Ιερός Ναός Αγίων Πάντων Μακεδονίτισσας

Ιερός Ναός Αγίων Πάντων Μακεδονίτισσας
Άγιοι του Θεού πρεσβεύετε υπέρ ημών !

Τετάρτη, 31 Αυγούστου 2011

Η μητέρα του Θεού

...

Θέλω απόψε να μιλήσω για την Ευλογημένη Παρθένο, τη Μητέρα του Θεού εν σχέσει προς εμάς – να προσπαθήσουμε να βρούμε τι μπορούμε να μάθουμε από Αυτήν, τι σημαίνει για μας η Παναγία, ως προσωποποίηση, θα λέγαμε, του ιδεώδους για μας.

Θέλω πρώτα να αναφερθώ στο γεγονός ότι εμείς οι Ορθόδοξοι την ονομάζουμε Μητέρα του Θεού. Με αυτό εννοούμε απλώς ότι Εκείνη είναι το πρόσωπο που έφερε τον Σαρκωθέντα Θεό στον κόσμο. Βεβαίως, δεν είναι Μητέρα Του ως πρός την θεότητά Του, αλλά χωρίς Αυτήν ο Λόγος δεν θα είχε γίνει σαρξ, ο Υιός του Θεού δεν θα είχε γίνει Υιός του ανθρώπου. Μου φαίνεται ότι ο Άγγλος συγγραφέας Charles Williams περιγράφει με τον ωραιότερο τρόπο το γεγονός, υποδεικνύοντας ταυτόχρονα και την πραγματικότητα του γεγονότος και τον αποφασιστικό ρόλο της Μητέρας του Θεού. Λέει ότι… όταν ήρθε το πλήρωμα του χρόνου, μια κόρη του Ισραήλ αποδείχθηκε ικανή να προφέρει το όνομα του Θεού με όλη της τη διάνοια, με όλη της τη βούληση και με όλη της τη σάρκα, και ο Λόγος σάρξ εγένετο. Ήταν ένα δώρο του εαυτού της και την ίδια στιγμή ήταν και μια ηρωική και ανεπιφύλακτη αποδοχή: ένα δώρο του εαυτού της εν ταπεινώσει και μια ηρωική αποδοχή, διότι γνώριζε τι θα μπορούσε να της συμβεί, τι σήμαινε η αποδοχή αυτή, αν τη δούμε με ανθρώπινο μάτι.
Ίσως κάποιοι από σας θυμάστε ότι η λέξη humility (ταπείνωση) προέρχεται από το λατινικό humus που σημαίνει γόνιμο έδαφος. Η ταπείνωση δεν είναι μία κατάσταση την οποία προσπαθούμε να αντιγράψουμε λέγοντας ότι είμαστε ανάξιοι, ότι δεν είμαστε τόσο καλοί όσο οι άλλοι μας θεωρούν – αν μας θεωρούν. Η ταπείνωση είναι η κατάσταση της γης, που παραμένει απολύτως ανοιχτή και υποταγμένη: ανοιχτή σε όλες τις δραστηριότητες των ανθρώπων, δεκτική στη βροχή, στα σκουπίδια μας, στο όργωμα – υποταγμένη και προσφερόμενη αποδίδει καρπούς. Αυτή είναι η πεμπτουσία της ταπείνωσης και αυτό το είδος ταπείνωσης βλέπουμε στην Μητέρα του Θεού. Κι αυτό είναι κάτι που θα μπορούσαμε να μάθουμε απ’ Αυτήν, αν και ως μάθημα είναι τόσο δύσκολο!

Εμείς συνεχώς και κατά τρόπο οδυνηρό φοβόμαστε να προσφερθούμε, να υποταχθούμε, να δώσουμε τον εαυτό μας στον Θεό ή ακόμη και σ’ εκείνους που αγαπούμε και μας αγαπούν. Η αυτοπαράδοση μας τρομάζει, επειδή υπονοεί ένα είδος αδυναμίας. Αρνούμενοι να προσφέρουμε τον εαυτό μας, έχουμε μια αίσθηση δύναμης και σθένους· ωστόσο το σθένος μας δεν μπορεί να καταφέρει μεγάλα πράγματα. Θυμάστε πιθανόν, πως ο Παύλος ζήτησε από τον Θεό να του δώσει δύναμη να εκπληρώσει την αποστολή του, και πως ο Κύριος απάντησε «αρκεί σοι η χάρις μου· η δύναμις μου εν ασθενεία τελειούται» ( Β΄Κορ. 12, 9). Η αδυναμία βέβαια για την οποία μιλάει ο Κύριος δεν είναι ούτε τεμπελιά ούτε νωθρότητα ούτε δειλία. Πρόκειται για μια άλλη αδυναμία, γι’ αυτήν της υποταγής…….

Να ποια ήταν η αδυναμία και η άνευ όρων παράδοση που διακρίνουμε στη γενναιόδωρη προσφορά της Μητέρας του Θεού πρός τον Κύριό Της. Είναι εκείνη που στο πόσωπο Της ανταποκρίθηκε ολόκληρη η δημιουργία στον Δημιουργό. Ο Θεός προσφέρει τον εαυτό Του και η κτίση στο δικό Της πρόσωπο Τον δέχεται, Τον υποδέχεται λατρευτικά, αγαπητικά, με μια ελεύθερη και τολμηρή απόφαση….

Συχνά, δεν συνειδητοποιούμε το ακριβές νόημα των λόγων του Αρχαγγέλου κατά τον Ευαγγελισμό. Ο Αρχάγγελος είπε στην Παρθένο ότι θα γεννήσει ένα γιο και εμείς θαυμάζουμε και μένουμε έκπληκτοι με το όνομα του Παιδίου Ιησού που είναι ο σωτήρας μας. Εκείνη όμως τη στιγμή η υπόσχεση ήταν και απειλή: Σύμφωνα με τον νόμο της Παλαιάς Διαθήκης, ένα άγαμο κορίτσι που εγκυμονούσε έπρεπε να τιμωρηθεί με λιθοβολισμό. Η Μαρία δεν είπε: «Αυτό δεν μπορεί να γίνει· θα μου κοστίσει τη ζωή». Και δεν το είπε γιατί πίστευε ότι κάθε λόγος του Θεού, κάθε υπόσχεσή Του εκπληρώνεται. Είπε: «Ιδού η δούλη Κυρίου, γένοιτο μοι κατά το ρήμα σου». Και το «ρήμα Του», ανθρωπίνως ήταν ο θάνατος Της, εκτός αν συνέβαινε κανένα θαύμα. Κάτι μπορούμε να μάθουμε από αυτό, εμείς που τόσο συχνά δυσπιστούμε στην αμεσότητα και τις υποσχέσεις του Θεού: «Ποιό είναι το κόστος που πρέπει να πληρώσουμε; Ποιόν κίνδυνο εμπεριέχει η υπακοή και η υποταγή στο θέλημα Του ή στην κλήση Του;», διστάζουμε. Και σ’ αυτό, η Παρθένος του Ισραήλ αποδείχθηκε άξια θυγατέρα Αβράμ, όπως ο Ισαάκ….

Εμπιστεύθηκε τον λόγο του Θεού ως αληθινό, και πρέπει να μάθουμε από αυτό ότι, εάν θέλουμε να ανήκουμε στη νέα κτίση…πρέπει να δείχνουμε την πιστότητα που έδειξε η Παναγία…..

Και τέλος, δύο γεγονότα που θα ήθελα να συνδυάσω: η Υπαπαντή του Χριστού και η Σταύρωση: κάθε πρωτότοκο αγόρι έπρεπε να οδηγείται ως προσφορά στον Ναό. Αν κοιτάξουμε πρός τα πίσω, στην Παλαιά Διαθήκη, για το πως θεσμοθετήθηκε αυτό, θα ανακαλύψουμε ότι ο Θεός διέταξε τους Εβραίους να προσκομίζουν τα πρωτότοκα αγόρια τους στον ναό ως θυσία, έναντι των πρωτοτόκων των Αιγυπτίων, που χρειάστηκε να πεθάνουν, προκειμένου οι Εβραίοι να αφεθούν ελεύθεροι να φύγουν. Κάθε πρωτότοκο αγόρι, άρα, προσφερόταν στον Ναό και ο Θεός είχε το δικαίωμα ζωής και θανάτου επάνω του. Με το πέρασμα των αιώνων, ο Θεός δεχόταν υποκατάστατα της θυσίας, τρυγόνια και πρόβατα, και μόνο μία φορά δέχτηκε ανθρώπινη προσφορά: τον Μονογενή Του Υιό που χρειάστηκε να πεθάνει στον Σταυρό για να εξαγοράσει το ανθρώπινο γένος – άρα τα δύο γεγονότα συνδέονται μεταξύ τους. Αλλά η Μητέρα που έφερε αυτό το παιδί ήξερε ότι ο Θεός είχε εξουσία ζωής και θανάτου επάνω Του, ωστόσο, χωρίς δισταγμό, με ταπείνωση και πιστότητα το έφερε. Αργότερα, όταν σταθούμε στον Γολγοθά, όπως τον περιγράφουν τα Ευαγγέλια, δεν θα δούμε μία μητέρα που λιποθυμά ή μία μητέρα που διαμαρτύρεται ή εκλιπαρεί για έλεος, όπως πολλές φορές απεικονίζεται. Στα πόδια του Σταυρού, βλέπουμε την Μητέρα του Θεού τυλιγμένη σε μια βαθειά, τραγική σιγή, να βλέπει την εκπλήρωση αυτού που είχε αρχίσει όταν έφερε το παιδί Της στον Ναό. Έστεκε σιωπηλή, απόλυτα ταυτισμένη με τη θεία και ανθρώπινη βουλή του Υιού Της: εκπλήρωνε την προσφορά που είχε αρχίσει τριάντα τρία περίπου χρόνια πρίν, συναινώντας στη βούληση του Θεού, συναινώντας στη βουλή του θείου Υιού Της, παραιτημένη από το δικό της θέλημα, τις δικές της ελπίδες, σε μια κίνηση προσφοράς.

Αυτό είναι κάτι που πολύ λίγοι από μας θα χρειαστεί να αντιμετωπίσουμε στη ζωή μας, τουλάχιστον αυτό ελπίζω…….

Να δώσει ο Θεός να διδαχτούμε από την αδύναμη αυτή Κόρη την ηρωική της απλότητα και τη θαυμαστή πληρότητα. Και ας μάθουμε από όλα τα βήματα της ζωής της, από την αυταπάρνηση και το δώρο του εαυτού Της, όλη την ομορφιάς της υπέροχης ταπεινώσεως Της και της τέλειας υπακοής της στον νόμο της αιώνιας ζωής.

( Anthony Bloom, Ο Ευάλωτος Θεός, Το μυστήριο της Γέννησης του Σωτήρα, Εκδ. «Εν πλώ», Αθήνα 2008, σ.87 κ.ε. αποσπάσματα).

Δευτέρα, 29 Αυγούστου 2011

Η Αποτομή της κεφαλής του Τιμίου Προφήτου Προδρόμου και Βαπτιστού Ιωάννου.

...

Η Εκκλησία την 29η Αυγούστου εορτάζει την αποτομή της κεφαλής του Τιμίου Προδρόμου, γιατί, παρόλο που ως γεγονός το μαρτύριο του Αγίου Ιωάννη του Βαπτιστή -όπως και κάθε Μάρτυρα- είναι αιτία πόνου και δακρύων, αυτό είναι μυστήριο που τελειοποιεί τον άνθρωπο και τον εισάγει δοξασμένο μέσα στην βασιλεία του εν Τριάδι Θεού.
Ο Τίμιος Πρόδρομος, λοιπόν, είναι ο υιός του Προφήτη και Αρχιερέα Ζαχαρία και της Αγίας Ελισάβετ. Προέρχεται από τη φυλή του αρχιερέα Ααρών και από την πατριά του Δαυίδ. Ακόμη, μέσα από το λεγόμενο πρωτευαγγέλιο του Ιακώβου του Αδελφοθέου μαθαίνουμε ότι ο Άγιος Ιωάννης ο Βαπτιστής είναι συγγενής με τον Κύριο μας Ιησού Χριστό, αφού η Υπεραγία Θεοτόκος και η μητέρα του Ελισάβετ είναι εξαδέλφες.
Η Αγία Ελισάβετ, λοιπόν, για χρόνια πολλά δεν μπορούσε να τεκτοποιήσει, γιατί ήταν στείρα. Η Χάρη του Θεού, όμως, την αξίωσε, αν και σε βαθύ γήρας, να συλλάβει και να γεννήσει τον Άγιο Ιωάννη. Σύμφωνα με την διήγηση της Καινής Διαθήκης (Λουκά 1, 5-25 και 57-80) κατά την ημέρα της εορτής του Εξιλασμού ο Προφήτης Ζαχαρίας, που ήταν ο εφημερεύων Αρχιερέας, εισήλθε στο Ναό με σκοπό να προσφέρει θυμίαμα. Εκεί εμφανίσθηκε, στα δεξιά του θυσιαστηρίου, ο Αρχάγγελος Γαβριήλ. Ο Αρχάγγελος διεμήνυσε στο Ζαχαρία ότι ο Θεός εισήκουσε τις προσευχές του και η γυναίκα του θα γεννήσει υιό και μάλιστα θα πρέπει να του δοθεί το όνομα Ιωάννης, που σημαίνει δώρο Θεού. Στο άκουσμα αυτό ο Ζαχαρίας δεν πείστηκε, λόγω του προχωρημένου της ηλικίας τους. Τότε, για να τον βεβαιώσει ο Αρχάγγελος πως όντως είναι θέλημα Θεού να γεννηθεί ο Πρόδρομος του πήρε τη φωνή, ωσότου πραγματοποιήθηκαν οι υποσχέσεις του Κυρίου.
Την ογδόη ημέρα από τη γέννησή του, όταν επρόκειτο να γίνει η περιτομή του, ρώτησαν οι συγγενείς πως θα ονομαστεί το παιδί. Ο πατέρας του Ζαχαρίας επειδή ακόμη δεν μπορούσε να μιλήσει έγραψε επάνω σε μία πλάκα: «Ἰωάννης ἐστὶ τὸ ὄνομα αὐτοῦ». Τότε ακριβώς ξαναβρήκε τη φωνή του. Δοξολόγησε το Θεό και είπε προς το άγιο παιδί του: «Και σύ, παιδίον, προφήτης Ὑψίστου κληθήση• προπορεύση γὰρ πρὸ προσώπου Κυρίου ἐτοιμᾶσαι ὀδούς Αὐτοῦ, τοῦ δοῦναι γνῶσιν σωτηρίας τῷ λαώ Αὐτοῦ, ἐν ἀφέσει ἁμαρτιῶν αὐτῶν διὰ σπλάγχνα ἐλέους Θεοῦ ἠμῶν, ἐν οἲς ἐπεσκέψατο ἠμᾶς ἀνατολὴ ἐξ ὕψους, ἐπιφάναι τοὶς ἐν σκότει καὶ σκιὰ θανάτου καθημένοις, τοῦ κατευθύναι τοὺς πόδας ἠμῶν εἰς ὁδὸν εἰρήνης» (Λουκά 1, 76-79).
Πολυ νωρίς ο Άγιος Ιωάννης κατέφυγε στην έρημο, για να αγωνιστεί πνευματικά, όπου ζούσε υπό τους όρους της χρείας και όχι της πλεονεξίας. Για ενδυμασία του είχε ένα χιτώνα από τρίχες καμήλας, ενώ τρεφόταν με ακρίδες (βλαστάρια) και άγριο μέλι δέντρων. Ο Πρόδρομος, «ως λύχνος καιόμενος και φαίνων», έδειχνε σε όλους τους προσερχομένους την οδό της μετανοίας και κήρυττε ότι η βασιλεία του Θεού πλησιάζει, δίνοντας έτσι και πάλι ελπίδα στους ανθρώπους. Επιτέλους, μετά από πάρα πολλά χρόνια ακουγόταν λόγος αληθινά προφητικός.
Ο Άγιος Ιωάννης ο Βαπτιστής είναι ο τελευταίος θεοφόρος άνδρας που όχι μόνο αναγγέλει την έλευση του Ιησού Χριστού, αλλά συγχρόνως συμμετέχει σε αυτή ως ο Πρόδρομος του Κυρίου. Είναι Προφήτης εξ άκρας συλλήψεως, αφού μόλις έξι μηνών σκίρτησε από αγαλλίαση στην κοιλιά της μητέρας του Ελισάβετ όταν αυτή συνάντησε την Παναγία. «Είναι ο μείζων εν γεννητοίς γυναικών», σύμφωνα με την μαρτυρία του ίδιου του Κυρίου (Ματθ. 11, 11.). Ο προηγούμενος γνήσιος Προφήτης, ο Μαλαχίας, έζησε πεντακόσια περίπου έτη πριν από τον Ιωάννη και μάλιστα προείπε για τον Πρόδρομο ότι: «Ως γέγραπται εν ταις προφήταις, ιδού εγώ αποστέλλω τον άγγελόν μου προ προσώπου σου, ος κατασκευάσει την οδόν σου έμπροσθεν σου» (Μαλ.3,1). Παρομοίως προανάγγειλε το προδρομικό του έργο στον κόσμο και ο Προφήτης Ησαΐας: «φωνή βοώντος εν τη ερήμω, ετοιμάσατε την οδόν Κυρίου, ευθείας ποιείτε τας τρίβους αυτού» (Ησ. 40,3). Αυτός ο αυτήκοος και αυτόποτης μάρτυρας του Κυρίου και σεβασμιώτερος των Προφητών, κατά την στιγμή της Βαπτίσεως του Κυρίου είδε το Πνεύμα το Άγιο «εν είδει περιστεράς» και άκουσε τη φωνή του Θεού Πατέρα.
Έως τότε, ο Άγιος Ιωάννης κήρυσσε «βάπτισμα μετανοίας εις άφεσιν αμαρτιών», προετοιμάζοντας έτσι την οδό του Κυρίου, αφού μετά την πτώση του ανθρώπου δεν είναι εύκολο κανείς να δεχθεί «το μόνον καινόν υπό τον ήλιον». Οι άνθρωποι έπρεπε να καλλιεργηθούν, για να αλλάξει η νοοτροπία τους και να ανοίξουν οι καρδιές τους, προκειμένου να υποδεχτούν το κατεξοχήν νέο στη ζωή τους, τον Κύριο της Δόξας. Ωστόσο, δεν ήσαν όλοι καλοπροαίρετοι. Μερικοί από αυτούς προσέρχονταν κοντά του με πονηρό σκοπό. Ο Τίμιος Πρόδρομος, όμως, ήταν ακριβής και δίκαιος. Δεν κολάκευε κανένα. Όπου έπρεπε αποδεικνυόταν ελεγκτικός. Γι’ αυτό, λοιπόν, αποκαλούσε τους Φαρισαίους «γενεά εχιδνών» και ταυτόχρονα τους προέτρεπε να αλλάξουν συμπεριφορά, γιατί δεν σώζεται κανείς μόνο και μόνο επειδή είναι απόγονος του Αβραάμ.
Η στάση του, όμως, δεν άρεσε στους Γραμματείς και Φαρισαίους, και κυριώς ενοχλούσε αφάνταστα την Ηριωδιάδα. Ο Τίμιος Πρόδρομος έλεγχε δημοσίως τον Ηρώδη Αντύπα, για τη σχέση του με την Ηρωδιάδα, σύζυγο του Φιλίππου, τού αδελφού του, λέγοντας ότι «οὐκ ἔξεστί σοι ἔχειν τὴν γυναῖκα τοῦ ἀδελφοῦ σου» (Μαρκ. 6, 18). Η Ηρωδιάδα, λοιπόν, «ἐνεῖχεν αὐτῷ καὶ ἤθελεν αὐτὸν ἀποκτεῖναι», γι’ αυτό την κατάλληλη στιγμή έπεισε τον Ηρώδη να συλλάβει τον Άγιο Ιωάννη, με αφορμή την δημόσια προσβολή του, και να τον φυλακίσει στα υπόγεια των ανακτόρων. Ωστόσο ο Ηρώδης κατέβαινε πότε-πότε και άκουγε «ηδέως» τον Ιωάννη, αλλα η Ηρωδιάδα το μόνο που είχε κατά νου ήταν την εξόντωση του Προφήτη.
Πράγματι, κατά την ημέρα της εορτής των γενεθλίων του Ηρώδη, όπου στα ανάκτορα βρίσκονταν πολλοί επίσημοι, η Ηρωδιάδα εκμεταλλέυτηκε τη συγκυρία. Χρησιμοποίησε για δόλωμα την κόρη της Σαλώμη, με την οποία συμφώνησαν να χορέψει για τον Ηρώδη. «Εἰσελθούσης», λοιπόν, «τῆς θυγατρὸς αὐτῆς τῆς ῾Ηρῳδιάδος καὶ ὀρχησαμένης καὶ ἀρεσάσης τῷ ῾Ηρῴδη καὶ τοῖς συνανακειμένοις, εἶπεν ὁ βασιλεὺς τῷ κορασίῳ· αἴτησόν με ὃ ἐὰν θέλῃς, καὶ δώσω σοι. Καὶ ὤμοσεν αὐτῇ ὅτι ὃ ἐάν με αἰτήσῃς δώσω σοι, ἕως ἡμίσους τῆς βασιλείας μου. Ἡ δὲ ἐξελθοῦσα εἶπε τῇ μητρὶ αὐτῆς· τί αἰτήσομαι; ἡ δὲ εἶπε· τὴν κεφαλὴν ᾿Ιωάννου τοῦ Βαπτιστοῦ. Καὶ εἰσελθοῦσα εὐθέως μετὰ σπουδῆς πρὸς τὸν βασιλέα ᾐτήσατο λέγουσα· θέλω ἵνα μοι δῷς ἐξαυτῆς ἐπὶ πίνακι τὴν κεφαλὴν ᾿Ιωάννου τοῦ Βαπτιστοῦ. Καὶ περίλυπος γενόμενος ὁ βασιλεύς, διὰ τοὺς ὅρκους καὶ τοὺς συνανακειμένους οὐκ ἠθέλησεν αὐτὴν ἀθετῆσαι. Καὶ εὐθέως ἀποστείλας ὁ βασιλεὺς σπεκουλάτωρα ἐπέταξεν ἐνεχθῆναι τὴν κεφαλὴν αὐτοῦ. Ὁ δὲ ἀπελθὼν ἀπεκεφάλισεν αὐτὸν ἐν τῇ φυλακῇ, καὶ ἤνεγκε τὴν κεφαλὴν αὐτοῦ ἐπὶ πίνακι καὶ ἔδωκεν αὐτὴν τῷ κορασίῳ, καὶ τὸ κοράσιον ἔδωκεν αὐτὴν τῇ μητρὶ αὐτῆς» (Μαρκ. 6, 22-28).
Η κακία, λοιπόν, η σαρκολατρεία και η μέθη οδήγησαν στο μαρτύριο τον Άγιο Ιωάννη, τον Πρόδρομο και Βαπτιστή του Κυρίου μας. Για το λόγο αυτό, η Εκκλησία όρισε απόλυτη νηστεία κατά την ημέρα αυτή, προκειμένου να μάθουμε ότι οι κακίες και η μέθη επιφέρουν πολύ μεγάλες τραγωδίες και προξενούν θλίψη, πόνο και δυστυχία. Ας μιμηθούμε καλώς, λοιπόν, τον μεγάλο νηστευτή της Εκκλησίας. Ας τον παρακαλέσουμε να μας οδηγήσει στο μυστήριο της μετανοίας και του σταυρού, γιατί διαφορετικά δεν θα μπορέσουμε να δούμε το πρόσωπο του Θεού ως χαρά, αγαλλίαση και μακαριότητα.

,
Παναγιώτης Θεοδώρου, Θεολόγος – Εκκλησία Κύπρου

,

,

Τετάρτη, 24 Αυγούστου 2011

Ο Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός . Ισαπόστολος, Ιερομάρτυς και Νεομάρτυς

...

Ο άγιος γεννήθηκε στο χωριό Μέγα Δένδρο της Αιτωλίας, γι’ αυτό ονομάζεται και Αιτωλός.
Τα πρώτα γράμματα τα έμαθε στο κοντινό μοναστήρι της Αγίας Παρασκευής. Καθώς τότε βρισκόταν ακόμη σε ακμή η Αθωνιάδα Σχολή , την οποία είχε ιδρύσει και συντηρούσε η Ιερά Μονή Βατοπαιδίου , πήγε, λαϊκός ακόμη , στο Άγιο Όρος για ανώτερες σπουδές. Σπούδασε κοντά σε μεγάλους δασκάλους της Αθωνιάδος, στους σπουδαιότερους της εποχής, όπως ο Παναγιώτης Παλαμάς και ο Νικόλαος Τζαρτζούλιος.
Κατόπιν εκάρη μοναχός με το όνομα Κοσμάς στην Ι. Μονή Φιλοθέου του Αγίου Όρους, όπου και εχειροτονήθη ιερέας.

Από λαϊκός ακόμη είχε την επιθυμία να ωφελήσει με τις γνώσεις του τους Χριστιανούς , οι οποίοι βρίσκονταν σε κατάσταση αμάθειας κάτω από την πίεση και επίδραση είτε των Τούρκων είτε των Φράγκων στα Επτάνησα.

Προσευχόταν θερμά, θέλοντας να πληροφορηθεί το θέλημα του Θεού και τη λύση του έδωσε το χωρίο του Απ. Παύλου ( Α’ Κορ. 10, 24) « μηδείς τα εαυτού ζητείτω αλλά το του ετέρου έκαστος » .

Με την άδεια των πατέρων πήγε αρχικά στην ΚΠολη, στον αδελφό του Χρύσανθο, ο οποίος ήταν δάσκαλος. Εκεί φανέρωσε στους Αρχιερείς και τον Πατριάρχη τον λογισμό του να περιοδεύει και να κηρύττει και πήρε την άδεια από τον νέο Πατριάρχη Σωφρόνιο.

Έκανε τέσσερεις περιοδείες ,περιτρέχοντας Θράκη, Μακεδονία, Ήπειρο, Ρούμελη, Κυκλάδες, Νησιά του Αιγαίου και του Ιονίου.
Όπου πήγαινε ,ζητούσε πρώτα να στήσουν οι κάτοικοι ένα ξύλινο Σταυρό , στη βάση του οποίου τοποθετούσε ένα σκαμνί , στο οποίο ανέβαινε και κήρυττε. Φεύγοντας άφηνε τον σταυρό ,για να θυμίζει το κήρυγμά του. Πολλοί από αυτούς τους σταυρούς θαυματουργούσαν.
Το κήρυγμά του ,απλό, παραστατικό, αγιογραφικό, εκκλησιαστικό, εντυπωσίαζε και επηρέαζε το ακροατήριό του σε τέτοιο βαθμό, ώστε πολλοί να αλλάζουν ζωή, να μετανοούν και να γίνονται συνειδητοί Χριστιανοί.

Φρόντιζε επίσης για τον εξοπλισμό των ναών με τα απαραίτητα λειτουργικά σκεύη από δωρητές . Ιδιαίτερα φρόντισε τον εφοδιασμό των ναών με κολυμπήθρες , για να τελείται κανονικά το μυστήριο του βαπτίσματος . Με τη φροντίδα του αγίου ιδρύθηκαν διακόσια σχολεία « δια τα κοινά γράμματα » , δημοτικά, και δέκα ελληνικά ( Γυμνάσια) . Η αγιότητά του ήταν φανερή ήδη ενόσω ζούσε. Πολλά θαύματα , με τη χάρη του Αγίου Πνεύματος, έκανε και ήταν προικισμένος με προορατικό και προφητικό χάρισμα . Είναι γνωστές οι προφητείες του , οι οποίες αναφέρονται σε εθνικά γεγονότα , ανακαλύψεις επιστημονικές και τεχνολογικές αλλά και την εξέλιξη του τρόπου ζωής των ανθρώπων.

Ο άγιος ήταν αγαπητός, συμπαθής και σεβαστός σε Τούρκους και Ρωμιούς. Οι μόνοι που δεν τον αγαπούσαν ήταν οι Εβραίοι. Επειδή τον καιρό εκείνο οι Εβραίοι είχαν την οικονομία στα χέρια τους , γίνονταν τα παζάρια ημέρα Κυριακή, με αποτέλεσμα οι Χριστιανοί να μην πηγαίνουν στην Εκκλησία και να ζουν αποκομμένοι από την εκκλησιαστική ζωή. Ο άγιος έπεισε τους Χριστιανούς να κάνουν τα δικά τους παζάρια το Σάββατο , με αποτέλεσμα να πληγεί η οικονομία των Εβραίων. Γι’ αυτό πλήρωσαν τον Κουρτ πασά του Βερατίου , ο οποίος συνέλαβε τον άγιο και τον θανάτωσε με απαγχονισμό, το δε λείψανό του ρίχτηκε στον Άψο ποταμό απ’ όπου ανεσύρθη και ενταφιάστηκε στην Ιερά Μονή Κοιμήσεως Θεοτόκου στο χωριό Καλικόντασι της Ηπείρου.

Μαρτύρησε στις 24 Αυγούστου στο Καλικόντασι του Βερατίου.

,

Αναδημοσίευση από Ιστολόγιο " Απόψεις για τη Μονή Βατοπαιδίου "

,

Τρίτη, 23 Αυγούστου 2011

Η Παναγία του χάρου !

...

Η Παναγία του Χάρου ξεχωρίζει για τη μοναδικότητα της καθώς είναι η μοναδική εικόνα της Παναγίας που δεν κρατά το Θείο Βρέφος, αλλά τον Εσταυρωμένο Χριστό.

Όσο και αν ακούγεται παράξενο το όνομά της, εδώ και εκατοντάδες χρόνια ευλογεί το νησί των Λειψών.

Η Παναγία του Χάρου πήρε το όνομά της, από το γεγονός ότι ο νεκρός Χριστός στον σταυρό του μαρτυρίου και ο Χάρος σχετίζονται μεταξύ τους εννοιολογικά.

Το μοναστήρι της Παναγίας βρίσκεται ένα χιλιόμετρο έξω από το βασικό οικισμό των Λειψών.
Τόσο το εξωμονάστηρο όσο και η εικόνα χρονολογούνται από το 1600 μ.Χ., όταν έφτασαν στο νησί δύο μοναχοί στην Πάτμο.

Η Παναγία του Χάρου γιορτάζει στις 23 Αυγούστου (εννιάμερα της Παναγίας) και στους Λειψούς στήνεται μεγάλο πανηγύρι.

Από το 1943 μέχρι σήμερα τη θαυματουργή εικόνα κοσμούν τα περιώνυμα «κρινάκια της Παναγίας».

Τα λουλούδια τοποθετούνται στην εικόνα την Άνοιξη, στη συνέχεια ξεραίνονται και στη γιορτή της, κατακαλόκαιρο, ανθίζουν βγάζοντας μοσχομυριστά μπουμπούκια.

,

,

Πέμπτη, 18 Αυγούστου 2011

Χειροτονία στην Ενορία μας

...

Την ερχόμενη Κυριακή εικοστή πρώτη Αυγούστου κατά τη διάρκεια της Θείας Λειτουργίας στην Ενορία μας , ο Αρχιεπίσκοπος Κύπρου κ.κ. Χρυσόστομος θα χειροτονήσει σε Διάκονο τον κύριο Ξάνθο Ονησιφόρου.



Προσκαλείσθε όλοι να προσέλθετε και να προσευχηθείτε για το νέο Κληρικό της Ενορίας μας.

Η Παναγία στήν εντατική!

......

Ο χώρος τής μονάδας εντατικής θεραπείας είναι ένας χώρος πού γίνεται αγώνας εντατικός εναντίον τού θανάτου. Οι γιατροί καί τό νοσηλευτικό προσωπικό παλεύουν μέ τόν θάνατο ο οποίος διεκδικεί τόν ασθενή, αλλά καί ο ασθενής βρίσκεται σέ δύσκολη κατάσταση. Μπροστά του βλέπει τόν θάνατο νά έρχεται, καί αυτό τού αυξάνει τήν στενοχώρια, συγχρόνως είναι μόνος του, χωρίς τήν ύπαρξη τών αγαπημένων του προσώπων, τά οποία βλέπει ελάχιστα λεπτά τής ώρας. Τότε βρίσκεται απέναντι στά μεγάλα ερωτήματα τής ζωής καί τού θανάτου, τού νοήματος τής ζωής, αλλά εμφανίζονται καί οι τύψεις από γεγονότα τού παρελθόντος.
Στόν θάλαμο εντατικής θεραπείας υπάρχει έντονο ενδιαφέρον γιά τήν υγεία τού σώματος καί τήν διαφυγή τού θανάτου, αλλά δέν υπάρχει παράλληλο ενδιαφέρον γιά τά εσωτερικά υπαρξιακά ερωτήματα καί τίς πνευματικές ανησυχίες τού ασθενούς. Ο Κληρικός δύσκολα μπορεί νά εξασκήση τήν ποιμαντική του διακονία. Έτσι, ο ασθενής μόνος του πρέπει νά ανανήψη πνευματικά, νά δεχθή τίς επισκέψεις τής θείας Χάριτος, ανάλογα μέ τίς προηγούμενες εσωτερικές καταστάσεις.
Στό διαδίκτυο βρήκα ένα κείμενο τού αειμνήστου λαμπρού Εισαγγελικού Λειτουργού Ευάγγελου Κρουσταλάκη, πού έφθασε μέχρι καί τήν θέση τού Εισαγγελέως τού Αρείου Πάγου, μέ τίς νομικές του γνώσεις, αλλά καί τό ήθος του. Ο ίδιος περιγράφει τήν εμπειρία του από τήν μονάδα εντατικής νοσηλείας στήν οποία βρέθηκε μετά από μιά σοβαρή χειρουργική επέμβαση. Γράφει γιά τό «έντονο συναίσθημα απομόνωσης», γιά τήν «αίσθηση τής εγκατάλειψης, «τίς ατέλειωτες ώρες τής μοναξιάς», τίς πολλές σκέψεις πού «κατακλύζουν τό μυαλό τού ανθρώπου», καί πού ταλανίζουν τήν ψυχή του. Στήν αρχή τόν βοήθησαν οι όμορφες αναμνήσεις «από τά προηγούμενα χρόνια», αλλά πάλι τόν κατέκλυσε «τό συναίσθημα τής μοναξιάς καί τής εγκαταλείψεως». Καί στήν συνέχεια γράφει:
«Όπως ήμουν ξαπλωμένος στό κρεβάτι, κοιτάζοντας σχεδόν πάντοτε τό ταβάνι τού δωματίου, άρχισα νά περιφέρω τό βλέμμα μου γύρω-τριγύρω. Καί ξαφνικά ανακάλυψα στόν απέναντι τοίχο, στήν επάνω αριστερή γωνία του, μιά εικόνα τής Παναγίας πού στήν αγκαλιά της κρατούσε τόν Χριστό. Κάποιος καλός άνθρωπος τήν είχε τοποθετήσει εκεί. Από τήν στιγμή αυτή η Παναγία μας έγινε η συντροφιά μου. Αυτή η απλή εικόνα, πού δέν είχε ιδιαίτερη καλλιτεχνική αξία, ήταν μιά πόρτα πού μέ οδήγησε κοντά στήν Παναγία. Κατανόησα καλύτερα τότε τί πάει νά πεί ότι "η τιμή τής εικόνος επί τό πρωτότυπον διαβαίνει", όπως λένε οι Πατέρες τής Εκκλησίας μας.
Συναισθήματα, σκέψεις, αγωνίες μού έγιναν αντικείμενο εκμυστηρεύσεών μου στήν Παναγία. Εκείνη φαινόταν πώς μέ άκουε. Φυσικά δέν μού μιλούσε, έδειχνε όμως ότι κατανοούσε τήν αγωνία μου. Έτσι, μιά ατμόσφαιρα γαλήνης καί ηρεμίας επικράτησε σιγά-σιγά καί ανεπαίσθητα στήν τρικυμισμένη ψυχή μου. Οι ατέλειωτες ώρες τής παραμονής μου στήν εντατική έπαψαν νά είναι εφιαλτικές. Είχα τήν αισθηση πώς κάποιος, πού μέ αγαπούσε πολύ, βρισκόταν δίπλα μου. Ένιωθα τό ζεστό χάδι, από τό χέρι ενός δικού μου ανθρώπου, στό ξερό καί φλεγόμενο από τόν πυρετό μέτωπό μου».
Αυτό τό περιστατικό δείχνει πόσο σημαντικό ρόλο παίζει στήν ζωή μας η Παναγία, ιδίως άν κανείς είχε παρόμοιες εμπειρίες προηγουμένως. Έπειτα, δείχνει τήν μεγάλη αξία τών εικόνων, τών εκκλησιαστικών συμβόλων πού μπορούν νά βοηθήσουν τόν άνθρωπο σέ στιγμές πού είναι αδύνατη άλλη ανθρώπινη βοήθεια. Σέ κάποιο σημείο τού άρθρου του ο αείμνηστος Ευάγγελος Κρουσταλάκης γράφει:
«Οι αναμνήσεις αυτές, αλλά ιδιαίτερα η εμπειρία μου από τήν Παναγία τής εντατικής, αισθάνομαι πώς μέ έχουν συνδέσει στενά μέ τήν εικόνα τής Παναγίας. Έτσι τώρα μπορώ νά νιώσω καλύτερα γιατί τόσο πολλοί άνθρωποι, σέ δύσκολες στιγμές τής ζωής τους, στήν Παναγία προσφεύγουν καί αυτήν επικαλούνται, προσευχόμενοι μπροστά στήν εικόνα της».
Η Παναγία επεμβαίνει στίς πιό δύσκολες στιγμές τής ζωής μας, αρκεί νά ζητήσουμε τήν βοήθειά της.



Από το περιοδικό " Εκκλησιαστική Παρέμβαση "

http://www.parembasis.gr/





,

Η χειροτονία Διακόνων και Πρεσβυτέρων

...

Μέσα στην εκκλησιαστική ζωή όλα τα πράγματα είναι αυτονόητα και πρέπει να γίνωνται σύμφωνα με την διδασκαλία του Χριστού, των Αποστόλων, των Πατέρων και των αποφάσεων των Τοπικών και Οικουμενικών Συνόδων. Αυτό το αντιλαμβάνονται όσοι διαθέτουν και το ελάχιστο όριο εκκλησιαστικού φρονήματος.
Από το περιοδικό:"Εκκλησιαστική Παρέμβαση"
Σε καιρούς όμως εκκλησιαστικών κρίσεων χρειάζεται να υπενθυμίζωνται μερικές αυτονόητες αλήθειες και να καθορίζωνται τα πλαίσα μέσα στα οποία πρέπει να εκφράζεται το εκκλησιαστικό φρόνημα. Αυτό συνέβαινε πάντοτε σε περιπτώσεις που δοκησίσοφοι και αιρετικοί αμφισβητούσαν τα δεδομένα και τα αυτονόητα στην Εκκλησία. Τότε οι Πατέρες της Εκκλησίας εξαναγκάζονταν να εκφράζουν τις αρχές που διέπουν το εκκλησιαστικό πολίτευμα, το οποίο έχει Κανόνες και πνευματικούς νόμους που διαφέρουν σαφώς από τους νόμους που διέπουν τις ανθρώπινες μεταπτωτικές κοινωνίες. Για ένα τέτοιο αυτονόητο, που αμφισβητείται στις ημέρες μας, θα γίνη στην συνέχεια λόγος.
1. Η χειροτονία των Κληρικών είναι αρμοδιότητα του Επισκόπου
Ο Επίσκοπος είναι διάδοχος των αγίων Αποστόλων και έχει αναλάβει με την χειροτονία του και την αποστολή του στην συγκεκριμένη Επισκοπή την ευθύνη της ομολογίας της αποκεκαλυμμένης αλήθειας και την ποιμαντική των Χριστιανών που ανήκουν στο συγκεκριμένο λογικό ποίμνιο, που οπωσδήποτε είναι ποίμνιο του Θεού. Ο Χριστός έδωσε την εξουσία, που όμως είναι πνευματική, στους Αποστόλους να ποιμαίνουν το ποιμνιό Του και οι Απόστολοι διεβίβασαν αυτήν την πνευματική εξουσία στους διαδόχους τους, και βεβαίως αυτή η διαδοχή φθάνει μέχρι τις ημέρες μας.
Ένα από τα βασικά έργα των Επισκόπων είναι η εκλογή των καταλλήλων υποψηφίων Κληρικών, που έχουν όλα τα κανονικά προσόντα και τις εκκλησιαστικές προϋποθέσεις, ώστε με την χειροτονία τους να κατευθύνουν τους Χριστιανούς “εις νομάς σωτηρίους”. Ίσως είναι το βασικότερο έργο των Επισκόπων αυτό, γιατί ένας ορθόδοξος Κληρικός θα βοηθήση αποτελεσματικά τους Χριστιανούς, ενώ ένας κακόδοξος και κακότροπος Κληρικός θα γίνη αιτία να βλασφημήται το όνομα του Θεού.
Η χειροτονία των Διακόνων και των Πρεσβυτέρων είναι κατ' εξοχήν έργο των Επισκόπων. Ο Απόστολος Παύλος έγραφε στον μαθητή του Τίτο, Επίσκοπο Κρήτης: “Τούτου χάριν κατέλιπόν σε εν Κρήτη, ίνα τα λείποντα επιδιορθώση, και καταστήσης κατά πόλιν πρεσβυτέρους, ως εγώ σοι διεταξάμην...”. Στην συνέχεια απαριθμεί μερικά προσόντα που πρέπει να έχουν οι υποψήφιοι για να γίνουν Πρεσβύτεροι, καθώς επίσης γράφει τα πάθη από τα οποία δεν πρέπει να διακατέχωνται. Μεταξύ των άλλων γράφει: “Εισί γαρ πολλοί και ανυπότακτοι, ματαιολόγοι και φρεναπάται, μάλιστα οι εκ περιτομής, ούς δει επιστομίζειν, οίτινες όλους οίκους ανατρέπουσι διδάσκοντες ά μη δει αισχρού κέρδους χάριν” (Τίτ. α΄, 5-11).
Ο Απόστολος Παύλος και στον μαθητή του Τιμόθεο αναφέρεται στο σοβαρό αυτό θέμα και περιγράφει τις αρετές και τα προσόντα των υποψηφίων Επισκόπων, που εδώ εννοούνται οι Πρεσβύτεροι, και των Διακόνων. Για να γίνη κανείς Πρεσβύτερος, εκτός των άλλων, “δεί δε αυτόν και μαρτυρίαν καλήν έχειν από των έξωθεν, ίνα μη εις ονειδισμόν εμπέση και παγίδα του διαβόλου”, και για να γίνουν Διάκονοι πρέπει να έχουν “τό μυστήριον της πίστεως εν καθαρά συνειδήσει. και ούτοι δε δοκιμαζέσθωσαν πρώτον, είτα διακονείτωσαν ανέγκλητοι όντες” (Α΄ Τιμ. γ΄, 1-10).
Το σημαντικό είναι ότι ο αρμόδιος να επιλέξη κάποιον να γίνη Διάκονος και Πρεσβύτερος είναι ο Επίσκοπος μιας επαρχίας, αυτός είναι ο διαπιστευμένος από τον Θεό και υπεύθυνος ενώπιον του Θεού για το έργο αυτό, και ο Επίσκοπος πρέπει να ελέγχη εάν κάποιος είναι κατάλληλος για να αναλάβη αυτήν την ποιμαντική διακονία.
2. Η αρμοδιότητα του Επισκόπου για την χειροτονία των Κληρικών, κατά την παράδοση της Εκκλησίας
Μέσα στα πλαίσια αυτά κινείται ολόκληρη η παράδοση της Εκκλησίας. Γι' αυτό ο Επίσκοπος έχοντας την ευθύνη ενώπιον του Θεού και την αρμοδιότητα να επιλέγη τους κατάλληλους κάθε φορά Κληρικούς για την ποιμαντική διακονία, που θα γίνεται με την δική του πνευματική καθοδήγηση, κάνει με φόβο και προσευχή αυτό το έργο, ήτοι την εκλογή και την χειροτονία των Κληρικών. Αυτός είναι υπόλογος ενώπιον του Θεού για επιπολαιότητες πάνω στο θέμα αυτό. Και εκείνος που χειροτονείται χωρίς να έχη τα ουσιαστικά κανονικά προσόντα, είναι Ιερεύς, αλλά όμως υπόλογος ενώπιον του Θεού είναι κατ' εξοχήν ο Αρχιερεύς που τον χειροτόνησε, αλλά και ο χειροτονούμενος, όπως και εκείνος που συμμαρτυρεί.
Το ότι ο Ιερεύς έχει εξάρτηση από τον Επίσκοπό του φαίνεται και από τα όσα γράφει ο άγιος Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης. Γράφει ότι καίτοι ο Ιερεύς μπορεί να τελή το μυστήριο της θεογενεσίας, ήτοι το Βάπτισμα, και το μυστήριο της θείας Ευχαριστίας, εν τούτοις όμως ούτε την ιερά θεογενεσία μπορεί να τελέση “τού θειοτάτου μύρου χωρίς”, ούτε την θεία Ευχαριστία μπορεί να τελέση “μή τω θειοτάτω θυσιαστηρίω των κοινωνικών επιτεθέντων συμβόλων”, αλλά και ούτε μπορεί να είναι Ιερεύς “μή προς των ιεραρχικών τελειώσεων εις τούτο κεκληρωμένος”. Και βεβαίως το ιερό μύρον εξαγιάζεται από τους Επισκόπους (τό Οικουμενικό Πατριαρχείο) και δίδεται στον Κληρικό από τον Επίσκοπο, το Θυσιαστήριο και το αντιμήνσιο εξαγιάζονται από τον Επίσκοπο, και ο Κληρικός λαμβάνει την ιερωσύνη από τον Ιεράρχη που είναι η αρχή των ιεραρχικών τελειώσεων. Έτσι η μετάδοση της ιερωσύνης, ο εγκαινιασμός της Αγίας Τραπέζης και ο αγιασμός του μύρου γίνονται από τον Επίσκοπο, και γι' αυτό χωρίς αυτόν δεν γίνονται και τα άλλα μυστήρια που μπορεί με την άδεια του Επισκόπου να κάνη ο Πρεσβύτερος. Όπως λέγει στην συνέχεια ο άγιος Διονύσιος η “ιεραρχική τάξις” είναι “η της τελειωτικής δυνάμεως αναπεπλησμένη” και αυτή είναι εκείνη που επιτελεί κατά αποκλειστικότητα (=εκκρίτως) “τά τελεσιουργά της ιεραρχίας”, μυεί στα ιερά μυστήρια και διδάσκει στους μυουμένους τις ανάλογες με την δεκτικότητά τους ιερές έξεις και δυνάμεις. Γι' αυτό κανένας δεν μπορεί να αντικαταστήση τον Επίσκοπο σε αυτό το έργο.
Ο άγιος Επιφάνιος Επίσκοπος Κύπρου αναφερόμενος σε απόψεις που διετύπωναν μερικοί την εποχή εκείνη ότι ο Επίσκοπος είναι ίσος με τον Πρεσβύτερο, γράφει ότι αυτή η άποψη “αφροσύνης εστι το πάν έμπλεων”. Και στην συνέχεια γράφει ότι η τάξη των Επισκόπων είναι “πατέρων γεννητική τάξις· πατέρας γαρ γεννά τη Εκκλησία”, η δε τάξη των Πρεσβυτέρων δεν μπορεί να γεννήση πατέρας και διδασκάλους στην Εκκλησία, αλλά μόνο “διά της λουτρού παλιγγενεσίας τέκνα γεννά τη Εκκλησία”. Και βεβαίως και αυτό το τελευταίο πρέπει να ερμηνευθή ότι και το μυστήριο του Βαπτίσματος το τελεί με την άδεια και την ευλογία του Επισκόπου του, οπότε τα τέκνα είναι τέκνα της Εκκλησίας. Έτσι ο Επίσκοπος γεννά πατέρας στην Εκκλησία, ενώ ο Ιερεύς γεννά με το Βάπτισμα, με την ευλογία του Επισκόπου, τέκνα στην Εκκλησία.
Ο άγιος Συμεών ο Θεσσαλονίκης, αναφερόμενος σε Χριστιανούς που δεν υπήκουαν στους Επισκόπους, γράφει ότι όλα τα καλά ενεργούνται από τον Αρχιερέα, όπως “χειροτονίαι ιερατικαί”, “καθιερώσεις ναών”, “η το λύειν και δεσμείν δύναμις”, αλλά “καί κοινωνία Χριστού, ιλασμός τε δι' ευχής αγίου ελαίου” κ.ά.
Σε άλλο σημείο ο ίδιος παρουσιάζοντας την αξία του Αρχιερέως στην Εκκλησία και την αρμοδιότητά του, γράφει: “Ο Αρχιερεύς φωτιστικός και μεταδοτικός των θείων φώτων λέγεται, διότι όλοι λαμβάνουν την χάριν δι' αυτού, οι μεν δήλα δη ιερείς και ο κλήρος την χειροτονίαν και την σφραγίδα? οι δε ναοί τις καθιερώσεις και ο λαός το Βάπτισμα, την άφεσιν, τον αγιασμόν και την των μυστηρίων κοινωνίαν, τα οποία όλα εκ πηγής φωτός και χάριτος είναι, της τάξεως του επισκόπου. Ο πρεσβύτερος δε λέγεται τελεστικός, καθότι έχει χάριν μόνον τελεστικών εις τας τελετάς, ουχί όμως και μεταδοτικήν? βαπτίζει μεν και ιερουργεί, δεν δύναται όμως να χειροτονή ιερέα ή άλλης τάξεως κληρικόν, διότι, ως είπομεν πολλάκις, τούτα ανήκουσι τω ιεράρχη”.
Επομένως, ο φωτιστικός και μεταδοτικός των θείων φώτων είναι ο Αρχιερεύς-Επίσκοπος σε κάθε Τοπική Εκκλησία, ανεξάρτητα από την προσωπική του πνευματική κατάσταση.
Η παρουσία του Επισκόπου στην Τοπική Εκκλησία είναι σημαντική και καθοριστική. Κανείς δεν μπορεί να του αφαιρέση τις αρμοδιότητες που του εδόθησαν από τον Θεό δια της Εκκλησίας, εκτός εάν καθαιρεθή, και κανείς δεν μπορεί να εισέρχεται στα πνευματικά του καθήκοντα για τα οποία θα δώση λόγο στον Θεό, αφού είναι ο κατ' εξοχήν και κύριος υπόλογος ενώπιόν Του.
Αυτό συμβαίνει κυρίως και κατ΄ εξοχήν για την χειροτονία Διακόνων και Πρεσβυτέρων. Η αρμοδιότητά του αυτή είναι δεδομένη και αποκλειστική και δεν εκχωρείται σε κανένα άλλο εκκλησιαστικό, πολύ δε περισσότερο κοσμικό όργανο.
Ο β΄ Κανόνας των αγίων Αποστόλων σαφώς διαγορεύει: “Πρεσβύτερος υπό ενός επισκόπου χειρονοτείσθω, και διάκονος, και οι λοιποί Κληρικοί”. Ερμηνεύοντας τον Κανόνα αυτόν ο Ζωναράς γράφει: “Και την επιλογήν και την χειροτονίαν των πρεσβυτέρων και διακόνων τω επισκόπω ανατίθησιν ο κανών, ω υποκείσθαι μέλλουσιν οι χειροτονούμενοι”. Πρέπει εδώ να υπογραμμισθή ότι την επιλογή και την χειροτονία “τώ επισκόπω ανατίθησιν ο κανών”. Δηλαδή, οι Πρεσβύτεροι και οι Διάκονοι επιλέγονται και χειροτονούνται κατά αποκλειστική αρμοδιότητα από τον Επίσκοπο, κάτω από την καθοδήγηση του οποίου θα εργασθούν. Ο Βαλσαμών ερμηνεύοντας αυτόν τον Κανόνα γράφει ότι δεν χειροτονεί ο Επίσκοπος Πρεσβύτερο, Διάκονο, Κληρικό, μετά από ψηφοφορία άλλων, ακόμη και εκκλησιαστικών οργάνων, όπως γίνεται με την εκλογή των Επισκόπων. “Ουδέ γαρ ψηφίζεσθαι πρότερον πρεσβύτερον, ή διάκονον, ή έτερον κληρικόν, εδιδάχθημεν, και ούτω χειροτονείσθαι αυτόν”.
Ο Επίσκοπος, ως μόνος αρμόδιος για την χειροτονία ενός Κληρικού πρέπει να εξετάση τον υποψήφιο που θα προσφερθή και ύστερα με την αποκλειστική του ευθύνη θα αποφασίση να προχωρήση στην χειροτονία ή να ματαιώση την χειροτονία, για τους λόγους που αυτός θα διακριβώση. Ο ιερός Φώτιος στον Νομοκάνονά του, στον οποίο κωδικοποίησε τους Κανόνας αλλά και την πολιτική νομοθεσία, και αναφερόμενος στην δεύτερη περίπτωση γράφει ότι εάν δεν προηγήθηκε εξέταση των προϋποθέσεων ενός Κληρικού και χειροτονηθή χωρίς εξετάσεως, την οποία θα κάνη ο αρμόδιος Επίσκοπος, τότε τιμωρούνται και ο χειροτονηθείς και ο χειροτονήσας. “Της δε χειροτονίας προ εξετάσεως γενομένης, ο μεν χειροτονηθείς εξωθείται, ο δε χειροτονήσας επί ενιαυτόν της ιεράς λειτουργίας χωρίζεται και πάσα η ουσία αυτού τη κατ' αυτόν Εκκλησία προσκυρούται”.
Επειδή ο Επίσκοπος είναι ο μόνος αρμόδιος, βάσει των εκκλησιαστικών κριτηρίων που πρέπει να διαθέτη, για να προχωρήση σε χειροτονίες, γι' αυτό και οι ιεροί Κανόνες απαγορεύουν την παρέμβαση του όχλου, των ανθρώπων εκείνων που δεν γνωρίζουν αυτά τα κριτήρια, και επεμβαίνουν με αυθαιρεσία και θρασύτητα στην άσκηση βίας και εκβιασμού στον Επίσκοπο προκειμένου να χειροτονηθή κάποιος Κληρικός. Ο ιγ‘ Κανόνας της Λαοδικείας διαγορεύει: “Περί του μη τοις όχλοις επιτρέπειν τας εκλογάς ποιείσθαι των μελλόντων καθίστασθαι εις ιερατείον”. Και ο ερμηνευτής Ζωναράς γράφει ότι όχι μόνον εμποδίστηκαν να γίνονται οι εκλογές των Επισκόπων από τους όχλους, “αλλά ουδέ ιερείς εκλέγεσθαι παρεχωρήθησαν”.
3. Τα κανονικά αδικήματα της αρχοντικής δυναστείας και της σιμωνίας
Μέσα στην εκκλησιαστική ιστορία παρατηρήθηκαν και διάφορα έκτροπα τα οποία οδήγησαν τους αγίους Πατέρας να αντιμετωπίσουν με σύνεση και με εκκλησιαστική συνείδηση τον τρόπο της χειροτονίας των Διακόνων και των Πρεσβυτέρων.
Ένα από τα έκτροπα είναι όταν χρησιμοποιούνται χρήματα που οι Επίσκοποι λαμβάνουν και οι υποψήφιοι Κληρικοί δίδουν για να γίνη κάποια χειροτονία. Το κανονικό αυτό αδίκημα που λέγεται σιμωνία, κατά το παράδειγμα του Σίμωνος Μάγου, που ζήτησε να λάβη την Χάρη του Αγίου Πνεύματος προσφέροντας χρήματα, είναι βαρύτατο. Συγκεκριμένα ο κθ΄ αποστολικός Κανόνας διαγορεύει: “Εί τις επίσκοπος δια χρημάτων της αξίας ταύτης εγκρατής γένοιτο, ή πρεσβύτερος, ή διάκονος, καθαιρείσθω και αυτός και ο χειροτονήσας, και εκκοπτέσθω παντάπασι και της κοινωνίας, ως ο Σίμων ο μάγος υπ' εμού Πέτρου”. Όσοι έλαβαν την χάρη της ιερωσύνης με χρήματα καθαιρούνται, αλλά καθαιρείται και εκείνος ο αρχιερεύς που μετέδωσε την ιερωσύνη λαμβάνοντας χρήματα.
Το κανονικό αδίκημα της σιμωνίας οι ιεροί Κανόνες, αλλά και οι ερμηνευτές τους, το συνδέουν με το κανονικό αδίκημα του να λαμβάνη κανείς την ιερωσύνη ύστερα από πίεση που ασκούν οι κοσμικοί άρχοντες, και γενικά οι ευρισκόμενοι εν δυναστεία. Γι' αυτό αμέσως μετά τον κθ΄ αποστολικό Κανόνα περί σιμωνίας, ακολουθεί ο λ΄ αποστολικός Κανόνας ο οποίος σαφώς επιτάσσει: “εί τις επίσκοπος κοσμικοίς άρχουσι χρησάμενος, δι' αυτών εγκρατής εκκλησίας γένοιτο, καθαιρείσθω, και αφοριζέσθω· και οι κοινωνούντες αυτώ πάντες”. Οι ιεροί ερμηνευτές ερμηνεύουν μαζί και τους δύο αυτούς Κανόνες, που σημαίνει ότι αφ' ενός μεν συνδέουν το κανονικό αδίκημα της απόκτησης της ιερωσύνης με προσφορά χρημάτων με το κανονικό αδίκημα της χρησιμοποιήσεως της κοσμικής εξουσίας, αφ' ετέρου δε και τα δύο αυτά αδικήματα τα αναφέρουν τόσο στην λήψη του βαθμού του Επισκόπου όσο και του βαθμού του Πρεσβυτέρου και του Διακόνου.
Ο Ζωναράς ερμηνεύοντας αυτούς τους δύο Κανόνες γράφει: “Και δια τούτο προς τη καθαιρέσει, οι δια χρημάτων ή δυναστείας αρχοντικής την ιερωσύνην κτησάμενοι, και οι ούτω παρασχόντες αυτήν, και της εκκλησίας παντάπασιν απελαύνονται”. Και μνημονεύει εγκύκλιο του Πατριάρχου Νέας Ρώμης Γενναδίου περί του Κληρικού που έλαβε την ιερατική εξουσία με τέτοιους αντικανονικούς τρόπους, σύμφωνα με την οποία “έστω τοινυν και έστιν αποκήρυκτος, και πάσης ιερατικής αξίας τε και λειτουργίας αλλότριος, και τη κατάρα του αναθέματος υποκείμενος”.
Ο δε Βαλσαμών, ερμηνεύοντας και τους δύο αυτούς αποστολικούς Κανόνες, ήτοι τον κθ΄ και λ΄ , και απαντώντας στο εάν οι Κανόνες αυτοί περί λήψεως της ιερωσύνης “διά προστασίας άρχοντος” ή “διά δόσεως χρημάτων”, αναφέρονται μόνον στον βαθμό του Επισκόπου, ή και τον βαθμό του Διακόνου και του Πρεσβυτέρου, γράφει ότι βεβαίως ισχύουν τα ίδια και για τους Διακόνους και τους Πρεσβυτέρους αλλά “καί τους κοινωνούντας αυτοίς”.
Ο γ΄ Κανόνας της Ζ΄ Οικουμενικής Συνόδου σαφώς διαγορεύει ότι κάθε ψηφοφορία Επισκόπου, Πρεσβυτέρου ή Διακόνου που γίνεται με επέμβαση κοσμικών αρχόντων, πρέπει να θεωρήται άκυρος। Και ο Ζωναράς, ερμηνεύοντας τον Κανόνα αυτόν λέγει ότι δεν εννοεί εδώ ψηφοφορία που γίνεται από τους άρχοντες, αλλά για ψηφοφορία που γίνεται “κατά εξουσίαν αρχοντικήν” και περί ψήφων “ήτοι χειροτονιών πρεσβυτέρων ή διακόνων, προβαινουσών κατά κέλευσιν ομοίαν”.

,
Από το περιοδικό " Εκκλησιαστική Παρέμβαση "

,

,

Ικετευτική Προσευχή προς Τον Κύριο !

..

"Κύριε, πλῆθος οἱ ἀνομίες μου,ἄβυσσος οἱ ἁμαρτίες μουκαί μέγας ὁ θρῆνος τῆς ψυχῆς μου.Ἀνάγαγέ με ἀπό τή θλίψη μουμέ τό ἄμετρο ἔλεός Σου,ἵνα λυτρωμένος ἐξέλθωἀπό πᾶσα βλάβη τῆς ψυχῆς μουἵνα ὑμνήσω τό Πανάγιον Ὄνομά Σου. .,Ἐπάκουσον τή φωνή τῆς δεήσεώς μουπροσφέροντας σεμνά καί σιωπηλάτά δάκρυα τῆς μετανοίας μουκαί τήν ἀγάπη τῆς καρδιᾶς μου,ἵνα παράσχεις ἄφεσιν τῶν ἁμαρτιῶν μου.Ποθῶ νέα ζωή, μακρόθυμε Κύριε,παράσχου ἀνάσταση στήν ψυχή μουπληρούμενος τοῦ Παναγίου Πνεύματός Σου.Ζωοποίησον τήν καρδιά μουμέ τή θείαν εὐσπλαγχνία Σουπροθύμως νά τηρῶ ὅλες τίς Θεῖες ἐντολές Σου.Πολυέλεε Κύριε, τό πλάσμα Σουμήν τό ἐγκαταλείπειςστήν ὀδύνη τῆς ἁμαρτίας,ἀλλά ὕψωσέ το μέσα στό Φῶςτῆς θείας προστασίας σου,ἵνα ξεφύγει ἀπό τήν ματαιότητα τοῦ κόσμουκαί τῶν παγίδων τοῦ διαβόλου.Διάσωσέ το ἀπό τή πλάνη τῶν εἰδώλωνκαί καθάρισέ το μέ τή φωτεινή εὐλογία Σουδιότι ἐπόθησε πολύ τή δική Σου ἀγάπη.Μήν τό ἀφήσεις,νά πέφτει στόν ὕπνο τῆς ἁμαρτίαςδιότι ὁ νυσταγμός τῆς πνευματικῆς ἀμέλειαςτό ὁδηγεῖ στό βυθό τῆς κολάσεως.Ἱκετεύω, Κύριε, δῶσε μουκαρτερική ὑπομονή,καρδιά ταπεινή, ἐνάρετη ζωή,συμπάθεια εὐγενῆ, κατάνυξη καρδιᾶς,δάκρυα μετανοίας, σύνεση φρόνιμη,ἵνα κοσμοῦμαι ἀπό σοφία λαμπρή,γιά νά πολιτεύομαισύμφωνα μέ τό Θέλημά Σου.Τίποτα δέν ἐπιθυμῶ ἐπί γῆςπαρά μόνο τήν Πάνσεμνη παρουσία Σουνά κατοικήσει μέσα στήν καρδιά μου,βοῶντας τή θεοποιό ἀγάπη Σουκαί μεγαλύνοντας τό Πανάγιον Ὄνομά Σου.Λάμπρυνον τό βίο μουμέ τήν ἀστραπή τῆς Θεότητός Σουκαί καταύγασε μέ τίς Θεϊκές ἀκτῖνες Σουτήν ψυχή μου, γλυκαίνοντας τήν καρδιά μουμέ τήν ὑπέρλαμπρη ἀγάπη Σου.Ὁ πόθος μου πρός Σέ δέν ἀφήνειτό νοῦ μου νά στρέφεται στή γῆ,ἀλλά νοερῶς ἀτενίζω τόν οὐρανόκαί μέ ἁπλότητα δοξολογῶτήν Τριαδική Θεότητά Σου.Εὐφραίνεται ἡ καρδιά μουνά ζεῖ μέ ταπεινό νοῦ,διότι τό πῦρ τῆς Θεότητός Σουδιαπερνᾶ ὅλη τήν ὕπαρξή μουκαί ταπεινά προσφέρω δόξαστήν οὐράνια λαμπρότητά Σουκαί τήν ἄπειρη ἀγαθότητά Σου,διότι πλοῦτο οὐράνιο ἔχει εὕρειἡ ψυχή μου καί θεία προστασίακατέχει ὅλη τή ζωή μου.Ἐπικαλοῦμαι ἀπαύστωςτό ἀνεξιχνίαστο θεῖο ἔλεός σου,ἵνα διασώζει τήν ψυχή μουἀπό τά θανατηφόρα πάθηκαί νά λυτρωθῶ τῆς αιωνίου κολάσεως."Αρχιμανδρίτης Δαμιανός Ζαφείρης

Δευτέρα, 15 Αυγούστου 2011

Η Τιμιωτέραν των Χερουβείμ

...

Ανάμεσα στους Αγίους μια ξεχωριστή θέση ανήκει στην Ευλογημένη Παρθένο Μαρία, την οποία οι Ορθόδοξοι τιμούν σαν την πιο δοξασμένη ανάμεσα στα πλάσματα του Θεού, «τιμιωτέραν των Χερουβείμ και ενδοξωτέραν ασυγκρίτως των Σερα­φείμ». Σημείωσε ότι την ορίσαμε σαν την πιο δοξασμένη ανάμεσα στα θεϊκά κτίσματα: Οι Ορθόδοξοι, όπως και οι Ρωμαιοκαθολικοί, σέβονται ή τιμούν τη Μητέρα του Θεού αλλά τα μέλη οποιασδήποτε από τις δυο Εκκλησίες δεν τη θεωρούν καθ’ οιονδήποτε τρόπο σαν ένα τέταρτο πρόσωπο στην Αγία Τριάδα ούτε της αποδίδουν λατρεία που αρμόζει μόνο στο Θεό. Στην ελληνική Θεολογία η διαφορά είναι πολύ ευδιάκριτη: Υπάρχει η ειδική λέξη «λατρεία» που διατηρείται για την λατρεία του Θεού, ενώ για την τιμή προς την Παρθένο χρησιμοποιούνται ολότελα διαφορετικοί όροι(δουλεία, υπερδουλεία, προσκύνηση).

Στις Ορθόδοξες ακολουθίες η Μαρία αναφέρεται συχνά, και σε κάθε αναφορά της αποδίδεται συνήθως ο ολοκληρωμένος της τίτλος: «Παναγία, άχραντος, υπερευλογημένη και ένδοξος Θεοτόκος και Αειπάρθενος Μαρία». Εδώ περιλαμβάνονται τα τρία κύρια επίθετα που αποδίδονται στην Κυρία μας από την Ορθόδοξη Εκκλησία: Θεοτόκος, Αειπάρθενος και Παναγία. Ο πρώτος από αυτούς τους τίτλους της δόθηκε από την Γ΄ Οικουμενική Σύνοδο της Εφέσου το 431 μ.Χ., ο δεύτερος από την Ε΄ Οικουμενική Σύνοδο της Κωνσταντινουπόλεως το 553 μ.Χ. Ο τίτλος Παναγία αν και δεν έτυχε ποτέ δογματικού καθορισμού είναι δεχτός και χρησιμοποιείται από όλους τους Ορθοδόξους.

Η ονομασία «Θεοτόκος» είναι ιδιαίτερης σημασίας γιατί προσφέρει το κλειδί της Ορθόδοξης τιμής προς την Παρθένο. Τιμούμε τη Μαρία γιατί είναι η Μητέρα του Θεού μας. Δεν την τιμούμε ξεχωριστά αλλά εξαιτίας της σχέσης της με το Χριστό. Έτσι η τιμή που αποδίδεται στη Μαρία όχι μόνο δεν μειώνει τη λατρεία του Θεού αλλά έχει ακριβώς το αντίθετο αποτέλεσμα: Όσο περισσότερο τιμούμε την Μαρία τόσο πιο έντονα συνειδητοποιούμε τη μεγαλοσύνη του Υιού της, γιατί είναι ακριβώς εξαιτίας του Υιού που τιμούμε τη Μητέρα.

Τιμούμε την Μητέρα εξαιτίας του Υιού: Η Μαριολογία (στην Ορθόδοξη Θεολογία) είναι απλώς επέκταση της Χριστολογίας. Οι Πατέρες της Συνόδου της Εφέσου επέμεναν να ονομάζουν την Μαρία, Θεοτόκο, όχι επειδή ήθελαν να δοξάσουν την ίδια ξεχωριστά από τον Υιό της, αλλά επειδή μόνο με την τιμή προς τη Μαρία μπορούσαν να εξασφαλίσουν το σωστό δόγμα αναφορικά με το πρόσωπο του Χριστού. Οποιοσδήποτε αναλογίζεται τις επιπτώσεις εκείνης της μεγάλης φράσης, «ο Λόγος σαρξ εγένετο», δεν μπορεί παρά να νοιώσει ένα κάποιο δέος γι’ αυτήν που εξελέ­γη σαν το όργανο για ένα τόσο αξεπέραστο μυστήριο. Όταν άνθρωποι αρ­νούνται την τιμή προς τη Μαρία, πολύ συχνά τηρούν αυτή τη στάση γιατί δεν πιστεύουν πραγματικά στη Σάρκωση.

Αλλά οι Ορθόδοξοι τιμούν την Μαρία όχι μόνο γιατί είναι Θεοτόκος αλλά και γιατί είναι Παναγία, απόλυτα αγία. Ανάμεσα σ’ όλα τα δημιουργήματα του Θεού είναι το ύψιστο παράδειγμα συνέργειας ή συνεργασίας μεταξύ του σκοπού του Θεού και της ελεύθερης θέλησης του ανθρώπου. Ο Θεός, που σέβεται πάντα την ανθρώπινη ελευθερία, δεν επιθυμούσε να σαρκωθεί, χωρίς την ελεύθερη συγκατάθεση της Μητέρας Του. Περίμενε για την εκούσια, θεληματική της απάντηση. «Ιδού η δούλη Κυρίου. Γένοιτό μοι κατά το ρήμα σου». (Λουκ. Α΄ 38). Η Μαρία μπορούσε να είχε αρνηθεί. Δεν ήταν στην πραγματικότητα ένας παθητικός αλλά ένας ενεργητικός μέτοχος του μυστηρίου. Όπως είπε ο Νικόλαος Καβάσιλας: «Και ην έργον η του Λόγου σάρκωσις ου μόνον Πατρός και της εκείνου Δυνάμεως και του Πνεύματος, του μεν ευδοκούντος, του δ’ επιδημούντος, εκείνης δε επισκιαζούσης, αλλά και της θελήσεως και της πίστεως της Παρθένου. Καθάπερ γαρ εκείνων χωρίς ουκ ενήν εισενεχθήναι ταύτην την γνώμην, ούτω μη της πανάγνου την θέλησιν και την πίστιν εισενεγκούσης εις έργον την βουλήν προελθείν αμήχανον ην».

Αν ο Χριστός είναι ο Νέος Αδάμ, η Μαρία είναι η Νέα Εύα της οποίας η υπάκουη υποταγή στο θεϊκό θέλημα εξισορρόπησε την ανυπακοή της Εύας στον παράδεισο. Έτσι ο δεσμός της ανυπακοής της Εύας λύθηκε με την υπακοή της Μαρίας· γιατί ό,τι η Εύα, μια παρθένος, έδεσε με την απιστία της, εκείνη η Μαρία, μια παρθένος, έλυσε με την πίστη της». «Ο θάνατος με την Εύα, η ζωή με την Μαρία».

Η Ορθόδοξη Εκκλησία ονομάζει την Μαρία «Παναγία»· την ονομάζει «άμωμη» ή «άχραντη». Και όλοι οι Ορθόδοξοι είναι σύμφωνοι στην πίστη ότι η Παναγία μας δεν έπεσε σε συγκεκριμένη αμαρτία. Αλλά ήταν επίσης ελεύθερη από το προπατορικό αμάρτημα; Μ’ άλλα λόγια, συμφωνά με το Ρωμαιοκαθολικό δόγμα της «Ασπίλου Συλλήψεως» που ανακηρύχτηκε σαν δόγμα το 1854 από τον Πάπα Πιο IX, σύμφωνα με το οποίο η Μαρία από την στιγμή που συνελή­φθη από την μητέρα της, την Αγία Άννα, ελευθερώθηκε με ειδική θεϊκή βούληση από «κάθε κηλίδα προπατορικής αμαρτίας»; Η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν έκανε ποτέ στην πραγματικότητα καμιά επίσημη και οριστική διακήρυξη σχετικά μ’ αυτό το θέμα. Στο παρελθόν μεμονωμένοι Ορθόδοξοι πίστευαν οπωσδήποτε στην Άσπιλη Σύλληψη και μπορούν να παραθέσουν πατερικά και Λειτουργικά κείμενα για να στηρίξουν τις απόψεις τους, αλλά από το 1854 η μεγάλη πλειοψηφία των Ορθοδόξων απόρριψε το δόγμα για διάφορους λόγους. Γιατί αισθάνονται ότι είναι περιττό. Αισθάνονται ότι έτσι κι’ αλλιώς, όπως καθορίζεται από την Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία, υποδηλώνει μια λανθασμένη αντίληψη του προπατορικού αμαρτήματος: Στέκουν καχύποπτοι μπροστά σ’ αυτό το δόγμα γιατί φαίνεται να χωρίζει την Μαρία από τους υπόλοιπους απογόνους του Αδάμ βάζοντάς την σε μιαν ολότελα ξεχωριστή τάξη από όλους τους άλλους δίκαιους άντρες και γυναίκες της Π. Διαθήκης.

Αλλά η Ορθοδοξία αν και αναβάλλει την κρίση για το πρόβλημα της Άσπιλης Σύλληψης της Θεοτόκου, πιστεύει σταθερά στην Σωματική της Ανάληψη. Όπως το υπόλοιπο ανθρώπινο γένος, η Παναγία μας, υπέστη φυσικό θάνατο αλλά στην περίπτωσή της, η Ανάσταση του Σώματός της προηγήθηκε (της ανάστασης των υπολοίπων): Μετά το θάνατο το σώμα της «μετέστη» στον ουρανό κι ο τάφος της βρέθηκε άδειος. Ξεπέρασε το θάνατο και την κρίση και ζει ήδη στο Μέλλοντα αιώνα. Πάντως έτσι δεν βρίσκεται ολότελα χωρισμένη από την υπόλοιπη ανθρωπότητα επειδή εκείνη την ίδια σωματική δόξα που απολαμβάνει τώρα η Μαρία, ελπίζουμε όλοι να απολαύσουμε μια μέρα.

Η πίστη στη Μετάσταση της Μητέρας του Θεού βεβαιώνεται ξεκάθαρα κι αναμφίβολα στους ύμνους που ψάλλονται από την Εκκλησία μας στις 15 Αυγούστου, τη γιορτή της Κοίμησης της Θεοτόκου. Αλλά η Ορθοδοξία, αντίθετα με την Ρώμη, ποτέ δεν ανακήρυξε τη Μετάσταση της Θεοτόκου σαν δόγμα ούτε και θα επιθυμούμε ποτέ να κάνει κάτι τέτοιο. Τα δόγματα της Αγίας Τριάδας και της Σάρκωσης ανακηρύχτηκαν σαν δόγματα γιατί ανήκουν στη δημόσια διδασκαλία της Εκκλησίας, ενώ η δόξα της Παναγίας μας ανήκει στην εσωτερική Εκκλησιαστική παράδοση: «Είναι δύσκολον να ομιλή τις και ουχί ολιγώτερον δύσκολον να σκεφθή τα μυστήρια τα οποία η Εκκλησία διαφυλάττει εις το ανεπιφανές βάθος της εσωτερικής συνειδήσεώς της…Η Θεομήτωρ ουδέποτε υπήρξε το αντικείμενο του αποστολικού κηρύγματος. Ενώ ο Χριστός εκηρύχθη επί των δωμάτων, προκηρυττόμενος εις την γνώσιν πάντων διά κατηχήσεως απευθυνόμενης εις πάσαν την οικουμένην, το μυστήριον της Μητρός του Θεού αποκαλύπτεται εις το εσωτερικόν της Εκκλησίας. Το μυστήριον τούτο είναι περισσότερον από εν αντικείμενον της πίστεως ημών, είναι εν θεμέλιον της ελπίδος ημών: καρπός πίστεως, ωριμάσας εν τη παραδόσει. Ας σιγήσωμεν, λοιπόν, και ας μην προσπαθήσωμεν να δογματίσωμεν περί της υψίστης δό­ξης της Θεομήτορος».(Β. Λόσκυ)

(Περιοδικό Ορθόδοξη Μαρτυρία, Έκδοση Παγκυπρίου Συλλόγου Ορθοδόξου Παραδόσεως «Οι Φίλοι του Αγίου Όρους», Λευκωσία Κύπρος)

,

,

Πέμπτη, 4 Αυγούστου 2011

Αύγουστος , ο μήνας της Παναγίας μας !

...

Η Παναγία είναι η κατά Χάρη Μητέρα μας! Αυτό που είπε ο Κύριός μας από τον Σταυρό για την Μητέρα Του στον αγαπημένο μαθητή τον Ιωάννη «ιδού η μήτηρ σου», το λέει κατ΄ επέκταση σε όλους τους Χριστιανούς, σε όλους εμάς . Ο Κύριος μας δίνει την Μητέρα Του και για δική μας Μητέρα . Αυτό είναι μία «διαθήκη» σε μας , που την έγραψε ο Χριστός μας πάνω στον αιματοβαμμένο Του Σταυρό.

Η προσευχή της Παναγίας έχει μεγάλη παρρησία στο Θεό. Και ποτέ δεν πρέπει να απουσιάζει από την προσευχή μας η Παναγία . Όπως ο Χριστός για να κατεβεί ανάμεσά μας πέρασε από την Παναγία , έτσι και εμείς για να ανέλθουμε στον Oυρανό θα πρέπει να επικαλούμαστε συνεχώς την Παναγία . Το μυστήριο της Εκκλησίας κρύβεται στην Θεοτόκο. Πράγματι! Ότι λέγεται για την Εκκλησία λέγεται και για την Παναγία και αντιστρόφως ότι λέγεται για την Παναγία μπορεί να λεχθεί και για την Εκκλησία . Όσοι έχουν τον χρόνο ας κάνουν αυτή την μελέτη από τα λειτουργικά βιβλία της Εκκλησίας και θα εκπλαγούν. Θα παρατηρήσουν με έκπληξη ότι οι ιεροί υμνογράφοι ταυτίζουν τρία θέματα : Σταυρός – Εκκλησία – Παναγία . Ό,τι λέγεται για το ένα από αυτά λέγεται και για το άλλο.

Ολόκληρος ο μήνας Αύγουστος είναι αφιερωμένος στην Παναγία . Είναι Θεομητορικός μήνας . Στο μέσον ακριβώς του μηνός , 15 Αυγούστου, εορτάζουμε την μεγάλη Θεομητορική εορτή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου. Όπως γνωρίζουμε, πριν από κάθε μεγάλη εορτή έχουμε τα προεόρτια και μετά από αυτή έχουμε τα μεθεόρτια . Τα μεθεόρτια τελειώνουν στις 23 Αυγούστου και την ημέρα αυτή «αποδίδεται» η εορτή και λέμε ότι έχουμε την «απόδοση». Πάντοτε όμως στο παρελθόν υπήρχε η τάση να παρατείνουν τον εορτασμό της εορτής .

Έτσι στα Μοναστήρια του Αγίου Όρους η εορτή αποδίδεται όχι στις 23 αλλά στις 28 Αυγούστου. Ένα δε διάταγμα του αυτοκράτορα Ανδρονίκου Β΄ του Παλαιολόγου όριζε να εορτάζεται η μνήμη της Θεοτόκου ολόκληρο το μήνα Αύγουστο μέχρι την 31η του μηνός . Έτσι και την 31η του μηνός καθορίστηκε εορτή της Θεοτόκου, η κατάθεση της Τιμίας Ζώνης Της . Όπως είναι γνωστό, ο μήνας Αύγουστος είναι ο τελευταίος μήνας του Εκκλησιαστικού έτους. Γιατί το Εκκλησιαστικό έτος δεν αρχίζει από τον Ιανουάριο αλλά από την 1η Σεπτεμβρίου.Έτσι το έτος αρχίζει με την Εορτή της Γεννήσεως της Παναγίας μας στις 8 Σεπτεμβρίου και λήγει την 31η Αυγούστου με εορτή της Τιμίας Της Ζώνης. Σαν προεόρτια ετοιμασία για την εορτή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου καθορίστηκε από την 1η του μηνός μέχρι τις 14 νηστεία και να ψάλλεται κάθε μέρα ένας παρακλητικός κανόνας στην Υπεραγία Θεοτόκο. Οι παρακλητικοί κανόνες που ψάλλονται στην περίοδο αυτή είναι δύο και μας είναι γνωστοί με το όνομα Μικρός και Μέγας Παρακλητικός Κανών εις την Υπεραγίαν Θεοτόκον.

Ο λαός τους κανόνες αυτούς τους γνωρίζει με τις εκφράσεις«Μικρή» και «Μεγάλη» Παράκληση. Και οι δύο Κανόνες έχουν την ίδια διάταξη. Αν παρακολουθήσουμε την διάταξή τους θα δούμε ότι είναι ένας μικρός Όρθρος . Όρθρο λέμε την πρωινή ακολουθία. Δηλαδή η δομή, η κατασκευή του Παρακλητικού κανόνα είναι ένας μικρός Όρθρος . Η Παράκληση προς την Υπεραγία Θεοτόκο, είτε η Μικρή είτε η Μεγάλη, δεν λέγεται μόνον την περίοδο του Δεκαπενταύγουστου, αλλά και σε οποιαδήποτε άλλη ημέρα. Γνωρίζουμε ευσεβείς Χριστιανούς, που λένε κάθε μέρα την Παράκληση στην Παναγία μας , κατά προτίμηση την Μικρή. Είναι εύκολο αυτό ; Και βέβαια είναι εύκολο.

Ας κόψουμε χρόνο από τις φλυαρίες μας και από τα άλλα άσκοπα έργα μας για μία Παράκληση στην Παναγία μας . Αλλά , εάν δεν είναι εύκολο να κάνουμε κάθε μέρα την Παράκληση, ας την κάνουμε κάθε δεύτερη μέρα ή δύο φορές την εβδομάδα ή μία φορά την εβδομάδα . Η, ας διαβάζουμε από την Παράκληση μόνο δύο ωδές κάθε ημέρα , που δεν είναι καθόλου κουραστικό αυτό, και έτσι την εβδομάδα θα συμπληρώνουμε όλη την Παράκληση.

Ας μάθουμε να προσευχόμαστε με τις ιερές ακολουθίες της Εκκλησίας , με την Παράκληση στην Παναγία μας. Πόσες και πόσες ευλαβείς ψυχές ψέλλισαν με πόθο και με πόνο τα ιερά Της τροπάρια . Αυτά τα τροπάρια στην Παναγία έλεγε ο άγιος Νεκτάριος , που τόσο πολύ Την αγαπούσε. Η σωτηρία μας είναι η Υπεραγία Θεοτόκος . Ας την επικαλούμαστε με την ακολουθία της Παρακλήσεως .Και οι γονείς ακόμη θα πρέπει να συνηθίσουν τα παιδιά τους από μικρή ηλικία να διαβάζουν μερικά αποσπάσματα από την Παράκληση στην Παναγία . Τουλάχιστον ας λένε τα Μεγαλυνάρια , που είναι τα πιο ωραία από όλη την Παράκληση και έτσι τα παιδιά μας θα νοιώθουν πολύ κοντά τους την Παναγία και θα αισθάνονται την προστασία Της.


.

Τρίτη, 2 Αυγούστου 2011

Η Παρθένος Μαρία άχραντος ναός του Σωτήρος !

...


Η Υπεραγία Παρθένος Μαρία υπήρξε άχραντος ναός του Σωτήρος και σ' αυτήν κατοίκησε το Άγιο Πνεύμα και από την αγιότατη μήτρα της έλαβε το ανθρώπινο σώμα ο Υιός του Θεού, ο Οποίος κατέβηκε από τους Ουρανούς. Γι' αυτό ο σωματικός της θάνατος δεν ήταν θάνατος αλλά Κοίμηση, δηλαδή ένα άμεσο πέρασμα από τη Βασιλεία του Θεού εντός της στη Βασιλεία των Ουρανών και την αιώνια ζωή.


Άγιος Λουκάς Κριμαίας

,

,

Δευτέρα, 1 Αυγούστου 2011

Για την Θεομήτορα

...

Τo παρακάτω Πατερικό κείμενο, αφιερωμένο στην Υπεραγία Θεοτόκο, προέρχεται από την ψυχή και την γραφίδα του Αγίου Σιλουανού। Πρωτοδημοσιεύθηκε σε ένα ιδίωμα βυζαντινής γλώσσας στον τόμο του Αρχιμ. Σωφρονίου Σαχάρωφ, με τον τίτλο «Ο Άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης», που εκδόθηκε από την Ι.Μ. Τιμίου Προδρόμου Έσσεξ Αγγλίας το 1995.


Η Θεομήτωρ δεν αμάρτησε ποτέ, ούτε με λογισμό, και ποτέ δεν έχασε τη χάρη, αλλά είχε κι αυτή μεγάλες θλίψεις. Όταν στεκόταν δίπλα από τον Σταυρό, τότε η θλίψη της ήταν απέραντη όπως κι ο ωκεανός, και οι πόνοι της ψυχής της ήταν ασύγκριτα μεγαλύτεροι του αδαμιαίου πόνου, μετά την έξωση από τον Παράδεισο, γιατί και η αγάπη της ήταν ασύγκριτα μεγαλύτερη της αγάπης που είχε ο Αδάμ στον Παράδεισο. Κι αν επέζησε τα κατάφερε μόνο με τη θεία δύναμη, μέσω της ενίσχυσης του Κυρίου, γιατί η ευδοκία Του ήταν να της επιτρέψει να δει την Ανάσταση και ύστερα, μετά την Ανάληψή Του, να παραμείνει ως παράκληση και χαρά των Αποστόλων και του νέου χριστιανικού λαού.

Εμείς δεν φθάνουμε στην πληρότητα της αγάπης της Θεοτόκου, και γι’ αυτό δεν μπορούμε να κατανοήσουμε απόλυτα το βάθος της θλίψης της. Η αγάπη της ήταν τέλεια. Αγαπούσε απείρως τον Γιό και Θεό της, αλλά αγαπούσε με μεγάλη αγάπη και το λαό. Τι να αισθανόταν άραγε, όταν εκείνοι, τους οποίους αγαπούσε τόσο πολύ και ποθούσε τη σωτηρία τους, σταύρωναν τον αγαπημένο Γιό της; Αυτό δεν μπορούμε να το καταλάβουμε, γιατί η δική μας αγάπη για τον Θεό και τους ανθρώπους είναι λίγη. Όπως άπειρη και ακατάληπτη υπήρξε η αγάπη της Παναγίας, έτσι άπειρος ήταν και ο πόνος της και ακατάληπτος μένει για εμάς.

Άσπιλε Παρθένε Θεοτόκε, πες μας σε εμάς, στα παιδιά σου, πώς όταν ζούσες στη γη αγαπούσες τον Γιό και Θεό σου; Πώς αγαλλόταν το πνεύμα σου επί τω Θεώ τω Σωτήρι σου; Πώς προσέβλεπες στο κάλλος του προσώπου Του; Πώς σκεπτόσουν ότι Αυτός είναι Εκείνος, που τον διακονούν όλες οι επουράνιες δυνάμεις με φόβο και αγάπη;

Πες μας τι αισθανόταν η ψυχή σου, όταν βάσταζες στα χέρια σου το θαυμαστό Νήπιο; Πώς το ανέτρεφες; Πώς πονούσε η ψυχή σου, όταν μαζί με τον Ιωσήφ τον ζητούσες για τρεις ημέρες στην Ιερουσαλήμ; Ποιά αγωνία ζούσες, όταν ο Κύριος παραδόθηκε στη σταύρωση και πέθανε πάνω στο Σταυρό; Πες μας, ποιά χαρά γεννήθηκε μέσα σου για την Ανάσταση, ή πώς κτυπούσε η καρδιά σου από τον πόθο του Κυρίου μετά την Ανάληψη;

Οι ψυχές μας έλκονται, για να γνωρίσουν για τη ζωή που έζησες με τον Κύριο στη γη. Εσύ όμως δεν θέλησες να παραδώσεις αυτές τις πληροφορίες στη Γραφή, αλλά κάλυψες με σιωπή το μυστήριό σου.

Πολλά θαύματα και ελέη είδα από τον Κύριο και από την Θεοτόκο, αλλά δεν μπορώ καθόλου να ανταποδώσω με οποιονδήποτε τρόπο την αγάπη αυτή. Τι να ανταποδώσω εγώ στην Υπεραγία Θεοτόκο, η οποία δεν με εγκατέλειψε εμένα που έχω πέσει στην αμαρτία, αλλά με επισκέφθηκε με το έλεός της και με συνέτισε; Εγώ δεν την είδα, αλλά το Άγιο Πνεύμα μου έδωσε την ευλογία να την αναγνωρίσω από τα γεμάτα χάρη λόγια της, και ευφραίνεται το πνεύμα μου, και η ψυχή μου έλκεται κοντά της μέσω της αγάπης, ώστε και μόνο η αναφορά του ονόματός της γλυκαίνει την καρδιά μου.
.
Όταν ήμουν νεαρός υποτακτικός, προσευχόμουν κάποτε μπροστά στην εικόνα της Θεομήτορος, και η προσευχή του Ιησού μπήκε στην καρδιά μου κι άρχισε εκεί να προφέρεται μόνη της. Άλλοτε στο Ναό άκουγα την ανάγνωση των προφητειών του Ησαΐα και στις λέξεις «Λούσασθε, και καθαροί γίνεσθε» (Ης. 1, 16), σκέφθηκα: «Μήπως η Παναγία αμάρτησε ποτέ, έστω και με λογισμό»; Και τότε θαυματουργικά, μια φωνή μέσα στη καρδιά μου, ενωμένη με την προσευχή, πρόφερε ρητά: «Η Μητέρα του Θεού δεν αμάρτησε ποτέ, ούτε με τη σκέψη». Με τον τρόπο αυτό το Άγιο Πνεύμα μαρτύρησε μέσα στην καρδιά μου για την αγνότητά της. Παρόλα αυτά, στον επίγειο βίο της, δεν βρισκόταν ακόμα στην πληρότητα της γνώσεως και υπέπεσε σε κάποια αδιάβλητα σφάλματα ατέλειας. Αυτό είναι φανερό από το Ευαγγέλιο, όταν, ενώ επέστρεφε από την Ιερουσαλήμ, δεν γνώριζε που είναι ο Γιός της, και για τρεις ημέρες τον έψαχνε μαζί με τον Ιωσήφ (Λουκ. 2, 44-46).

Η ψυχή μου γεμίζει από φόβο και τρόμο, όταν αναλογίζομαι τη δόξα της Θεομήτορος. Ο νούς μου είναι ανεπαρκής και η καρδιά μου φτωχή και αδύνατη, αλλά η ψυχή μου χαίρεται, και εμπνέομαι για να γράφω έστω και λίγα λόγια γι’ αυτήν. Η ψυχή μου φοβάται να τολμήσει, αλλά η αγάπη με πιέζει να μην αποκρύψω τις ευεργεσίες της ευσπλαχνίας της.

Η Θεοτόκος δεν παρέδωσε στη Γραφή ούτε τις σκέψεις, ούτε την αγάπη της προς τον Γιό και Θεό της, ούτε τις οδύνες της ψυχής της κατά τον καιρό της σταύρωσης, γιατί και τότε πάλι δεν θα μπορούσαμε να τα καταλάβουμε. Η αγάπη της προς τον Θεό ήταν ισχυρότερη και φλογερότερη από την αγάπη των Σεραφείμ και των Χερουβείμ, και όλες οι δυνάμεις των αγγέλων και αρχαγγέλων έμεναν έκπληκτες μπροστά της.
,

Αν και η ζωή της Μητέρας του Θεού καλύπτεται από άγια σιωπή, ο Κύριος επέτρεψε στην Ορθόδοξη Εκκλησία μας να γνωρίζει ότι με την αγάπη της αγκαλιάζει ολόκληρο τον κόσμο και με τη χάρη του Αγίου Πνεύματος φροντίζει όλους τους λαούς της γης και, όπως και ο Γιός της, σπλαχνίζεται και ελεεί τους πάντες.


Μακάρι να μπορούσαμε να μάθουμε κάποτε πόσο πραγματικά αγαπάει η Παναγία όλους όσους φυλάσσουν τις εντολές του Χριστού, και πόσο λυπάται και θλίβεται για εκείνους που δεν μετανοούν! Το γνώρισα αυτό εμπειρικά. Δεν λέω ψέματα, λέω την αλήθεια ενώπιον του Θεού, ότι γνωρίζω την Άχραντη Παρθένο πνευματικά. Δεν την είδα, αλλά το Άγιο Πνεύμα με έκανε να τη γνωρίσω και μαζί και την αγάπη της για εμάς. Χωρίς την ευσπλαχνία της η ψυχή μου θα είχε χαθεί προ πολλού. Εκείνη όμως ευδόκησε να με επισκεφθεί και να με νουθετήσει, για να μην αμαρτάνω. Μου είπε: «Δεν μου αρέσει να βλέπω τις πράξεις σου». Τα λόγια της ήταν ευχάριστα, ήρεμα, ευγενικά και συγκίνησαν τη ψυχή μου. Πέρασαν περισσότερα από σαράντα χρόνια από τότε, αλλά η ψυχή μου δεν μπορεί να ξεχάσει εκείνη τη γλυκειά φωνή, και δεν γνωρίζω πως να ευχαριστήσω την αγαθή ελεούσα Μητέρα του Θεού.
.
Πράγματι, αυτή είναι η Αντίληψη για εμάς ενώπιον του Θεού, και μόνο το όνομά της χαροποιεί την ψυχή. Αλλά και ο ουρανός ολόκληρος και όλη η γη χαίρουν για την αγάπη της.

Είναι γεγονός αξιοθαύμαστο και ακατάληπτο! Ζει στους ουρανούς και βλέπει αδιάλειπτα τη δόξα του Θεού, αλλά δεν ξεχνά κι εμάς τους φτωχούς, και με την ευσπλαχνία της περιβάλλει ολάκερη τη γη και όλους τους λαούς.

Αυτή την Άχραντη Μητέρα Του ο Κύριος την προσέφερε σ’ εμάς। Αυτή είναι η χαρά και η ελπίδα μας. Αυτή είναι η πνευματική Μητέρα μας, που βέβαια παραμένει δίπλα μας λόγω και της ανθρώπινης φύσης της, και προσελκύει με αγάπη προς το μέρος της κάθε χριστιανική ψυχή.




,

Οι Παρακλητικοί Κανόνες προς Την Παναγία μας

...

Ο Αύγουστος είναι ο μήνας της Παναγίας. Η μεγάλη εορτή της Κοιμήσεως, της μνήμης, της Θεοτόκου, που ετέθη ακριβώς στο μέσον του μηνός αυτού, ήταν αιτία και όλες οι ήμερες του να πάρουν σιγά – σιγά ένα θεομητορικό χαρακτήρα. Οι δεκατέσσαρες πρώτες ήμερες μπορούμε να πούμε ότι είναι τα προεόρτιά της και οι υπόλοιπες τα μεθέορτα, η παράταση της μεγάλης αυτής θεομητορικής εορτής. Κατά την αυστηρά εορτολογική τάξη, προεόρτιος ήμερα είναι μόνο η παραμονή, η 14η του μηνός, κατά την όποια και μόνο υπάρχουν ειδικά τροπάρια στην εκκλησιαστική ακολουθία. Αλλά το λειτουργικό έθιμο, που σήμερα αποτελεί πια γενικώς καθιερωμένη παράδοση, συνέδεσε όλες τις προ της εορτής ημέρες με την προπαρασκευή για τον εορτασμό της μνήμης της Παναγίας, αφ’ ενός μεν με την προπαρασκευαστική νηστεία, αφ’ ετέρου δε με τη ψαλμωδία των παρακλητικών κανόνων προς αυτήν μετά τον εσπερινό των ήμερων αυτών. Η μεθέορτος πάλι περίοδος κατά το ισχύον τυπικό λήγει την 23η Αυγούστου, ήμερα κατά την οποία «αποδίδεται» η εορτή, τα Εννιάμερα. Πάντοτε όμως κατά το παρελθόν υπήρχαν τάσεις παρατάσεως του εορτασμού. Έτσι σε πολλά μοναστήρια της Κωνσταντινουπόλεως και του Αγίου Όρους η εορτή απεδίδετο την 28η Αυγούστου. Διάταγμα εξ άλλου του αυτοκράτορα Ανδρόνικου Β’ του Παλαιολόγου όριζε να εορτάζεται η μνήμη της Θεοτόκου καθ’ όλο τον Αύγουστο μήνα από την 1η μέχρι την 31η. Σε ανάλογο τάση φαίνεται ότι οφείλεται και η τοποθέτηση στην 31η του Αυγούστου της εορτής της καταθέσεως της Τίμιας Ζώνης της Θεοτόκου στην Αγία Σορό, που βρισκόταν στο ναό της Θεοτόκου στα Χαλκοπρατεία της Κωνσταντινουπόλεως. Κατά τον τρόπο αυτόν ο θεομητορικός μήνας, άλλα και ολόκληρο το έτος, που έληγε την 31η Αυγούστου, σφραγιζόταν με μία θεομητορικού χαρακτήρα εορτή.
Κατά τον Αύγουστο, λοιπόν, τον μήνα της Παναγίας, στους ναούς μας, και μάλιστα στα προσκυνήματα τα αφιερωμένα στο όνομά της, θα συντρέξουν οι πιστοί μας για να υμνολογήσουν την Μητέρα του Θεού και να αναφέρουν σ’ αυτήν τη θλίψη και τις αγωνίες τους. Και δικαίως, γιατί η Θεοτόκος είναι η λογική κλίμακα που κατέβασε τον Θεό στον κόσμο και ανέβασε τον άνθρωπο στον Θεό. Είναι ο κρίκος που συνέδεσε τον ουρανό με τη γη, που έδωσε στον Θεό την σάρκα, ώστε να γίνει, από άκρα φιλανθρωπία, ο Λόγος του Θεού «ομοούσιος ημίν κατά την ανθρωπότητα», σαρξ εκ της σαρκός και οστούν εκ των οστέων του ανθρωπίνου σώματος. Και στην παρρησία της μητέρας Του, που την άφησε πεθαίνοντας στον σταυρό στο πρόσωπο του Ιωάννου και για δική μας μητέρα, καταφεύγουν τώρα τα παιδιά της, οι αδελφοί του Χριστού. Δεν ήταν η διαθήκη Του αυτή, που την έγραψε επάνω στον αιματοβαμμένο σταυρό Του, όταν βλέποντας «την μητέρα και τον μαθητήν παρεστώτα, ον ήγάπα» είπε προς αυτήν το «Ιδού ο υιός σου» και προς τον μαθητή «Ιδού η μήτηρ σου»; Με το θάρρος λοιπόν και την αγάπη των παιδιών προς την μητέρα απευθύνεται ο λαός του Θεού προς την Θεοτόκο, για να διαβιβάσει εκείνη τα αιτήματα του προς τον Υιό και Θεό της, χρησιμοποιώντας και πάλι την παρρησία της μητέρας. Γιατί μέσα στο μυστικό σώμα του Χρίστου, την Εκκλησία, νεκροί δεν υπάρχουν. Όλοι ζουν εν Χριστώ και συνεχίζουν και στον ουρανό τις προσευχές και τις δεήσεις για τα μέλη της Εκκλησίας που ζουν στη γη και αγωνίζονται τον καλόν αγώνα της χριστιανικής ζωής, όπως ακριβώς και οι ζώντες στον κόσμο τούτο δέονται για τους άλλους αδελφούς των, ζώντας ή κεκοιμημένους. Και πολύ περισσότερο η Θεοτόκος στη δόξα του ουρανού δεν παύει να εκτελεί το έργο της μεσιτείας που έκαμε και στη γη. Όπως στο γάμο της Κανά ενδιαφέρθηκε για τη χαρά των ανθρώπων και ζήτησε και πέτυχε από τον Χριστό την θαυματουργική Του επέμβαση, έτσι και μεταστάσα από τη γη δεν εγκατέλειψε τη γη, αλλά διαρκώς διαβιβάζει τις αιτήσεις μας προς τον Υιό και Θεό της. Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο είναι η «προστασία» η «ακαταίσχυντος» και η «μεσιτεία» η «αμετάθετος», που δεν παραβλέπει τις ικετευτικές μας φωνές, αλλά αντιλαμβάνεται και προφθάνει στη βοήθεια εκείνων που έχουν ανάγκη, όπως πολύ χαρακτηριστικά ψάλλει ο ποιητής του γνωστού κοντακίου.

Σ’ αυτήν λοιπόν τη θεολογική βάση στηρίζεται η Εκκλησία όταν κατά τις πρώτες ήμερες του μηνός αυτού ψάλλει στους ναούς μας τους παρακλητικούς κανόνας προς την Παναγία. Θα ενώσομε και εμείς μαζί με τον υπόλοιπο λαό του Θεού τη φωνή μας και θα απευθύνομε προς αυτήν τους ωραίους ύμνους, που συνέθεσαν οι ιεροί ποιητές της Εκκλησίας μας, οι πνευματοκίνητοι συντάκτες των ιερών αυτών ακολουθιών. Αυτές ακριβώς τις παρακλητικές ακολουθίες θα δούμε σήμερα. Το θέμα είναι και επίκαιρο και πρακτικώς χρήσιμο, αφού από σήμερα το βράδυ θα σημαίνουν οι καμπάνες των εκκλησιών μας και θα μας καλούν σ’ αυτές.

Οι δύο ακολουθίες αυτές μας είναι γνωστές με το όνομα «Μικρός» και «Μέγας παρακλητικός κανών εις την Υπεραγίαν Θεοτόκον». Έτσι επιγράφονται στα λειτουργικά μας βιβλία. Στην πραγματικότητα όμως είναι κάτι το ευρύτερο. Ο κανών είναι μέρος μόνο της όλης ακολουθίας, το μεγαλύτερο και ίσως το πιο εντυπωσιακό. Είναι το στοιχείο που με την εναλλαγή του διαφοροποιεί την κατά τα άλλα όμοια ακολουθία σε δύο, που για να διακρίνονται ονομάζονται η μία «Μεγάλη Παράκλησις» και η άλλη «Μικρά». Και οι δύο κανόνες έχουν ίσο αριθμό τροπαρίων, 32 τροπάρια ο καθένας-τέσσαρα σε κάθε ωδή, του μεγάλου όμως κανόνα τα τροπάρια και οι ειρμοί, από τους οποίους εξαρτώνται τα τροπάρια, είναι φανερά εκτενέστερα. Αυτό όμως δεν είναι, νομίζω, αρκετό να αιτιολογήσει το επίθετο «μέγας» σ’ αυτόν. Φαίνεται ότι ο μέγας αυτός κανών εψάλλετο πανηγυρικώτερα, ιδιαιτέρως κατά την περίοδο του δεκαπενταύγουστου, όπως δείχνουν και το εξαποστειλάριο «Απόστολοι εκ περάτων…», που ψάλλεται στο τέλος του. Κατόπιν και η επανάληψις των δύο τροπαρίων «Διάσωσον από κινδύνων…» και «Επίβλεψον εν ευμενεία…», που γίνεται στο τέλος κάθε ωδής του μεγάλου, ενώ στον μικρό μόνο στο τέλος της γ’ και της ς’ ωδής, μαρτυρεί μία τάση προς έξαρση επί το πανηγυρικώτερον του πρώτου. Ο μικρός εψάλλετο, όπως και η επιγραφή του μαρτυρεί, καθ’ όλο το έτος «εν πάση περιστάσει και θλίψει ψυχής».

Κατά την ισχύουσα σήμερα πράξη, οι δύο κανόνες κατά την περίοδο του δεκαπενταύγουστου ψάλλονται εναλλάξ, για την αποφυγή, προφανώς, της μονοτονίας, στο τέλος του εσπερινού όλων των ημερών εκτός από τον εσπερινό των Σαββάτων, της Μεταμορφώσεως και της Κοιμήσεως. Αυτή η σύνδεση της παρακλήσεως με την ακολουθία του εσπερινού μας φέρνει στο νου την αντίστοιχο μοναχική τάξη, που στις ολονυκτίες των μονών συνάπτεται ο όρθρος στον εσπερινό. Η όλη ακολουθία δηλαδή του εσπερινού και της παρακλήσεως μαζί, γίνονται σαν ένα είδος μικράς παννυχίδος στα μέτρα και τις δυνατότητες των ενοριών, μικρής ολονυκτίας προς τιμήν της Θεοτόκου. Αν δε προσέξομε τη δομή της ακολουθίας της παρακλήσεως, θα αναγνωρίσομε σ’ αυτήν το σχήμα και τη διάταξη ενός υποτυπώδους όρθρου. Αρχίζει με ένα θρηνητικό ψαλμό, τον τελευταίο των ψαλμών του εξάψαλμου («Κύριε εισάκουσον της προσευχής μου…»-ψαλμός 142ος), το «Θεός Κύριος…» με τα θεομητορικά τροπάρια «Τη Θεοτόκω εκτενώς νυν προσδράμωμεν…» και «Ου σιωπήσωμεν ποτέ Θεοτόκε…», τον 50ό ψαλμό «Ελέησόν με, ο Θεός, κατά το μέγα έλεός σου…», τον κανόνα με κάθισμα στο τέλος της γ’ και το κοντάκιο στο τέλος της ς’ ωδής και την παρεμβολή των αναβαθμών, του ευαγγελίου και της συναπτής του, με τα τροπάρια που συνοδεύουν τον 50ό ψαλμό στον όρθρο, τα μεγαλυνάρια μετά την θ’ ωδή και στο τέλος τροπάρια πού μπορούν να παραλληλισθούν προς τα εξαποστειλάρια του όρθρου στο μέγα παρακλητικό κανόνα ή προς τα απόστιχα του όρθρου στην μικρά παράκληση. Αν συνδυάσομε μάλιστα τα ανωτέρω προς την τάξη που ισχύει στις εορτές των αγίων, που ως πρώτος κανών στον όρθρο ψάλλεται ένας από τους ανωτέρω παρακλητικούς κανόνας προς την Θεοτόκο, δεν μας μένει καμιά αμφιβολία, ότι και στις παρακλήσεις έχομε ένα θεομητορικό παρακλητικό όρθρο κατά τον τύπο των μοναχικών ολονυκτιών.

Ο μικρός κανών φέρεται υπό το όνομα του Θεοστηρίκτου μοναχού ή του Θεοφάνους, πού ίσως πρόκειται για το ίδιο πρόσωπο που χαρακτηρίζεται πότε με το κοσμικό, πότε με το μοναχικό του όνομα. Ποιος όμως από τους πολλούς ομώνυμους ποιητές είναι ο συντάκτης του κανόνος αυτού δεν είναι εύκολο να προσδιορισθεί. Του μεγάλου ποιητής είναι ο τελευταίος αυτοκράτωρ της Νικαίας Θεόδωρος Δούκας ο Λάσκαρις (1222-Ι258). Ο δεύτερος αυτός κανών έχει μάλλον προσωπικό χαρακτήρα και αναφέρεται ειδικώς στα παθήματα και τις περιστάσεις του βίου του πολύπαθους αυτού βασιλέως. Ο πρώτος είναι γενικότερος και ταιριάζει σε κάθε άνθρωπο θλιβόμενο, ασθενούντα και πάσχοντα από πνευματικές και σωματικές ασθένειες, από επιβουλές δαιμονικές και κάθε άλλο ψυχοσωματικό κίνδυνο.

Και οι δύο κανόνες ψάλλονται σε ήχο πλ. δ΄. Η α’ ωδή του μικρού έχει ειρμό το «Υγράν διοδεύσας», του μεγάλου το «Αρματηλάτην Φαραώ». Και οι δύο αμιλλώνται στην εκλογή ωραίων εικόνων, λεπτού και ευγενούς τρόπου εκφράσεως της δεήσεως, ζωηρής περιγραφής των θλίψεων και των συμφορών και των αισθημάτων πίστεως, πόνου, αλλά και ελπίδος και εγκαρτερήσεως. Ο θρήνος του πιστού δεν είναι έκφραση απογνώσεως και απελπισίας, αλλά αίτηση του θείου ελέους και της βοηθείας της Θεοτόκου για τη συνέχιση του αγώνος του βίου και για την νικηφόρο αντιμετώπιση των πειρασμών.

( + Ιωάννου Μ. Φουντούλη, Λογική Λατρεία, Θεσ/κη 1971, σ. 173-178).