Ιερός Ναός Αγίων Πάντων Μακεδονίτισσας

Ιερός Ναός Αγίων Πάντων Μακεδονίτισσας
Άγιοι του Θεού πρεσβεύετε υπέρ ημών !
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πατερικά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πατερικά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 15 Μαΐου 2017

Το κερί και το θυμίαμα!




– Γέροντα, ὅταν ἀνάβουμε ἕνα κεράκι, λέμε ὅτι εἶναι γι᾿ αὐτὸν τὸν σκοπό;
– Τὸ ἀνάβεις· ποῦ τὸ στέλνεις; Δὲν τὸ στέλνεις κάπου; Μὲ τὸ κεράκι ζητοῦμε κάτι ἀπὸ τὸν Θεό. Ὅταν τὸ ἀνάβης καὶ λὲς «γι᾿ αὐτοὺς ποὺ πάσχουν σωματικὰ καὶ ψυχικὰ καὶ γι᾿ αὐτοὺς ποὺ ἔχουν τὴν πιὸ μεγάλη ἀνάγκη», μέσα σ᾿ αὐτοὺς εἶναι καὶ οἱ ζῶντες καὶ οἱ κεκοιμημένοι. Ξέρεις πόση ἀνάπαυση νιώθουν οἱ κεκοιμημένοι, ὅταν ἀνάβουμε ἕνα κεράκι γι᾿ αὐτούς; Ἔτσι ἔχει κανεὶς πνευματικὴ ἐπικοινωνία καὶ μὲ τοὺς ζῶντα...ς καὶ μὲ τοὺς κεκοιμημένους. Τὸ κεράκι μὲ λίγα λόγια εἶναι μιὰ κεραία ποὺ μᾶς φέρνει σὲ ἐπαφὴ μὲ τὸν Θεό, μὲ τοὺς ἀρρώστους, μὲ τοὺς κεκοιμημένους κ.λ
– Τὸ θυμίαμα, Γέροντα, γιατί τὸ καῖμε;
– Τὸ ἀνάβουμε γιὰ δοξολογία στὸν Θεό. Τὸν δοξολογοῦμε καὶ Τὸν εὐγνωμονοῦμε γιὰ τὶς μεγάλες εὐεργεσίες Του σὲ ὅλον τὸν κόσμο. Τὸ θυμίαμα εἶναι καὶ αὐτὸ μιὰ προσφορά. Καὶ ἀφοῦ τὸ προσφέρουμε στὸν Θεὸ καὶ στοὺς Ἁγίους θυμιάζοντας τὶς εἰκόνες, θυμιάζουμε μετὰ καὶ τὶς ζωντανὲς εἰκόνες τοῦ Θεοῦ, τοὺς ἀνθρώπους
. Νὰ βάζετε καρδιὰ εἴτε πρόκειται γιὰ αἴτημα εἴτε γιὰ εὐχαριστία. Μὲ τὸ κεράκι λέω: «Θεέ μου, Σοῦ ζητάω μὲ ὅλη μου τὴν καρδιὰ νὰ μοῦ κάνης μιὰ χάρη». Καὶ μὲ τὸ θυμίαμα λέω: «Σὲ εὐχαριστῶ, Θεέ μου, μὲ ὅλη μου τὴν καρδιὰ γιὰ ὅλες τὶς δωρεές Σου. Σ᾿ εὐχαριστῶ ποὺ συγχωρεῖς τὶς δικές μου τὶς πολλὲς ἁμαρτίες καὶ τὴν ἀχαριστία ὅλου τοῦ κόσμου καὶ τὴν δική μου τὴν ἀχαριστία τὴν πολλή».

Ἁγ. Παϊσίου Ἁγιορείτου





Τρίτη 29 Νοεμβρίου 2016

Ὅρια !

 
 
"Το μέλι εἶναι πολύ ὡραῖο !
Ὅταν ὅμως φάει κανείς πάρα πολύ,
μπορεῖ να τοῦ δημιουργήσει κακό.
Ἔτσι καί στα πνευματικά,
δέν πρέπει να βγαίνεις ἀδιάκριτα
ἀπό τα ὅρια τῶν δυνατοτήτων σου.
Νά κάνεις μόνο ἐκεῖνο που μπορεῖς.
Αὐτό θέλει ὁ Θεός."
 
Αββάς Ισαάκ
 
 
***
 
 
 
 

Τρίτη 11 Οκτωβρίου 2016

Ο ναός μοιάζει με τον ουρανό !

 

 
Ό οίκος του Θεού μοιάζει με ουρανό καί όπως ακριβώς δεν είναι θεμιτό σε καμιά από τίς αντίθετες δυνάμεις να μπει σ'αυτόν, έτσι μήτε στον οίκο του Θεού. Σκέψου, άνθρωπε, πόσο μεγάλη αξία απολαμβάνεις, πού καί ό ίδιος βέβαια έγινες ναός καί πόση θά' ταν σωστό να προσφέρεις καθαρότητα.
Πώς όμως θα μπορούσες να προσφέρεις την καθαρότητα; 
"Αν διώξεις κάθε πονηρό λογισμό, αν κάμεις το χώρο της διάνοιας απροσπέλαστο στίς διαβολικές ενέργειες, όπως ακριβώς αν μένεις στα άδυτα των Αγίων καλλωπίζοντας την διάνοια σου.
 Διότι, αν στον ιουδαϊκό ναό δεν ήταν κάθε τόπος, βατός σε όλους, αλλά υπήρχαν διάφορες διακρίσεις καί ό ένας ήταν για τους προσήλυτους, ο άλλος για τους εκ γενετής Ιουδαίους, ό άλλος για τους Ιερείς, ό άλλος μονάχα για τον αρχιερέα καί μήτε πάντοτε γι' αυτόν, αλλά μια φορά το χρόνο, κατάλαβε πόση αγιοσύνη σου χρειάζεται πού δέχτηκες, πολύ μεγαλύτερα σύμβολα από κείνα πού δέχτηκαν τότε τα αγία των αγίων. 
Γιατί δεν έχεις τα Χερουβίμ, αλλ' έχεις ένοικο τον ίδιο το δεσπότη των Χερουβίμ, μήτε στάμνα καί μάννα καί λίθινες πλάκες καί τη ράβδο του Ααρών, αλλά δεσποτικό σώμα καί αίμα καί πνεύμα αντί για το γράμμα καί χάρη πού είναι ακατάληπτη στον ανθρώπινο λογισμό καί απερίγραπτη δωρεά. "Οσο μεγαλύτερα σύμβολα καί φρικτά μυστήρια αξιώθηκες, τόσο μεγαλύτερη υπευθυνότητα έχεις για την αγιοσύνη καί σου αξίζει περισσότερο να κολαστείς, αν παραβείς τα παραγγέλματα.

Αγ.Ιωάννου Χρυσοστόμου-Εις Ψαλμούς 133,Ε.Π.Ε.7


Παρασκευή 3 Ιουνίου 2016

Από πού προέρχεται η σημερινή κρίση;

 
 
 
Το κείμενο εγράφη πριν ογδόντα σχεδόν χρόνια! Τότε που η Αμερική και ο κόσμος όλος συγκλονιζόταν από το οικονομικό κραχ του 1929. Το κείμενο του Σέρβου τότε Ιεράρχου, Μητροπολίτου Αχρίδος, του Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς είναι σαν να εγράφη σήμερα.

Από πού προέρχεται η σημερινή κρίση;

Με ρωτάς, άνθρωπε του Θεού, από που προέρχεται η σημερινή κρίση, και τι ση­μαίνει αυτή. Ποιος είμαι εγώ για να μ...
ε ρωτάς για ένα τόσο μεγάλο μυστικό; «Μίλα, όταν έχεις κάτι καλύτερο από τη σιωπή», λέει ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος. Όμως παρό­λο που θεωρώ, ότι η σιωπή είναι τώρα κα­λύτερη από κάθε ομιλία, και όμως λόγω αγάπης προς εσένα, θα σου εκθέσω εκείνα που σκέπτομαι περί αυτού που ρώτησες.

Η κρίση είναι ελληνική λέξη, και σημαί­νει δίκη. Στην Αγία Γραφή αυτή η λέξη χρησιμοποιείται πολλές φορές. Έτσι ο ψαλ­μωδός λέει: «δια τούτο ουκ αναστήσονται ασεβείς εν κρίσει» (Ψαλμ. 1, 5). Σε άλλο μέ­ρος πάλι λέει: «έλεος και κρίσιν άσομαί σοι, Κύριε» (Ψαλμ. 100, 1). Ο σοφός Σολομώντας γράφει, ότι «παρά δε Κυρίου πάντα τα δίκαια». (Παρ. Σολ. 16, 33). Ο ίδιος ο Σωτή­ρας είπε, «αλλά την κρίσιν πάσαν δέδωκε τω υιώ» (Ιωάν. 5, 22), ενώ λίγο πιο κάτω λέγει πάλι «νυν κρίσις εστί του κόσμου τού­του» (Ιωάν. 12, 31). Ο απόστολος Πέτρος γράφει «ότι ο καιρός τού άρξασθαι το κρίμα από του οίκου του Θεού» (Α' Πετρ. 4, 17).

Αντικατάστησε τη λέξη «κρίση» με τη λέξη «δίκη» και διάβασε: «Δια τούτο ουκ αναστήσονται ασεβείς εν δίκη» ή «αλλά την δίκην πάσαν δέδωκε τω υιώ» ή «νυν δίκη εστί του κόσμου τούτου» ή ότι «αποδώσουσι λόγον τω ετοίμως έχοντι δικάσαι ζώντας και νεκρούς».

Έως τώρα οι ευρωπαϊκοί λαοί χρησιμο­ποιούσαν την λέξη «δίκη», αντί για τη λέ­ξη «κρίση», όποτε και να τους έβρισκε κά­ποια συμφορά. Τώρα η καινούργια λέξη αντικατέστησε την παλιά, και το κατανοη­τό έγινε ακατανόητο. Όταν γινόταν ξηρα­σία, πλημμύρα, πόλεμος ή έπεφτε επιδημία, όταν έρριχνε χαλάζι, γίνονταν σεισμοί, πνιγ­μοί και άλλες συμφορές, λέγανε «Θεία δί­κη!».

Και αυτό σημαίνει: κρίση μέσα από ξη­ρασίες, κρίση μέσα από πλημμύρες, μέσα από πολέμους, μέσα από επιδημίες κ.λπ. Και τη σημερινή χρηματικο-οικονομική δυ­σκολία ο λαός την θεωρεί ως Θεία δίκη, όμως δεν λέει η δίκη αλλά η κρίση. Έτσι ώστε η δυσκολία να πολλαπλασιάζεται με το να γίνεται ακατανόητη! Εφόσον όσο ονομαζόταν με την κατανοητή λέξη «δίκη», ήταν γνωστή και η αιτία, λόγω της οποίας ήρθε η δυσκολία, ήταν γνωστός και ο Δι­καστής, ο Οποίος επέτρεψε την δυσκολία, ήταν γνωστός και ο σκοπός τής επιτρεπό­μενης δυσκολίας. Μόλις όμως χρησιμοποι­ήθηκε η λέξη «κρίση», λέξη ακαταλαβίστι­κη σε όλους, κανείς δεν ξέρει πια να εξη­γήσει ούτε για ποιο λόγο, ούτε από Ποιόν, ούτε ως προς τι. Μόνο σ' αυτό διαφέρει η τωρινή κρίση από τις κρίσεις που προέρ­χονται από την ξηρασία ή την πλημμύρα ή τον πόλεμο ή την επιδημία ή τους πνιγμούς ή κάποιους άλλους πειρασμούς.

Με ρωτάς για την αιτία τής τωρινής κρί­σης, ή της τωρινής Θείας δίκης! Η αιτία είναι πάντα η ίδια. Η αιτία για τις ξηρασίες, τις πλημμύρες, τις επιδημίες και άλλα μαστιγώματα της γενιάς των ανθρώπων εί­ναι η αιτία και για την τωρινή κρίση. Η αποστασία των ανθρώπων από τον Θεό. Με την αμαρτία της Θεο-αποστασίας οι άνθρω­ποι προκάλεσαν αυτή την κρίση, και ο Θε­ός την επέτρεψε, ώστε να ξυπνήσει τους ανθρώπους, να τους κάνει ενσυνείδητους, πνευματικούς και να τους γυρίσει προς Εκείνον. Στις μοντέρνες αμαρτίες—μο­ντέρνα και η κρίση. Και όντως ο Θεός χρη­σιμοποίησε μοντέρνα μέσα ώστε να το συ­νειδητοποιήσουν οι μοντέρνοι άνθρωποι: χτύπησε τις τράπεζες, τα χρηματιστήρια, τις οικονομίες, το συνάλλαγμα των χρημά­των. Ανακάτωσε τα τραπέζια στις συναλ­λαγές σ' όλο τον κόσμο, όπως κάποτε στο ναό των Ιεροσολύμων. Προξένησε πρωτό­γνωρο πανικό μεταξύ εμπόρων και αυτών που ανταλλάσσουν το χρήμα. Προκάλεσε σύγχυση και φόβο. Όλα αυτά τα έκανε για να ξυπνήσουν τα υπερήφανα κεφαλάκια των σοφών της Ευρώπης και της Αμερικής, για να έλθουν εις εαυτούς και να πνευματικοποιηθούν. Και από την άνεση και το αγκυροβόλημα στα λιμάνια τής υλικής σι­γουριάς να θυμηθούμε τις ψυχές μας, να αναγνωρίσουμε τις ανομίες μας και να προ­σκυνήσουμε τον ύψιστο Θεό, τον ζωντανό Θεό.
Μέχρι πότε θα διαρκέσει η κρίση; Όσο το πνεύμα των ανθρώπων παραμείνει δίχως αλλαγή. Ώσπου οι υπερήφανοι υπαίτιοι αυτής της κρίσης να παραιτηθούν μπροστά στον Παντοδύναμο. Ώσπου οι άνθρωποι και οι λαοί να θυμηθούν, την ακαταλαβί­στικη λέξη «κρίση», να τη μεταφράσουν στη γλώσσα τους, ώστε με αναστεναγμό και με­τάνοια να φωνάξουν: «η Θεία δίκη»!
Πες και εσύ, τίμιε πατέρα, η Θεία δίκη, αντί η κρίση, και όλα θα σου γίνουν ξεκά­θαρα.

Χαιρετισμούς και ειρήνη


(Το κείμενο προέρχεται από το βιβλίο του Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς, «Δρόμος δίχως Θεό δεν αντέχεται...», Ιεραποστολικές επιστολές Α', εκδ. «Εν πλω», Αθήνα 2008, σσ. 33-36. Ο τίτ­λος του πρωτοτύπου είναι: «Στον παπα-Κάραν για την κρίση τού κόσμου»)
 
 

Τετάρτη 30 Μαρτίου 2016

Κύριε, ὄχι ὅπως ἐγώ θέλω, ἀλλ’ ὅπως Ἐσύ…

 
 
                                                                                                         Τοῦ Ἁγίου Νεκταρίου
 
Τό κύριο ἔργο του ἀνθρώπου εἶναι ἡ προσευχή.
 
Ὁ ἄνθρωπος πλάστηκε γιά νά ὑμνεῖ τό Θεό. Αὐτό εἶναι τό ἔργο πού τοῦ ἁρμόζει.
Αὐτό μόνο ἐξηγεῖ τήν πνευματική του ὑπόσταση. Αὐτό μόνο δικαιώνει τήν ἐξέχουσα θέση του μέσα στή δημιουργία.
Ὁ ἄνθρωπος πλάστηκε γιά νά λατρεύει τό Θεό καί νά μετέχει στή θεία Του ἀγαθότητα καί μακαριότητα.
Ὡς εἰκόνα τοῦ Θεοῦ πού εἶναι, λαχταράει γιά τό Θεό καί τρέχει μέ πόθο νά ἀνυψωθεῖ πρός Αὐτόν.

Μέ τήν προσευχή καί τήν ὑμνωδία εὐφραίνεται. Τό πνεῦμα του ἀγάλλεται καί ἡ καρδιά του σκιρτάει.
Ὅσο περισσότερο προσεύχεται, τόσο ἡ ψυχή του ἀπογυμνώνεται ἀπό τίς κοσμικές ἐπιθυμίες καί γεμίζει ἀπό τά
οὐράνια ἀγαθά.
Καί ὅσο ἀποχωρίζεται τά γήινα καί τίς ἡδονές τοῦ βίου, τόσο περισσότερο ἀπολαμβάνει τήν οὐράνια εὐφροσύνη. Ἡ δοκιμή καί ἡ πείρα μᾶς ἐπιβεβαιώνουν τήν ἀλήθεια αὐτή.
Ὁ Θεός εὐαρεστεῖται στίς προσευχές ἐκεῖνες πού προσφέρονται μέ τόν πρέποντα τρόπο- δηλαδή μέ συναίσθηση τῆς ἀτέλειας καί τῆς ἀναξιότητάς μας.
Γιά νά ὑπάρξει ὅμως τέτοια συναίσθηση, ἀπαιτεῖται τέλεια ἀπάρνηση τοῦ κακοῦ μας ἑαυτοῦ καί ὑποταγή στίς ἐντολές τοῦ Θεοῦ. Ἀπαιτεῖται ταπείνωση καί ἀδιάλειπτη πνευματική ἐργασία.
Ἀναθέστε ὅλες τίς φροντίδες σας στό Θεό. Ἐκεῖνος προνοεῖ γιά σᾶς. Μή γίνεστε ὀλιγόψυχοι καί μήν ταράζεστε.
Αὐτός πού ἐξετάζει τά ἀπόκρυφα βάθη τῆς ψυχῆς τῶν ἀνθρώπων, γνωρίζει καί τίς δικές σας ἐπιθυμίες καί ἔχει τή δύναμη νά τίς ἐκπληρώσει, ὅπως Αὐτός γνωρίζει. Ἐσεῖς νά ζητᾶτε ἀπό τό Θεό καί νά μή χάνετε τό θάρρος σας.
Μή νομίζετε ὅτι, ἐπειδή ὁ πόθος σας εἶναι ἅγιος, ἔχετε δικαίωμα νά παραπονεῖστε, ὅταν οἱ προσευχές σας δέν εἰσακούονται. Ὁ Θεός ἐκπληρώνει τούς πόθους σας μέ τρόπο πού ἐσεῖς δέν γνωρίζετε.
Νά εἰρηνεύετε λοιπόν καί νά ἐπικαλεῖσθε τό Θεό.
Οἱ προσευχές καί οἱ δεήσεις ἀπό μόνες τους δέν μᾶς όδηγοῦν στήν τελειότητα.
Στήν τελείωση ὁδηγεῖ ὁ Κύριος πού ἔρχεται καί κατοικεῖ μέσα μας, ὅταν ἐμεῖς ἐκτελοῦμε τίς ἐντολές Του.
Καί μιά ἀπό τίς πρῶτες ἐντολές εἶναι νά γίνεται στή ζωή μας τό θέλημα ὄχι τό δικό μας, ἀλλά τοῦ Θεοῦ. Καί νά γίνεται μέ τήν ἀκρίβεια πού γίνεται στόν οὐρανό ἀπό τούς ἀγγέλους.
Γιά νά μποροῦμε κι ἐμεῖς νά λέμε: «Κύριε, ὄχι ὅπως ἐγώ θέλω, ἀλλ’ ὅπως Ἐσύ· “γενηθήτω τό θέλημά Σου, ὡς ἐν οὐρανῷ καί ἐπί τῆς γῆς”». Χωρίς λοιπόν τό Χριστό μέσα μας, οἱ προσευχές καί οἱ δεήσεις ὁδηγοῦν στήν πλάνη.

Ἀντιγραφή γιὰ τὸ «σπιτὰκι τὴς Μέλιας»
 
 
ΑΓΙΟΣ ΜΗΝΑΣ
ΤΡΙΜΗΝΙΑΙΑ ΕΚΔΟΣΙΣ ΟΙΚΟΔΟΜΗΣ ΚΑΙ ΕΝΗΜΕΡΩΣΕΩΣ
ΑΠΡΙΛΙΟΣ – ΙΟΥΝΙΟΣ 2013 -TEYXOΣ 55
ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΚΑΣΤΟΡΙΑΣ




 

Τρίτη 22 Μαρτίου 2016

Το Μυστήριο της εξομολόγησης κόβει το δικαίωμα του Διαβόλου

 
 
Να πάνε τουλάχιστον οι άνθρωποι σε έναν Πνευματικό να εξομολογηθούν, να φύγει η δαιμονική επίδραση, για να μπορούν να σκέφτoνται λιγάκι. Τώρα δεν μπορούν ούτε να σκεφθούν από την δαιμονική επίδραση. Η μετάνοια, η εξομολόγηση κόβει το δικαίωμα του διαβόλου.
Πριν λίγο καιρό, ήρθε στο Άγιον Όρος ένας μάγος και έφραξε με πασσαλάκια και δίχτυα όλο τον δρόμο, εκεί σε μια περιοχή κοντά στο Καλύβι. Αν περνούσε από κεί μέσα ένας ανεξομολόγητος, θα πάθαινε κακό. Δεν θα ήξερε από πού του ήρθε.

Μόλις τα είδα, κάνω τον Σταυρό μου και περνώ από μέσα· τα διέλυσα. Μετά ο μάγος ήρθε στο Καλύβι, μου είπε όλα τα σχέδιά του και έκαψε τα βιβλία του. Σε έναν που είναι πιστός, εκκλησιάζεται, εξομολογείται, κοινωνάει, ο διάβολος δεν έχει καμμιά δύναμη, καμμιά εξουσία. Κάνει μόνο λίγο «κάφ-κάφ» σαν ένα σκυλί που δεν έχει δόντια. Σε έναν όμως που δεν είναι πιστός και του δίνει δικαιώματα, έχει μεγάλη εξουσία. Μπορεί να τον λιντσάρει, έχει δόντια και τον ξεσκίζει. Ανάλογα με τα δικαιώματα που του δίνει μια ψυχή, είναι και η εξουσία του επάνω της.

Ακόμη και όταν πεθάνει κανείς και είναι τακτοποιημένος, την ώρα που η ψυχή του ανεβαίνει στον Ουρανό, είναι σαν να τρέχει ένα τραίνο και άλλα σκυλιά τρέχουν από πίσω γαυγίζοντας «κάφ-κάφ…» και άλλα από μπροστά γαυγίζοντας «κάφ-κάφ…». Αλλά, αν δεν είναι τακτοποιημένος, είναι σαν να βρίσκεται σε τραίνο που δεν μπορεί να τρέξει με ταχύτητα, γιατί είναι χαλασμένες οι ρόδες, οι πόρτες ανοικτές και μπαίνουν τα σκυλιά μέσα και δαγκάνουν και κανέναν.

Όταν ο διάβολος έχει αποκτήσει μεγάλα δικαιώματα στον άνθρωπο και τον έχει κυριεύσει, τότε πρέπει να βρεθεί αιτία, για να κοπούν τα δικαιώματα. Αλλιώς, όσες προσευχές και να κάνουν οι άλλοι, αυτός δεν φεύγει. Σακατεύει τον άνθρωπο. Οι ιερείς δώσ’ του-δώσ’ του εξορκισμούς, και τελικά τα πληρώνει ο άνθρωπος, γιατί βασανίζεται ακόμη περισσότερο από τον διάβολο. Πρέπει να μετανοήσει ο άνθρωπος, να εξομολογηθεί, να κοπούν τα δικαιώματα που έχει δώσει, και μετά θα φύγει ο διάβολος· αλλιώς θα ταλαιπωρείται. Μια μέρα, δυό μέρες, εβδομάδες, μήνες, χρόνια, διάβασε-διάβασε εξορκισμούς, αφού ο διάβολος έχει δικαιώματα, δεν φεύγει.

Από το βιβλίο «Με πόνο και αγάπη για τον σύγχρονο άνθρωπο» Λόγοι Α',
Γέροντος Παϊσίου Αγιορείτου
 
 

 

Τρίτη 15 Μαρτίου 2016

Όποιος αγαπάει τον Κύριο, σκέφτεται πάντα Εκείνον

 

Όποιος αγαπάει τον Κύριο, σκέφτεται πάντα Εκείνον. Η θύμηση του Θεού γεννάει την προσευχή. Αν δεν θυμάσαι τον Κύριο, τότε και δεν θα προσεύχεσαι και χωρίς την προσευχή, δεν θα παραμείνει η ψυχή στην αγάπη του Θεού, γιατί η χάρη του Αγίου Πνεύματος έρχεται με την προσευχή.
Η προσευχή προφυλάσσει τον άνθρωπο από την αμαρτία, γιατί ο νους, όταν προσεύχεσαι, είναι απασχολημένος με το Θεό και στέκεται με ταπεινό πνεύμα ενώπιον του Κυρίου, τον Οποίο γνωρίζει η ψυχή του προσευχομένου.
Ο αρχάριος όμως χρειάζεται χειραγωγό, επειδή η ψυχή, πριν έρθει η χάρη του Αγίου Πνεύματος, έχει μεγάλο πόλεμο εναντίον των εχθρών και δεν μπορεί να διακρίνει η ίδια, αν η γλυκύτητα που δοκιμάζει, προέρχεται από τον εχθρό. Αυτό μπορεί να το διακρίνει μόνο εκείνος που γεύθηκε ο ίδιος το Άγιο Πνεύμα. Αυτός αναγνωρίζει τη χάρη κατά τη γεύση.
Όποιος θέλει να ασκεί την προσευχή χωρίς χειραγωγό και μέσα στην υπερηφάνεια του, φαντάζεται ότι μπορεί να τη διδαχθεί από τα βιβλία, αυτός βρίσκεται κιόλας στην πλάνη. Τον ταπεινό όμως τον προστατεύει ο Κύριος, έτσι, αν πράγματι δεν υπάρχει έμπειρος οδηγός, αυτός καταφεύγει στον υπάρχοντα πνευματικό και ο Κύριος θα τον σκεπάσει χάρη στην ταπείνωσή του. Σκέψου ότι στον πνευματικό ζει το Άγιο Πνεύμα, και αυτός θα σου πει το ωφέλιμο. Αν όμως σκεφτείς πως ο πνευματικός ζει με αμέλεια και διερωτηθείς, «Πώς είναι δυνατό να έχει το Άγιο Πνεύμα;», θα υποστείς εξαιτίας αυτής της σκέψης σου μεγάλο πειρασμό, και ο Κύριος θα σε ταπεινώσει και θα επιτρέψει να πέσεις σε κάποια πλάνη.
Η προσευχή δίνεται στον προσευχόμενο. Η προσευχή που γίνεται μόνο από συνήθεια, χωρίς καρδιά συντριμμένη για τις αμαρτίες της, δεν είναι αρεστή στο Θεό.
Ω άνθρωπε, μάθε την κατά Χριστόν ταπείνωση, και ο Κύριος θα σου χαρίσει να γευθείς τη γλυκύτητα της προσευχής. Κι αν θέλεις να προσεύχεσαι καθαρά, γίνε ταπεινός, γίνε εγκρατής, εξομολογήσου ειλικρινά και θα σε αγαπήσει η προσευχή. Γίνε υπάκουος, υποτάξου ευσυνείδητα στις αρχές, μείνε ευχαριστημένος με όλα, και τότε ο νους σου θα καθαριστεί από μάταιους λογισμούς. Να θυμάσαι πως σε βλέπει ο Κύριος, γι’ αυτό πρόσεχε, μήπως λυπήσεις με κάτι τον αδελφό, μην τον κατακρίνεις και μη τον στενοχωρήσεις ούτε μ’ ένα βλέμμα, και το Πνεύμα το Άγιο θα σε αγαπήσει και θα σε βοηθήσε σε όλα.
Το Άγιο Πνεύμα μοιάζει πολύ με αγαπημένη, γνήσια μητέρα. Η μητέρα αγαπάει το παιδί της και πονάει γι’ αυτό. Έτσι και το Άγιο Πνεύμα σπλαχνίζεται, συγχωρεί, θεραπεύει, νουθετεί και χαροποιεί. Και αναγνωρίζεται το Άγιο Πνεύμα στην ταπεινή προσευχή.
Όποιος αγαπάει τους εχθρούς, αυτός γρήγορα θα γνωρίσει τον Κύριο με το Άγιο Πνεύμα. Όποιος όμως δεν τους αγαπάει – γι’ αυτόν δεν θέλω ούτε καν να γράψω. Όμως τον λυπάμαι, γιατί βασανίζει τον εαυτό του και τους άλλους και δεν θα γνωρίσει τον Κύριο.
Στις εκκλησίες τελούνται οι ιερές ακολουθίες και το Πνεύμα του Θεού κατοικεί σ’ αυτές. Η ψυχή, ωστόσο, είναι ο καλύτερος ναός του Θεού, και όποιος προσεύχεται εσωτερικά, γι’ αυτόν όλος ο κόσμος έγινε ναός του Θεού. Αυτό όμως δεν είναι για όλους.
Πολλοί προσεύχονται προφορικά ή προτιμούν να προσεύχονται με βιβλία. Και αυτό καλό είναι και ο Κύριος δέχεται την προσευχή τους. Αν όμως κανείς προσεύχεται και σκέφτεται άλλα πράγματα, ο Κύριος δεν εισακούει αυτή την προσευχή.
Η αδιάλειπτη προσευχή προέρχεται από την αγάπη και χάνεται εξαιτίας της κατακρίσεως, της αργολογίας και της ακράτειας. Όποιος αγαπάει το Θεό, αυτός μπορεί να Τον σκέφτεται μέρα και νύχτα, γιατί το ν’ αγαπάς το Θεό καμιά εργασία δεν το παρεμποδίζει.

Άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης


 

Τρίτη 12 Ιανουαρίου 2016

Ο Θεός των Μετανοούντων !

 
 
Η μετάνοια είναι ατελεύτητο μυστήριο του Θεού στις καρδιές των εύπτωτων, ευόλισθων και πολύπαθων ανθρώπων. Και, ως μυστήριο, είναι φως και φωτισμός. Μάλιστα δε, ο Ίδιος ο Θεός μας, «Θεός των μετανοούντων εστι» στην κυριολεξία (βλ. Προσευχή του Μανασσή). «Δεν είναι Θεός» των αμετανόητων, των αμεταμέλητων, των αταπείνωτων, των αυταρκών, των αγέρωχων, των άμεμπτων, των άπτωτων, των αυτοδικαιωμένων και των αυτοαγίων. Μόνο με την προσωπική μας μετάνοια μπορούμε να ομολογήσουμε έμπρακτα την αγιότητα και αναμαρτησία του Θεού. Ει δ’ άλλως, αφήνουμε τον πελώριο τοίχο των αμαρτιών μας να μας χωρίζει διαρκώς από το Θεό, διακηρύσσοντας φρενοβλαβώς μια ψυχόλεθρη δική μας «αγιότητα», σιμά σ’ εκείνη την αυθεντική και σώζουσα του Θεού. Όποιος πλησιάζει ειλικρινά και άδολα το Θεό, δεν γίνεται να μη συναισθανθεί στο ιλαρό φως Του τις πτώσεις και αμαρτίες του. Και όποιος αισθάνεται τις αμαρτίες του, με ταπείνωση και απλότητα, αυτός βρίσκει στο ακέραιο τη θεϊκή Χάρη σύντροφο και σύμμαχο στη ζωή του. Και μ’ αυτή πορεύεται κατόπιν λυτρωμένος και ελεύθερος, ωραίος και δυνατός. Όποιος αποστρέφεται τη Χάρη του Θεού και τα μυστήρια του Θεού, τη ζωή του Θεού στη ζωή του, ζει μονίμως με τη φιλία της αμαρτίας και την αμνηστία της πτωτικότητάς του σε ολοϋπαρκτικό επίπεδο. Μια πωρωμένη και λίθινη καρδιά, ένας άνθρωπος που δεν έχει μέσα του δίψα και λαχτάρα για το Θεό, δυσανασχετεί ακόμη και στο άκουσμα της λέξεως «μετάνοια», θεωρώντας την, μέσα στην άγνοιά του, σαν κάτι το εξευτελιστικό, το ταπεινωτικό και περιττό για τον αφώτιστο κόσμο του. «Δεν μετανιώνω για τίποτα», λέει σήμερα με κομπορρημοσύνη ο κόσμος. «Μετανιώνω για τα πάντα», λέει θαρρετά ο πιστός και βρίσκει τον Θεό του πάραυτα μέσα του. «Ο Θεός αγάπη εστί», συνηθίζουν να λένε πολύ εύκολα οι πάντες σήμερα. Αλλά το πρώτο και βασικό γνώρισμα αυτής της αγάπης, που είναι η άφεση των αμαρτιών, λίγοι το ζουν σήμερα. Γιατί ολοένα και πιο λίγοι επιθυμούν να ζήσουν τη μετάνοια του Θεού από τα τρίσβαθα του εαυτού τους. Και, τι ωραίο να το ζει κανείς αυτό που λέει η Ζ΄ Ευχή της Θείας Μεταλήψεως, του Αγίου Συμεών του Θεολόγου: «Κανένα μέγεθος πταισμάτων και κανένα πλήθος αμαρτιών δεν υπερβαίνει την πολλή μακροθυμία και την άκρη της φιλανθρωπίας του Θεού μου». Άμα γευθείς την άφεση του Θεού στην καρδιά σου, είναι αδύνατο να μην αισθάνεσαι ότι είσαι αποκαταστημένος εσωτερικά, θεμελιωμένος, εδραίος και ακλόνητος πάνω στην πέτρα της πίστεως. Και, μ’ αυτή τη πίστη, το πρώτο θαύμα που βιώνεται, δεν είναι οι άλλοι, δεν είναι ένα «κάτι» έξω από μένα, αλλά εγώ ο ίδιος, ολάκερο το είναι μου και ο εαυτός μου. Και ασφαλώς θα είμαστε πραγματικά πιστοί, όχι με τις ατέρμονες θεωρίες μας για το Θεό και την Εκκλησία Του, όχι με τα «κοψοραψίματα» του υποκειμενισμού μας, όχι με τα «νομίσματα» των θελημάτων μας και βεβαίως όχι με μια ψευδοθρησκευτική γνώση που βολεύει και συγκαλύπτει, που εξυπηρετεί και εξιδανικεύει, αλλά με τη γνήσια μετάνοια της ψυχής μας, που ανακαινίζει και αναπτερώνει δυναμικά το τσακισμένο μας είναι. Τη μετάνοια, που είναι η οδός της πίστης, η πείρα της ελπίδας, η μέθεξη της θεϊκής αγάπης.

π. Δαμιανός

[Από το ιστολόγιο «Τὸ Εἰλητάριον»·
http://toeilhtarion.blogspot.gr/2016/01/blog-post_11.html]
 
 

Δευτέρα 26 Ιανουαρίου 2015

Η αξία της Προσευχής προς τους Αγίους και η σημασία της Δοξολογίας προς τον Θεό

 
 
Ό Γέροντας μου είχε βάλει να κάνω κανόνα στο κελί μου· να λέω
30 φορές “Κύριε, Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησόν με την αμαρτωλή”,
10 φορές το “Ύπεραγία Θεοτόκε, σώσον με”,
10 φορές το “Άγιε άγγελε φύλακα μου, πρέσβευε στον Θεό για μένα” και
10 φορές το “Άγιοι Πάντες πρεσβεύσατε υπέρ εμού”. Και πρόσθεσε: «Καθώς θα λες “Άγιοι Πάντες πρεσβεύσατε υπέρ εμού”, όλοι οι Άγιοι στον Παράδεισο θα λένε “Κύριε ελεησόν” και θα είναι αυτό ένα κέρδος για σένα».
 Τώρα κάθε φορά πού λέω “Άγιοι Πάντες πρεσβεύσατε υπέρ
εμού”, αναλογίζομαι πώς όλοι μαζί οι Άγιοι στον Παράδεισο γονατίζουν μπροστά στον θρόνο του Θεού και λένε “Κύριε ελεησόν”.
Ευχαριστία, δοξολογία
Υπενθύμιζε επανειλημμένως στα πνευματικά του τέκνα να ευχαριστούν τον Κύριο για όλα τα ελέη του. Σαν παράδειγμα ειλικρινούς ευγνωμοσύνης ανέφερε τον όσιο Ελεάζαρ της Σκήτης του Ανζέρσκ:

Ό Όσιος αυτός βγήκε μια νύχτα στον εξώστη του κελιού του και ατενίζοντας την ομορφιά και την γαλήνη της φύσεως της Σκήτης του Άνζέρσκ, πού τον περιέβαλλε, αισθάνθηκε συγκίνηση μέχρι του σημείου να δακρύσει. Και μέσα από την καρδιά του πού πλημμύρισε από θεία αγάπη, βγήκε ένας βαθύς αναστεναγμός: «”Ω Κύριε, τι ομορφιά είναι αυτή πού έχεις δημιουργήσει για μας! Με τι μέσα και τι τρόπους μπορώ εγώ, ένα αξιοκαταφρόνητο σκουλήκι, να σ’ ευχαριστήσω για όλα τα μεγάλα και πλούσια ελέη πού μου έχεις δώσει;».
Ή δύναμη του αναστεναγμού και ή προσευχή του οσίου άνοιξαν τους ουρανούς και μπροστά στα μάτια της ψυχής του εμφανίστηκαν μυριάδες Άγγελοι φωτεινοί, πού έψαλλαν την μεγάλη αγγελική δοξολογία “Δόξα εν  ύψίστοις Θεώ και επί γης ειρήνη εν άνθρώποις ευδοκία”, ενώ μια αόρατη φωνή είπε στον Όσιο:

-Και συ επίσης, Ελεάζαρ, να ευχαριστείς τον Πλάστη και Δημιουργό σου μ’ αυτά τα λόγια της δοξολογίας.
Και ό στάρετς Νεκτάριος υπογράμμισε αναστενάζοντας:
- Ή σημερινή γενιά έχει σταματήσει ν’ απευθύνει ευχαριστήριες
προσευχές προς τον Κύριο, και περιορίζεται να του απευθύνει συνεχώς μόνο αιτήματα σαν τον αχάριστο ζητιάνο.
 
Στάρετς Νεκταρίου της Όπτινας
Γράφει ή μοναχή Νεκταρία (Κοντσέβιτς)
 
 
 
 

Σάββατο 26 Ιουλίου 2014

Ο Άγνωστος μου εαυτός !

 
 
Κύριε γνώρισέ μου αυτόν τον άγνωστο.
Ξέρω το όνομά μου, την ηλικία μου, το βάρος μου, το χρώμα των μαλλιών μου, όμως τον εαυτό μου δεν τον γνωρίζω.

Αυτός σε μένα τον ίδιο, παραμένει κρυμμένος και άγνωστος. Εσύ όμ
ως Χριστέ μου, που «εξετάζεις νεφρούς και καρδιές» τον γνωρίζεις.

Εσύ γνωρίζεις κάθε άνθρωπο ερχόμενο εις τον κόσμο, «εκ κοιλίας μητρός αυτού».
Εσύ κρατάς στα πλαστουργικά σου χέρια την φωτογραφία του μυστικού και αγνώστου εαυτού μου, σε όλες τις λεπτομέρειες.
Τι δεν θα έδινα να αποκτήσω αυτή την φωτογραφία Κύριέ μου!
Να την κρατήσω μπροστά στα μάτια μου.
Να δω επί τέλους ποιός είμαι.
Μια μυστική φωνή μου λέει πως δεν θα άντεχα να δω τη φωτογραφία μου αυτή.
Και αν την έβλεπα, πως δεν θα μπορούσα να αναγνωρίσω τον εαυτό μου.
Γι’ αυτό Κύριε είμαι ευχαριστημένος που Εσύ, γεμάτος αγάπη για μένα, κρατάς αποκλειστικά δική σου την φωτογραφία του πραγματικού εαυτού μου.
Γιατί ξέρω πως Εσύ θα δουλέψεις μέσα μου για να αποκαταστήσεις την πραγματική εικόνα του εαυτού μου και να την παρουσιάσεις μη έχουσα σπίλο ή ρυτίδα αλλά ίνα αγία και άμωμος.
Κύριε θέλω να σου δώσω την δυνατότητα να επεξεργασθείς μέσα μου τον εαυτό μου...

Εαυτέ μου ,

Σκάβε βαθειά το πηγάδι της αυτογνωσίας, της αυτομελέτης. Ερεύνα το θέλημα του Θεού για τη ζωή σου. Γίνου αναζητητής για βρεις μαργαριτάρια και ψηγμάτων χρυσού από το χρυσορυχείο του λόγου του Θεού . (Ματθαίος ικ΄ 44-46)
Σκάβε και άνοιξε το χώρο της υπάρξεώς σου, για να αυξάνονται ποιο πολύ μέσα σου τα αποθέματα της χάριτος του θεού.
Βάλε όλο και ποιο βαθειά μέσα σου «τον θεμέλιον…ως έστιν Ιησούς Χριστός»

(Α. Κορινθίους 3:2) Αν θέλεις να ανέβεις «ψηλά», χαμήλωνε, σκάβε. Σκάβε όλο και ποιο βαθειά.
Άνοιγε Κύριέ μου βαθειά το πηγάδι της αυτογνωσίας και της ταπείνωσης.

Γιατί προσεύχομαι ;

Όχι βέβαια για να απαριθμήσω στον Θεό τις αμαρτίες μου.
Όχι για να καυχηθώ για τα έργα μου.
Όχι για να ικανοποιήσω την συνείδησή μου, ότι δεν παρέλειψα το «καθήκον» της προσευχής.
Όχι για να κατακρίνω τους άλλους «αμαρτωλούς» που συνάντησα στο δρόμο μου.
Ούτε για να αρχίσω ή να τελειώσω «θρησκευτικά» τη μέρα μου.
Αλλά για να ζητήσω από τον πολυεύσπλαχνο Κύριο να καλύψει με το πολύ έλεός του, τα πολλά σφάλματά μου, τα ατελή και ελλιπή έργα μου, την έλλειψη αγάπης και κατανοήσεως των αδελφών μου, τις πολλές αμαρτίες μου.

Για αυτό προσεύχομαι !

Για να ανανεώσω τη συναίσθηση της αμαρτωλότητάς μου, αλλά και την εμπιστοσύνη μου στο έλεός του Θεού.
Και όταν προσεύχομαι αισθάνομαι πως είμαι μπροστά στον Άγιο Θεό ! "


 ( Μοναχού Ιωσήφ Γρηγοριάτη , 1915 - 2008 )

 

Παρασκευή 4 Ιουλίου 2014

Το λίπασμα της ψυχής

 
 
 
Ένα δέντρο, αν δεν το περιποιούμαστε στη ρίζα του, δεν το σκαλίζουμε, δεν το ποτίζουμε, δεν μπορεί να καρπίσει και να προοδεύσει. Έτσι και ο άνθρωπος, αν δεν καθαρισθεί και σκαλιστεί μέσα του, να φύγουν οι αμαρτίες και τα πάθη μέσω του πνευματικού, αν δεν θρέψει την ψυχή του με το λίπασμα του λόγου του Θεού και τη χάρη των Μυστηρίων, δεν θα καρπίσει αρετές.

Γέροντας Παΐσιος
 
 

Πέμπτη 19 Δεκεμβρίου 2013

Τι θέλουμε αληθινά από το Χριστό;

 
 
Επισκόπου Antony Bloom
 
Ο Θεός είναι διατεθειμένος να μείνη τελείως έξω από την ζωή μας, είναι έτοιμος να το σηκώση αυτό σαν ένα σταυρό, αλλά δεν είναι καθόλου διατεθειμένος να γίνη απλώς ένα μέρος της ζωής μας.
Έτσι όταν σκεπτόμαστε την απουσία του Θεού, δεν αξίζει να ερωτήσουμε τον εαυτό μας: ποιος φταίει γι’ αυτό;
Πάντοτε αποδίδουμε την ενοχή στον Θεό, πάντοτε κατηγορούμε Εκείνον, είτε κατ’ ευθείαν, είτε μπροστά στους ανθρώπους, ότι είναι απών, ότι ποτέ δεν είναι παρών όταν Τον χρειαζόμαστε, ποτέ δεν ανταποκρίνεται οσάκις καταφεύγουμε σ’ Αυτόν.
Είναι στιγμές που είμαστε περισσότερο «ευσεβείς» και λέμε ευλαβικά: «ο Θεός δοκιμάζει την υπομονή μου, την πίστη μου, την ταπείνωσί μου». Βρίσκομε ένα σωρό τρόπους για να μεταβάλουμε την εναντίον μας κρίσι του Θεού σε έπαινό μας. Είμαστε τόσο υπομονετικοί ώστε μπορούμε να υποφέρουμε ακόμα και τον Θεό!
Όταν πάμε να προσευχηθούμε όλες τις φορές θέλουμε ΚΑΤΙ από Εκείνον και καθόλου ΕΚΕΙΝΟΝ. Μπορεί αυτό να λεχθεί σχέση; Συμπεριφερόμαστε με τον τρόπο αυτόν στους φίλους μας; Αποβλέπουμε κυρίως σ’ αυτό που η φιλία μπορεί να μας δώση ή αγαπάμε τον φίλο; Συμβαίνει το ίδιο στις σχέσεις μας με τον Θεό;
Ας σκεφθούμε τις προσευχές μας, τις δικές σας και τις δικές μου. Σκεφθήτε την θέρμη, το βάθος και την έντασι που έχει η προσευχή σας, όταν αφορά κάποιον που αγαπάτε, ή κάτι που έχει σημασία για την ζωή σας. Τότε η καρδιά σας είναι ανοιχτή, όλος ο εσωτερικός σας εαυτός είναι προσηλωμένος στην προσευχή. Μήπως αυτό σημαίνει ότι ο Θεός έχει κάποια σημασία για σας; ΌΧΙ, καθόλου! Απλώς σημαίνει ότι το θέμα της προσευχής σάς απασχολεί.
Όταν κάνετε την γεμάτη πάθος, βαθειά και έντονη προσευχή, την σχετική με το αγαπώμενο πρόσωπο, ή την κατάστασι που σας στεναχωρεί και μετά στραφήτε στο επόμενο αίτημα, που δεν σας απασχολεί και πολύ και ξαφνικά παγώση η διάθεσί σας, τι άλλαξε; «Ψυχράθηκε» μήπως ο Θεός; Ή έχει «απομακρυνθεί»; Όχι ασφαλώς. Αυτό σημαίνει ότι όλη η έξαρσι, όλη η έντασι της προσευχής σας δεν γεννήθηκε από την παρουσία του Θεού, ούτε από την προς Αυτόν πίστι σας, την σφοδρή γι’ Αυτόν αγάπη, από την αίσθησι της παρουσίας Του. Αλλά γεννήθηκε, μόνο και μόνο, από την ανησυχία σας για κείνο το πρόσωπο ή για κείνη την υπόθεσι, και όχι για τον Θεό.
Γιατί λοιπόν μας εκπλήττει το γεγονός ότι αυτή η απουσία του Θεού μας πλήττει; Εμείς είμαστε εκείνοι που απουσιάζουμε, εμείς γινόμαστε ψυχροί, αφού δεν μας ενδιαφέρει πλέον ο Θεός. Γιατί; Διότι ο Θεός δεν έχει τόσο σημασία για εμάς.
Υπάρχουν επίσης και άλλες περιπτώσεις που ο Θεός είναι «απών». Εφόσον εμείς είμαστε πραγματικοί, δηλαδή είμαστε, αληθινά, ο εαυτός μας, ο Θεός μπορεί να είναι παρών και να κάνη κάτι για εμάς. Αλλά από την στιγμή που προσπαθούμε να γίνουμε ότι στην ουσία δεν είμαστε, τότε δεν μένει τίποτε να πούμε ή να έχουμε. Γινόμαστε μία φανταστική προσωπικότης, μία ανειλικρινής παρουσία, και την παρουσία αυτήν δεν μπορεί να την πλησιάσει ο Θεός.
Για να μπορέσουμε να προσευχηθούμε πρέπει να ζήσουμε στην κατάστασι η οποία καθορίζεται σαν Βασιλεία του Θεού. Πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι Αυτός είναι ο Θεός, ο Βασιλεύς, οφείλουμε να παραδοθούμε σ’ Αυτόν. Τουλάχιστον πρέπει να ενδιαφερόμαστε για το θέλημά Του, ακόμη και αν δεν είμαστε ικανοί να το εκπληρώσουμε. Αλλά αν δεν είμαστε ικανοί γι’ αυτό, αν φερόμαστε στον Θεό όπως ο πλούσιος νεανίας που δεν μπορούσε να ακολουθήση τον Χριστό γιατί ήταν πάρα πολύ πλούσιος, τότε πώς θα Τον συναντήσουμε;
Πολύ συχνά, ότι θα θέλαμε να είχαμε αποκτήσει δια της προσευχής, δια της βαθείας σχέσεως με τον Θεό, την οποίαν τόσο επιθυμούμε, είναι απλώς μια επιθυμία ευτυχίας και τίποτα παραπάνω. Δεν είμαστε προετοιμασμένοι να πουλήσουμε όλα όσα έχουμε για να αγοράσουμε τον πολύτιμο μαργαρίτη. Έτσι πώς είναι δυνατόν να κερδίσουμε αυτόν τον πολύτιμο μαργαρίτη; Είναι Αυτός η προσδοκία μας;
Τελικά θέλουμε κάτι από τον Χριστό ή θέλουμε τον ίδιο τον Χριστό;
 
Από το βιβλίο: "Μάθε να προσεύχεσαι", εκδ. "Η ΕΛΑΦΟΣ"
 
 

Τρίτη 15 Οκτωβρίου 2013

Ὅταν ἁμαρτάνει τὸ παιδί

 

Τὸ σκοτάδι, ὡς συνέπεια τῆς πτώσεως τοῦ ἀνθρώπου, δὲν βγάζει ποτὲ στὸ φῶς. Τὸ φῶς διαλύει τὸ σκοτάδι, διότι τὸ σκοτάδι εἶναι ἀνυπόστατο, δὲν ἔχει οὐσία. Ὑπάρχει ὅμως μία περίπτωσις τὴν ὁποία πανσόφως ἐκμεταλλεύεται ὁ παντουργὸς Θεὸς γιὰ τὸ καλό μας, βγάζοντας καὶ ἀπὸ τὸ κακὸ καλό, ἀπὸ τὸ σκοτάδι φῶς.
Πῶς; Διὰ τῆς μετανοίας. Βλέπω τὴν κακία μου, τὴν ἁμαρτία μου, μετανοῶ, κλαίω, θρηνῶ, ὁδηγοῦμαι στὸν Θεόν, ἀναλαμβάνω τὶς εὐθύνες μου, νήφω, καρτερῶ, καὶ μέσα μου καλλιεργεῖται ὁ καινούργιος ἄνθρωπος ποὺ βγαίνει ἀπὸ τὴν μετάνοια.
Ἄρα, τὸ καλὸ δὲν βγαίνει ἀπὸ τὸ κακό, ἀλλὰ ἀπὸ τὴν μετὰνοια, ποὺ εἶναι ἄλλος νοῦς, ὁ νοῦς ποὺ τὸν παρέχει ὁ Θεὸς μέσα στὴν καρδιά.

Ὅταν ἀνησυχῆ, λόγου χάριν, ὁ πατέρας ἢ ἡ μητέρα, ἐπειδὴ ἁμαρτάνει τὸ παιδί, καὶ τὸ κτυπᾶ, ὁπωσδήποτε θὰ βγάλη ἀντίθετο ἀποτέλεσμα. Διότι, ἐὰν τὸ παιδὶ κάνη ἁμαρτίες, σημαίνει ὅτι ζητάει τὴν ἁμαρτία καὶ θὰ τὰ βάλη μὲ σένα, ποὺ γίνεσαι κήρυξ τῆς ἀρετῆς. Καὶ τώρα μὲν φοβᾶται νὰ ἁμαρτήση, ἀλλὰ μόλις ἀπελευθερωθῆ ἀπὸ σένα, θὰ ὁδηγηθῆ ἀμέσως στὸ κακό. Ἡ βία, τὸ κακό, δὲν μπορεῖ νὰ βγάλη καλό.

Πὲς λοιπὸν στὸ παιδάκι σου τὸ καλό, μάθε του τί εἶναι ὁ Θεός. Μίλησέ του ἀπὸ τὸ πλήρωμα τῆς δικῆς σου καρδιᾶς, φώτισέ του λίγο τὴν συνείδησι μὲ τὴν δική σου λαχτάρα καὶ θεία ἐμπειρία, καὶ μπαίνοντας μέσα του ὁ Θεός, θὰ τὸν ἀγαπήση.


Μπορεῖ νὰ βρίζη, μπορεῖ νὰ κάνη ἁμαρτίες, ἀλλὰ ἔχοντας τὰ σπέρματα τοῦ Θεοῦ, ποὺ εἶναι τόσο ἰσχυρά, ὁ Θεὸς τὰ καλλιεργεῖ καὶ βγαίνει ἡ καινούργια φύτρα, τὸ καινούργιο βλαστάρι, τὸ ὁποῖο δίδει καινούργια ζωή. Αὐτὴ εἶναι ἡ μετάνοια.
Τὸ παιδὶ δηλαδὴ αὐτό, ἐπειδὴ τὸ ἀφήνεις ἐλεύθερο, ἐπειδὴ τὸ σέβεσαι, ἐπειδὴ τοῦ εἶπες τὴν ἀλήθεια, ἐπειδὴ τοῦ ἀπεκάλυψες τί ἔχει ἡ καρδούλα σου καὶ τί κόσμοι ὑπάρχουν μέσα σὲ αὐτήν, λέγει μετά: Μά, τί φρικτὴ ζωὴ ποὺ κάνω!
Τί εἶναι αὐτὴ ἡ ἁμαρτία! «Ἀναστήσομαι καὶ ἐπιστρέψω εἰς τὸν Πατέρα» (Λουκ. 15, 18). Καὶ ὁ βλαστὸς τῆς μετανοίας βγάζει τὸν καρπὸ τῆς καινῆς ζωῆς. Ἔτσι τὰ καταφέρνει ὁ Θεὸς νὰ βγάζη καὶ ἀπὸ τὸ στόμα τοῦ λύκου τὴν σωτηρία.
Ὁ Ἰώβ, ἀπὸ τὴν κατάρα στὴν ὁποία εἶχε πέσει, ἔβγαλε τὴν εὐλογία τοῦ Θεοῦ καὶ ἀνεκαινίσθη. Ὁ Μωυσῆς ὁ Αἰθίοψ, ἀπὸ τὰ ἐγκλήματα καὶ τὶς ληστεῖες, ἔβγαλε τὴν καινούργια ἀσκητικώτατη ζωὴ καὶ ἔγινε ἀγνώριστος. Δὲν τὸν γνώρισαν κἄν οἱ παλαιοὶ σύντροφοί του καὶ οἱ ἄλλοι ληστὲς· τόσο «ἀνεκαινίσθη ὡς ἀετοῦ ἡ νεότης του» (Ψαλμ. 102, 5), ἔγινε καινούργια ἡ ζωή του.
Ἑπομένως, μποροῦμε νὰ ποῦμε: Ὅποιος εἶναι θυμώδης, ἂς στρέψη ὅλον τὸν θυμό, ὅλη τὴν ἐσωτερικὴ ἔντασί του πρὸς τὴ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, πρὸς τὴν εἰρήνη, πρὸς τὰ σωτήρια λόγια, πρὸς τὸ «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με, τὸν ἁμαρτωλόν», χρησιμοποιώντας ὅποιον τρόπο τὸν βοηθεῖ. Κάποιος τὸ ἔλεγε, κτυπώντας τὰ χέρια του.
Τὸν εἶδα καὶ τὸν ρώτησα: Τί κάνεις ἐκεῖ; Καὶ μοῦ ἀπήντησε: Εἶχα μάθει μὲ τὰ μηχανήματα νὰ κουνῶ τὰ χέρια μου καὶ δὲν μπορῶ τώρα νὰ κάνω ἀλλοιῶς. Μπράβο, τοῦ λέγω, συγχαρητήρια. Βλέπετε πῶς τὸ κακό, ὁ θόρυβος, ποὺ εἶναι τὸ χειρότερο κακό, μπορεῖ νὰ βγάλη καὶ καλό; Κάποιος θαλασσινὸς τὸ ἔλεγε, ἔχοντας τὴν ἐντύπωσι ὅτι ἔπιανε τὰ κουπιά, γι' αὐτὸ καὶ κουνοῦσε τὰ χέρια του. Πραγματικὰ ἔπιανε τὸ κουπί, τὸν Χριστόν.
Ἄρα, τὸ πᾶν μποροῦμε νὰ χρησιμοποιήσωμε. Ὅ,τι μᾶς δίνει ὁ Θεός, ὅ,τι μᾶς κάνουν οἱ ἄλλοι, ὅ,τι παθαίνομε μέσα μας καὶ γύρω μας, ὅλα εἶναι μεταγωγικὰ πρὸς τὸν Θεόν. Τόσο ἀπέραντη εἶναι ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Μόνον τὰ ἀποβράσματα τοῦ ἐγώ μας δὲν εἶναι σωτήρια. Αὐτὰ μᾶς ἀπομακρύνουν ἀπὸ τὸν Θεόν.
 
γ. Αιμιλιανός Σιμωνοπετρίτης
 

Παρασκευή 11 Οκτωβρίου 2013

Δεν χρειάζεται στην προσευχή να λέμε λόγια ατέλειωτα

 
 
 
Αν η γλώσσα μας προφέρει προσευχητικά λόγια και η διάνοιά μας ονειροπολεί, τίποτα δεν έχουμε να ωφεληθούμε. Απεναντίας, θα κατακριθούμε, επειδή ακριβώς με μεγαλύτερη υπομονή και εντατικότερη προσοχή μιλάμε σε ανθρώπους παρά στον Κύριό μας.
Στο κάτω-κάτω, κι αν ακόμα δεν πάρουμε τίποτε απ’ Αυτόν, το να βρισκόμαστε σε διαρκή επικοινωνία μαζί Του μικρό καλό είναι; Αν ωφελούμαστε πολύ, όταν συζητάμε μ’ έναν ενάρετο άνθρωπο, πόσο θα ωφεληθούμε, αλήθεια, συνομιλώντας με τον Πλάστη, τον Ευεργέτη, το Σωτήρα μας, έστω κι αν δεν μας δίνει ό,τι Του ζητάμε;
Γιατί, όμως, δεν μας δίνει; Θα το τονίσω γι’ άλλη μια φορά: Γιατί συνήθως Του ζητάμε πράγματα βλαβερά, νομίζοντας πως είναι καλά και ωφέλιμα. Δεν γνωρίζεις, άνθρωπέ μου, το συμφέρον σου. Εκείνος, που το γνωρίζει, δεν εισακούει την παράκλησή σου, γιατί φροντίζει περισσότερο από σένα για τη σωτηρία σου.
Αν οι γονείς δεν δίνουν πάντα στα παιδιά τους ό,τι τους ζητούν, όχι βέβαια επειδή τα μισούν, μα επειδή, απεναντίας, υπερβολικά τα αγαπούν, πολύ περισσότερο θα κάνει το ίδιο ο Θεός, ο οποίος και περισσότερο από τους γονείς μας μας αγαπά και καλύτερα απ’ όλους γνωρίζει ποιο είναι το καλό μας.
Όταν, λοιπόν, αποκάνεις ικετεύοντας τον Κύριο, κι Εκείνος δεν σου δίνει σημασία, μην παραπονιέσαι. Ξεχνάς, άλλωστε, πόσες φορές εσύ άκουσες κάποιον φτωχό να σε παρακαλάει και δεν του έδωσες σημασία; Και αυτό το έκανες από σκληρότητα, ενώ ο Θεός το κάνει από φιλανθρωπία.
Ωστόσο, ενώ δεν δέχεσαι να κατηγορήσουν εσένα, που από σκληρότητα δεν άκουσες τον συνάνθρωπό σου, κατηγορείς το Θεό, που από φιλανθρωπία δεν σε ακούει.
Είπα όμως προηγουμένως, ότι κι όταν ακόμα δεν σε ακούει, η ωφέλειά σου από την προσευχή είναι μεγάλη.
Γιατί είναι αδύνατο ν’ αμαρτήσει ένας άνθρωπος που προσεύχεται πρόθυμα και αδιάλειπτα, ένας άνθρωπος που συντρίβει την καρδιά του, ανεβάζει το νου του στον ουρανό και ομολογεί ταπεινά στον Κύριο τα αμαρτήματά του.
Γιατί, ύστερ’ από μία τέτοια προσευχή, πετάει μακριά κάθε φροντίδα για τα γήινα, αποκτάει φτερά, γίνεται ανώτερος από τ’ ανθρώπινα πάθη.
Τα δροσερά νερά δεν δίνουν στα φυτά τόση θολερότητα, όση δίνουν τα δάκρυα στο δέντρο της προσευχής, κάνοντάς το ν’ ανεβαίνει ψηλά, ως το θρόνο του Θεού. Έτσι, μάλιστα, Εκείνος εισακούει την προσευχή μας.
Και πώς να μην εισακούσει την προσευχή μιας ψυχής, που στέκεται μπροστά Του με αυτοσυγκέντρωση, με κατάνυξη, με ταπείνωση;
Μιας ψυχής που έχει μεταφερθεί νοερά από τη γη στον ουρανό; Μιας ψυχής που έχει διώξει κάθε ανθρώπινο λογισμό, κάθε βιοτική μέριμνα, κάθε εμπαθή προσκόλληση, κι έχει αφοσιωθεί ολοκληρωτικά στη μυστική και πανευφρόσυνη κοινωνία με τον Κύριό της;
Ναι, έτσι πρέπει να προσεύχεται ο χριστιανός. Αφού συγκεντρώσει και εντείνει όλη του τη σκέψη, τότε να ικετεύει το Θεό έμπονα. Δεν χρειάζεται να λέει ατέλειωτα λόγια, φτάνουν τα λίγα και απλά.
 
Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος
 
 

Τρίτη 27 Νοεμβρίου 2012

Ποιός ὁ σκοπός τῆς νηστείας καί τής μετανοίας; Ἐκ τοῦ βιβλίου: «Ἡ ἐν Χριστῷ Ζωὴ» τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου, πρωθιερέως τῆς Κρονστάνδης

Ἁγίου Ἰωάννου τῆς Κρονστάνδης

Ἀπὸ τὴν 15ην Νοεμβρίου εἰσήλθομεν εἰς τὴν νηστείαν διὰ τὰ Χριστούγεννα. Κατὰ τὴν περίοδον τῆς νηστείας οἱ Ὀρθόδοξοι Χριστιανοὶ ἐπιδίδονται εἰς πολλαπλασίως μεγαλυτέραν πνευματικὴν ἄσκησιν ἀπὸ τὴν συνηθισμένην, ἐνῶ καταφεύγουν εἰς τὸ ἱερὸν μυστήριον τῆς Ἐξομολογήσεως – Μετανοίας.

Ἡ Ἐξομολόγησις ὅμως πρέπει νὰ εἶναι εἰλικρινής, βαθεῖα καὶ πλήρης. Ὡς γράφει ὁ Ἅγιος Ἰωάννης, Πρωθιερεὺς τὴς Κρονστάνδης, εἰς τὸ βιβλίον του «ἡ ἐν Χρι στῷ Ζωῇ». «Ο Σαρκικός ἄνθρωπος νομίζει ὅτι εἶναι δουλεία ἡ ἐλευθερία τοῦ χριστιανοῦ π.χ διὰ τὴν φοίτησιν εἰς τὰς ἱερὰς ἀκολουθίας, τὴν νηστείαν, τὴν προετοιμασίαν διὰ τὸ μυστήριον, τὴν ἐξομολόγησιν, τὴν Κοινωνίαν, ὅλα τὰ μυστήρια, καὶ δὲν γνωρίζει ὅτι ὅλα αὐτὰ εἶναι ἀπαίτησις τῆς φύσεώς του, ἀνάγκη διὰ τὸ πνεῦμα του.
Ὅστις ἔχει συνηθίσῃ νὰ κάμνῃ ἀπολογισμὸν τῆς ζωῆς του κατὰ τὴν ἐξομολόγησιν ἐδῶ, δὲν θὰ φοβηθῇ νὰ ἀπαντήσῃ εἰς τὸ φοβερὸν κριτήριον τοῦ Χριστοῦ.
Πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον ἱδρύθη τὸ ἐπιεικὲς κριτήριον τῆς μετανοίας, ἵνα ἀφοῦ καθαρισθῶμεν καὶ διορθωθῶμεν διὰ τῆς μετανοίας ἐδῶ κάτω, δυνηθῶμεν νὰ ἀποκριθῶμεν χωρὶς αἰσχύνην ἐνώπιον τοῦ φοβεροῦ βήματος τοῦ Χριστοῦ.

Αὐτὸ εἶναι τὸ πρῶτον ἐλατήριον διὰ τὴν εἰλικρινῆ ἐξομολόγησιν, ἡ ὁποία πρέπει ἐξάπαντος νὰ γίνεται κατὰ πᾶν ἔτος. Ὅσῳ περισσότερον μένομεν χωρὶς ἐξομολόγησιν, τόσῳ τὸ χειρότερον δι᾽ ἡμᾶς καὶ τόσῳ περισσότερον περιπλεκόμεθα εἰς τὰ δεσμὰ τῆς ἁμαρτίας, καί, διὰ τοῦτο, δυσκολώτερον καθίσταται νὰ δώσωμεν ἀπολογισμὸν τῆς ζωῆς μας.
Τὸ δεύτερον ἐλατήριον εἶναι ἡ ψυχικὴ ἠρεμία: ὅσῳ εἰλικρινεστέρα ἡ ἐξομολόγησις, τόσῳ ἠρεμωτέρα θὰ εἶναι μετὰ ταῦτα ἡ ψυχή μας. Αἱ ἁμαρτίαι εἶναι ὄφεις μυστικοί, ποὺ κατατρώγουν τὴν καρδίαν καὶ ὅλην τὴν ὕπαρξιν τοῦ ἀνθρώπου· δὲν τὸν ἀφήνουν ἥσυχον, διαρκῶς τὴν καρδίαν του ἀπομυζοῦν.
Αἱ ἁμαρτίαι εἶναι ἄκανθαι ὀξεῖαι, ποὺ διαρκῶς πληγώνουν τὴν ψυχήν· αἱ ἁμαρτίαι εἶναι σκότος πνευματικόν. Ὅσοι μετανοοῦν πρέπει νὰ παράγουν τοὺς καρποὺς τῆς μετανοίας.
Ποῖος ὁ σκοπὸς τῆς νηστείας καὶ μετανοίας; Ποῖος ὁ λόγος διὰ τὸν ὁποῖον λαμβάνομεν τὸν κόπον δι᾽ αὐτάς; Σκοπός των εἶναι ἡ κάθαρσις τῆς ψυχῆς ἀπὸ τῶν ἁμαρτιῶν, ἡ εἰρήνη τῆς καρδίας, ἡ ἕνωσις μετὰ τοῦ Θεοῦ· μᾶς γεμίζουν μὲ υἱοθεσίαν καὶ εὐλάβειαν, καὶ μᾶς δίδουν παρρησίαν ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ.

Ὑπάρχουν, πράγματι, πολὺ σπουδαῖοι λόγοι διὰ τὴν νηστείαν καὶ τὴν ἐξομολόγησιν ἐξ ὅλης μας τῆς καρδίας. Ἀνεκτίμητος ἀμοιβὴ θὰ μᾶς δοθῇ δι᾽ ἐργασίαν καὶ μόχθον εὐσυνείδητον.
Ἔχουν ἆραγε πολλοὶ ἀπὸ ἡμᾶς τὸ αἴσθημα τῆς υἱϊκῆς ἀγάπης πρὸς τὸν Θεόν; Τολμοῦν ἆραγε πολλοὶ ἀπὸ ἡμᾶς χωρὶς καταδίκην καὶ μὲ παρρησίαν νὰ προσκαλοῦν τὸν ἐν οὐρανοῖς Πατέρα καὶ νὰ λέγουν: «Πάτερ ἡμῶν!»; Ἢ τοὐναντίον δὲν ὑπάρχει ὥστε καὶ νὰ ἀκουσθῇ τοιαύτη υἱϊκὴ φωνὴ εἰς τὰς καρδίας μας, αἱ ὁποῖαι ἔχουν νεκρωθῆ ἀπὸ τὰς ματαιότητας τοῦ κόσμου καὶ τὴν προσήλωσιν εἰς τὰ πράγματά του καὶ τὰς ἀπολαύσεις; Ἢ μήπως πολὺ μακρὰν ἀπὸ τὰς καρδίας μας εὑρίσκεται ὁ Οὐράνιος Πατὴρ ἡμῶν; Καὶ δὲν νομίζομεν ἆραγε ὅτι ὁ Θεὸς εἶναι ἐκδικητής, ἡμεῖς οἱ ὁποῖοι ἀπεμακρύνθημεν ἀπὸ Αὐτὸν εἰς χώραν μακρινήν;

Ναί, ὅλοι ἡμεῖς ἕνεκα τῶν ἁμαρτιῶν μας εἴμεθα ἄξιοι τῆς δικαίας του ὀργῆς καὶ τιμωρίας καὶ εἶναι θαυμαστὸν πόσον μακρόθυμος καὶ ὑπομονητικὸς εἶναι ἀπέναντι ἡμῶν, ὥστε νὰ μὴ μᾶς πατάσσῃ ὅπως τὴν ἄκαρπον συκῆν.
Ἂς σπεύσωμεν νὰ Τὸν ἐξιλεώσωμεν μὲ μετάνοιαν καὶ δάκρυα. Ἂς εἰσέλθωμεν εἰς τὸν ἐσωτερικόν μας ἄνθρωπον, ἂς ἐξετάσωμεν τὰς ἀκαθάρτους μας καρδίας μὲ πᾶσαν αὐστηρότητα· καὶ ὅταν ἴδωμεν πόσαι ἀκαθαρσίαι τηροῦν αὐτὰς μακρὰν ἀπὸ τὴν Θείαν Χάριν, τότε θὰ ἀναγνωρίσωμεν ὅτι εἴμεθα πνευματικῶς νεκροί. Ὑπόφερε τὰς ὀδύνας καὶ τοὺς πόνους τῆς ἐγχειρήσεως, διὰ νὰ δυνηθῇς νὰ ἐπανακτήσῃς μετὰ ταῦτα τὴν ὑγείαν σου (τοῦτο λέγων ἐννοῶ τὴν ἐξομολόγησιν).
Τοῦτο σημαίνει ὅτι κατὰ τὴν ἐξομολόγησιν ὀφείλεις νὰ ὁμολογῇς ὅλας τὰς πράξεις τῆς αἰσχύνης εἰς τὸν πνευματικόν, χωρὶς νὰ ἀποκρύπτης τί, μολονότι τοῦτο εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι ὀδυνηρόν, ἐπαίσχυντον καὶ ταπεινωτικόν.
Ἄλλως ἡ πληγὴ θὰ μένῃ ἀθεράπευτος, θὰ πονῇ, θὰ ὑποσκάπτῃ τὴν πνευματικὴν ὑγείαν σου καὶ θὰ εἶναι ζύμη διὰ τὰς πνευματικὰς ἀδυναμίας σου ἢ τὰς ἁμαρτωλάς σου συνηθείας καὶ τὰ πάθη.
Ὁ ἱερεύς εἶναι πνευματικὸς ἰατρός. Ἐπιδείκνυε εἰς αὐτὸν τὰς πληγάς σου, χωρὶς νὰ ἐντρέπεσαι, εἰλικρινῶς, φανερά, μὲ υἱϊκὴν πεποίθησιν καὶ ἐμπιστοσύνην, διότι ὁ ἐξομολόγος εἶναι ὁ πνευματικὸς πατήρ σου, ὁ ὁποῖος θὰ ὤφειλε νὰ σὲ ἀγαπᾷ περισσότερον τοῦ πατρὸς καὶ τῆς μητρός σου· διότι ἡ ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ εἶναι ὑψηλότερα ἀπὸ κάθε σαρκικήν, φυσικὴν ἀγάπην.
Ἐκεῖνος θὰ ἀπαντήσῃ διὰ σὲ εἰς τὸν Θεόν. Διατὶ ἡ ζωή μας ἔγινε τόσον ἀκάθαρτος, τόσον γεμάτη ἀπὸ πάθη καὶ ἁμαρτωλὰς συν ήθειας; Διότι πολλοὶ ἀποκρύπτουν τὰς πνευματικὰς πληγὰς καὶ τοὺς πόνους των, ἕνεκα τοῦ ὁποίου πονοῦν διαρκῶς καὶ ἐρεθίζονται· καὶ τοιουτοτρόπως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δώσῃ εἰς αὐτοὺς κανεὶς κανένα ἰατρικόν.
«Ἂν πέσῃς, σήκω καὶ θὰ σωθῇς»· εἶσαι ἁμαρτωλός, διαρκῶς πίπτεις, μάθε πῶς πρέπει νὰ ἐγείρεσαι· πρόσεξε πολὺ νὰ ἀποκτήσῃς αὐτὴν τὴν σοφίαν. Ἡ σοφία συνίσταται εἰς τοῦτο: νὰ μάθης ἐκ στήθους τὸν Ψαλμὸν «Ἐλέησόν με ὁ Θεός, κατὰ τὸ μέγα ἑλεός Σου», τὸν ὁποῖον ἐνέπνευσεν εἰς τὸν βασιλέα καὶ προφήτην Δαβὶδ τὸ Ἅ γι ον Πνεῦμα, καὶ νὰ λέγῃς αὐτὸν μὲ εἰλικρινῆ πίστιν καὶ πεποίθησιν, μὲ καρδίαν ταπεινὴν καὶ συντετριμμένην.
Μετὰ τὴν εἰλικρινῆ μετάνοιάν σου, ἡ ὁποία ἐκφράζεται εἰς τοὺς λόγους τοῦ Βασιλέως Δαβίδ, ἡ συγχώρησις τῶν ἁμαρτιῶν σου ἐκ μέρους τοῦ Κυρίου ἀμέσως θέλει λάμψῃ ἐπὶ σοῦ, καὶ αἱ πνευματικαὶ δυνάμεις σου θὰ εἰρηνεύσουν.
«Τὸν γὰρ μὴ γνόντα ἁμαρτίαν ὑπὲρ ἡμῶν ἁμαρτίαν ἐποίησεν, ἵνα ἡμεῖς γενώμεθα δικαιοσύνη Θεοῦ ἐν αὐτῷ» (Β´ Κορ. 5, 21), λέγεται περὶ τοῦ Χριστοῦ. Θὰ αἰσχυνθῇς λοιπὸν ὕστερον ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς λόγους νὰ ἀναγνωρίσης οἱανδήποτε ἁμαρτίαν σου ἢ νὰ ἀναλάβῃς τὴν μομφὴν δι᾽ ἁμαρτίαν τὴν ὁποίαν δὲν διέπραξας;
Ἂν Αὐτὸς ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ ἔγινεν ἔνοχος ἁμαρτίας, μολονότι ἦτο ἀναμάρτητος, καὶ σὺ πρέπει νὰ δεχθῆς τὴν μομφὴν διὰ κάθε ἁμαρτίαν μὲ πραότητα καὶ ἀγάπην (διότι εἶσαι πράγματι ἁμαρτωλός), νὰ δεχθῆς τὴν μομφὴν μὲ ταπείνωσιν καὶ ὑποταγήν, καὶ διὰ τὰς ἁμαρτίας ἀκόμη διὰ τὰς ὁποίας δὲν εἶσαι ἔνοχος. Χάρις εἰς τὴν πίστιν μας μόνον, τὰ πνευματικὰ ὄρη –ἤτοι τὰ ὕψη καὶ τὰ βάρη τῶν ἁμαρτιῶν– μετακινοῦνται. Διὰ τοῦτο, ὅταν οἱ χριστιανοὶ ἁπαλλάσσωνται ἀπὸ τὸ βάρος τῶν ἁμαρτιῶν των διὰ τῆς μετανοίας καὶ ἐξομολογήσεως, ἐνίοτε λέγουν: «Δόξα τῷ Θεῷ, βουνὸ ὁλόκληρο ἔπεσεν ἀπὸ τοὺς ὤμους μου».

Ὀρθόδοξος Τύπος ἀρ. φύλ. 1951, 23 Νοεμβρίου 2012

 

Τρίτη 15 Μαΐου 2012

Προσευχή - Αγρυπνία ( α ' )



α. Πολλοί ασκητές εδόξασαν τον Θεό που τους δόθησαν πειρασμοί (π.χ. αρρ’ωστιες, ψείρες, κ.αλ.), έτσι ώστε να κάμνουν αγρυπνία. Άμα θέλουμε, κι αυτά τα εναντία τα χρησιμοποιούμε για το καλό της πνευματικής μας ζωής. «Αγρυπνείτε και προσεύχεσθε», είπε ο Χριστός. Κι ο ίδιος προσευχόταν. Η αγρυπνία καθαρίζει τον νου και γλυτώνει έτσι ο άνθρωπος από τον πειρασμό. Και στον ύπνο μας πειράζει ο σατανάς και μαραίνει τη σάρκα μας. Σιόνι (χιόνι, δηλαδή καθαρός) γίνεται το πλάσμα, όταν αγρυπνήσει δυο-τρεις μέρες. Κι ο φρουρός που αγρυπνά, είναι εκεί όρθιος για ν’ αντιμετωπίσει τον εχθρό.

β. Πάει η μισή μας ζωή σε ύπνο. Ζωή κοιμισμένη. Πρέπει να κλέφτουμε κάτι από τη νύκτα για ν’ αυξηθούν οι ώρες της ημέρας. Η νύχτα προσφέρεται για προσευχή και πνευματική ανάταση. Δίπλα στην κούνια του μωρού, μέσα σε ερημοκλήσια, σε χώρους ήσυχους τη νύκτα, οι ησυχαστές, οι ήρωες, οι φιλόσοφοι, οι άγιοι, ψάχνουν να βρουν το γιατί και το πως. Όσοι αισθάνονται βαθιά την αποστολή τους αγρυπνούν..., για το δικό τους καλό. Ίσως πιο πολύ για το καλό όλων μας. Ο Μ. Βασίλειος εργαζόταν εντατικά, όμως αγρυπνούσε και προσευχόταν. Ο απόστολος Παύλος έλεγε «εν αγρυπνίαις πολλάκις». Κατά τη διάρκεια της νύκτας η ψυχή κατανύσσεται και δημιουργεί...

γ. Είναι κάποιο πουλί που ποτέ δεν κελαηδά στο φως. Χρειάζεται το σκοτάδι για να γλυκάνει το κελάδημα του... Τα τριαντάφυλλα εκπέμπουν το 40% από τη μυρωδιά τους στο διάστημα της νύχτας. Ένα ποίημα του Γ. Δροσίνη λέει πολύ όμορφα τα εξής:

Βαθειά τη νύκτα
τα μεσάνυκτα
με τα ανοικτά φτερά του ονείρου
πετάει η ψυχή μου
σκλάβα ελεύθερη
στους μυστικούς κόσμους
του Απείρου.
Τη νύχτα βλέπει όλα τ΄ αθώρητα
που απόκρυβε η τάλαινα ημέρα
τη νύκτα ακούει
όλα τα ανήκουστα
στον ατρικύμιστο αέρα.

          δ. Πολλές φορές στη σιγή της βραδιάς απολαμβάνει η καρδιά τους ψιθυρισμούς του Πνεύματος. Γίνεται ένας δέκτης η ψυχή που ελκύει το ανέσπερο φως. Σε ξάγρυπνους τσοπάνηδες αποκάλυψε ο Θεός το γεγονός της Γέννησης. Ήταν αγραυλούντες πάνω στο καθήκον τους, και πρώτοι αξιώθηκαν να μάθουν ότι γεννήθηκε ο Χριστός.

Από το βιβλίο ΕΜΠΕΙΡΙΑ ΑΓΙΟΤΗΤΟΣ, έκδοση του Ιερού Ησυχαστηρίου Αγίας Τριάδος, Λυθροδόντας - Κύπρος. τηλ. 00357-99607871  ( Αναδημοσίευση από ιστοσελίδα Ιερού Ησυχαστηρίου Αγίας Τριάδος Λυθροδόντα )



Τετάρτη 25 Απριλίου 2012

Ο Κανόνας και η προσευχή στη ζωή του μοναχού




Ας προχωρήσωμε σε ένα άλλο στοιχείο, που έχει σχέσι με την εγρήγορσι και την χαρά και είναι ό κανόνας. Αυτό είναι το καθημερινό φαγοπότι του ανθρωπου, στην γλώσσα δε των ασκητικών Πατέρων αποκαλείται «λειτουργία». Όταν οι ασκητικοί Πατέρες ομιλούν περί λειτουργίας, δεν εννοούν την θεία λειτουργία. Αυτήν σπανίως την είχαν. Θεία μετάληψι μπορεί να είχαν συχνότερα, αλλά λειτουργίες είχαν αραιά, και μάλιστα οι ασκηταί. Την καθημερινή τους όμως λειτουργία, δηλαδή τον κανόνα τους δεν τον παρέλειπαν ποτέ, διότι ο κανόνας είναι η ώρα της ιδιαίτερης πάλης με τον Θεόν. Τότε μπορεί κανείς να κερδίζη τον Θεόν ή να τον χάνη. Ο κανόνας είναι ο τρόπος και το ποσόν και το ποιόν της αγρυπνίας του κάθε μοναχού. Προφανώς, δεν εννοούμε τις κοινές αγρυπνίες στον ναό. Εκείνες είναι κάτι άλλο, μία κοινή παράστασις ενώπιον του Θεού. Ο κανόνας είναι η αγρυπνία που κάνομε κάθε ημέρα στο κελλί μας, είναι το μεδούλι της υπάρξεώς μας, το λεπτότερο και το σοβαρώτερο μέρος της μοναστικής ζωής· δείχνει εάν έχωμε Θεόν ή δεν έχωμε, αν έχωμε διάθεσι να τον αποκτήσωμε ή όχι.

Όποιος δεν έχει κανόνα, ασφαλώς αυταπατάται ότι έχει Άγιον Πνεύμα. Δεν υπάρχει Άγιον Πνεύμα «ενεργούν και λαλούν εν ημίν», εφ’ όσον δεν έχομε νυκτερινή ζωή. Και εάν δεν υπάρχουν οι κατάλληλες προϋποθέσεις για νυκτερινή ζωή, τουλάχιστον πρέπει να υπάρχη ο πόθος και η λαχτάρα να τις δημιουργήσωμε, ώστε κάποτε να έχωμε αυτή την νυκτερινή ζωή. Ο Θεός θα δη τον πόθο και θα μας τον πραγματώση.
Πότε όμως θα κάνωμε τον κανόνα μας και πότε θα αναπαυώμαστε; Υπάρχει μεγάλη ποικιλία ως προς το θέμα της αναπαύσεως. Πολλοί Πατέρες κοιμούνταν λίγο το πρωί, άλλοι λίγο το βράδυ, άλλοι μία ώρα το εικοσιτετράωρο. Άλλοι όμως κοιμούνταν τρεις ώρες, άλλοι έξι ώρες, άλλοι επτά ώρες, ανάλογα με την προσωπική αντοχή και τον τρόπο ζωής τους και με την αγωγή που είχαν λάβει. Το βέβαιο είναι ότι αυτή η λειτουργία φέρνει τον φωτισμό στην ψυχή και την ένωσι με τον Θεόν. Στην αγρυπνία φωτίζεται ο άνθρωπος, καθαρίζεται η διάνοιά του, φεύγουν οι λογισμοί, μένει μόνος του ο νους, οπότε μπορεί να αναπετάννυται, να ανέχεται προς τον Θεόν, να τον χαίρεται, να τον αγαπά, να τον γνωρίζη, διότι είναι πλέον ο Θεός του και όχι κάποιος άγνωστος Θεός. Βεβαίως, όσο άγνωστος και να είναι ο Θεός μας, δεν θα εγκαταλείψωμε την αγρυπνία μας. Θα κουρασθούμε, θα ταλαιπωρηθούμε, για να ζήσωμε μαζί του.
Εάν οι αρχαίοι Αθηναίοι είχαν βωμό αφιερωμένο «τω αγνώστω Θεώ», πόσο μάλλον έχομε εμείς. Για να λέμε την αλήθεια, για τους πιο πολλούς ανθρώπους ο Θεός είναι άγνωστος, πέρα από τα σύννεφα, μέσα στον γνόφο. Είναι ένας Θεός που δεν τον ζούμε, δεν τον νοιώθομε, δεν τον ξέρομε. Γι’ αυτό ακριβώς και η πνευματική μας ζωή είναι δύσκολη. Γι’ αυτό και δεν μπορούμε να αδολεσχούμε στην αγρυπνία μας, γι’ αυτό δεν μπορούμε να καθίσωμε περιορισμένοι στην λατρεία. Δεν νοιώθομε τον Θεόν, δεν τον ξέρομε, δεν τον αγαπούμε, ο Θεός δεν μας συγκινεί, δεν σημαίνει τίποτε για μας. Η προσευχή και η αγρυπνία των περισσοτέρων ανθρώπων, καμιά φορά και των μοναχών, είναι ένα πηχτό σκοτάδι.
Παρ’ όλα αυτά, ο φωτισμός της ψυχής και η ένωσις με τον Θεόν, δηλαδή η οικειοποίησις του προσωπικού Θεού γίνεται κατ’ αυτές τις ώρες. Είναι σκληρές ώρες, επειδή είμαστε χωρίς Θεόν και καλούμεθα να τον αποκτήσωμε. Ο Θεός όμως υπάρχει. Ξέρομε ότι ο Θεός είναι στο είναι μας, στην ατμόσφαιρα, στο μοναστήρι, είναι πανταχού παρών. Εν τούτοις, εμείς ζούμε ως «άθεοι εν τω κόσμω», δεν διαφέρομε ούτε από τους αμαρτωλούς ούτε από τους τελώνες ούτε από τις πόρνες ούτε από τους εγκληματίες. Μπορεί να έχωμε «άπασαν την δικαιοσύνην», αλλά το θέμα είναι: έχω προσωπικόν Θεόν εγώ; υπηρετώ τον Θεόν; τον είδα; τον κατάλαβα; με φώτισε εμένα ο Θεός; Όχι τί μου είπε στο όνειρό μου, στο όνειρο που κάνω εγώ, αλλά ποιά μετοχή έχει η υπαρξίς μου στην ζωή του Θεού.
Επειδή, κατά κανόνα, μας λείπει ο Θεός, αναγκαζόμαστε να καταλάβωμε ότι η προσευχή μας θα είναι μια άσκησις, ένας αγώνας. Όπως βάζομε την εσχάρα στα κάρβουνα και τοποθετούμε επάνω το κρέας, για να το ψήσωμε, και βλέπομε να χύνεται το αίμα του και οσφραινόμεθα την μυρωδιά του, έτσι ακριβώς και ο κανόνας μας είναι η εσχάρα πάνω στην οποία ξηροψηνόμαστε· είναι η θυσία του εαυτού μας, η άσκησίς μας η οδυνηρή, το δόσιμο της νύκτας μας, της χθαμαλής ζωής μας, της αμαρτίας μας, του ιερού πόθου μας στον Θεόν. Όλα τα βάζομε εκεί, και έτσι γινόμαστε θύμα του Χριστού. Αν όμως εγώ δεν ζω τον Θεόν, τουλάχιστον ας θυσιάζωμαι γι’ αυτόν τον Θεόν και ας στέκωμαι έτσι ενώπιον του. Ο Θεός βλέπει αυτή την θυσία, το ότι γίνομαι ένας μάρτυς ενώπιον Του. «Αγάγετέ μοι τους μάρτυρας», λέγει ο Κύριος. Έτσι, γίνομαι και εγώ ένας μάρτυς, τον οποίον προσάγει η Εκκλησία στην εσχάρα, σε εκείνο το συγκεκριμένο κελλί μέσα στο σκοτάδι μου, στην πίκρα μου, στην αορασία μου, στην ακατανοησία μου, στην αγνωσία μου, θυσιάζομαι για τον Θεόν.

Επειδή ο κανόνας είναι το κέντρο της πνευματικής ζωής, βλέπομε ότι οι Πατέρες της Εκκλησίας συνιστούν πολλούς τρόπους αγρυπνίας, ο καθένας ανάλογα με το πνεύμα του, τον τόπο και τον χρόνο στον οποίο ζη. Άλλος κάνει όλη την νύκτα ορθοστασία. Άλλος διαβάζει Ψαλτήρι, άλλος λέγει μόνον το «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με», άλλος διαβάζει γονατιστός την Αγία Γραφή επί δύο, τρεις ώρες, άλλος όρθιος· άλλος διαβάζει ενώπιον των εικόνων την Παλαιά Διαθήκη ή το Ευαγγέλιο ή τους ψαλμούς. Ο καθείς κάνει ό,τι μπορεί. Άλλος εργάζεται, κουβαλάει πέτρες. Χίλιους δυο τρόπους εφευρίσκουν, ούτως ώστε να ξεπεράσουν το αδιαπέραστο τείχος που υπάρχει ανάμεσα σε αυτούς και στον Θεόν. Στο κοινόβιο, όσον αφορά την αγρυπνία μας, πρέπει να βρισκώμαστε σε ένα κοινό σημείο, για να συναντιώμαστε. Στο κοινό αυτό σημείο, άλλος μπορεί να είναι πιο ψηλά και άλλος πιο χαμηλά, ανάλογα με την εισδοχή του Πνεύματος στον νου και στην καρδιά του, ανάλογα με την αγωνιστικότητα και την χωρητικότητά του.
Αλλά ποιά πρέπει να είναι η διάρκεια της καθημερινής αγρυπνίας μας; Η αγρυπνία πρέπει να διαρκή όσο το δυνατόν περισσότερο, αρχίζομε όμως με μία ώρα, μετά πάμε στις δύο, στις τέσσερις, στις πέντε ώρες. Αυτό έρχεται φυσιολογικά, εξοικειώνεται ο οργανισμός. Όπως εξοικειώνεται ο άνθρωπος με την φτώχεια του και δεν μπορεί να κάνη στον πλούτο, ή με τον πλούτο και δεν μπορεί να κάνη στην φτώχεια, ή με το χωριό και δεν μπορεί να κάνη στην πόλι, έτσι ακριβούς συμβαίνει και με την αγρυπνία. Βεβαίως δεν θα υποφέρωμε, αλλά θα κουρασθούμε λιγάκι· διότι πώς αλλοιώς από την χοντροκοπιά μας, από την ραθυμία μας και την υπνηλία μας, θα φθάσωμε στην κατάστασι του στρουθίου που αγρυπνεί ενώπιον του Θεού; Πώς από άνθρωποι θα γίνωμε άγιοι; Τα μάτια μας θα πρησθούν, θα πονέσουν. Όλα όμως αυτά θα γίνουν εξελικτικά, δεν θα γίνουν αμέσως. Οι Πατέρες της Εκκλησίας έκαναν πάρα πολλές δοκιμές, για να μπορέσουν να συνηθίσουν στην αγρυπνία. Δεν με υποχρεώνει κανένας να αγρυπνώ και μετά να σπάω και να μην μπορώ να ξεκουράζωμαι ή να μην μπορώ να κάνω την δουλειά μου ή να κοιμάμαι όλη την νύκτα στην καρέκλα και να ταλαιπωρούμαι. Ο Θεός δεν είναι σωματοκτόνος ούτε ψυχοκτόνος. Ο Θεός είναι ζωοδότης, σωτήρας. Σκοτώνει τα πάθη, μας, όχι εμάς τους ίδιους.
Επίσης, διαφέρει και η ώρα που κάνομε την αγρυπνία. Άλλοι από τους Πατέρες προτιμούσαν να συνεχίσουν την ημέρα τους με την αγρυπνία και να ξεκουρασθούν τις πρωινές ώρες. Άλλοι, οι περισσότεροι, έκαναν το αντίθετο. Ξεκουράζονταν και εν συνεχεία φρέσκοι έκαναν την αγρυπνία τους. Άλλοι κοιμούνταν λίγο, αγρυπνούσαν και εν συνεχεία πάλι ξεκουράζονταν λίγο. Ο καθένας μπορεί να έχη τον τρόπο του. Πάντως, αυτό που προσιδιάζει περισσότερο στο δικό μας πλαίσιο είναι, να προτιμάμε τις ώρες τις μεσονύκτιες ή τις μεταμεσονύκτιες.
Το να συνέχισης την ημέρα σου με την αγρυπνία είναι πολύ εύκολο. Αυτό το κάνουν και οι φοιτητές, και οι μαθητές, και οι καθηγητές, και οι εργοστασιάρχες, και οι εργάτες. Έτσι κάνει όλος ο κόσμος. Μπαίνεις και συ μαζί με την κοσμική εργατιά ή τον φοιτητόκοσμο, μαζί με τους παλιούς φίλους σου. Ενώ το «μετά» είναι κάτι που προσιδιάζει στους ανθρώπους της Εκκλησίας. Είναι πιο σκληρό να σηκωθή κανείς την νύκτα, να αφήση τις κουβέρτες του, όταν μάλιστα είναι χειμώνας και ακούη τον αέρα να σφυρίζη, να κτυπά στο παράθυρό του. Αλλά μία ώρα όλοι μπορούν, ακόμη και οι ανάπηροι και αυτοί που τους λείπει το μυαλό. Ας δίνωμε στον Θεόν το μεσονύκτιο μας· αυτό είναι το καλύτερο. Βεβαίως, εξαρτάται από τον τρόπο της ζωής μας και από τον τόπο, στον οποίο βρισκόμαστε, αλλά εμείς ας κάνωμε την προσπάθεια μας.
Μία ώρα προσευχής το μεσονύκτιο έχει περισσότερη ενέργεια από δέκα ώρες προσευχής την ήμερα. Όποιος δεν χρησιμοποιεί αυτές τις ώρες, οι ώρες και οι ημέρες του συνήθως είναι αγονώτατες. Κοιμάσαι το μεσονύκτιο; Η ζωή σου θα είναι πάντοτε μία ζωή αδύναμη. Παραλύει η ύπαρξίς σου, όταν δεν έχης την νύκτα δική σου, διότι δεν μπορείς να πάρης το Πνεύμα. Το μεσονύκτιο γνωρίζει και αναγνωρίζει ο Θεός, αλλά το μεσονύκτιο το μόνιμο. Είτε είσαι στο κελλί, είτε εκτός μονής, το μεσονύκτιο να είσαι ενώπιον του Θεού. Να ξέρης ότι αυτή η ώρα ανήκει στον Θεόν. Αυτή η ώρα είναι η ώρα που θα παλέψης και θα αντιμετώπισης τον Θεόν, και θα πρέπει ο Θεός να γίνη ο δικός σου Θεός· είναι ή ώρα της δικής σου κλίμακος.
Το μεσονύκτιο αγρυπνεί και η Εκκλησία και παλεύει με τους δαίμονες, διότι τότε οι δαίμονες πειράζουν τους ανθρώπους και τους πλανούν οδηγώντας τους στην διασκέδασι ή στο έγκλημα. Αυτές τις ώρες υποφέρουν οι άρρωστοι, ταλαιπωρούνται οι αμαρτωλοί. Αυτές τις ώρες, που είναι ώρες ησυχίας, το Άγιον Πνεύμα φωτίζει τον άνθρωπο, και ο Θεός αγαπάει να βρίσκη το πλάσμα του και να του μιλάη. Τότε μπορεί κανείς να γίνεται νικητής.
Αυτές τις ώρες και οι άγιοι της Εκκλησίας μας προσκυνούν και δοξολογούν τον Θεόν, ο οποίος κατά κάποιον τρόπο εγείρεται. Πόσο ωραία παρουσιάζει το Ευαγγέλιο και η Παλαιά Διαθήκη, ιδιαίτερα οι ψαλμοί, τον Χριστόν εγειρόμενον! Εγείρεται ο Θεός την ώρα εκείνη «νικών και ίνα νικήση και συεχίση την ζωή του «νικών». Εάν δεν θα συμμετέχωμε σε αυτή την πανεκκλησιαστική σύναξι, δεν θα μπορέσωμε να νοιώσωμε την συντροφιά, την κοινότητα της εκκλησιαστικής μας εν Χριστώ ζωής.

Σήκω λοιπόν και συ μία ώρα πριν από το μεσονύκτιο, ή έστω και μετά, και χρησιμοποίησε αυτές τις ώρες, θα δης ότι ο Θεός είναι εύληπτος, ευαίσθητος. Συνήθως παραπονούμεθα ότι ο Θεός είναι σκληρός, ότι του φωνάζαμε και δεν μας απαντά. Ο Θεός όμως είναι περισσότερο ευαίσθητος και από το πιό ευαίσθητο πλάσμα της οικουμένης. Αλλά έχει και εκείνος τις ώρες του, «άχρις ου το σήμερον καλείται», που μπορείς να του μιλήσης. Πρέπει να ξέρης τα «χούγια» του Θεού. Και ο Θεός έχει αυτό το «χούι»: το μεσονύκτιο να μιλάη στον άνθρωπο. Εάν τότε τον ζήτησης, μετά, οποιαδήποτε στιγμή τον θέλησης, θα τον έχης στο χέρι σου. Αν τότε δεν τον ζητήσης, δεν θα τον έχης σχεδόν ποτέ στο χέρι σου. Θα εχης ίσως κάποιες μελιστάλακτες στιγμές, όμορφες περιστάσεις στην ζωή σου, ωραίες καμιά φορά σκέψεις, δεν θα εχης όμως τον Θεόν. Ο Θεός τότε παρουσιάζεται στα τέκνα του. Ο Θεός τότε δεσπόζει στους αγίους. Τότε το ουράνιο θυσιαστήριο προσφέρει την ολοκάρπωσι, και οι άγιοι νοιώθουν την κοινότητα με τους πιστούς και τους προσδοκούν για να τελειωθούν μαζί τους.
Γι’ αυτό η Εκκλησία μας δεν έπαψε να χρησιμοποιή το μεσονύκτιο. Κατήρτισε την ακολουθία του μεσονυκτικού και όλες τις ακολουθίες τις συνέδεσε με το μεσονύκτιο. Όποιος χρησιμοποιεί το μεσονύκτιο, γίνεται πολύ εύκολη η ζωή του. Και ο Θεός, ο ευαίσθητος Θεός, μπορεί και σε συναντά και δεν σε αφήνει να κουράζεσαι άδικα, όπως νομίζεις εσύ.
Εφ’ όσον έχω την ατμόσφαιρα της χαράς, την ολοήμερη και ολονύκτια εγρήγορσι, και εφ’ όσον δίνω ιδιαίτερη σημασία στον κανόνα μου, ο οποίος δεν είναι μία στιγμή κοσμική, μία έντασις των επιθυμιών μου, ένα ξεγέλασμα του εαυτού μου, αλλά είναι μία αληθινή συνάντησις με τον Θεόν, ή έστω ένα αληθινό καμίνι, μία πυρκαιά την οποία υφίσταμαι, ένα ολοκάρπωμα, μία θυσία τελεία για τον Θεόν, πώς πρέπει να ίσταμαι ενώπιον του Θεού κατά την διάρκεια της αγρυπνίας μου;

Ασφαλώς, όταν κάποιος ξεκινά τήν αγρυπνία του, νυστάζει, βαριέται, έχει απιστία, απελπισία, νομίζει ότι αυτός είναι χαμένος, ότι αυτός ούτε έκανε ούτε θα κάνη ποτέ τίποτε στην ζωή του. Αυτό είναι το σύνηθες για κάποιον που αρχίζει την αγρυπνία του. Μπορεί να είναι και ένας εβδομηντάρης μοναχός, και ακόμη να μην έχη αρχίσει να κάνη λειτουργία με την ασκητική έννοια, διότι ίσως έχει μάθει να χορταινη τον ύπνο του και μετά να σηκώνεται να κάνη την προσευχή του. Ή ίσως έχει μάθει ότι ο κανόνας είναι κάτι τυπικό: να κάνη τετρακόσιους κόμπους, τριακόσιες μετάνοιες, λίγη μελέτη και μετά τελειώσαμε. Και αυτό, από το τίποτε, κάτι είναι· μου υπενθυμίζει ότι δεν έχω Θεόν. Αλλά δεν αρκεί μόνον αυτό. Η αγρυπνία πρέπει να γίνεται με τον τρόπο που μου την ζητά η Εκκλησία και όπως βοηθά έμενα για να παρασταθώ ενώπιον του Θεού.

(Αρχιμ. Αιμιλιανού Σιμωνοπετρίτου. «Νηπτική ζωή και Ασκητικοί κανόνες»,
εκδ. Ίνδικτος- Αθήναι 2011, σ. 450-458)

Αναδημοσίευση από " Πεμπτουσία "

Πέμπτη 19 Απριλίου 2012

"Μακάριοι οι πτωχοί τω πνεύματι "

...

«Μακάριοι οι πτωχοί τω πνεύματι, ότι αυτών εστίν η βασιλεία των ουρανών». Ναι, έτσι είπε ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός. Μα αυτό συ το μπερδεύεις. Συγχέεις την “πτωχεία τού πνεύματος”, που εξυμνεί ο Χριστός, με τήν χαζομάρα!. Αλλά όχι! Δεν έχεις δίκιο.

Η πτωχεία τού πνεύματος είναι ο πιό άγιος λογισμός, που μπορεί να έχει ο άνθρωπος! Είναι η συναίσθηση της πτώχειας μας μπρος στο μεγαλείο του Θεού· η συναίσθηση της ρυπαρότητας μπροστά στην καθαρότητα του Πλάστου· η συναίσθηση της μικρότητάς μας μπροστά στην απέραντη δύναμη του Κυρίου.

Ο βασιλιάς Δαβίδ μιλώντας για τον εαυτό του λέει: «Εγώ είμαι σκώληξ και όχι άνθρωπος». Ήταν διανοητικά καθυστερημένος ο βασιλιάς Δαβίδ; Κάθε άλλο! Ήταν ένας από τους πιό μεγαλοφυείς ανθρώπους!

Και ο γιός του, ο σοφός Σολομών, λέει: «Σε σένα έχω την ελπίδα Θεέ μου! Χωρίς εσένα ούτε η καρδιά μου αντέχει, ούτε το λογικό μου με σώζει»! Αυτό σημαίνει πτωχεία του πνεύματος. Να μην έχεις την εμπιστοσύνη σου στο θέλημα σου, αλλά στον νόμο και στο θέλημα του Θεού.

Μακάριος εκείνος που θα εξομολογηθεί με ειλικρίνεια, και θα πει: η δύναμή μου είναι μηδαμινή. Το μυαλό μου είναι αδύνατο. Η θέληση μου ασταθής. Κύριε, βοήθησε με!

Πτωχεία του πνεύματος σημαίνει, να λες αυτό που έλεγαν οι επιστήμονες, όπως ο Νεύτων: Αυτά που αγνοώ, είναι πολύ περισσότερα από εκείνα που ξέρω!

Πτωχεία του πνεύματος είναι, να είσαι πλούσιος σαν τον Ιώβ, και να λες: «Γυμνός ήλθα στον κόσμο και γυμνός θα φύγω».

Μικρόμυαλο και ανόητο να θεωρείς όχι εκείνον, που λέει ότι οι γνώσεις του είναι περιορισμένες, αλλά εκείνον που κομπάζει για τις γνώσεις του!

Από αυτή την μεγάλη ανοησία, από την ανοησία να κομπορρημονούμε, θέλει να μας γλυτώσει ο Χριστός.

Γι’ αυτό μας δίδαξε ότι: Μακάριοι είναι οι πτωχοί τω πνεύματι.

(Αγ. Νικολάου Βελιμίροβιτς, «Επιστολές»)

,