτωχοί τω πνεύματι "

...

«Μακάριοι οι πτωχοί τω πνεύματι, ότι αυτών εστίν η βασιλεία των ουρανών». Ναι, έτσι είπε ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός. Μα αυτό συ το μπερδεύεις. Συγχέεις την “πτωχεία τού πνεύματος”, που εξυμνεί ο Χριστός, με τήν χαζομάρα!. Αλλά όχι! Δεν έχεις δίκιο.

Η πτωχεία τού πνεύματος είναι ο πιό άγιος λογισμός, που μπορεί να έχει ο άνθρωπος! Είναι η συναίσθηση της πτώχειας μας μπρος στο μεγαλείο του Θεού· η συναίσθηση της ρυπαρότητας μπροστά στην καθαρότητα του Πλάστου· η συναίσθηση της μικρότητάς μας μπροστά στην απέραντη δύναμη του Κυρίου.

Ο βασιλιάς Δαβίδ μιλώντας για τον εαυτό του λέει: «Εγώ είμαι σκώληξ και όχι άνθρωπος». Ήταν διανοητικά καθυστερημένος ο βασιλιάς Δαβίδ; Κάθε άλλο! Ήταν ένας από τους πιό μεγαλοφυείς ανθρώπους!

Και ο γιός του, ο σοφός Σολομών, λέει: «Σε σένα έχω την ελπίδα Θεέ μου! Χωρίς εσένα ούτε η καρδιά μου αντέχει, ούτε το λογικό μου με σώζει»! Αυτό σημαίνει πτωχεία του πνεύματος. Να μην έχεις την εμπιστοσύνη σου στο θέλημα σου, αλλά στον νόμο και στο θέλημα του Θεού.

Μακάριος εκείνος που θα εξομολογηθεί με ειλικρίνεια, και θα πει: η δύναμή μου είναι μηδαμινή. Το μυαλό μου είναι αδύνατο. Η θέληση μου ασταθής. Κύριε, βοήθησε με!

Πτωχεία του πνεύματος σημαίνει, να λες αυτό που έλεγαν οι επιστήμονες, όπως ο Νεύτων: Αυτά που αγνοώ, είναι πολύ περισσότερα από εκείνα που ξέρω!

Πτωχεία του πνεύματος είναι, να είσαι πλούσιος σαν τον Ιώβ, και να λες: «Γυμνός ήλθα στον κόσμο και γυμνός θα φύγω».

Μικρόμυαλο και ανόητο να θεωρείς όχι εκείνον, που λέει ότι οι γνώσεις του είναι περιορισμένες, αλλά εκείνον που κομπάζει για τις γνώσεις του!

Από αυτή την μεγάλη ανοησία, από την ανοησία να κομπορρημονούμε, θέλει να μας γλυτώσει ο Χριστός.

Γι’ αυτό μας δίδαξε ότι: Μακάριοι είναι οι πτωχοί τω πνεύματι.

(Αγ. Νικολάου Βελιμίροβιτς, «Επιστολές»)

,

Κυριακή, 15 Απριλίου 2012

Το φαιδρόν Της Αναστάσεως κύρηγμα

,,,

Η μητέρα μας η Ορθόδοξη Εκκλησία, μέσα στα πλαίσια του λειτουργικού της χρόνου, προβάλλει ενώπιόν μας το γεγονός της Ανάστασης του Χριστού. Το γεγονός αυτό αποτελεί το μεγαλύτερο θαύμα που έκανε ο Κύριος. Ο Άγιος Συμεών ο νέος Θεολόγος αυτήν έχει κατά νου όταν δίνει το στίγμα της θεανδρικής υπόστασης του Λόγου και τονίζει τη δόξα , την εξουσία και τη δύναμη Του. Λέει χαρακτηριστικά: «Χριστόν ακούων, μη βλέπε τη βραχύτητι της λέξεως και τη απλότητι του λόγου, αλλά εννόει την δόξα της θεότητος, την υπέρ νουν και διάνοιαν, το κράτος το άφραστον, το αμέτρητον έλεος».
Η Ανάσταση αποτέλεσε το θεμέλιο της Εκκλησίας. Ο Άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς τονίζει πως: «Άνευ της αναστάσεως του Χριστού, δεν θα υπήρχε καν Χριστιανισμός». Πάνω σ’ αυτή θεμελιώνεται και το μαρτύριο του αίματος αλλά και το μαρτύριο της συνειδήσεως.
Οι Άγιοι δηλαδή που επεσφράγισαν κατά τη διάρκεια των διωγμών την πίστη με το αίμα τους, το έκαναν διότι πίστευαν στην Ανάσταση του Χριστού αλλά και στη δική τους προσωπική Ανάσταση. Ο Μέγας Αθανάσιος λέει γι΄ αυτό: «Τω σημείω του Σταυρού και την εις Χριστόν πίστιν, ο θάνατος καταπατείται πάντες δε οι τω Χριστώ πιστεύοντες, ως ουδέν όντα αυτόν πατούσιν, αιρούνται δε μάλλον αποθανείν η αρνήσασθαι την εις Χριστόν πίστιν». Δηλαδή με τη δύναμη του σημείου του Τιμίου και ζωοποιού Σταυρού και την πίστη στο Χριστό, που νίκησε το θάνατο, ο θάνατος καταπατείται, είναι ως και να μην υπάρχει γι΄ αυτό και οι μάρτυρες προτιμούσαν να πεθάνουν παρά να αρνηθούν το Χριστό.
Με το ίδιο σκεπτικό και όλοι οι Άγιοι που μαρτύρησαν το μαρτύριο της συνειδήσεως δηλαδή, που αγωνίστηκαν κατά των παθών τους δια της ασκήσεως και της κακοπάθειας. Αυτό έπραξαν διότι γνώριζαν πολύ καλά πως το να πιστεύει κανένας στον αναστημένο Χριστό σημαίνει το να αγωνίζεται διαρκώς ενάντια στην αμαρτία, στο κακό και στο θάνατο. Μέσα σ΄ αυτό το πνεύμα πρέπει να κατανοήσουμε και το Πασχαλινό χαιρετισμό που απηύθυνε όλες τις εποχές του χρόνου ένας μεγάλος Ρώσος Άγιος, ο Άγιος Σεραφείμ του Σάρωφ που προσφωνούσε κάθε προσκυνητή που συναντούσε με το χαιρετισμό «Χριστός Ανέστη Χαρά Μου».
Εξάλλου, πρέπει να τονιστεί πως το γεγονός της Αναστάσεως, αποτέλεσε για τους Θεοφόρους Πατέρες πηγή θεολογικών και Εκκλησιολογικών τοποθετήσεων. Έτσι ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, αφορμώμενος απ’ αυτή θα τονίσει: «Ει Χριστός ουκ εγήγερται, πας ο της οικονομίας λόγος ανατέτραπται», δηλαδή αν ο Χριστός δεν αναστήθηκε, τότε έμεινε ανεκπλήρωτο το σχέδιο της Θείας Οικονομίας για τη σωτηρία του ανθρωπίνου προσώπου.
Από την πλευρά τη δική του πάλι ο Άγος Γρηγόριος ο Παλαμάς θα τονίσει πως το σπήλαιο στο οποίο εναποτέθηκε το Θεανδρικό σώμα του Κυρίου προεικόνιζε τον Ορθόδοξο ναό. Το συγκεκριμένο μάλιστα σημείο στο οποίο τοποθετήθηκε προεικόνιζε την Αγία Τράπεζα, πάνω στην οποία σε κάθε λειτουργική σύναξη βρίσκεται το σώμα και το αίμα του Αναστημένου Χριστού.
Κατά τη Θεολογία λοιπόν του μεγάλου αυτού πατέρα της Εκκλησίας μας καθένας που προσβλέπει με πίστη στα Θεία Δώρα γίνεται σαν άλλη Μαρία Μαγδαληνή που είδε και συνομίλησε με τον Αναστημένο Χριστό και όχι μόνο αυτό, αλλά «Δια της μεθέξεως των τιμίων δώρων, όλος θεοειδής εκτελείται ο άνθρωπος».
Για τους πατέρες της Ανατολής κάθε Κυριακάτική Θ. Λειτουργία δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια διαρκής υπόμνηση του γεγονότος της Αναστάσεως. Λέει γι’ αυτό ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς: «Κυριακή λοιπόν ήταν η μέρα της Ανάστασης του Χριστού και της πρώτης εμφάνισης του στους μαθητές Του. Η δεύτερη εμφάνισή του έγινε μετά από οκτώ μέρες, δηλαδή πάλι Κυριακή». Τελειώνει δε λέγοντας: «Εκείνας τας συνάξεις, εικονίζει διηνεκώς η του Χριστού Εκκλησία, τας συνάξεις κατά Κυριακήν επιτελούσα».
Ακόμα να τονίσουμε πως ακριβώς εξαιτίας της Ανάστασης του Χριστού για την ορθόδοξη πατερική σκέψη δεν υπάρχει θάνατος, είναι απλά μια άλλη στάση ζωής. Λέει γι’ αυτό ο Μέγας Αθανάσιος: «Αν πορεύεσαι με δικαιοσύνη πάνω σ’ αυτή τη γη βρίσκεσαι μέσα στη ζωή και δεν πρόκειται ποτέ να σ’ αγγίξει ο θάνατος, γιατί απλούστατα δεν υπάρχει. Για τους δικαίους είναι απλά μια άλλη στάση ζωής».
Τέλος, αξίζει να αναφερθεί πως για τους Θεοφόρους Πατέρες η απόρριψη του γεγονότος της ανάστασης συμφαίνεται με την απόγνωση και τον πεσιμισμό. Λέει γι’ αυτό ο Άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς: «Αν ο Χριστός δεν αναστήθηκε τότε όλος ο κόσμος είναι ένα απέραντο νεκροταφείο και οι άνθρωποι τραγικοί υποψήφιοι μελλοθάνατοι».
«ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ»


Σάββα Αλεξάνδρου
(Ο Σάββας Αλεξάνδρου είναι Θεολόγος, Βοηθός Διευθυντής Α΄, Συνεργάτης Ιεράς Μητρόπολης Λεμεσού)

,

,

Πέμπτη, 12 Απριλίου 2012

Ο Μεγάλος " Ξένος " !

...

Τον ήλιον κρύψαντα τας ιδίας ακτίνας
και το καταπέτασμα του ναού διαρραγέν
τω του Σωτήρος θανάτω, ο Ιωσήφ θεασάμενος
προσήλθε των Πιλάτω και καθικετεύει λέγων:
"Δός μοι τούτον τον ξένον,
Τον εκ βρέφους ως ξένον ξενωθέντα εν κόσω.
Δος μοι τούτον τον ξένον,
ον ομόφυλοι, μισούντες θανατούσιν ως ξένον.
Δος μοι τούτον τον ξένον,
ον ξενίζομαι βλέπειν του θανάτου τον ξένον.
Δος μοι τούτον τον ξένον,
όστις οίδε ξενίζειν τους πτωχούς και τους ξένους.
Δος μοι τούτον τον ξένον,
Ον Εβραίοι τω φθόνω απεξένωσαν κόσμω.
Δος μοι τούτον τον ξένον,
ίνα κρύψω εν τάφω, ος ως ξένος ουκ έχει την κεφαλήν πού κλίνη.
Δος μοι τούτον τον ξένον,
ον η μήτηρ ορώσα νεκρωθέντα εβόα:
Ω Υιέ και Θεέ μου, ει και τα σπλάχνα τριτρώσκομαι
και καρδίαν σπαράττομαι νεκρόν σε καθορώσα
αλλά τη ση αναστάσει θαρρούσα μεγαλύνω".
Και τούτοις τοις λόγοις δυσωπών τον Πιλάτον
ο ευσχήμων λαμβάνει του Σωτήρος το σώμα,
ο και φόβω εν σινδόνι ενειλήσας και σμύρνη,
κατέθετο εν τάφω τον παρέχοντα πάσι
ζωήν αιώνοιν και το μέγα έλεος.

----------------------------------------------------------------------------------

Είμαστε περαστικοί, είμαστε εν κινήσει, σε ξένο τόπο ένεκα της αφροσύνης μας. Εδώ, στον τόπο της εξορίας μας και της οδύνης μας, χρώμενος άκραν συγκατάβασιν, μας επεσκέφθη ο Υιός και Λόγος του Θεού, ο Σωτήρ του κόσμου, ο Χριστός! Ήλθεν ως ο Μεγάλος Ευεργέτης και ο κόσμος Τον εσταύρωσε! Η εποχή Του δεν τον δέχθηκε! Έμεινε λοιπόν ο Μεγάλος «Ξένος»! «Εν τω κόσμω ην ...και ο κόσμος αυτόν ουκ έγνω. Εις τα ίδια ήλθε, και οι ίδιοι αυτόν ου παρέλαβον» αναφωνεί με πικρό παράπονο ο ευαγγελιστής Ιωάννης.

Όταν χάσαμε τον Κήπο της Εδέμ, τον Παράδεισο, μας πέταξαν στη γη, την κοιλάδα του κλαυθμώνος! Πρέπει, λοιπόν, να ζούμε σαν ξένοι και να πορευώμεθα προς την ουράνια Πατρίδα. «Ξένος τόκον ιδόντες, ξενωθώμεν του κόσμου»!

Ο Άγίος Επιφανίος, Αρχιεπίσκοπος Κύπρου (4ος - 5ος αι.),στον λόγο του στη θεόσωμη ταφή του Κυρίου, αρχίζει και επαναλαμβάνει την φράση:

«δος μοι τούτον τον ξένον»:

Φαντάζεται τον Ιωσήφ την ώρα, που προσέρχεται προς τον Πιλάτο για να ζητήση το πανακήρατο Σώμα του Ιησού προς ενταφιασμό, και βάζει στο στόμα του τα εξής υπέροχα λόγια:

«Αλλά τι; Αίτησίν τινα οικτράν, ω κριτά, και τοις πάσι μικράν αιτούμενος προς σε παραγέγονα· δος μοι νεκρόν προς ταφήν το σώμα εκείνου, του παρά σου κατακριθέντος Ιησού του Ναζωραίου, Ιησού του πτωχού, Ιησού του αοίκου, Ιησού του γυμνού, Ιησού του ευτελούς, Ιησού του τέκτονος υιού, Ιησού του δεσμίου, Ιησού του αιθρίου, Ιησού του ξένου και επί ξένοις αγνωρίστου και ευκαταφρονήτου και επί πάσι κρεμαμένου.

Δος μοι τούτον τον ξένον· τι γαρ σε λοιπόν ωφελεί το σώμα αυτού;

Δος μοι τούτον τον ξένον· εκ μακράς γαρ ήλθε της χώρας ώδε, ίνα σώση τον ξένον.

Δος μοι τούτον τον ξένον· κατήλθε γαρ εις γην σκοτεινήν ανενέγκαι τον ξένον.

Δος μοι τούτον τον ξένον· αυτός γαρ και μόνος υπάρχει ξένος. Δος μοι τούτον τον ξένον, ούτινος την χώραν αγνοούμεν οι ξένοι. Δος μοι τούτον τον ξένον, ούτινος τον Πατέρα αγνο-ούμεν οι ξένοι.

Δος μοι τούτον τον ξένον, ούτινος τον το-πον και τον τόκον και τον τρόπον αγνοούμεν οι ξένοι.

Δος μοι τούτον τον ξένον, τον ξένην ζωήν και βίον ζήσαντα επί ξένης.

Δος μοι τούτον τον ξένον, τον μη έχοντα ώδε που την κεφαλήν κλίνη.

Δος μοι τούτον τον ξένον, τον ως ξένον επί ξένης άοικον και επί φάτνης τεχθέντα.

Δος μοι τούτον τον ξένον, τον εξ αυτής της φάτνης ως ξένον εξ Ηρώδου φυγόντα.

Δος μοι τούτον τον ξένον, τον εξ αυτών των σπαργάνων εν Αιγύπτω ξενωθέντα.

Δος μοι τούτον τον ξένον, τον ου πόλιν, ου κώμην, ουκ οίκον, ου μονήν, ου συγγενή, επ'; αλλοδαπής δε χώρας την οίκησιν έχοντα και τα πάντα κατέχοντα».

Περισσότερο «Ξένος» από όλους μας, από όλους τους ανθρώπους όλων των εποχών και όλων των αιώνων υπήρξεν ο Χριστός μας. Το κακό είναι ότι ακόμη και σήμερα για πολλούς παραμένει ξένος και άγνωστος!

Τετάρτη, 11 Απριλίου 2012

Γιατί ο Χριστός δεν άλλαξε τον Ιούδα;

...

«Τότε, αφού πήγε στους αρχιερείς ένας από τους δώδεκα, ο Ιούδας ο Ισκαριώτης, είπε, τι θέλετε να μου δώσετε για να σας τον παραδώσω;»[...]

Και ακριβώς όταν η πόρνη μετανοούσε, όταν καταφιλούσε τα πόδια του Κυρίου, τότε πρόδινε το Δάσκαλο ο μαθητής. Γι’ αυτό είπε «τότε», για να μην κατηγορήσεις για αδυναμία το Δάσκαλο, όταν βλέπεις τον μαθητή του να τον προδίνει. Γιατί τόσο μεγάλη ήταν η δύναμη του Δασκάλου, ώστε να πείθει να Τον ακολουθούν ακόμη και οι πόρνες.

Θα αναρωτιόταν όμως κανείς, Εκείνος που είχε τη δύναμη να μεταστρέφει τις πόρνες και να τις κάνει να Τον ακολουθούν, δεν κατάφερε να κερδίσει την αγάπη του μαθητή του; Είχε τη δύναμη να κερδίσει το μαθητή, αλλά δεν επιθυμούσε να τον μεταβάλει αναγκαστικά στο καλό, ούτε με τη βία να τον προσελκύσει κοντά Του. «Τότε, αφού πήγε». Και το «αφού πήγε» αυτό δεν στερείται κάποιας σημασίας. Γιατί δεν κάλεσαν οι αρχιερείς τον Ιούδα, ούτε αναγκάστηκε, ούτε υποχρεώθηκε, αλλά ο ίδιος μόνος του κι ελεύθερα γέννησε την πονηρή αυτή σκέψη κι έβγαλε αυτή την απόφαση, χωρίς να έχει κανέναν σύμβουλο σ’ αυτό το πονηρό του έργο. «Τότε, αφού πήγε… ένας από τους δώδεκα». Τι σημαίνει το «ένας από τους δώδεκα»; Και αυτός ο λόγος «ένας από τους δώδεκα» δείχνει πως η κατηγορία του Ιούδα είναι πολύ μεγάλη. Γιατί ο Ιησούς είχε και άλλους μαθητές, εβδομήντα συνολικά. Αλλά εκείνοι βρίσκονταν σε δεύτερη θέση και δεν απολάμβαναν τόση τιμή, ούτε είχαν τόση οικειότητα με τον Διδάσκαλο, ούτε γνώριζαν τόσο τα μυστικά Του όσο οι δώδεκα. Αυτοί προπάντων ήταν οι εκλεκτοί, αυτοί αποτελούσαν τον στενό κύκλο του Βασιλιά, αυτοί αποτελούσαν την ομάδα που ήταν κοντά στο Δάσκαλο, και από αυτήν ξεπήδησε ο Ιούδας. Για να μάθεις, λοιπόν, ότι δεν Τον πρόδωσε απλώς κάποιος από τους μαθητές Του, αλλά ένας από τους εκλεκτούς Του, γι’ αυτό αναφέρει ο Ευαγγελιστής το «ένας από τους δώδεκα». Και δε ντρέπεται ο Ματθαίος να το αναφέρει. Αλλά για ποιο λόγο να ντραπεί; Το αναφέρει για να μάθεις πως παντού και πάντα λένε οι Ευαγγελιστές την αλήθεια και δεν αποκρύπτουν τίποτα, ακόμη και αυτά που θεωρούνται αξιοκατάκριτα. Γιατί αυτά που φαίνονται πως είναι αξιοκατάκριτα, αυτά αποδεικνύουν τη φιλανθρωπία του Κυρίου. Ότι δηλαδή προσέφερε τόσα πολλά αγαθά στον προδότη, το ληστή, τον κλέφτη (τον Ιούδα) και συνέχιζε μέχρι την τελευταία στιγμή να τον έχει κοντά Του. Και μάλιστα τον νουθετούσε και τον συμβούλευε και τον φρόντιζε με κάθε τρόπο. Αν εκείνος δεν έδινε σημασία, δεν φταίει ο Κύριος. Και μάρτυρας είναι η πόρνη, και μη πολυπαίρνεις θάρρος προσέχοντας τον Ιούδα. Γιατί και τα δύο αυτά είναι ολέθρια, και το υπέρμετρο θάρρος και η απελπισία (απόγνωση). Γιατί το υπέρμετρο θάρρος κάνει να πέσει κάτω αυτός που στέκεται όρθιος, και η απελπισία εμποδίζει να σηκωθεί αυτός που έχει πέσει. Γι’ αυτό και ο Παύλος συμβούλευε λέγοντας: «Αυτός που νομίζει πως στέκεται, ας προσέχει μην πέσει».

Έχεις τα παραδείγματα και των δύο πως έπεσε δηλαδή ο μαθητής, που νόμιζε πως στεκόταν όρθιος, και πως σηκώθηκε η πόρνη που είχε πέσει. Η σκέψη μας εύκολα παρασύρεται και η θέλησή μας είναι ευμετάβλητη. Γι’ αυτό πρέπει να διαφυλάσσουμε και να οχυρώνουμε τον εαυτό μας από παντού.[...]

«Τι θέλετε να μου δώσετε, κι εγώ θα σας Τον παραδώσω». Πες μου Ιούδα, αυτά σου έμαθε ο Χριστός; Γι’ αυτό το λόγο δεν έλεγε, «μην αποκτήσετε χρυσά νομίσματα, ούτε ασημένια, ούτε χάλκινα που να τα φυλάγετε στις ζώνες σας», θέλοντας να περιορίσει από πιο μπροστά τη φιλαργυρία σου;[...]

«Τι θέλετε να μου δώσετε, κι εγώ θα σας Τον παραδώσω». Πολύ σκληρά είναι τα λόγια αυτά. Πες μου, μπορείς εσύ να παραδώσεις Εκείνον που συγκρατεί τα πάντα, που εξουσιάζει τους δαίμονες, που διατάσσει τη θάλασσα και είναι ο Κύριος όλων όσων υπάρχουν στη φύση; Για να περιορίσει λοιπόν τη παραφροσύνη του και για να δείξει πως αν δεν ήθελε, δεν θα προδιδόταν, άκουσε τι κάνει. Κατά την ώρα ακριβώς της προδοσίας, όταν ήρθαν εναντίον Του κρατώντας ξύλα, λαμπάδες και πυρσούς, τους λέει: «Ποιον ζητάτε;» και δεν γνώριζαν Εκείνον που επρόκειτο να συλλάβουν. Τόσο πολύ έλειπε η δύναμη από τον Ιούδα στο να παραδώσει τον Κύριο, ώστε δεν Τον έβλεπε τη στιγμή που επρόκειτο να Τον παραδώσει, ενώ ήταν παρών, και όλα αυτά τη στιγμή που υπήρχαν τόσες λαμπάδες και τόση φωτοχυσία. Αυτό βέβαια υπαινίχθηκε και ο Ευαγγελιστής λέγοντας ότι είχαν λαμπάδες και πυρσούς και δεν τον έβλεπαν. Και κάθε ημέρα του το υπενθύμιζε και με λόγια και με έργα, ότι δηλαδή δεν θα μπορέσει να Τον προδώσει στα κρυφά. Και μάλιστα δεν του έκανε (ο Κύριος) παρατηρήσεις φανερά μπροστά σε άλλους, για να μην τον κάνει πιο αδιάντροπο, ούτε πάλι αποσιωπούσε τα σφάλματά του, για να μην νομίζει ότι περνούν απαρατήρητα και επιχειρήσει άφοβα την προδοσία, αλλά διαρκώς έλεγε: «Ένας από εσάς θα με παραδώσει», δεν τον φανέρωσε όμως.

Είπε πολλά (ο Κύριος) και για την κόλαση, πολλά και για τη Βασιλεία των ουρανών και απέδειξε τη δύναμη που είχε και για τα δύο, και για να τιμωρεί τους αμαρτωλούς και για να ανταμείβει τους δικαίους. Αλλά εκείνος (ο Ιούδας) όλα αυτά τα περιφρόνησε, ο Θεός όμως δεν τον ανακάλεσε με τη βία από αυτό που αποφάσισε. Επειδή λοιπόν μάς δημιούργησε ελεύθερους να διαλέγουμε τις κακές ή τις ενάρετες πράξεις, επιθυμεί να είμαστε καλοί με τη θέλησή μας. Γι’ αυτό αν εμείς δεν θέλουμε, ούτε μας πιέζει ούτε μας αναγκάζει. Επειδή αυτός που γίνεται με τη βία ενάρετος, δεν είναι δυνατόν να είναι ενάρετος. Αφού λοιπόν κι εκείνος ήταν ελεύθερος να διαλέξει και ήταν σε θέση να μην υποστεί βία για να κλίνει προς τη φιλαργυρία, γι’ αυτό τυφλώθηκε η σκέψη του, πρόδωσε τη σωτηρία του και είπε: «Τι θέλετε να μου δώσετε, κι εγώ θα σας Τον παραδώσω». Επικρίνοντας τη διανοητική του τύφλωση και την αναισθησία, ο Ευαγγελιστής λέει ότι την ώρα που πήγαν να συλλάβουν τον Κύριο, βρισκόταν μαζί τους και ο Ιούδας, εκείνος που είπε «τι θέλετε να μου δώσετε, κι εγώ θα σας Τον παραδώσω». Και όχι μόνο από αυτό είναι δυνατόν να δούμε τη δύναμη του Χριστού, αλλά και απ’ ότι μόλις Εκείνος απλώς μίλησε, απομακρύνθηκαν κι έπεσαν κάτω. Επειδή όμως ούτε μ’ αυτόν τον τρόπο δεν σταμάτησαν το επαίσχυντο έργο τους, παραδίνεται αμέσως σαν να έλεγε: Εγώ έκανα το καθήκον μου, αποκάλυψα τη δύναμή μου και απέδειξα ότι επιχειρείτε πράγματα ακατόρθωτα. Θέλησα να περιορίσω την κακία σας, αλλά επειδή εσείς δεν θελήσατε και επιμένετε στην παραφροσύνη σας, να, σας παραδίνομαι.

Τα ανέφερα όλα αυτά, για να μην κατηγορήσουν μερικοί τον Χριστό, και πουν: γιατί δεν μετέστρεψε τον Ιούδα;

Αγίου Ιωάννη του Χρυσοστόμου

,

Τρίτη, 10 Απριλίου 2012

«Το τροπάριο της Κασσιανής»

...

Ας έρθουμε τώρα στο γνωστότερο ποιητικό αριστούργημα της Κασσιανής, που ψάλλεται τη Μεγάλη Τρίτη το βράδυ και ανήκει στον όρθρο της Μεγάλης Τετάρτης, το «Κύριε, η εν πολλαίς αμαρτίαις». Αυτό το τροπάριο ψάλλεται στον πλάγιο δ’ ήχο, και είναι ποιητική, λυρική καθαρά επεξεργασία μιας Ευαγγελικής σκηνής, πολύ δραματικής: είναι η σκηνή, που ήρθε μια πόρνη κλαίουσα στο Χριστό, όταν Εκείνος βρισκόταν στο σπίτι του Φαρισαίου Σίμωνα, και άρχισε να περιχύνει με πολύτιμο μύρο και με καυτερά δάκρυα τα πόδια του, και ύστερα να σκουπίζει με τα ξέπλεκα μαλλιά της, που ως τότε ήταν δίχτυα, για να ψαρεύει τους νέους στην αμαρτία. Πρέπει να μην έχει κανείς τη παραμικρή ιδέα και γνώση από Λογοτεχνία γενικά, και από ποίηση ειδικότερα, για να αποδώσει τα αμαρτήματα του προσώπου του ποιήματος στην ποιήτρια, και να ταυτίσει έτσι τη πόρνη του Ευαγγελίου, με την οσία μοναχή Κασσιανή, που έγραψε το περίφημο αυτό ποίημα. Το ότι είναι καμωμένο για τη πόρνη του Ευαγγελίου το ποίημα, φαίνεται α) από εσωτερικές μαρτυρίες («οδυρομένη μύρα σοι προ του ενταφιασμού κομίζει»-«οίμοι λέγουσα» κ.λπ.), και β) από τις εξωτερικές μαρτυρίες, που μας τις δίνει η Παράδοση της Εκκλησίας, η οποία έχει βάλει το τροπάριο αυτό, να ψάλεται σ’ εκείνη την ημέρα της Μεγάλης Εβδομάδος, όπου γίνεται λόγος για τη μετάνοια και τη δημόσια εξομολόγηση «της αλειψάσης τον Κύριον μύρω πόρνης γυναικός».

Τελειώνοντας, ίσως δεν είναι άσκοπο να δώσουμε και μια πρόχειρη μετάφραση του τροπαρίου, αν και, όταν αποδοθεί καλά στη βυζαντινή μουσική, δεν έχει ανάγκη από καμιά γλωσσική ερμηνεία -για το φιλακόλουθο βέβαια χριστιανό της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Λέγει, λοιπόν, το τροπάριο αυτό της Κασσιανής τα ακόλουθα:
Κύριε, η γυναίκα που ξεστράτισε απ’ το δρόμο σου κ’ έπεσε σε πολλές αμαρτίες, μόλις κατάλαβε πως βρίσκεται κοντά της η πραγματική αγάπη, ο Κύριος των πάντων, ο Θεός, τα πούλησε όλα για ν’ αγοράσει πολύτιμα μύρα, και σαν άλλη μυροφόρα, έρχεται με στεναγμούς και δάκρυα, και σου φέρνει λίγο πριν απ’ τον ενταφιασμό σου, τα μύρα της αγάπης της. Αλλοίμονό μου, στενάζει η αμαρτωλή, που έχω μέσα μου νύχτα ολοσκότεινη και το μόνο που αναδεύει μέσα στο πηχτό σκοτάδι μου, είναι ο οίστρος της ακολασίας και ο έρωτας της αμαρτίας ο παντοτινός, που κάνουν τη ζωή μου σαν μια ζοφερή νύχτα, δίχως φεγγάρι. Αλλά εσύ, Κύριε μου, δέξου τα δάκρυα που τρέχουν σα βρύσες απ’ τα μάτια μου, Εσύ, που κάνεις το θαλασσινό νερό να γίνεται σύννεφο, και ύστερα πάλι απαλά στη γη να πέφτει. Σκύψε και άκουσε τους βαρυοστεναγμούς της πονεμένης μου καρδιάς, Εσύ που χαμήλωσες τους ουρανούς, με την ανέκφραστη Σου ενανθρώπηση. Άφησέ με να καταφιλήσω και να λούσω με τα δάκρυα μου τα άχραντα πόδια Σου, κ’ ύστερα να τα σφουγγίσω με τα μαλλιά της κεφαλής μου· να καταφιλήσω αυτά τα πόδια, που όταν, ένα δειλινό, η Εύα άκουσε τα βήματα τους στο Παράδεισο, έτρεξε να κρυφτεί από το φόβο της. Είμαι πολύ αμαρτωλή, Κύριε. Μα, όπως δεν μπορεί κανένας να μετρήσει τα πλήθη των αμαρτιών, που ως τώρα εγώ διέπραξα, έτσι δεν μπορεί κανένας να μετρήσει και τις αβύσσους της δικαιοκρισίας και της αγάπης Σου, με τις οποίες σώζεις τις ψυχές μας, Σωτήρα μου και Θεέ μου. Μην παραβλέψεις και περιφρονήσεις τώρα πια τη δούλη σου, που μετανόησε και σε παρακαλεί να τη σπλαχνιστείς, εσύ που είσαι η αμέτρητη και η άπειρη ευσπλαχνία.

Ο «έρως της αμαρτίας», που τυφλώνει τους σοφούς και κουρελιάζει τους δυνατούς, μας έχει και σήμερα καβαλικέψει όλους και μας κρατάει από τα πάθη και τις αδυναμίες μας, σα να πιάνεται απ’ τη χαίτη ενός αλόγου, που ο οίστρος της ακολασίας το σπρώχνει να γκρεμιστεί στην άβυσσο της απώλειας. Μακάρι να μπορούσαμε ν’ αποτινάξουμε όλοι, αυτές τις μέρες, τον οίστρο της ακολασίας και τον έρωτα της αμαρτίας, που μας κυβερνά, να πάρουμε να κάψουμε όλες τις αγάπες τις αμαρτωλές, και με τα μύρα των δακρύων μας να αλείψουμε τ’ άχραντα πόδια του Χριστού, που πορεύεται το δρόμο του μαρτυρίου, για χάρη μας.

Π.Β. ΠΑΣΧΟΥ

,

,

Σάββατο, 7 Απριλίου 2012

Είσοδος του Κυρίου στα Ιεροσόλυμα.

...

Το Σάββατο του Λαζάρου, από λειτουργικής πλευράς, είναι τα προεόρτια της Κυριακής των Βαΐων – της Εισόδου του Κυρίου μας στα Ιεροσόλυμα। Και οι δύο αυτές γιορτές έχουν ένα κοινό θέμα: το θρίαμβο και τη νίκη. Το Σάββατο του Λαζάρου αποκαλύπτει τον Εχθρό, δηλαδή το Θάνατο · η Κυριακή των Βαΐων προαναγγέλλει το νόημα της νίκης ως θρίαμβο της Βασιλείας του Θεού και ως αποδοχή από τον κόσμο του μόνου Βασιλέως , του Ιησού Χριστού.Σε όλη τη διάρκεια της επί γης ζωής του Ιησού Χριστού, η σεμνή είσοδός Του στην Αγία Πόλη ήταν το μόνο ορατό σημείο θριάμβου. Μέχρι αυτή τη μέρα ο Ιησούς έδειχνε επίμονη άρνηση σε κάθε περίπτωση θριάμβου και δόξας Του. Έξι μέρες όμως πριν το Πάσχα, όχι μόνο δέχτηκε να δοξαστεί, αλλά ο ίδιος προκάλεσε και οργάνωσε αυτή τη δόξα. Κάνοντας αυτό που προανήγγειλε ο προφήτης Ζαχαρίας: «ιδού ο Βασιλεύς σου έρχεται σοι… πραύς και επιβεβηπώς επί υποζύγιον και πώλον νέον» (Ζαχ. 9, 9), φανέρωσε ότι ήθελε να επιδοκιμαστεί και να αναγνωριστεί ως Μεσσίας, Βασιλέας και Λυτρωτής του Ισραήλ.Οι Ευαγγελικές περικοπές τονίζουν όλα αυτά τα μεσσιανικά στοιχεία, δηλαδή τους κλάδους των βαΐων και τα Ωσαννά, τις επευφημίες για τον Ιησού Χριστό ότι είναι ο Υιός του Δαυίδ και Βασιλέας του Ισραήλ. Η ιστορία του Ισραήλ τώρα ολοκληρώνεται, φτάνει στο τέλος της, αυτό εξ άλλου είναι και το νόημα αυτού του γεγονότος, της αγγελίας της Βασιλείας του Θεού. Για την εκπλήρωση του σκοπού αυτής της ιστορίας έπρεπε να αναγγελθεί και να προετοιμαστεί η Βασιλεία του Θεού, η έλευση του Μεσσία. Και τώρα εκπληρώθηκε, γιατί ο Βασιλέας εισέρχεται στην Αγία Πόλη Του και όλες οι προφητείες και o ι προσδοκίες βρίσκουν την εκπλήρωση τους στο Πρόσωπο Του. Ο Χριστός εγκαθιστά τη Βασιλεία Του επί της γης.Την Κυριακή των Βαΐων θυμόμαστε και τιμάμε αυτό το μέγιστο γεγονός. Κρατώντας κλάδους βαΐων ταυτιζόμαστε με το λαό της Ιερουσαλήμ . Μαζί τους χαιρετίζουμε τον ταπεινό Κύριο και Βασιλέα ψέλνοντας: «Ωσαννά, ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου». Άραγε ποιο είναι το αληθινό νόημα όλων αυτών σήμερα για μας;Πρώτα-πρώτα είναι η ομολογία μας ότι ο Χριστός είναι ο Βασιλέας και Κύριος μας. Πολύ συχνά, στην καθημερινή ζωή μας, ξεχνάμε ότι η Βασιλεία του Θεού έχει ήδη εγκατασταθεί στη γη και ότι την ημέρα της βαπτίσεώς μας γίναμε πολίτες αυτής της Βασιλείας και υποσχεθήκαμε η αφοσίωση και η πίστη μας σ’ αυτή να είναι πάνω από κάθε άλλη πίστη μας. Ας μην ξεχνάμε ότι ο Χριστός για λίγες ώρες ήταν πραγματικά ο Βασιλέας πάνω στη γη, σ’ αυτό τον κόσμο το δικό μας – για λίγες μόνο ώρες και σε μια συγκεκριμένη πόλη. Αλλά, όπως στο πρόσωπο του Λαζάρου αναγνωρίσαμε την εικόνα του καθενός από μας, του κάθε ανθρώπου ξεχωριστά, έτσι και σ’ αυτή την πόλη (την Ιερουσαλήμ) αναγνωρίζουμε το μυστηριακό κέντρο όλου του κόσμου και γενικά ολόκληρης της δημιουργίας. Γιατί ακριβώς αυτό είναι το βιβλικό νόημα της πόλης Ιερουσαλήμ, είναι δηλαδή το εστιακό σημείο όλης της ιστορίας της σωτηρίας και του λυτρωμού, είναι η Αγία Πόλη της έλευσης του θεού στη γη. Έτσι λοιπόν η Βασιλεία που εγκαταστάθηκε στην Ιερουσαλήμ είναι μια παγκόσμια Βασιλεία που αγκαλιάζει καθολικά τον άνθρωπο και όλη τη δημιουργία… Για λίγες ώρες – όμως αυτές οι ώρες ήταν πολύ αποφασιστικός χρόνος – φάνηκε επί της γης η τελική «ώρα του Ιησού», η ώρα της εκπλήρωσης από τον Θεό όλων των υποσχέσεων Του, όλων των αποφάσεων Του. Έφτασε στο τέλος όλη η προπαρασκευαστική πορεία που είχε αποκαλυφθεί στην Αγία Γραφή · ήρθε το τέλος όλων όσων ο Θεός έκανε για τον άνθρωπο. Έτσι αυτή η σύντομη ώρα του επί γης θριάμβου του Χριστού αποκτάει ένα αιώνιο νόημα. Εισάγει την πραγματικότητα της θείας Βασιλείας στο δικό μας χρόνο, στις δικές μας ώρες. Αυτή η Βασιλεία δίνει το νόημα στο χρόνο και γίνεται ο απώτερος, ο αιώνιος σκοπός του. Η Βασιλεία του Θεού αποκαλύφθηκε στον κόσμο τούτο και αυτή την ώρα · η παρουσία της κρίνει και μεταμορφώνει την ανθρώπινη ιστορία.Όταν, σε κάποια στιγμή της ακολουθίας, την Κυριακή των Βαΐων παίρνουμε από τον ιερέα έναν κλάδο βαΐων, ανανεώνουμε τον όρκο στον Βασιλέα μας, ομολογούμε ότι η Βασιλεία Του δίνει τελικό νόημα και περιεχόμενο στη ζωή μας. Ομολογούμε ότι το καθετί στη ζωή μας και στον κόσμο ανήκει στον Χριστό και τίποτε δεν μπορεί να αφαιρεθεί από τον μοναδικό, αληθινό Κτήτορά του, γιατί δεν υπάρχει περιοχή της ζωής όπου Εκείνος δεν κυβερνά, δεν σώζει, δεν λυτρώνει. Διακηρύττουμε την παγκόσμια, την καθολική ευθύνη της Εκκλησίας για την ανθρώπινη ιστορία και επιβεβαιώνουμε την παγκόσμια αποστολή της.Ξέρουμε, βέβαια, ότι ο Βασιλέας τον οποίο οι Ιουδαίοι ζητωκραύγαζαν τότε και τον οποίο εμείς σήμερα επιδοκιμάζουμε, βρίσκεται στο δρόμο προς το Γολγοθά, προς το Σταυρό και τον τάφο. Ξέρουμε, επίσης, πως αυτός ο σύντομος θρίαμβος δεν είναι παρά ο πρόλογος της θυσίας Του. Τα κλαδιά στα χέρια μας επιβεβαιώνουν την ετοιμότητα μας και τη διάθεση μας να Τον ακολουθήσουμε σ’ αυτό το δρόμο της θυσίας, και ότι αποδεχόμαστε τη θυσία και την αυταπάρνηση σαν τη μόνη βασιλική οδό προς τη θεία Βασιλεία. Τελικά αυτοί οι κλάδοι και η όλη γιορτή φανερώνουν την πίστη μας στην τελική νίκη του Χριστού.Η Βασιλεία του Θεού όμως είναι ακόμα κρυμμένη, ο κόσμος την αγνοεί και ζει σήμερα σαν να μην έχουν συμβεί όλα αυτά τα συγκλονιστικά γεγονότα. Σαν να μην έχει πεθάνει ατό Σταυρό και να μην έχει αναστηθεί ο Θεάνθρωπος. Εμείς όμως οι χριστιανοί πιστεύουμε στην ερχόμενη Βασιλεία στην όποια ο Θεός είναι «ο τα πάντα πληρών» και ο Χριστός είναι ο μόνος Βασιλέας.Στις ακολουθίες της Εκκλησίας μας θυμόμαστε τα γεγονότα του παρελθόντος. Αλλά όλο το νόημα και η δύναμη της Θείας Λειτουργίας βρίσκεται στο γεγονός ότι μετατρέπει την ανάμνηση σε παρόν, σε παρούσα πραγματικότητα. Την Κυριακή των Βαΐων αυτή η πραγματικότητα είναι η συμμετοχή μας στα γεγονότα, η ανταπόκριση μας σ’ αυτά, η ίδια η Βασιλεία του θεού. Ο Χριστός δεν μπαίνει πια στα Ιεροσόλυμα θριαμβευτής. Το έκανε μια φορά και για πάντα. Και δεν χρειάζεται πια «σύμβολα», γιατί δεν πέθανε στο Σταυρό για να μπορούμε εμείς αιώνια να «συμβολίζουμε» τη ζωή Του. Αλλά ζητάει από μας μια πραγματική, ειλικρινή αποδοχή της Βασιλείας που μας έφερε.

,

,

Πέμπτη, 5 Απριλίου 2012

Μπρος στο Σταυρό

,,,

Γονατιστός μπρος στο Σταυρό
με δάκρυα στα μάτια
γιατί, Χριστέ μου, ερωτώ
να με τρυπούν αγκάθια;

-Παιδί μου, μ’ αποκρίθηκε,
σε κίνδυνο βρισκόσουν,
του πλάνου θύμα θα ’πεφτες,
συντρίμμια θα γινόσουν.

Έσπευσα και σε φύλαξα,
έσωσα την ψυχή σου,
αντί γι’ αυτήν προτίμησα,
να πάσχει το κορμί σου.

Μα για ιδές και τ’ αγαθά
που’χω σε σε χαρίσει,
πνευματικά και υλικά,
τα ’χεις ποτέ μετρήσει;

Κοίτα και τούτες τι πληγές
που υπέμεινα για σένα
είναι βαθιές, οδυνηρές,
στάζουν για χάρη σου αίμα.

Γι’ αυτό και μην αγανακτείς,
ποτέ να μη γογγύσεις,
πρόσεξε μη καταθλιβείς,
μηδέ μελαγχολήσεις.

Υπόμενε, περίμενε
σαν τον Ιώβ τον άγιο,
έλπιζε και ειρήνευε
σαν τον μεγάλο Παύλο.

Υγεία πρώτα στην ψυχή
και έπειτα στο σώμα,
ζήτα θερμά στην προσευχή
με πίστη και με φλόγα.

Παιδί αγαπημένο μου
κοντά μου μείνε πάντα,
να ζεις στη βασιλεία Μου
με φως χαρά κι ελπίδα.

Σφιχταγκαλιάζω το σταυρό,
καταφιλώ τα πόδια,
ολόψυχα παρακαλώ:
«Μείνε μαζί μου αιώνια».


Νικολάου Βοϊνέσκου



,

Τετάρτη, 4 Απριλίου 2012

Μετάνοια και Ἐξομολόγηση

...

Τὸ μεγαλύτερο γεγονὸς τῆς ἐπίγειας ζωῆς μας εἶναι ἀναμφισβήτητα τὸ βάπτισμά μας. Τὴν ἡμέρα ποὺ βαπτισθήκαμε ἀρνηθήκαμε τὸ διάβολο, τὰ ἔργα του, τὴ λατρεία του, τὸ σκοτάδι του καὶ ἑνωθήκαμε μὲ τὸν Χριστό· μπολιαστήκαμε στὸ Πανάγιο Σῶμα Του, τὴν ἐκκλησία. Μὲ ἄλλα λόγια γίναμε παιδιὰ τοῦ Θεοῦ- Πατέρα, μέλη τῆς δικῆς Του οἰκογένειας. Καὶ ξεκινήσαμε μία πνευματικὴ πορεία, ποὺ σκοπὸ ἔχει τὴν τελείωσή μας, τὴν θέωσή μας. Ἡ πνευματικὴ ὅμως αὐτὴ πορεία, πολλὲς φορὲς διακόπτεται ἀπὸ τὴν ἀμέλειά μας καὶ τὴν ἁμαρτία. Ξεχνᾶμε τὶς δωρεὲς καὶ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, λησμονοῦμε τὶς ὑποσχέσεις ποὺ δώσαμε στὸ ἅγιο βάπτισμα καὶ ξαναγυρνᾶμε στὴ δουλεία τῆς ἁμαρτίας. Ὅμως ὁ φιλάνθρωπος Θεός, γνωρίζοντας τὴν ἀδυναμία μας, μᾶς προσφέρει τὴν δυνατότητα νὰ ἐπιστρέψουμε πάλι κοντά Του, νὰ διορθώσουμε τὴν πορεία μας, νὰ γιατρέψουμε τὶς πληγές μας. Καὶ αὐτὸ ἐπιτυγχάνεται μὲ τὸ μυστήριο τῆς μετανοίας καὶ ἐξομολογήσεως.
Ἡ ἁμαρτία καὶ οἱ καρποί της

Ἁμαρτία δὲν εἶναι ἁπλὰ καὶ μόνον ἡ παράβαση κάποιων νόμων, ἢ ἡ παράλειψη κάποιου καθήκοντος. Στὴν παραβολὴ τοῦ ἀσώτου ὁ Χριστὸς μᾶς δείχνει ὅτι ἡ ἁμαρτία εἶναι κάτι πολὺ βαθύτερο. Εἶναι μιὰ ἀνταρσία, μιὰ ἐπανάσταση, καὶ κατὰ συνέπεια, μιὰ ἀπομάκρυνση ἀπὸ τὸν Θεὸ-Πατέρα καὶ τὴν ἐκκλησία Του.

Οἱ καρποὶ αὐτῆς τῆς ἀπομάκρυνσης εἶναι ἐξαιρετικὰ πικροί. Ἡ ἀπομάκρυνση ἀπὸ τὸν Θεὸ σημαίνει θάνατο. Γι᾿ αὐτὸ καὶ ἁμαρτία, σὲ τελευταία ἀνάλυση, εἶναι κάθε ἐνέργεια αὐτοκαταστροφῆς. «Τὰ ὀψώνια τῆς ἁμαρτίας θάνατος».

Ἡ μετάνοια

Ἡ μετάνοια εἶναι ἕνα δεύτερο βάπτισμα, ἢ ἀνανέωση τοῦ βαπτίσματος. Δὲν εἶναι μιὰ τυπικὴ ἐξομολόγηση ποὺ κάνει κανεὶς πρὶν τὶς μεγάλες γιορτές, ἡ κάτω ἀπὸ σκληρὲς ψυχολογικὲς συνθῆκες. Ὅπως τὸ λέει ἡ λέξη, μετάνοια (μετανοῶ) σημαίνει τὴν ὁλοκληρωτικὴ ἀλλαγὴ ζωῆς, τὴν ἄρνηση τῆς ἁμαρτίας, τὴν ἀλλαγὴ τῆς νοοτροπίας. Ἐὰν δὲν θελήσουμε νὰ ἀπομακρυνθοῦμε ἀπὸ τὴν ἁμαρτία καὶ νὰ ἀλλάξουμε ζωή, τότε ἡ μετάνοιά μας δὲν εἶναι ἀληθινή.

Ἡ ἐξομολόγηση

Ἂν ἡ μετάνοια εἶναι τὸ πρῶτο μέρος τοῦ μυστηρίου, τὸ δεύτερο μέρος εἶναι ἡ ἐξομολόγηση, δηλαδή, ἡ ἐνώπιον τοῦ πνευματικοῦ ὁμολογία τῶν ἁμαρτιῶν μας. Ἐξομολόγηση, μὲ ἁπλὰ λόγια, εἶναι τὸ ἄδειασμα τοῦ δηλητηρίου. Ὅταν πιεῖ κανεὶς δηλητήριο δὲν ὑπάρχει ἄλλη λύση. Τὸ ἴδιο καὶ ἡ ἐξομολόγηση. Ἐκεῖ βγάζουμε τὸ δηλητήριο τῆς ἁμαρτίας. Ξεγυμνώνουμε τὴν ψυχή μας, ἀποκαλύπτουμε τὶς πληγές μας, ὁμολογοῦμε τὴν ἀρρώστια μας, προσκομίζουμε τὸν προσωπικό μας πόνο.

Προετοιμασία

Σὲ πολλὰ θέματα τῆς πίστης μας, παρόλο ποὺ λεγόμαστε Χριστιανοί, ἔχουμε μεγάλη ἄγνοια. Εἰδικὰ ὅμως στὸ θέμα τῆς μετάνοιας καὶ ἐξομολόγησης, ἡ ἄγνοια καὶ ἡ ἐπιπολαιότητα, βρίσκονται στὸν μεγαλύτερο βαθμό. Οἱ περισσότεροι προσερχόμαστε στὸ ἐξομολογητήριο ἐντελῶς ἀνέτοιμοι. Ζητᾶμε ἀπὸ τὸν ἱερέα νὰ μᾶς «ρωτήσει» αὐτός, σὰ νά ῾ναι ἡ ἐξομολόγηση ἀνακριτικὸ γραφεῖο. Ἢ προσερχόμαστε στὴν ἐξομολόγηση γιὰ νὰ ποῦμε πόσο «καλοὶ» ἄνθρωποι εἴμαστε καὶ πόσες καλοσύνες ἔχουμε κάνει. Ἡ στάση αὐτὴ δείχνει πὼς δὲν ἔχουμε ἐπιχειρηθεῖ μιὰ μικρή, ἔστω, προετοιμασία καὶ γνήσια αὐτοκριτική. Ἂν θέλουμε νά ῾μαστε εἰλικρινεῖς μὲ τὸν ἑαυτό μας, δὲν ὑπάρχει ἁμαρτία ποὺ νὰ μὴν τὴν ἔχουμε κάνει μὲ κάποιο τρόπο. Μιὰ προσεκτικὴ καὶ εἰλικρινὴς ἐξέταση τῆς καρδιᾶς μας, θὰ μᾶς δείξει πὼς μέσα μας φωλιάζουν πλήθη παθῶν καὶ ἁμαρτιῶν.

Γιατὶ, βέβαια, ἡ πραγματικὴ ἁμαρτωλότητα δὲν εἶναι μόνον ἡ ἐξωτερικὴ συμπεριφορά, ἀλλὰ ἡ ἐσωτερικὴ διάθεση καὶ ἐμπάθεια.

Αὐτοέλεγχος

Εἶναι, λοιπόν, ἀπαραίτητο πρὶν προσέλθουμε στὸν πνευματικό, νὰ καθίσουμε σ᾿ ἕνα ἥσυχο μέρος, νὰ προσευχηθοῦμε θερμὰ στὸν Θεὸ νὰ μᾶς δώσει ἀληθινὴ μετάνοια, νὰ φωτίσει τὰ κρυπτὰ τῶν καρδιῶν μας καὶ νὰ κάνουμε μιὰ ὅσο τὸ δυνατὸν τίμια βυθοσκόπηση. Στὴν προσπάθειά μας αὐτὴ θὰ μᾶς βοηθήσουν πολὺ μερικὰ κείμενα τῆς ἐκκλησίας μας, ὅπως ἡ ἀνάγνωση τῶν Δέκα Ἐντολῶν, τῆς ἐπὶ τοῦ Ὄρους Ὁμιλίας τοῦ Κυρίου, τῶν εὐχῶν τῆς Θείας Μεταλήψεως. Ὅλα αὐτὰ εἶναι ἕνας καθρέπτης, μέσα ἀπὸ τὸν ὁποῖο μποροῦμε νὰ δοῦμε τὸν ἐσωτερικό μας κόσμο.

Τὴν ἐξαγόρευσή μας μποροῦμε νὰ τὴν ὑποδιαιρέσουμε σὲ τρεῖς βασικοὺς τομεῖς:

α) Ἡ σχέση μας μὲ τὸν Θεό

■Ἔλλειψη ζωντανῆς σχέσης μὲ τὸν Θεό.
■Κλονισμὸς πίστεως καὶ ἐμπιστοσύνης στὸν Θεὸ καὶ στὴν πρόνοιά Του, στὶς ὁποιεσδήποτε δυσκολίες.
■Ζητήματα πίστεως, ἀδυναμίας, ἀμφιβολίας, ὀλιγοπιστίας.
■Ἀδιαφορία γιὰ τὴν προσευχή, νηστεία, θεία λατρεία, ἐκκλησιασμό, συχνὴ θεία μετάληψη.
■Ἀδιαφορία γιὰ τὴν μελέτη τῆς ἁγίας Γραφῆς καὶ πνευματικῶν βιβλίων.
■Γογγυσμὸς κατὰ τοῦ Θεοῦ, βλασφημία, ἢ λογισμοὶ βλασφημίας.
■Ὅρκος, ἐπιορκία, ψευδορκία, ταξίματα.
■Μαγεία, μαντεία, αἰσχρολογία κ.λπ., πίστη στὶς προλήψεις, στὴν τύχη, στὰ ὄνειρα.
β) Ἡ σχέση μας μὲ τὸν πλησίον

■Ἔλλειψη ἀγάπης γιὰ τὸν πλησίον, ἀδιαφορία γι᾿ αὐτόν, ὑποτίμηση, περιφρόνηση.
■Μίσος, φθόνος, χαιρεκακία, ἔχθρα, μνησικακία, ἐκδικητικότητα, ἀνταπόδοση κακοῦ, σκληρότητα, ἀσυγχωρησία, πικρία, ζήλεια.
■Ἐριστικότητα, φιλονικία, κατάρες, ὕβρεις, εἰρωνεία, ἐμπαιγμός, κοροϊδία, χειροδικία, φόνος.
■Κατάκριση, καταλαλιά, ἱεροκατηγορία, συκοφαντία, ραδιουργία, καχυποψία.
■Ψεῦδος, ἀνειλικρίνεια, ἀνεντιμότητα.
■Κλοπή, κατάχρηση, καταστροφὴ ξένης περιουσίας, κακομεταχείριση τῆς δημιουργίας τοῦ Θεοῦ.
■Ἀγνωμοσύνη, ἀχαριστία, ἀναίδεια, θρασύτητα, ἔλλειψη σεβασμοῦ σὲ γονεῖς, προϊσταμένους, ἱερεῖς κ.λπ.
■Σκανδαλισμὸς ἄλλων μὲ τὴ ζωή μας, τὴ συμπεριφορά μας, τὴν προκλητικὴ ἐμφάνιση.
■Παράλειψη καλοῦ καὶ ἐλεημοσύνης.
Στὴν οἰκογένεια:

■Ἔλλειψη ἀγάπης, πνεύματος θυσίας, ὑποχωρητικότητας καὶ ἀλληλοκατανόησης.
■Ἔλλειψη ἐνδιαφέροντος, καλοσύνης καὶ χρόνου γιὰ τὸν σύζυγο καὶ τὰ παιδιά.
■Ἐριστικόχητα, πεῖσμα, ὑπονόμευση συζύγου.
■Ἀδιαφορία γιὰ τὴν ἀνατροφὴ καὶ χριστιανικὴ ἀγωγὴ τῶν παιδιῶν.
■Παράλογες καὶ ἐγωιστικὲς ἀπαιτήσεις ἀπὸ σύζυγο καὶ παιδιά.
■Ἄκαιρες, πιεστικὲς καὶ ἀδικαιολόγητες ἐπεμβάσεις στὴ ζωὴ καὶ στὶς ἀποφάσεις τῶν παιδιῶν, ἢ στὶς οἰκογένειές τους.
■Ὑπονόμευση τῶν προσπαθειῶν τους καὶ τοῦ δεσμοῦ τους.
■Μοιχεία.
Στὸ ἐπάγγελμα:

■Ἀπάτη, νοθεία στὴν ἐργασία ἡ στὸ ἐμπόρευμα.
■Αἰσχροκέρδεια, κατάχρηση, παρανομία, τοκογλυφία, ἀπόκρυψη ἐμπορευμάτων, κλοπή.
■Ἀνεντιμότητα στὶς συναλλαγές, δολιότητα ἐπαγγέλματος.
■Κακομεταχείριση, ἐκμετάλλευση, ἀδικία σὲ βάρος τῶν ὑπαλλήλων, ἐργατῶν, ὑφισταμένων.
■Προσωποληψία.
γ) Ἡ σχέση μας μὲ τὸν ἑαυτό μας.

■Ἀδιαφορία γιὰ τὴν πνευματικὴ ζωὴ καὶ κατάρτισή μας.
■Ἀνευθυνότητα, ραθυμία, ἀκηδία, ἀμέλεια.
■Διασκεδάσεις, χαρτοπαιξία, γαστριμαργία, λαιμαργία, μέθη, ναρκωτικά.
■Φιλαργυρία, ἀπληστία, πλεονεξία, πλοῦτος, καταναλωτικὴ μανία, πολυτέλεια, ἐπιδίωξη βολέματος, ἀτομισμός.
■Ὑποκρισία.
■Αἰσχρολογία, ἀργολογία, φλυαρία.
■Θυμός, ὀργή.
■Ὑπερηφάνεια, οἴηση, ἐγωισμός, ὑπεροψία, ματαιοδοξία, κενοδοξία, φιλαρχία, φιλοπρωτεία, μεγαλομανία, μεγαλοστομία, φιλαρέσκεια, ἐπιδίωξη ἐπαίνων, πεῖσμα, ἰσχυρογνωμοσύνη, δαιμονικὴ αὐτοπεποίθηση, ἰδιοτροπία.
■Ἁμαρτίες καὶ πειρασμοὶ τῆς σάρκας.
■Ἔλλειψη σεβασμοῦ στὸ σῶμα, ποὺ εἶναι ὁ ναὸς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.
■Ἀνάγνωση ἀνήθικων περιοδικῶν, βιβλίων κ.λπ. ἡ θέαση ἀνήθικων κινηματογραφικῶν, θεατρικῶν, τηλεοπτικῶν ἔργων.
■Ἀνήθικες σκέψεις, λογισμοί, φαντασίες.
■Πορνεία, μοιχεία, αὐνανισμὸς κ.λπ. σαρκικὰ ἁμαρτήματα.
■Ἔκτρωση.
Ἀφοῦ, λοιπόν, ἐξετάσουμε τὸν ἑαυτό μας μὲ εἰλικρίνεια, ἂς γράψουμε σ᾿ ἕνα χαρτί, ὅ,τι συλλέξαμε ἀπ᾿ αὐτὴ τὴν ἔρευνα καὶ ὕστερα ἂς προστρέξουμε στὸν πνευματικό.

Ἐμπόδια-δικαιολογίες-ἐνστάσεις

Ὁ δρόμος τῆς ἐπιστροφῆς δὲν εἶναι χωρὶς ἐμπόδια. Ἐνῶ κατὰ βάθος μπορεῖ νὰ ἐπιθυμοῦμε τὴν ἐπιστροφή μας, δὲν κάνουμε τὸ σωτήριο βῆμα. Ἀναβάλλουμε τὴν ἐξομολόγηση, προσπαθώντας μὲ διάφορες δικαιολογίες νὰ καθησυχάσουμε τὴ συνείδησή μας. Εἶναι συνηθισμένες οἱ δικαιολογίες: «Γιατί νὰ ἐξομολογηθῶ; Δὲν σκότωσα, δὲν ἔκλεψα…» ἢ «ἐγὼ τὰ λέω στὴν εἰκόνα…» κ.λπ. Ἄλλοι, πάλι, διστάζουμε ἀπὸ ντροπή, ἢ ἀπόγνωση. Ἄλλοι ζητοῦμε ἀπὸ τὸν ἱερέα νὰ μᾶς διαβάσει εὐχέλαιο ἢ μόνον τὴν συγχωρητικὴ εὐχή. Ὅμως μάταια προσπαθοῦμε νὰ καθησυχάσουμε τὴ συνείδησή μας. Δικαιολογίες μποροῦμε νὰ βροῦμε ἄπειρες. Ἡ καρδιά μας ὅμως μόνον μὲ τὴν ἀληθινὴ μετάνοια μπορεῖ νὰ ἀναπαυτεῖ.



Μπροστὰ στὸν πνευματικὸ



Ὅταν εἴμαστε ἕτοιμοι γιὰ τὸ μεγάλο βῆμα, ἂς προστρέξουμε στὸν πνευματικό, ποὺ θὰ τὸν νιώσουμε σὰν πατέρα καὶ ἂς τοῦ ἀνοίξουμε τὴν καρδιά μας. Γιὰ νά ῾ναι εὐπρόσδεκτη ἀπὸ τὸν Θεὸ ἡ ἐξομολόγησή μας, πρέπει νὰ γίνει μὲ ταπείνωση, μὲ φόβο Θεοῦ, μὲ εἰλικρίνεια, μὲ ἀκρίβεια, χωρὶς ὑπερβολές. Ἂς ἔχουμε ὑπόψη μας ὅτι κατὰ τὴν ἱερὴ ὥρα τῆς ἐξομολόγησης:

α. Δὲν μεταφέρουμε εὐθύνες σὲ ἄλλους, δὲν ἀναφέρουμε ἄλλους, οὔτε ἐξομολογούμαστε τὰ ἁμαρτήματα ἄλλων. Ἀναλαμβάνουμε ὅλη τὴν εὐθύνη καὶ ἀποφεύγουμε τὶς δικαιολογίες καὶ τὰ μισόλογα.

β. Δὲν ἀρχίζουμε ἱστορίες ὁλόκληρες καὶ ἐκτεταμένες περιγραφές. Εἴμαστε σύντομοι καὶ συγκεκριμένοι.

γ. Δὲν ἐξομολογούμαστε γενικὰ καὶ ἀόριστα (π.χ. «Εἶμαι πολὺ ἁμαρτωλός», ἢ «ὅλες τὶς ἁμαρτίες τὶς ἔχω κάνει»). Ἀναφέρουμε συγκεκριμένα σὲ τί βρεθήκαμε ἀνάξιοί της ἀγάπης τοῦ Θεοῦ.

δ. Δὲν ἀναφέρουμε τὰ καλά μας ἔργα καὶ τὶς (ἀνύπαρκτες) «ἀρετές» μας.

ε. Δὲν ἀναφέρουμε ἁμαρτίες ποὺ ἔχουμε ἐξομολογηθεῖ (ἐκτὸς ἂν τὶς ἐπαναλάβαμε).

γ. Δὲν ἀποκρύπτουμε τίποτα, γιατὶ ἔτσι ἐμπαίζουμε τὸ μυστήριο.

Μετὰ τὴν ἐξομολόγηση

Ὁ πνευματικός μας πατέρας, ἀφοῦ μᾶς ἀκούσει, θὰ μᾶς συμβουλεύσει καὶ θὰ μᾶς κατατοπίσει πῶς θὰ ἀγωνιστοῦμε καὶ πῶς θὰ διορθώσουμε τὴν πορεία μας. Πιθανὸν νὰ μᾶς δώσει κάποιο ἐπιτίμιο. Αὐτὸ δὲν ἔχει χαρακτήρα τιμωρίας ἢ ἐξιλέωσης. Τὸ ἐπιτίμιο εἶναι πνευματικὸ φάρμακο καὶ πνευματικὸ ἀγώνισμα ποὺ θὰ μᾶς βοηθήσει ἀποτελεσματικά, γι᾿ αὐτὸ καὶ πρέπει νὰ τὸ δεχόμαστε μὲ εὐγνωμοσύνη καὶ νὰ τὸ τηροῦμε μὲ ἐπιμέλεια καὶ ἀκρίβεια.

Στὸ τέλος ὁ πνευματικός μας θὰ μᾶς διαβάσει τὴν συγχωρητικὴ εὐχὴ καὶ ἔτσι θὰ ἀποκατασταθοῦμε πάλι στὸ πατρικὸ σπίτι, στὴν οἰκογένεια τοῦ Θεοῦ-Πατέρα. Καὶ ὁ οὐράνιος Πατέρας ἑτοιμάζει καὶ μᾶς παραθέτει οὐράνια τράπεζα. Μᾶς κάνει κοινωνοὺς τοῦ σώματος καὶ αἵματός Του. Μᾶς ἑνώνει μὲ τοὺς ἄλλους ἀδελφούς μας.

Μετάνοια: ἕνας ἀτέλειωτος δρόμος

Πολλοὶ ρωτοῦν: «Κάθε πότε πρέπει νὰ ἐξομολογούμαστε»; Θὰ ἀπαντήσουμε πολὺ ἁπλά: Ὅποτε ἔχουμε κάτι. Οὔτε ἀραιὰ καὶ σπάνια, ἀλλὰ οὔτε καὶ μὲ τὸ παραμικρό. Ἂν π.χ. πέσουμε καὶ χτυπήσουμε καὶ τὸ τραῦμα εἶναι μικρό, δὲν χρειάζεται νὰ ἐνοχλήσουμε τὸν γιατρό. Ἂν τὸ τραῦμα εἶναι μεγάλο, τότε ἀσφαλῶς θὰ τὸν ἐπισκεφθοῦμε.

Ἀφοῦ, λοιπόν, τὰ καθημερινὰ ἁμαρτήματα δὲν μποροῦμε εὔκολα νὰ τὰ ἀποφύγουμε, θὰ προσπαθήσουμε νὰ ζοῦμε σὲ συνεχῆ μετάνοια καὶ τακτικὴ ἐξομολόγηση. Χρονικὲς συνταγὲς δὲν ὑπάρχουν. Ὁ καθένας ἔχει τὴν ἰδιαιτερότητά του, τὶς δικές του ἀνάγκες καὶ μποροῦμε μὲ τὸν πνευματικό μας πατέρα νὰ βροῦμε τὴν χρυσὴ τομή.

Τέλος ἂς μὴν ξεχνᾶμε ὅτι ἡ μετάνοια εἶναι ἕνας ἀτέλειωτος δρόμος, μιὰ διαρκὴς κατάσταση, ποὺ δὲν σταματάει ποτέ. Δὲν ὑπάρχει τέλος στὴ μετάνοια, γιατί τοῦτο θὰ σήμαινε τέλεια ὁμοίωση μὲ τὸν Θεό. Ἔτσι ἔζησαν οἱ ἅγιοι τῆς ἐκκλησίας μας. Ἔτσι ἂς προσπαθήσουμε νὰ τὴν ζήσουμε καὶ ἐμεῖς. Αὐτὴ ἂς εἶναι καὶ ἡ προσευχή μας: «Κύριε, δώρησαί μοι μετάνοιαν ὁλόκληρον καὶ καρδίαν ἐπίπονον εἰς ἀναζήτησίν σου».

Πηγή: http://www.nektarios.gr/



,

Δευτέρα, 2 Απριλίου 2012

Ιδού έστηκα επί την θύρα και κρούω...

...

...Τον είδα να έρχεται. Βάδιζε γοργά. Ήξερα ή μάλλον ένιωθα ότι ερχόταν σπίτι μου και απομακρύνθηκα βιαστικά από το παράθυρο για να μη με δει. Γιατί δεν ήμουν βέβαιη πως θα Του άνοιγα.
Οι επισκέψεις Του μου δημιουργούν μιαν εντύπωση αμφίβολη, αντιφατική. Γνωριζόμαστε από καιρό πολύ. Ήτανε εποχές που συνδεόμαστε στενά. Ύστερα οι σχέσεις ξεμάκρυναν. Από τη μία αισθανόμουν τιμή και ευτυχία που Τον είχα κοντά μου. Απ’ την άλλη αισθανόμουν συχνά ενοχλημένη. Μου έκανε ερωτήσεις προσωπικές, κάπως απότομες που τις ένιωθα σαν εγκαύματα. Προσπαθούσα να γυρίσω τη συζήτηση στην περιοχή των ιδεών και των θεωριών.
Όμως, πάντα την ξανάφερνε προς τα ιδιαίτερα πράγματα για τα οποία φοβόμουν να μιλήσω. Πολλές φορές ήρθε, κι αντί ν’ ανοίξω κρύφτηκα, όχι χωρίς ντροπή, όχι χωρίς τύψεις…
Να που τώρα ήρθε στη θύρα μου. Όχι στην κύρια είσοδο του σπιτιού μου. Στέκεται αυτή τη στιγμή εμπρός σε μια μικρότερη πίσω θύρα μου.
Στην αρχή των στενών μας σχέσεων, όταν δεν ήθελα να έχω μυστικά από Αυτόν, τον είχα παρακαλέσει να έρχεται πάντα απ’ αυτή την πίσω θύρα, αφήνοντας τη μεγάλη θύρα για τους ξένους, για τις τυπικές επισκέψεις. Ύστερα, άρχισα να δοκιμάζω στενοχώρια, γιατί χρησιμοποιούσε αυτή την ιδιαίτερη θύρα. Μπαίνοντας από πίσω περνούσε κι έβλεπε οικογενειακά δωμάτια ασυγύριστα. Φαινόταν να νοιάζεται για την τραπεζαρία μου, το μαγειρείο μου, τον κοιτώνα μου. Η αταξία και η σκόνη δεν του ξέφευγαν. Έκανε μάλιστα και νύξεις, διακριτικές μαζί και ευθείες. Απάντησα με προφάσεις: «ω! είναι τόσο δύσκολο… δεν προλαβαίνω!». Μου λέει τότε: «Αν προσπαθούσαμε μαζί και οι δύο;». Αλλά φοβόμουν, φοβόμουν μήπως ανακάλυπτε πόσο μερικά πράγματα δεν ήταν όπως έπρεπε να είναι. Καθυστερούσα, προφασιζόμουν επείγουσες απασχολήσεις. Για να δώσω τέλος, κατάργησα την πίσω θύρα. Τον έβαλα από τότε από τη θύρα της πρόσοψης. Τον δέχτηκα στο σαλόνι. Οι επισκέψεις Του έγιναν ολοένα πιο ψυχρές, πιο τυπικές…
Ήρθε λοιπόν, στην πίσω θύρα. Είναι κλειστή. Από τότε που η θύρα Του καταργήθηκε μια άγρια βλάστηση άρχισε να την σκεπάζει. Ο κισσός μεγαλώνει ελεύθερα. Στο κατώφλι φυτρώνουν φυτά δηλητηριώδη. Η κλειδωνιά σκούριασε. Στάθηκε μπροστά στη θύρα Του και την κοιτάζει. Θα χτυπήσει; Θέλει λοιπόν να μπει απ’ αυτήν τη θύρα και να δείξει έτσι ότι επιθυμεί ν’ ανανεώσει τις αλλοτινές στενές μας σχέσεις;; Αλλά να που χτυπά!!! Θα Του ανοίξω;; Τίποτα δεν είναι έτοιμο για να Τον δεχτώ. Μια αταξία φοβερή απλώνεται παντού. Και που είναι το κλειδί αυτής της θύρας;; Χτυπά ακόμη… Τον παρατηρώ από μακριά. Χτυπά σιγά. Δεν δίνει γροθιές. Κρούει αργά τη θύρα με το μεγάλο δάχτυλο. Βλέπω πως το βλέμμα Του δεν πηγαίνει ίσια στην πόρτα. Χτυπώντας κοιτά στο πλάι και ψηλά κατά τον ουρανό. Η έκφρασή Του είναι σοβαρή, προσεκτική αλλά όχι ανυπόμονη. Μοιάζει να συγκεντρώνεται, όχι στην θύρα και στην απόκρισή μου αλλά στη χάρη που ο Πατέρας μπορεί να δώσει, στην απόφαση που ο Πατέρας μπορεί να εμπνεύσει. Χτυπά ολοένα. Τι να κάνω;; Δεν μπορώ να ζήσω χωρίς την παρουσία Του και δεν μπορώ να υποφέρω την παρουσία Του. Αν ανοίξω θα μου κάνει παρατηρήσεις. Θα προσπαθήσω να δικαιολογηθώ. Δεν μπορώ να ανοίξω παρά αν Του παραδοθώ χωρίς όρους. Τότε δεν θα υπάρχουν προβλήματα.. Εμπρός! Πηγαίνω προς την θύρα. Ανοίγω αυτή την θύρα, που τρίζει και την εμποδίζουν τα παράσιτα φυτά.
Χάνομαι: «Κύριε, έμπα. Κύριε, ξέρεις…»Θα έλεγα «ξέρεις πως μ’ όλα ταύτα Σ’ αγαπώ!». Δεν τολμώ όμως να συνεχίσω την φράση κι ένας λυγμός πνίγει τη φωνή μου. Λέει: «Ξέρω… θα δειπνήσω μαζί σου.». Φωνάζω: «Κύριε, δεν ετοίμασα δείπνο. Δεν έχω τίποτα απ’ ότι χρειάζεται». Απαντά: «Εγώ σε καλώ στο δείπνο μου, θέλω στο σπίτι σου να εορτάσω το δείπνο μου».

,

Αναδημοσίευση από Ιστολόγιο "Συναξάρι "

.