Ιερός Ναός Αγίων Πάντων Μακεδονίτισσας

Ιερός Ναός Αγίων Πάντων Μακεδονίτισσας
Άγιοι του Θεού πρεσβεύετε υπέρ ημών !

Τρίτη 17 Μαρτίου 2009

Ο Όσιος Αλέξιος , ο άνθρωπος Του Θεού


Ο Όσιος Αλέξιος γεννήθηκε στη Ρώμη κατά τους χρόνους των αυτοκρατόρων Αρκαδίου (395-408) και Ονωρίου (395-423) από ευσεβείς και εύπορους γονείς. Ο πατέρας του Ευφημιανός ήταν συγκλητικός, φιλόπτωχος και συμπαθής, ώστε καθημερινά παρέθετε τρεις τράπεζες στο σπίτι του για τα ορφανά, τις χήρες και τους ξένους που ήταν πτωχοί. Η γυναίκα του ονομαζόταν Αγλαίς και ήταν άτεκνη. Στη δέησή της να αποκτήσει παιδί, ο Θεός την εισάκουσε. Και τους χάρισε υιό. Αφού το παιδί μεγάλωσε κι έλαβε την κατάλληλη παιδεία, έγινε σοφότατος και θεοδίδακτος . Όταν έφθασε στη νόμιμη ηλικία, τον στεφάνωσαν με θυγατέρα από βασιλική και ευγενική γενιά. Το βράδυ όμως στο συζυγικό δωμάτιο ο Αγιος, αφού πήρε το χρυσό δακτυλίδι και τη ζώνη, τα επέστρεψε στην σύζυγό του και εγκατέλειψε τον κοιτώνα. Παίρνοντας αρκετά χρήματα από τα πλούτη του έφυγε με πλοίο περιφρονώντας την ματαιότητα της επίγειας δόξας. Καταφθάνει στην Λαοδικεία της Συρίας και από εκεί στην Έδεσσα της Μεσοποταμίας. Εκεί ο Όσιος Αλέξειος μοίρασε τα χρήματα στους πτωχούς, ακόμη και τα ιμάτιά του, και, αφού ενδύθηκε με κουρελιασμένα και χιλιομπαλωμένα ρούχα, κάθισε στο νάρθηκα του ναού της Υπεραγίας Θεοτόκου, ως ένας από τους πτωχούς. Προτίμησε έτσι να ζει με νηστεία όλη την εβδομάδα και να μεταλαμβάνει των Αχράντων Μυστηρίων κάθε Κυριακή, ενώ μόνο τότε έτρωγε λίγο άρτο και έπινε λίγο νερό. Οι γονείς του όμως τον αναζητούσαν παντού και έστειλαν υπηρέτες τους να τον βρουν. Στην αναζήτησή τους έφθασαν μέχρι το ναό της Έδεσσας, χωρίς ωστόσο να τον αναγνωρίσουν. Οι δούλοι επέστρεψαν άπρακτοι στη Ρώμη, ενώ η μητέρα του Αλέξιου με οδύνη, φορώντας πτωχά ενδύματα, καθόταν σε μια θύρα του σπιτιού πενθώντας νύχτα και ημέρα. Το ίδιο και η νύφη, που φόρεσε τρίχινο σάκκο και παρέμεινε κοντά στην πεθερά της. Ο Όσιος Αλέξιος για δεκαεπτά χρόνια παρέμεινε στο νάρθηκα του ναού της Θεοτόκου ευαρεστώντας το Θεό. Και μια νύχτα η Θεοτόκος παρουσιάστηκε στον προσμονάριο του ναού σε όνειρο και του ζήτησε να του φέρει μέσα στο ναό τον άνθρωπο του Θεού. Τότε ο προσμονάριος , αφού βγήκε από το ναό και δεν βρήκε κανένα παρά μόνο τον Αλέξιο, εδεήθηκε στη Θεοτόκο να του υποδείξει τον άνθρωπο, όπως κι έγινε. Τότε πήρε από το χέρι τον Όσιο Αλέξιο και τον εισήγαγε στο ναό με κάθε τιμή και μεγαλοπρέπεια. Μόλις ο Όσιος κατάλαβε ότι έγινε γνωστός εκεί, έφυγε κρυφά και σκέφτηκε να πάει στην Ταρσό, στο ναό του Αγίου Παύλου του Αποστόλου, όπου εκεί θα ήταν άγνωστος. Αλλα όμως σχεδίασε η Θεία Πρόνοια. Γιατί βίαιος άνεμος άρπαξε το πλοίο και το μετέφερε στη Ρώμη. Βγαίνοντας από το πλοίο κατάλαβε ότι ο Κύριος ήθελε να επανέλθει ο Αλέξιος στο σπίτι του. Όταν συνάντησε τον πατέρα του, που δεν αναγνώρισε τον υιό του, του ζήτησε να τον ελεήσει και να τον αφήσει να τρώει από τα περισσεύματα της τράπεζάς του. Με μεγάλη προθυμία ο πατέρας του δέχθηκε να τον ελεήσει και μάλιστα του έδωσε κάποιο υπηρέτη για να τον βοηθάει. Κάποιοι δούλοι από την οικία τον πείραζαν και τον κορόιδευαν, όμως αυτό δεν τον ένοιαζε. Έδινε την τροφή του σε άλλους, παραμένοντας όλη την εβδομάδα χωρίς τροφή και νερό, και μόνο μετά την Κοινωνία των Θείων και Αχράντων Μυστηρίων δεχόταν λίγο άρτο και νερό. Έμεινε λοιπόν για δεκαεπτά χρόνια στον πατρικό οίκο χωρίς να τον γνωρίζει κανένας. Όταν έφθασε ο καιρός της κοιμήσεώς του, τότε κάθισε κι έγραψε σε χαρτί όλο το βίο του, τους τόπους που πέρασε, αλλά και κάποια από τα μυστικά που γνώριζαν μόνο οι γονείς του. Κάποια Κυριακή, όταν ο Αρχιεπίσκοπος Ιννοκέντιος τελούσε τη Θεία Λειτουργία, ακούσθηκε φωνή από το Αγιο Θυσιαστήριο, που καλούσε τους συμμετέχοντες να αναζητήσουν τον άνθρωπο του Θεού. Την Παρασκευή ο Όσιος Αλέξιος παρέδωσε το πνεύμα του στα χέρια του Θεού, ενώ το απόγευμα της ίδιας μέρας οι πιστοί βασιλείς και ο Αρχιεπίσκοπος προσήλθαν στο ναό για να δεηθούν στο Θεό να τους αποκαλύψει τον άγιο άνθρωπο του Θεού. Τότε μια φωνή τους κατηύθυνε στο σπίτι του Αγίου Ευφημιανού . Λίγο αργότερα οι βασιλείς μαζί με τον Αρχιεπίσκοπο έφθασαν στο σπίτι του Ευφημιανού , προξενώντας μάλιστα την απορία της γυναίκας και της νύφης του για την παρουσία τους εκεί, και ρώτησαν τον Ευφημιανό . Όμως εκείνος, αφού ρώτησε πρώτα τους υπηρέτες, είπε ότι δεν γνώριζε τίποτα. Στην συνέχεια ο υπηρέτης που φρόντιζε τον Όσιο Αλέξιο, παρακινούμενος από θεία δύναμη ανέφερε τον τρόπο ζωής του πτωχού, τον οποίο εξυπηρετούσε. Τότε ο Ευφημιανός χωρίς να γνωρίζει ότι ο Όσιος είναι ήδη νεκρός, αποκάλυψε το πρόσωπο αυτού, που έλαμπε σαν πρόσωπο αγγέλου. Στο χέρι του Οσίου μάλιστα είδε χαρτί, που δεν μπόρεσε να αποσπάσει. Στη συνέχεια ανέφερε στους επισκέπτες του ότι βρέθηκε ο άνθρωπος του Θεού. Οι βασιλείς και ο Αρχιεπίσκοπος τότε εδεήθησαν στον Όσιο να τους επιτρέψει να δουν το χαρτί που είχε στο χέρι του. Μόλις ο αρχειοφύλακας πήρε στο χέρι του το χαρτί, ο Ευφημιανός αντιλήφθηκε ότι επρόκειτο για τον υιό του, τον οποίο αναζητούσε χρόνια τώρα, και μεγάλο πένθος έπεσε στην οικογένειά του. Θρήνος μεγάλος και από την γυναίκα και τη νύφη του. Ο βασιλεύς Ονώριος και ο Αρχιεπίσκοπος μετέφεραν το τίμιο λείψανο του Οσίου στο μέσο της πόλεως και κάλεσαν όλο το λαό για να έλθει να προσκυνήσει και να λάβει ευλογία. Όσοι προσέρχονταν και ασπάζονταν το τίμιο λείψανο, άλαλοι, κουφοί, τυφλοί, λεπροί, δαιμονισμένοι, όλοι θεραπεύονταν. Βλέποντας αυτά τα θαύματα οι πιστοί δόξαζαν τον Θεό. Ήταν τόσος ο κόσμος που προσερχόταν για να δει το τίμιο λείψανο, που δεν μπορούσαν να το μεταφέρουν στο ναό του Αγίου Βονιφατίου για να το ενταφιάσουν. Έριξαν ακόμη και χρυσό και άργυρο στον κόσμο για να του αποσπάσουν την προσοχή, αλλά μάταια. Όταν πια μεταφέρθηκε το τίμιο λείψανο στο ναό, για επτά μέρες γιόρταζαν πανηγυρικά και στην γιορτή συμμετείχαν οι γονείς και η νύφη. Στη συνέχεια τοποθετήθηκε το τίμιο λείψανο σε θήκη φτιαγμένη από χρυσό, άργυρο και πολύτιμους λίθους. Αμέσως άρχισε να ευωδιάζει και να αναβλύζει μύρο, το οποίο έγινε ίαμα και θεραπεία για όλους.

[Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας, Επισκόπου Φαναρίου Αγαθαγγέλου , τ. Μαρτίου, σελ. σελ. 169-173.]

Δευτέρα 16 Μαρτίου 2009

Το Θαύμα στη Βάστα.


Νιωθω την ζωηρη αναγκη και συναμα το εχω σαν ταμα να μιλησω για ενα "ζωντανο" θαυμα που υπαρχει κοντα στο χωριο Βαστα που βρισκεται στη περιοχη της Μεγαλοπολης Πελοπονησου. Προκειται για ενα μικρο εκκλησακι λιθοκτιστο με διριχτη λιθινη στεγη διαστασεων 6.50Χ2.50μ. που κρατει απο την Βυζαντινη εποχη, τον 12ο αιωνα μ.Χ. Το μικρο αυτο εκκλησακι βρισκεται στη συνδρομη δυο ποταμων, η" καλυτερα ενος ποταμου και ενος αρκετα ορμητικου ρυακος, που οι ροες τους σχηματιζουν ορθη γωνια στο βαθος μιας ευρυχωρης κοιλαδας, που ειναι κυριολεκτικα πνιγμενη στο πρασινο που το αποτελουν μεγαλα πολυχρονα υδροβια δεντρα. Και εδω αρχιζει το παραξενο, που κατα την γνωμη του
υποφαινομενου και πολλων ειναι ενα θαυμα, καταμεσης μιας εποχης εξοχως ρεαλιστικης που δεν παρεχει γονιμο εδαφος για θαυματα.
Το κτισμα με πρωτη ματια ειναι ετοιμορροπο, λες οτι απο στιγμη σε στιγμη θα καταρευσει και απορεις πως ακομη δεν εχει παρασυρθει απο τα υδατινα ρευματα στη συνδρομη των οποιων βρισκεται. Στην στεγη του φυονται δεκα επτα (17) ολοζωντανα με κορμους ποικιλλης διαμετρου δεντρα των οποιων το υψος επισης ποικιλλει και φθανει πολλες φορες και τα 18 μετρα! Το παραξενο στην ολη κατασταση ειναι οτι τα δεντρα αυτα τα πανυψηλα
ΔΕΝ ΕΧΟΥΝ ΚΑΘΟΛΟΥ ΡΙΖΕΣ!!!

Φαινονται οτι στην κυριολεξια υπτανται!!
Απο ερευνες που εχουν γινει με ακτινες Χ στους τοιχους του κτισματος δεν εχουν δειξει καθολου ριζες. Αν καποιος βαλει το χερι του κατω απο τη βαση ενος απο τα δεντρα το χερι του βγαινει απο την αλλη μερια....
Εχει υπολογισθει απο τον ογκο των κορμων και των κλωνων οτι το εκκλησακι φερει αυτη τη στιγμη το ισοδυναμο βαρος 18 αυτοκινητων mercedes, διχως να υπολογιζουμε και το βαρος των φυλων την εποχη που τα δεντρα ειναι καταφυτα.
Τον χειμωνα στη κοιλαδα πνεουν ισχυροι ανεμοι που κανονικα θα επρεπε να εχουν παρασυρει τα δεντρα και μαζι το εκκλησακι που τα στηριζει, αλλα αυτο δεν εχει συμβει μεχρι στιγμης.
Το εκκλησακι ειναι αφιερωμενο στην Αγια Θεοδωρα της Βαστας, που ομως δεν εχει καμμια σχεση με την Αγ. Θεοδωρα την Μεγαλη την Αυτοκρατηρα του Βυζαντιου.
Για την ζωη, το μαρτυριο και την εν συνεχεια αποκατασταση της και την δημιουργια του κτισματος εχει γραψει ο Δημητριος Ι. Καπερνεκας το ετος 1980, οπως και ο Επισκοπος Θεοφιλος Καναβος, Μητροπολιτης Γορτυνος και Μεγαλοπολεως.
Το ατυχες με αυτες τις εποχες ειναι οτι οι υπαρχουσες γραπτες μαρτυριες που να ερχονται απο τον 7ο αιωνα ειναι ελαχιστες και αυτες βεβαια δεν ασχολουνται με ανωνυμους (τοτε) ανθρωπους, για τους οποιους κανεις δεν θα ενδιαφεροταν να ασχοληθει. Οτι ξερουμε λοιπον για την Θεοδωρα το εξαγουμε απο την παραδοση και καποιες μαρτυριες που αναφερονται αλλου και καπου εκει βρισκεις και μια ελαχιστη μνεια για την Θεοδωρα. Η ιστορια της λοιπον ειναι παραξενη οπως παραξενο ειναι και το ναιδριο που ειναι αφιερωμενο σ'αυτη.
Στον 7ο αιωνα, οπως και σ'ολοκληρη την εποχη του Βυζαντιου και κατ'επεκταση και στην εποχη της αρχαιας Ελλαδας, καθε χωριο ηταν μια ξεχωριστη και ανεξαρτητη κοινωνικη, διοικητικη και προ παντων στρατιωτικη οντοτητα. Καθε χωριο δηλαδη ειχε το δικο του μικρο η" μεγαλυτερο στρατο και στρατοι αυτοι συχνα εμαχοντο μεταξυ τους για επικρατηση, εξουσια, αυξηση πλουτου κλπ.
Καθε οικογενεια ειχε την υποχρεωση να συνεισφερει στο στρατο του χωριου με τουλαχιστον ενα αρσενικο ατομο, που συνηθως ηταν ο πατερας η" το μεγαλυτερο απο τα αγορια. Αν ο πατερας ηταν πολυ γερος για στρατιωτης η" δεν υπηρχαν αλλοι αρσενικοι στην οικογενεια, τοτε επρεπε να πληρωθει καποιο μεγαλο ποσον ωστε με το αντιτιμο του να πληρωνεται καποιος μισθοφορος.
Η Θεοδωρα ειχε γεννηθει και καταγοταν απο την Βαστα που εκεινη την εποχη διατηρουσε καποιο παρομοιο στρατο. Η οικογενεια της φαινεται οτι δεν ειχε αγορια, ο πατερας της ηταν πολυ γερος για να καταταχθει στο στρατο και πολυ φτωχος για να χρηματοδοτησει μισθοφορο. Η Θεοδωρα θα πρεπει να ηταν η μεγαλυτερη απο μια σειρα απο κορες στην οικογενεια και πηρε την μεγαλη αποφαση ....
Θα καταγοταν στο στρατο σαν αντρας μια και αλλη λυση δεν υπηρχε και αν δεν το εκανε ο πατερας της θα συλλαμβανοταν για απληρωτο χρεος προς το χωριο. Ετσι και εκανε, ντυθηκε σαν αντρας, καταταχθηκε, ελαβε μερος σε διαφορες μαχες στις οποιες και διακριθηκε, καταφερε μαλιστα να επισυρει την εκτιμηση του Διοικητη της/του, που εφθασε να την προαγει στο βαθμο του λοχαγου η" κατι αντιστοιχο. Ολο αυτο το καιρο η Θεοδωρα ηταν, ελεγε και επεμενε οτι τιμα, πιστευει το Θεο και δεν την ενδιαφερει τιποτε αλλο.
Στο στρατωνα, οπου περνουσε τις περισσοτερες ωρες της η Θεοδωρα, υπηρχε και μια νεαρη πλυστρα που επλενε τις στολες των στρατιωτων, και οπως φαινεται, ερωτευθηκε την Θεοδωρα, οπως την εβλεπε σαν νεαρο Λοχαγο, μη ξεροντας βεβαια οτι ηταν γυναικα και οχι αντρας. Η Θεοδωρα της ελεγε οτι ειναι θρησκευομενη και δεν την ενδιαφερει τιποτε αλλο εκτος απο την πιστη της στο Θεο-τι αλλο αλλωστε θα μπορουσε να της εξηγησει για να την πεισει? αλλα εκεινη αμεταπειστη ...., και δεν εφθανε αυτο, αλλα-αφου φαινεται ειχε παει πρωτα με καποιον αλλο, ισως για να εκδικηθει την Θεοδωρα παρουσιαστηκε στο
Διοικητη και ειπε οτι ειχε μεινει εγκυος απο την ........ Θεοδωρα.
Ο Διοικητης, με την εκτιμηση που της ειχε, την καλεσε και της συνεστησε να παντρευτει την κοπελλα και το πραγμα θα τελειωνε εκει, χωρις αλλες συνεπειες, αν οχι θα ηταν υποχρεωμενος να την περασει απο Πειθαρχικο Συμβουλιο που η ετοιμηγορια του θα ηταν θανατος.
Η Θεοδωρα μια και δεν ειχε αλλη διεξοδο αρνηθηκε και το αποτελεσμα ηταν να την καταδικασουν σε θανατο και να την θανατωσουν στον τοπο ακριβως που ειναι σημερα το ναιδριο. Την εποχη εκεινη στο τοπο ερεε μονο το ενα ποταμι. Λεγεται οτι πριν πεθανει η Θεοδωρα παρακαλεσε τον Θεο "τα μαλλια της να γινουν δεντρα και το αιμα της ποταμι".... Την εποχη εκεινη τα ρουχα ηταν σπανιο πραγμα και ακριβο γι'αυτο και συνηθιζαν να γδυνουν τους καταδικασμενους σε θανατο, μετα τη θανατωση, και να πουλουν τα ρουχα τους η" να τα δινουν για να τα φορεσει καποιος αλλος.
Πηγαν λοιπον να γδυσουν και τη Θεοδωρα και τοτε ....
τοτε καταλαβαν το μεγαλο λαθος που ειχε γινει .....
Ο νεκρος ....
Λοχαγος
ηταν ..... γυναικα!!!
Την στιγμη που η Θεοδωρα αφηνε την τελευταια πνοη της, λεγεται οτι αρχισε να τρεχει ορμητικο το δευτερο ποταμι που τρεχει και ενωνεται καθετα με το πρωτο (Χαραδρος λεγεται), σαν εκπληρωση της παρακλησης "το αιμα μου να γινει ποταμι".
Μετα απο αιωνες, ισως τον 12ο αιωνα, καποιος ηγουμενος Μονης, σε συνεργασια με τους συγχωριανους της, εκτισε το ναιδριο, το αφιερωσε στη μνημη της και η Θεοδωρα εταφη μεσα εκει, οπου και ακομη αναπαυεται. Τοτε, λεγεται οτι αρχισαν να φυονται τα δεντρα στη στεγη, που θεριεψαν μεσα σε ελαχιστο χρονο, για να εκπληρωθει και η δευτερη παρακληση της : "τα μαλλια μου να γινουν ..... δεντρα". Ισως καποιο χερι Θειο, για μη μοιαζουν με τα γειτονικα δεντρα, τα εχει εκει να βρισκονται χωρις ...... ριζες ..... ισως.

Στη περιοχη κυκλοφορουν παρα πολλες ιστοριες σχετικα μα το ναιδριο και διαφορα θαυματα που εχει κανει η Αγια, αλλα παλι και αυτα ειναι παραδοση και μονο ........

Το θαύμα στη Βάστα
Φιλοξενούμενη σελίδα του Στέφανου

Ο Όσιος Χριστόδουλος , ο εν Πάτμω.


Ὁ Ὅσιος Χριστόδουλος, κατὰ κόσμο Ἰωάννης, γεννήθηκε τὸ 1020 στὴ Νίκαια τῆς Βιθυνίας ἀπὸ εὐσεβεῖς γονεῖς, τὸν Θεόδωρο καὶ τὴν Ἄννα. Ἀνατράφηκε ἀπὸ τὰ νεανικά του χρόνια στὴν μοναχικὴ πολιτεία καὶ ἀσκήτεψε στὸν Ὄλυμπο τῆς Βιθυνίας καὶ στὴν Παλαιστίνη. Ἔπειτα ἀπῆλθε στὸ ὄρος Λάτρον τῆς Καρίας τῆς Μ. Ἀσίας, στὴ μονὴ τοῦ Στήλου, ὅπου ἵδρυσε βιβλιοθήκη καὶ συγκέντρωσε γύρω του πολλοὺς μοναχούς. Ἐξαιτίας τῆς παραμονῆς του στὸ ὄρος τοῦ Λάτρου, ὁ Ὅσιος Χριστόδουλος προσονομάζεται «Λατρηνός». Λόγω ὅμως τῶν βαρβαρικῶν ἐπιδρομῶν κατέφυγε, τὸ ἔτος 1079, στὴν Πάτμο, ὅπου μὲ τὴν συνδρομὴ τοῦ αὐτοκράτορα Ἀλεξίου Α’ τοῦ Κομνηνοῦ (1081-1118) ἀνήγειρε τὴν περιώνυμη μονὴ καὶ βιβλιοθήκη.Στὴν συνέχεια μετέβη στὴν Κωνσταντινούπολη γιὰ ὑποθέσεις τῆς μονῆς καὶ ἀργότερα, ἀφοῦ παραιτήθηκε ἀπὸ ἡγούμενος, ᾖλθε στὸ Στρόβιλο, πόλη κοντὰ στὴν ἀκτὴ τῆς Μ. Ἀσίας καὶ ἀνέλαβε ἐκεῖ τὴν φροντίδα τῆς μονῆς τοῦ Ἀρσενίου. Ἀπὸ τὸ Στρόβιλο μετέβη ἀργότερα στὴ νῆσο Κῶ. Ἐκεῖ ἵδρυσε μονὴ τῆς Ἁγνῆς Θεομήτορος, στὴν ὁποία κατόπιν ἐνεργειῶν του ὁ αὐτοκράτορας τοῦ Βυζαντίου Ἀλέξιος Α’ ὁ Κομνηνός, δώρισε προάστια τῆς νήσου Λέρου καὶ τὴ νῆσο Λειψῶ.Ἀπὸ τὴν Κῶ μετέβη στὴν Κωνσταντινούπολη καὶ ἀφοῦ συνάντησε τὸν αὐτοκράτορα Ἀλέξιο Α’ Κομνηνό, τὸν παρακάλεσε νὰ τοῦ δώσει ἄδεια νὰ ἱδρύσει μονὴ στὴ νῆσο Πάτμο. Ἡ ἄδεια παρασχέθηκε καὶ ἐπιπλέον παραχωρήθηκε στὸν Ὅσιο ἀπὸ τὸν αὐτοκράτορα καὶ ὅλη ἡ νῆσος τὸ ἔτος 1088. Ἡ ἀνέγερση τῆς μονῆς στὴν Πάτμο, ἡ ὁποία τιμᾶται στὸ ὄνομα τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου, ἐξαιτίας τῆς συγγραφῆς τῆς Ἀποκαλύψεως ἀπὸ τὸν ἱερὸ Εὐαγγελιστὴ στὸ νησὶ αὐτό, ἄρχισε ἀμέσως ἀπὸ τὸν Ὅσιο Χριστόδουλο. Πρὶν ὅμως ἀκόμη τελειώσει τὸ ἔργο, ὁ Ὅσιος ἀναγκάστηκε μαζὶ μὲ τοὺς μοναχοὺς νὰ ἐγκαταλείψει τὸ ἔργο καὶ τὸ νησί, λόγω τῶν ἐπιδρομῶν τῶν Τούρκων ἐναντίων αὐτῶν.Ἀπὸ τὴν Πάτμο καταπλέει γιὰ ἀσφάλεια στὸν Εὔριπο (Εὔβοια) κατὰ τὸ ἔτος 1092.Ἡ διαμονὴ τοῦ Ὁσίου Χριστοδούλου στὴν Εὔβοια ἦταν σύμφωνα μὲ ἐπιστημονικὲς ἔρευνες μικρῆς διάρκειας. Ὑπάρχει ἡ πληροφορία ὅτι ἕνας εὐσεβὴς καὶ πλούσιος κάτοικος τοῦ Εὐρίπου προσέφερε τὴν πολυτελῆ οἰκία του στὸν Ὅσιο, ὁ ὁποῖος τὴν ἀνέδειξε σὲ μοναστῆρι, ἂν καὶ οἱ φροντίδες τοῦ Ὁσίου, ἐξαιτίας τῆς μεγάλης περιουσίας τοῦ μοναστηριοῦ στὴν Πάτμο, ἀπαιτοῦσαν τὴν παραμονή του ὄχι στὴν ἔρημο ἀλλὰ κοντὰ στὸν κόσμο. Ἐξάλλου, στὴν Εὔβοια ἀνέκαθεν ὑπῆρχε παράδοση, σύμφωνα μὲ τὴν ὁποία ὁ Ὅσιος Χριστόδουλος παρέμεινε ἀσκητεύοντας στὸ σπήλαιο στὸ δυτικὸ ἄκρο τῆς κωμόπολης Λίμνη (Ἐλύμνιον).Ὁ Ὅσιος κατὰ τὴν διαμονή του στὸν Εὔριπο συνέταξε τὴν «Διαθήκη» καὶ τὸν «Κωδίκελλό» του (Μάρτιος 1093). Τὴ Διαθήκη αὐτή, γιὰ νὰ ἔχει ἰσχύ, τὴν ὑπογράφουν ἑπτὰ ἀξιωματοῦχοι τῆς ἐπισκοπικῆς ἀρχῆς καὶ τῆς πόλεως Εὐρίπου (Χαλκίδος), ἤτοι Λέων πρεσβύτερος καὶ σακελλάριος τῆς πόλεως Εὐρίπου, Ἰωάννης πρεσβύτερος καὶ νοτάριος τῆς καθέδρας Εὐρίπου, Μιχαήλ… τῆς καθέδρας Εὐρίπου, Βασίλειος ὁ εὐτελὴς διάκονος… καὶ νοτάριος Εὐρίπου κ.ἅ.Εἰδικότερα ὁ Μητροπολίτης Ρόδου Ἰωάννης, στὸ ἔργο του «Βίος καὶ Πολιτεία τοῦ Ὁσίου πατρὸς ἠμῶν Χριστοδούλου» ἐξιστορεῖ τὴν διαμονὴ καὶ τὴν κοίμηση τοῦ Ὁσίου Χριστοδούλου στὸν Εὔριπο, ποὺ συνέβη τὸ ἔτος 1093, ὅπως καὶ τὴν ἀνακομιδὴ τοῦ ἱεροῦ λειψάνου του καὶ τὴ μεταφορά του στὴν Πάτμο, ἀναγράφοντας τὰ ἑξῆς:«Καὶ φθάνουν ἐκεῖ ὁ Ὅσιος μαζὶ μὲ τὴν ἀδελφότητα, ἐκεῖ ὅπου τὸ νερὸ τῆς θάλασσας εἰσρέει πρὸς τὰ ἔξω καὶ πάλι ὀπισθοχωρώντας δημιουργεῖ κάποιο στενὸ θαλάσσης, ποὺ οἱ ἀρχαῖοι τὸ ὀνόμασαν πορθμὸ τοῦ Εὐρίπου. Καὶ ἐκεῖ λοιπόν, ἀφοῦ ἔγινε τὸ ἀντικείμενο τοῦ θαυμασμοῦ ὅλων καὶ ἀφοῦ ἀξιώθηκε τὴν πρέπουσα τιμή, σὰν νὰ ἦταν Ἄγγελος σὲ θνητὸ σῶμα, νουθετοῦσε τὸ ποίμνιό του, γιὰ νὰ μὴ δυσφορεῖ στὶς συχνὲς μετακινήσεις, οὔτε νὰ ἀντιστέκεται ἀνόητα στὶς βουλὲς τοῦ Θεοῦ, ποὺ οἰκονομεῖ τὰ πάντα ἐν σοφίᾳ. Ἀλλὰ ἕνας ἀπὸ τοὺς μοναχούς, ἐπειδὴ δὲν ὑπέμενε τὶς κακουχίες, οὔτε τὸ στριφνὸ καὶ τὸ ἐπίπονο τῆς ἀρετῆς, ὅπως ὁ Ἰούδας ἀπὸ τοὺς δώδεκα ἀναχώρησε ἀπὸ τὴν ὁμήγυρη τῶν ἀδελφῶν καὶ τὴν πνευματικὴ ἐκείνη συγκέντρωση τὴν ἀντικατέστησε μὲ κῆπο, ποὺ νοίκιασε. Καί, καθὼς ὁ διάβολος εἰσῆλθε στὸν Ἰούδα καὶ τὸν ὤθησε στὴν προδοσία, μὲ τὸν ἴδιο τρόπο καὶ πονηρὸ δαιμόνιο βασάνιζε τὸν μοναχὸ ποὺ εἶχε ἀποσπασθεῖ ἀπὸ τὴν ἀδελφότητα καὶ ἀνακοινώνεται στὸν πατέρα ἡ ἀσθένεια τοῦ μικρόψυχου ἀδελφοῦ. Ἐκεῖνος, πρᾶος καὶ ἀνεξίκακος, δίνοντας τόπο στὴν ὀργή, ἀφοῦ πῆρε τὸ ἱερὸ Εὐαγγέλιο, ἔρχεται τὸ βράδυ πρὸς τὸν μαινόμενο καὶ παράφρονα, διαβάζει τὰ λόγια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος γιὰ ἀσθενῆ καὶ ἀμέσως βελτιώνεται ἡ θέση τοῦ ἀρρώστου, ὁ ὁποῖος δὲν ἐπιθυμοῦσε πλέον νὰ ἀσχολεῖται μὲ τὴν φύτευση δένδρων καὶ τὴν ἄρδευση κήπων, ἀλλὰ προθυμοποιεῖται γιὰ τὴν καλλιέργεια τῆς γῆς τῆς ἀρετῆς, ἐπανερχόμενος μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο καὶ πάλι στὴν ποίμνη, ἀπὸ τὴν ὁποία κακῶς προηγουμένως εἶχε ἀποκοπεῖ. Μετὰ τὴν πάροδο μικροῦ χρονικοῦ διαστήματος, προφητεύει σὲ ὅσους τὸν ἀκολουθοῦσαν ὅτι θὰ ἀποδημήσει πρὸς τὸν Κύριο, ὅτι οἱ Ἀγαρηνοὶ δὲν θὰ κατοικήσουν μέχρι τέλους στὰ νησιὰ καὶ ὅτι ὁ ἐπιστήθιος φίλος του δὲν θὰ ἀδιαφορήσει γι’ αὐτούς, ἀλλὰ ὅτι μόλις καταπαύσει ἡ θαλασσοταραχή, θὰ ἐπανέλθουν καὶ πάλι στὸ πνευματικὸ μαντρί. Παρακαλεῖ λοιπὸν νὰ παραλάβουν μαζί τους τὸ νεκρὸ σῶμα του ἀπὸ τὴν ξένη αὐτὴ γῆ καὶ νὰ τὸ τοποθετήσουν στὸ ναό, γιὰ τὸν ὁποῖο μόχθησε πολύ. Αὐτά, ἀφοῦ προεῖπε σὲ ὅσους συναναστρεφόταν καὶ καθαγίασε τοὺς πάντες μὲ ἀποχαιρετιστήρια λόγια, παρέδωσε τὸ πνεῦμα του στὸν Θεό, τὴν 16η Μαρτίου. Ταυτόχρονα μὲ τὴν ἐκπλήρωση τῆς προφητείας καὶ τὴν ἐξαφάνιση τῶν πειρατῶν ἀπὸ τὴ θάλασσα μὲ τὴν δύναμη τοῦ ἄρχοντος, οἱ καλοὶ μαθητές του θυμόντουσαν τὴν προφητεία τοῦ ἐνάρετου ποιμένα καὶ ἑτοιμάζονταν νὰ ἀποπλεύσουν. Ἐπειδὴ ὅσοι κατοικοῦσαν τὴ χώρα ἐκείνη ἄκουσαν ὅτι θὰ στεροῦνταν τὸ τίμιο ἐκεῖνο σῶμα, ἀφοῦ συγκεντρώθηκαν ἀπὸ τὰ γύρω μέρη, ἔλεγαν ἀπροκάλυπτα, ὅτι μὲ κανένα λόγο δὲν θὰ τὸ ἐπέτρεπαν αὐτό. Γιατί νόμιζαν ὅτι θὰ ἦταν ἀνόητο καὶ ἐξ’ ὁλοκλήρου ἀσύνετο, νὰ ἐπιτρέψουν σὲ ἄλλους νὰ τὸ μετακομίσουν ὅπου ἤθελαν, ἐπειδὴ (ὁ Ὅσιος) ἦταν γι’ αὐτοὺς σωτῆρας, ἰατρὸς καὶ θεραπευτὴς κάθε ἀρρώστιας. Γι’ αὐτὸ μὲ αὐστηρότητα φρουροῦσαν τὸν νεκρό. Ἀλλὰ δὲν ἔπρεπε νὰ διαψευσθεῖ ἡ προφητεία τοῦ μάκαρος. Γι’ αὐτὸ καὶ ἀφοῦ πλέον εἶχε προχωρήσει ἡ νύχτα, ξεφεύγοντας ἀπὸ τὴν προσοχὴ τῶν φρουρῶν, μεταφέροντας τὸν νεκρὸ στοὺς ὤμους τὸν ἐπιβιβάζουν σὲ πλοῖο καί, ἀφοῦ ἔτυχαν νηνεμίας, φθάνουν στὸ νησί, ἀποβιβάζουν μὲ μεγαλοπρεπῆ πομπὴ τὸ ἱερὸ σκῆνος ὑμνολογώντας τὸν Θεὸ καὶ εὐωδιάζοντας τὸν ἀέρα μὲ ἀρώματα. Καὶ τώρα ἄρτιο καὶ σῶο κεῖται τὸ σκήνωμα στὸ ναὸ τοῦ Ἀποστόλου καὶ ἀναβλύζει πηγὲς θαυμάτων καὶ ὅσοι μὲ πίστη τὸ ἀγγίζουν αἰσθάνονται κάποια ὀσμὴ μύρου καὶ μὲ μόνη τὴν ἁφὴ καθαγιάζονται καὶ ἀπελευθερώνονται ἀπὸ κάθε σωματικὴ βλάβη».Ἀπὸ τὰ ὅσα συνέγραψε ὁ Ὅσιος Χριστόδουλος διασώθηκαν τὰ ἑξῆς: «Ὑποτύπωσις ἤτοι διάταξις γενομένη πρὸς τοὺς ἐαυτοῦ μαθητᾶς ἐν τὴ ἐν Πάτμῳ ἰδὶα αὐτοῦ μονή», ἡ προαναφερθεῖσα «Διαθήκη» καὶ ὁ «Κωδίκελλος».Ἡ μνήμη τῆς ἀνακομιδῆς τῶν ἱερῶν λειψάνων τοῦ Ὁσίου Χριστοδούλου ἑορτάζεται στὶς 21 Ὀκτωβρίου.

Σάββατο 14 Μαρτίου 2009

Η πίστη κάνει θαύματα !


Η είδηση κυκλοφόρησε αστραπιαία: ο Κύριος βρίσκεται σε κάποιο σπίτι στην Καπερναούμ. Κι αμέσως έτρεξαν κοντά του τόσο πολλοί, ώστε γέμισε όλο το σπίτι και δεν χωρούσε πλέον κανείς άλλος εκεί.
Ενώ όμως ο Κύριος δίδασκε το λαό, τέσσερις άνθρωποι μετέφεραν εκεί, πάνω σ’ ένα κρεβάτι, έναν παράλυτο. Κι επειδή δεν μπορούσαν να τον φέρουν μέσα στο σπίτι, ανέβηκαν στη στέγη του σπιτιού και την ξήλωσαν πάνω από το σημείο που βρισκόταν ο Κύριος. Κατόπιν κατέβασαν σιγά-σιγά το κρεβάτι.
Και καθώς ο Κύριος είδε μπροστά του τον παράλυτο, διέγνωσε τη μεγάλη πίστη που είχε κι αυτός και οι άλλοι που τον μετέφεραν.
Διότι οι φίλοι του παραλύτου δεν θα έφερναν τον φίλο τους στον Χριστό, αν δεν είχαν μια τόσο μεγάλη και δυνατή πίστη. Και μάλιστα μετέφεραν τον φίλο τους με τόσες δυσκολίες και κόπους μπροστά στα έκπληκτα μάτια όλων. Χωρίς να υπολογίσουν τις αντιδράσεις του ιδιοκτήτη, έκαναν μία πράξη τόσο επικίνδυνη! Διότι η ανάβαση του παραλύτου στη στέγη του σπιτιού και η κάθοδός του από το άνοιγμα της στέγης ήταν δύσκολη επιχείρηση και είχε πολλούς κινδύνους. Αυτοί όμως δεν υπολόγισαν τίποτε, διότι είχαν μεγάλη πίστη. Τέτοια πίστη άλλωστε είχε κι ο παράλυτος, διότι δεν θα δεχόταν να τον μεταφέρουν με τον τρόπο αυτό, εάν δεν πίστευε ότι ο Ιησούς μπορούσε να τον κάνει καλά.
Και διδασκόμαστε έτσι πόσο μεγάλα θαύματα μπορεί να κάνει η θερμή και ακλόνητη πίστη. Μια τέτοια πίστη χρειαζόμαστε κι εμείς. Μια πίστη που δεν θα υπολογίζει εμπόδια, κινδύνους και συνέπειες, θα ξεπερνά τα όρια της περιορισμένης λογικής. Αυτή την πίστη που θα μεταμορφώνει τη ζωής μας και θα μας οδηγεί στην υπακοή του θείου θελήματος. Βέβαια η πίστη είναι θείο δώρο, ουράνιο χάρισμα, και η καλλιέργεια της πίστεως είναι έργο μιας ολόκληρης ζωής. Γι’ αυτό θα πρέπει να ζητούμε από τον άγιο Θεό με όλη τη θέρμη της καρδιάς μας να μας κάνει ανθρώπους πίστεως, για να παραθέτουμε τον εαυτό μας και τη ζωή μας ολόκληρη στα χέρια του παντοδυνάμου Θεού.

Πρώτα η ψυχή μας

Καθώς ο Κύριος διέγνωσε αυτή τη μεγάλη πίστη τους, λέει στον παράλυτο: «Παιδί μου, σου έχουν συγχωρεθεί οι αμαρτίες σου, οι οποίες είναι η αιτία της σωματικής παραλυσίας σου». Μόλις όμως άκουσαν τα λόγια του Κυρίου μας οι Φαρισαίοι, άρχισαν να σκέφτονται: Γιατί ο άνθρωπος αυτός ξεστομίζει τέτοιες βλασφημίες; Ποιος άλλος μπορεί να συγχωρεί αμαρτίες παρά μόνο ο Θεός; Ο Κύριος όμως, που κατάλαβε της πονηρές σκέψεις τους, τους είπε: Γιατί έχετε τέτοιους κακούς λογισμούς; Τι είναι ευκολότερο, να πω στον παράλυτο «είναι συγχωρημένες οι αμαρτίες σου», ή να του πω, «πάρε στον ώμο σου το κρεβάτι σου και περπάτα»; Για να μάθετε λοιπόν ότι ο υιός του ανθρώπου έχει εξουσία στη γη να συγχωρεί αμαρτίες, λέει στον παράλυτο: Σε σένα μιλώ, πάρε το κρεβάτι στον ώμο σου και πήγαινε στο σπίτι σου.
Και ο παράλυτος σηκώθηκε αμέσως, πήρε το κρεβάτι του και έφυγε από το σπίτι εκείνο. Τον είδαν όλοι με τα μάτια τους και έκπληκτοι δόξαζαν τον Θεό λέγοντας ότι ποτέ δεν είδαμε παράλυτο με μία προσταγή να σηκώνεται αμέσως και να περπατά.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Από την όλη διήγηση του θαύματος φαίνεται ξεκάθαρα ότι ο παράλυτος αυτός έπασχε από διπλή παραλυσία. Ήταν άρρωστος και στο σώμα και στην ψυχή. Οι πολλές αμαρτίες του είχαν παραλύσει και την ψυχή και το σώμα του. Και ο Κύριος ήθελε να λυτρώσει τον παράλυτο πρώτα από την παραλυσία της ψυχής του, που ήταν η αιτία της ασθενείας του.
Ο Κύριος βέβαια κάποιες φορές μπορεί να συγχωρεί τις αμαρτίες μας χωρίς να θεραπεύει τις ασθένειές μας. Ή και αντίθετα, να θεραπεύει τις ασθένειές μας χωρίς να συγχωρεί τις αμαρτίες μας, όταν εμείς μένουμε αμετανόητοι. Αλλά τότε ποια ωφέλεια μπορούμε να έχουμε όταν μείνει μέσα στην ψυχή μας το δηλητήριο της αμαρτίας; Αντίθετα, όταν με τη μετάνοια και ιερά Εξομολόγηση συμφιλιωθούμε με τον Θεό, ακόμη κι αν δεν θεραπευθούν οι ασθένειές μας, αισθανόμαστε το φορτίο των ασθενειών μας πιο ελαφρό και κερδίζουμε αιώνια σωτηρία!

Μη λέμε λοιπόν «πάνω απ’ όλα η υγεία». Λάθος! Πάνω απ’ όλα η υγεία της ψυχής μας! Τι να το κάνεις να ζήσεις υγιής πολλά χρόνια και να υποφέρεις αιωνίως φρικτούς πόνους στην κόλαση; Εμείς βέβαια, όταν αρρωστήσει το σώμα μας, τρέχουμε στους καλύτερους γιατρούς, και καλά κάνουμε. Για την ψυχή μας όμως, που είναι συχνά άρρωστη, θα πρέπει να δείχνουμε πολύ μεγαλύτερο ενδιαφέρον. Να τρέχουμε τακτικά στο μυστήριο της ιεράς Εξομολογήσεως. Εκεί ο γιατρός των ψυχών και των σωμάτων μας θα μας προσφέρει την ίαση της ψυχής μας. Και εάν το κρίνει ωφέλιμο για μας, θα μας χαρίζει και την υγεία του σώματος. Εμείς πάντως ας το κατανοούμε, ας το εφαρμόζουμε και ας το λέμε: «πάνω απ’ όλα η υγεία… της ψυχής μας».

Πηγή : Χριστιανική Φοιτιτική Δράση

Παρασκευή 13 Μαρτίου 2009

Οδοί Μετανοίας


Η περίοδος της Μ. Σαρακοστής, σαν άλλος ισχυρός προβολέας μας ακινητοποιεί στην αρετή της μετάνοιας. Και με πολλούς τρόπους μας υπενθυμίζει ότι αυτό είναι και το δικό μας ισόβιο ζητούμενο.
Φτωχοί και πένητες όλοι εμείς από ουσιαστικούς αγώνες και εμπειρίες μετάνοιας, δίνουμε το λόγο στο αηδόνι του Πνεύματος – τον άγιο Ιωάννη το Χρυσόστομο – για να μας χειραγωγήσει στους δρόμους της.
Ο ιερός Πατήρ διασαφηνίζει τον όρο της μετάνοιας, με τις λέξεις ιατρείο, ουράνιο δώρο, δύναμη, χωνευτήρι. Γράφει χαρακτηριστικά « Ἰατρείον γάρ ἐστιν ἀναιρετικόν τῆς ἁμαρτίας ἡ μετάνοια· δῶρον ἐστιν οὐράνιον, δύναμις θαυμαστή, χάριτι νικῶσα την τῶν νόμων ἀκολουθίαν. (…) Χωνευτήριον ἐστιν τῆς ἁμαρτίας ἡ μετάνοια ». (ΕΠΕ. Τομ. 30, σελ. 240).
Αναντίρρητη πραγματικότητα η αμαρτία στο μεταπτωτικό κόσμο μας. Αναγκαία και η λύτρωση και σωτηρία με την ειλικρινή μετάνοια.
«Σοφίας βυθός» και «ευστοχότατος ιατρός των ψυχών» ο ιερός Χρυσόστομος μας αποσπά από την απόγνωση και απελπισία – καταστάσεις που δεν αφήνουν τον πεσμένο να σηκωθεί – αλλά και από την αδιαφορία και περιφρόνηση – που μας κατεβάζουν από τον ίδιο τον ουρανό – με το να μας ξεδιπλώνει πολλούς και ποικίλους δρόμους της μετάνοιας
Έτσι μας αφαιρεί και την πρόφαση ότι δεν μπορούμε να μετανοήσουμε άρα και να σωθούμε, αφού με το πλήθος των «αρρήκτως συνδεομένων οδών τ ῆς μετανοίας» διευκολύνει την ανάβαση στον ουρανό.
Παίρνουμε πλέον την άκρη του νήματος των οδών.
« Ἔστι πρώτη μετανοίας ὁδός ἁμαρτημάτων κατάγνωσις »· « Λέγε γάρ σύ πρῶτος τάς ἁμαρτίας σου, ἵνα δικαιωθῇς » Γι’ αυτό και ο προφήτης είπε· « Εἶπα, ἐξαγορεύσω κατ’ ἐμοῦ τήν ἀνομίαν μου τῷ Κυρίῳ, καί σύ ἀφῆκας τήν ἀσέβειαν τῆς καρδίας μου » (ΕΠΕ. Τομ. 31, σελ. 92). Με αγιογραφική τεκμηρίωση ο ιερός Χρυσόστομος ως πρώτη «οδό μετανοίας» θέτει την εξαγόρευση των αμαρτημάτων. Ο Δαβίδ εξομολογήθηκε το διπλό θανάσιμο αμαρτημά του και συγχωρέθηκε από το Θεό.
Η πορεία της μετανοίας συνεχίζεται με το « πένθησον ἐπί τῇ ἁμαρτίᾳ » (ΕΠΕ. Τομ 30, σελ. 120). Η μετάνοια είναι κυρίως θλίψη, όχι τύψη. Το εύκολο της οδού υπογραμμίζει ο άγιος Ιωάννης, όταν ρωτά: « Ἠμαρτες; πένθησον, καί λύεις τήν ἁμαρτίαν. Ποῖος κάματος οὖτος; οὐδέν σε πλέον ἀπαιτῶ, ἤ τό πενθῆσαι τήν ἁμαρτίαν · οὐ λέγω σοι πελάγη τεμεῖν, οὔτε εἰς λιμένας καταγαγεῖν, οὔτε ὀδοιπορῆσαι, οὔτε ὁδόν ἄπειρον ἀπελθεῖν, οὔτε χρημάτων καταβολήν, οὔτε κυμάτων ἀγρίων ποιήσασθαι δίοδον », αλλά τι; Το « πένθησον ἐπί τῇ ἁμαρτίᾳ » (ΕΠΕ. Τομ. 30, σελ. 120).
Οι Νινευίτες πένθησαν και άλλαξαν το σχέδιο του Θεού. Βέβαια, το πένθος για τις αμαρτίες μας θα έχει μέτρο, γιατί η άμετρη λύπη, όταν περιτυλίγει την ψυχή, την πνίγει, όπως η θάλασσα και τα κύματα που υψώνονται από παντού καταβυθίζουν το σκάφος.
Υπάρχει και η συγγενής οδός του πένθους και των δακρύων. Όποιος θλίβεται για τις αμαρτίες του, αυθόρμητα αι κλαίει. Γι΄ αυτό και προτρέπει ο άγιος Ιωάννης: « σβέσωμεν τήν πυρκαϊάν τῶν ἁμαρτημάτων, οὐχ ὕδασι πολλοῖς, ἀλλά μικροῖς δάκρυσι. Τό γάρ δάκρυοιν ἀποπλύνει δυσωδίαν ἁμαρτίας. «Λούσω γάρ φησί ὁ Δαβίδ, καθ’ ἑκάστην τήν κλίνην μου, ἐν δάκρυσί μου τήν στρωμνήν μου βρέξω» (…). Διά τί οὖν προέταξε το «λούσω»; Ἵνα δείξῃ ὅτι λουτρόν ἐστί και καθάρσιον ἁμαρτημάτων τά δάκρυα » (ΕΠΕ. Τομ. 30, σελ. 266).
Και μπαίνουμε στην τέταρτη οδό: « Τό μή μνησικακεῖν τοῖς ἐχθροῖς, τό μή κρατεῖν ὀργῆς, τό ἀφιέναι τά συνδουλικά ἁμαρτήματα · οὔτω γάρ ἡμῖν ἀφεθήσεται καί τά εἰς τόν Δεσπότην γεγενημένα ». « Ἐάν γάρ ἀφῆτε». φησί, «τοῖς ὀφειλέταις ὑμῶν, καί ὁ Πατήρ ὑμῶν ὁ οὐράνιος ἀφήσει ὑμῖν » (ΕΠΕ. Τομ 31, σελ. 94).
Ακολουθεί η Πέμπτη οδός μετανοίας: « Εὐχή ζέουσα καί ἀκριβής, καί ἀπό βαθυτάτης καρδίας τοῦτο ποιεῖν ». (ΕΠΕ. Τομ. 31, σελ 94). Καταφυγή λοιπόν στο μόνο Δυνατό και Πανάγαθο Κύριο για τα δικά μας και των αδελφών μας τα πταίσματα. Και σ’ άλλο σημείο προτρέπει ο ιερός πατήρ: « Να προσεύχεσαι κάθε ώρα και να μη λυποψυχήσεις προσευχόμενος, ούτε να ζητάς με αδιαφορία τη φιλανθρωπία του Θεού, και να είσαι σίγουρος ότι δε θ΄ αποστραφεί την επιμονή σου, αλλά θα συγχωρήσει τις αμαρτίες σου » (ΕΠΕ. Τομ. 31, σελ. 151)
Κι έπειτα το εγκώμιο της ελεημοσύνης, της έκτης οδού μετανοίας: « Μεγάλα τά πτερά τῆς ἐλεημοσύνης· τέμνει τόν ἀέρα, παρέρχεται τήν σελήνην, ὑπερβαίνει τάς ἀκτίνας τοῦ ἡλίου, εἰς αὐτάς ἀνέρχεται τάς ἀψῖδας τῶν οὐρανῶν. Ἀλλ’ οὔτ’ ἐκεῖ ἵσταται, ἀλλά καί τόν οὐρανόν παρέρχεται καί τούς δήμους τῶν ἀγγέλων παρατρέχει καί τούς χορούς τῶν ἀρχαγγέλων καί τάς ἀνωτέρας πάσας δυνάμεις καί αὐτῷ παρίσταται τῷ θρόνῳ τῷ βασιλικῷ · καί ἐξ αὐτῆς διδάχθητι τῆς Γραφῆς τοῦτο λεγούσης · “Κορνήλιε, αἱ προσευχαί σου καί αἱ ἐλεημοσύναι σου ἀνέβησαν ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ” » (ΕΠΕ. Τομ. 30, σελ. 138).
Και επεξηγεί ο ιερός Χρυσόστομος, ότι το «ενώπιον του Θεου» σημαίνει ότι τόση είναι η συνηγορία και παρρησία της ελεημοσύνης, που σβήνει όλα τα αμαρτήματα.
Και είναι λογικό· στα σπλάχνα οικτιρμών που ζητάμε από το Θεό για τα δικά μας αμαρτήματα, οφείλουμε να καταθέσουμε και τη δική μας ευσπλαχνία προς τους συνανθρώπους μας.
Αναφέρεται και έβδομη οδός μετανοίας: Η ταπεινοφροσύνη. « Ταπεινοφρόνησον, καί ἔλυσας τάς σειράς τῶν ἁμαρτιῶν » (ΕΠΕ. Τομ. 30, σελ. 126). Η περίπτωση του Τελώνη στην Ευαγγελική περικοπή, παρέχει την αγιογραφική θεμελίωση του λόγου.
Οπωσδήποτε αυτός που βαδίζει τους αλληλοεξαρτώμενους δρόμους της μετάνοιας έχει παντοτινές συνοδοιπόρους του τη νηστεία –ως εγκράτεια παθών–, τη συνεχή ευχαριστία στο Φιλάνθρωπο Κύριο και τη μνήμη των αμαρτιών του.
Και καταλήγει ο άγιος: « Μή τοίνυν ἄργει, ἀλλά πάσας ταύτας καθ’ ἑκάστην ὅδευε τήν ἡμέραν · καί γάρ εὔκολοι αἱ ὁδοί… » (ΕΠΕ. Τομ. 31, σελ. 96). Και γίνονται «εύκολοι αι οδοί της μετανοίας»όταν σαν γενναίοι στρατιώτες σκεφτόμαστε τα τρόπαια και τις νίκες, χωρίς να προσέχουμε τα «τραύματα και τις σφαγές».
Εξάλλου ο καιρός προχωρεί βιαστικά. Ταξιδεύουμε και βρισκόμαστε στο πέλαγος της ζωής και των αγώνων της Μ. Σαρακοστής. Στόχος μας δεν είναι να προσαράξουμε στο λιμάνι της Μ. Εβδομάδας ή της Βασιλείας του Θεού χωρίς εμπόρευμα. Επιδιώκουμε, πλούσιοι σε μετάνοια, το Πάσχα του Κυρίου να εορτάσουμε και στο Μυστικό Θείο Δείπνο να συμμετάσχουμε για τώρα και για πάντα.

Πέμπτη 12 Μαρτίου 2009


Ὁ Ὅσιος Θεοφάνης ὁ Ὁμολογητής, γεννήθηκε περὶ τὸ ἔτος 760 μ.Χ. ἀπὸ εὐσεβεῖς καὶ φιλόθεους γονεῖς, τὸν Ἰσαὰκ καὶ τὴν Θεοδότη. Σὲ ἡλικία ὀκτὼ ἐτῶν ἔμεινε ὀρφανὸς ἀπὸ πατέρα καὶ ἡ μητέρα του ἀνέλαβε τὸ δύσκολο ἔργο τῆς ἀνατροφῆς, τῆς διαπαιδαγωγήσεως καὶ τῆς μορφώσεως τοῦ υἱοῦ της Θεοφάνους.Ὁ Ὅσιος, κατὰ παράκληση τῆς μητέρας του, νυμφεύθηκε σὲ νεαρὴ ἡλικία τὴν εὐσεβῆ καὶ πλούσια Μεγαλῶ. Ὁ γάμος αὐτός, ποὺ ἦταν ἀντίθετος γιὰ τὴ μοναχικὴ ζωὴ ποὺ ἐπιθυμοῦσε ὁ Ὅσιος, διαλύθηκε. Ἡ μὲν σύζυγος αὐτοῦ ἔγινε μοναχὴ στὴ μονὴ τῆς Πριγκίπου καὶ μετονομάσθηκε Εἰρήνη, ὁ δὲ Ὅσιος κατέφυγε, τὸ 781 μ.Χ., στὴ μονὴ τοῦ Μεγάλου Ἀγροῦ στὴ Σιγριανὴ καὶ ἐκεῖ ἐκάρη μοναχὸς ὑπὸ τοῦ ἡγουμένου αὐτῆς.Ἀπὸ τὴ μονὴ αὐτή, ὡς λόγιος καὶ ἐνάρετος μοναχός, προσκλήθηκε μαζὶ μὲ ἄλλους ἡγουμένους διαπρεπεῖς, τὸν ἡγούμενο τῆς μονῆς Σακουδίωνος Πλάτωνα, τοὺς μοναχοὺς Νικηφόρο καὶ Νικήτα ἀπὸ τὴ μονὴ Μηδικίου, τὸ μοναχὸ Χριστόφορο ἀπὸ τὴ μονὴ τοῦ Μικροῦ Ἀγροῦ, στὴν Ἑβδόμη Οἰκουμενικὴ Σύνοδο τῆς Νίκαιος, τὸ ἔτος 787 μ.Χ. Ὅταν ἐπανῆλθε στὴ μονή του, ἐγκατέστησε ἡγούμενο τὸν μοναχὸ Στρατήγιο καὶ ἐκεῖνος ἀποσύρθηκε στὴν ἀπέναντι νῆσο Καλώνυμον, ὅπου ἵδρυσε μεγάλη μονὴ καὶ ἐκεῖ, ἀφοῦ ἐγκαταβίωσε ἐπὶ ἑξαετία, ἀσχολήθηκε μὲ τὴν καλλιγραφία καὶ τὶς συγγραφές. Ἀλλὰ ἀτυχῶς ἡ ὑγεία του προσβλήθηκε ἀπὸ ὀξεῖα λιθίαση. Σὲ αὐτὴ τὴν χαλεπὴ κατάσταση δὲν παρέλειψε νὰ μεταβεῖ στὴν Κωνσταντινούπολη, ὅταν προσκλήθηκε ὑπὸ τοῦ Λέοντος τοῦ Ἀρμενίου (813-820 μ.Χ.), ὁ ὁποῖος προσπάθησε διὰ τοῦ Πατριάρχη Ἰωσὴφ τοῦ εἰκονομάχου νὰ ἑλκύσει αὐτὸν στὴν αἵρεση τῆς εἰκονομαχίας. Ὁ Ὅσιος φυσικὰ δὲν ἦταν δυνατὸ νὰ ἀποδεχθεῖ μία τέτοια πρόταση καὶ νὰ προδώσει τὴν Ὀρθόδοξη πίστη. Ἔτσι τὸν ἔκλεισαν σὲ σκοτεινὸ μέρος καὶ στὴν συνέχεια τὸν ἐξόρισαν στὴ Σαμοθράκη, ὅπου μετὰ ἀπὸ εἴκοσι τρεῖς ἡμέρες κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ ἔτος 815 ἢ κατ’ ἄλλους τὸ 818 μ.Χ. Ἀργότερα οἱ μαθητές του μετεκόμισαν τὰ ἱερὰ λείψανα αὐτοῦ. Τὸ ἔτος 822 μ.Χ., στὴ μονή του, ὅπου ἐτελεῖτο ἡ Σύναξη αὐτοῦ, ὅπως καὶ τὴ Μεγάλη Ἐκκλησία.

Ἀπολυτίκιο. Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.

Θεῶ τῷ ἐν σώματι, ἐπιφανέντι ἠμίν, ὁσίως ἐλάτρευσας δι' ἐνάρετου ζωῆς, Θεόφανες Ὅσιε, πᾶσαν γὰρ τὴν προσοῦσαν, ὕπαρξιν ἀπορρίψας, ἄθλους ὁμολογίας, τὴ ἀσκήσει συνάπτεις, ἐντεῦθεν δι' ἀμφοτέρων, φαίνεις τοὶς πέρασι.

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον. Ἦχος πλ. δ’.

Ὀρθοδοξίας ὁδηγέ, εὐσεβείας διδάσκαλε καὶ σεμνότητος, τῆς οἰκουμένης ὁ φωστήρ, τῶν μοναζώντων θεόπνευστον ἐγκαλλώπισμα, Θεόφανες σοφέ, ὑπὲρ εἰκόνων ἁγίων ἤθλησας, λύρα τοῦ Πνεύματος, Πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῷ, σωθήναι τᾶς ψυχᾶς ἠμῶν.

Κοντάκιον. Ἦχος β’. Τὰ ἄνω ζητῶν.

Ἐξ ὕψους λαβῶν, τὴν θείαν ἀποκάλυψιν, ἐξῆλθες σπουδή, ἐκ μέσου τῶν θορύβων, καὶ μονάσας Ὅσιε, ἐνεργείας θαυμάτων εἴληφας, καὶ προφητείας χαρίσματα, συμβίου καὶ πλούτου στερούμενος.

Τετάρτη 11 Μαρτίου 2009

Ησυχία: Ένας άλλος τρόπος ζωής


Ζούμε όλοι σε εντατικούς ρυθμούς ζωής. Ποικίλα τα εξωτερικά ερεθίσματα και οι αφορμές που μας περισπούν. Μας ελκύουν το ενδιαφέρον. Αφιερώνουμε χρόνο. Γεμίζουμε με άγχος και εσωτερική ένταση. Είναι τόση και τέτοια η καθημερινή ειδησεογραφία και τόσες και τέτοιες οι δήθεν ανάγκες της εποχής μας που για τους πολλούς είναι άπιαστο όνειρο η ησυχία, η ηρεμία και η μόνωση. Και λέγοντας βεβαίως ησυχία και μόνωση δεν εννοούμε τον αναχωρητικό τρόπο ζωής των μοναχών, αυτών που ζουν μέσα στην ησυχία και τη μόνωση με μόνο το Θεό, απερίσπαστοι από τις βιοτικές ανάγκες και τις μέριμνες του κόσμου. Εννοούμε την ανάγκη που έχουμε όλοι μας να μείνουμε για λίγο έστω μόνοι με τον εαυτό μας. Ανάγκη όχι ψυχολογική μόνο αλλά ψυχική, πνευματική. Να φύγουμε έστω για λίγο από το πνεύμα, τις συνήθειες και τις ανάγκες του κόσμου. Να απομακρυνθούμε όχι τόσο και κατ’ ανάγκη τοπικά όσο τροπικά. Να μείνουμε για λίγο στην ησυχία μας και να κάνουμε ό,τι μας πει η ησυχία. Έχει φωνή η ησυχία. Θα μας μιλήσει για όσα άτοπα διαπράξαμε και για όσα αρεστά στο Θεό αδιαφορήσαμε. Μας βοηθάει η ησυχία να σκεφτούμε τον εαυτό μας τη μέρα που πέρασε. Ολόκληρη τη ζωή μας. Τα λάθη μας. Τις πτώσεις μας. Τις αδυναμίες μας.
Μέσα στην ησυχία και απερίσπαστοι από τις τρέχουσες εργασίες θα σκεφτούμε τον προορισμό μας. Προορισμό αιώνιο. Τον επερχόμενο θάνατό μας. Τη μέλλουσα Κρίση και τη φοβερή ώρα της στάσης μας απέναντι στο δίκαιο Κριτή Ιησού Χριστό. Είναι ωφέλιμη η ησυχία. Γι’ αυτό και ο ίδιος ο Κύριος αρκετές φορές αποτραβιόταν από το σωτηριώδες διδακτικό του έργο «εις έρημον τόπον» (Ματθ. ιδ΄ 13). Αν Αυτός που δεν το είχε ως τέλειος Θεός ανάγκη, το εφάρμοζε στη ζωή του, πόσο θα πρέπει να το ενεργούμε εμείς έτσι, ώστε μέσα στην ησυχία να περιμαζεύουμε τις αισθήσεις μας προς τον έσω άνθρωπο· κι έτσι να ανακαλύπτουμε με το φωτισμό του Θεού από τη μία τις σκιερές πλευρές του εαυτού μας με τα πολλά λάθη και πάθη μας και από την άλλη τη θεόπλαστη φύση της ψυχής μας με τους κρυμμένους θησαυρούς που υπάρχουν μέσα μας. Μέσα στην κατάσταση της ησυχίας βυθίζεται ο άνθρωπος σε περισυλλογή. Και μέσα από την περισυλλογή έρχεται στην κατάσταση της αυτογνωσίας.
«Ησυχία εστίν αρχή καθάρσεως τη ψυχή», σημειώνει ο Μέγας Βασίλειος. Η κατάσταση της ησυχίας είναι η αρχή της καθάρσεως της ψυχής μας. Πράγματι η ησυχία γεννά την κατάνυξη. Μέσα στην ησυχία και στην κατάνυξη βρίσκει ο άνθρωπος την προσευχή. Στην ησυχία αντικρίζει καλύτερα το εσωτερικό του, όπως κανείς καθρεπτίζεται στα ήσυχα νερά μιας λίμνης. Και είναι αυτή η ήρεμη θέα του εαυτού μας και των σφαλμάτων μας που γεννά κατόπιν τη μετάνοια μέσα μας.
Όταν ο νους, λέει πάλι ο Μέγας Βασίλειος, δε σκορπίζεται στα εξωτερικά πράγματα και δεν περιπλανιέται στον κόσμο με τις αισθήσεις, τότε «επιστρέφει εις εαυτόν»· και μέσω του εαυτού του ανέρχεται στη μνήμη του Θεού.
Αλήθεια, πότε θα το καταλάβουμε ότι η νηπιακή πνευματικότητά μας οφείλεται και στο ότι δεν έχουμε αγαπήσει και ποθήσει τη ζωή της ησυχίας; Πότε από άνθρωποι των πέντε αισθήσεων που είμαστε δίνοντας συνεχώς και ταυτόχρονα τροφή και ασχολία σ’ αυτές, θα βρούμε χρόνο και για λίγη ησυχία, για λίγη περισυλλογή και προσευχή μέσα σ’ αυτήν;
Καιρός πνευματικών αγώνων η περίοδος αυτή. Αλλά και καιρός να εννοήσουμε ότι πνευματική ζωή και πνευματικός αγώνας δε γίνονται χωρίς την ησυχία και τους καρπούς που χαρίζει αυτή. Γιατί η ησυχία δεν είναι μια απραξία ανατολικού τύπου. Δεν είναι μια παραίτηση από τη ζωή και τις δραστηριότητες, ούτε μια αδράνεια νωχελικών ανθρώπων. Αλλά είναι η δυναμική αναζήτηση του πιστού, μέσα στη σιγή των περισπασμών, του απύθμενου ελέους του Θεού. Του ελέους και της αγάπης του απέναντι στην τόση αποστασία μας, που αναδύεται εντυπωσιακά μέσα στην ησυχία και τον εσωτερικό στοχασμό μας.


Ο ΄οσιος Γεώργιος ο Σιναϊτης


Ὁ Ὅσιος Γεώργιος ἔζησε τὸν 6ο αἰῶνα μ.Χ. Ἦταν μοναχὸς τοῦ ὄρους Σινᾶ κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορα Ἰουστινιανοῦ Α’ τοῦ Μεγάλου (527-565 μ.Χ.). Στὸ Συναξάρι του ἀναφέρεται ὅτι ἐπισκέφθηκε τοὺς Ἁγίους Τόπους, ἐπὶ Πατριάρχη Ἱεροσολύμων Πέτρου Α’ (524-552 μ.Χ.), χωρὶς νὰ μετακινηθεῖ ἀπὸ τὸ ὄρος Σινά!

Ὅταν ὁ Πατριάρχης Πέτρος τὸν εἶδε στὰ Ἱεροσόλυμα, τὸν κάλεσε στὴν Τράπεζα. Καὶ ἐπειδὴ ὁ Ὅσιος δὲν πῆγε, ὁ Πατριάρχης ἔγραψε παραπονούμενος στοὺς Σιναΐτες Πατέρες, χαρακτηρίζοντας τὸν ὡς ἀπειθῇ. Ἀλλὰ οἱ Σιναΐτες Πατέρες καὶ ὁ ἴδιος ὁ Ὅσιος τὸν βεβαίωσαν ὅτι ἐπὶ ἑβδομήντα χρόνια ἀσκούμενος δὲν ἐξῆλθε τοῦ Σινᾶ, οὔτε ποτὲ μετέβη στὰ Ἱεροσόλυμα.Πῶς, ὅμως, ἀφοῦ ὁ Ὅσιος δὲν ἐξῆλθε ποτὲ ἀπὸ τὸ ὄρος Σινά, τὸν εἶδε ὁ Πατριάρχης στὰ Ἱεροσόλυμα καὶ κατήγγειλε γιὰ ἀπείθεια τὸν καλὸ ἀσκητή;

Τὸ γεγονὸς αὐτὸ ἐκλήφθηκε ὡς μέγα χάρισμα, τὸ ὁποῖο δόθηκε ἀπὸ τὸν Θεὸ στὸν Ὅσιο.

Ὁ Ὅσιος Γεώργιος κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη .

Τρίτη 10 Μαρτίου 2009

Τα Εισητήρια του Παραδείσου


ΤΑΠΕΙΝΩΣΗ-ΣΥΓΧΩΡΗΤΙΚΟΤΗΤΑ-ΜΕΤΑΝΟΙΑ

ΣΥΓΧΩΡΗΤΙΚΟΤΗΤΑ

Η ΖΩΗ, αγαπητοί μου, είναι ένα ταξίδι. Και ο δρόμος ο σωστός, πού πρέπει όλοι ν' ακολουθήσουμε για να φθάσουμε στο τέρμα, στον ουρανό, είναι ένας· ο δρόμος πού χάραξε ο Χριστός με τό αίμα του- τον βάδισε ο ίδιος και εκατομμύρια μαρτύρων και ομολογητών της πίστεως μας. Ό ίδιος ο Χριστός είπε- «Έγώ είμι ή οδός και ή αλή­θεια και ή ζωή» (Ιωάν. 14,6).Είναι αλήθεια ότι αυτός ο δρόμος της α­ρετής είναι δύσκολος, ανηφορικός, ένας Γολ­γοθάς. «Στενή ή πύλη και τεθλιμμένη ή ο­δός ή άπάγουσα εις την ζωήν...» (Ματθ. 7,14). Αντιθέτως ο δρόμος της κακίας, της δια­φθοράς, τής απιστίας είναι εύκολος, κατηφο­ρικός. «Πλατεία ή πύλη και ευρύχωρος ή οδός ή άπάγουσα είς τήν άπώλειαν...» (ε.ά. 7,13), στήν καταστροφή. Ό ένας δρόμος είναι του Χριστού, ο άλλος του σατανά· ο ένας είναι του παραδείσου, ο άλλος τής κολάσε-ως. Διαλέξτε· ελεύθερος είναι ο άνθρωπος ν' ακολουθήσει όποιο δρόμο θέλει.Δύσκολο πράγμα οι αρετές.
Κι αν ρωτά­τε, απ’ όλες τις αρετές ποιά είναι ή πιο δύσ­κολη, ο φιλάργυρος θα πει ή ελεημοσύνη, ο κοιλιόδουλος θα πει ή νηστεία, ο σαρκολάτρης θα πει ή παρθενία, ο φιλόζωος θα πει τό μαρτύριο γιά τό Χριστό. Άλλά εγώ θεω­ρώ ότι τό πιο δύσκολο άπ' όλα είναι — ποιό; Τό νά συγχωρεί ο ένας τον άλλο. Είναι ένα χαλικάκι, πού ζητάει ο Χριστός νά σηκώ­σουμε, άλλά ο διάβολος τό κάνει βουνό α­σήκωτο. Κι ότι αυτό είναι ή πιο δύσκολη α­ρετή θα σάς τό δείξω μέ 3 - 4 παραδείγμα­τα· παρακαλώ προσέξτε. Τό ένα παράδειγμα είναι άπό τούς βίους τών αγίων. Αν ανοίξετε τά συναξάρια, θα δείτε ότι στις 9 Φεβρουαρίου εορτάζει ένας άγιος πού ονομάζεται Νικηφόρος. Ακούστε πώς μαρτύρησε. Στήν εποχή του ο Νικηφό­ρος τά είχε χαλάσει μέ έναν ιερέα πού τον έλεγαν Σαπρίκιο. Ήταν μαλωμένοι- και έ­φταιγε ο Σαπρίκιος, όχι ο Νικηφόρος. Έγινε διωγμός, και τον πρώτο πού έπιασαν ή­ταν ο παπάς, ο Σαπρίκιος. Τον δίκασαν και βγήκε απόφαση ν' αποκεφαλισθεί. Τον πή­ραν οι στρατιώτες πρωί - πρωί και τον οδηγούσαν έξω άπό την πόλη να τον εκτελέ­σουν. Όταν έμαθε ο Νικηφόρος ότι ο Σαπρί­κιος σε λίγη ώρα δε θα υπάρχει στη ζωή, τον έπιασε τό κλάμα. Τρέχει στο δρόμο, προ­λαβαίνει τή συνοδεία, και πέφτει στα πόδια του. —Αδελφέ Σαπρίκιε, συχώρεσε με. Ε­κείνος όμως τίποτα. —Δε σε συγχωρώ! Μέ­χρι την τελευταία στιγμή του μαρτυρίου ο Νικηφόρος έπεφτε και παρακαλούσε τό Σαπρίκιο να τον συγχώρηση. Αδύνατον. Τότε τι συνέβη· μόλις ο στρατιώτης ύψωσε τό σπαθί νά τού κόψη τό κεφάλι, ο Σαπρίκιος λέει—Γιατί μέ σφάζετε; —Γιατί είσαι Χρι­στιανός. —Γι' αυτό λοιπόν; τότε εγώ αρνού­μαι τό Χριστό... Και ενώ οι άγγελοι τού ε­τοίμαζαν στεφάνι, ο Σαπρίκιος, πού δε συγ­χώρησε τό Νικηφόρο, κρίθηκε ανάξιος του μαρτυρίου· τον εγκατέλειψε ή χάρις τού Θε­ού και αρνήθηκε τό Χριστό. Άντ' αυτού μαρ­τύρησε — ποιος; Ό Νικηφόρος, πού είχε κα­λή καρδιά και αγάπη. Ομολόγησε ότι είναι Χριστιανός, και μαρτύρησε. Έτσι στις 9 Φε­βρουαρίου, αντί Σαπρικίου τού μάρτυρος, τιμούμε τή μνήμη Νικηφόρου τού μάρτυρος.
Τρομερό παράδειγμα αυτό· δείχνει ότι ανώ­τερο κι άπ' τό μαρτύριο είναι τό νά συγχώ­ρησης, νά δώσεις συγχώρηση μέσα άπ' τήν καρδιά σου. Μα είναι εύκολο; Σας είπα, πετραδάκι είναι, μία λέξη είναι· άλλά γίνεται πιο βαρειά κι άπό τον Όλυμπο και τό Βίτσι και τό Γράμμο. Δε συγχωρούν οι άνθρωποι. Θέλετε πα­ραδείγματα οχι παλιά άλλά καινούργια; Δεν είναι πολύς καιρός πού σ' ένα χωριό ένας πολύ γέρος, 90 χρονών, πέθαινε. Πάει ο παπάς, καλός παπάς, στο σπίτι. —Γέρον­τα, τι κάνεις; —Δεν μπορώ. —Θέλεις νά κοινωνήσεις; —θέλω. —Θα σε κοινωνήσω, άλ­λά νά φωνάξουμε εκείνο τόν άνθρωπο, πού έχεις χρόνια ολόκληρα νά του μιλήσεις. —Ποιόν; εκείνον; Άαα, δεν τό συγχωρώ. Πες μου, παππούλη, νά κάνω ό,τι άλλο θέλεις· ν' ανάψω λαμπάδες, νά χτίσω εκκλησιά, νά κάνω ελεημοσύνες, νά νηστέψω· αυτόν δεν τόν συγχωρώ. —Βρε τούτο - βρε εκείνο, του έλεγε ο παπάς μέ δάκρυα. Τίποτα. Ξεψυ­χούσε, θα παρέδιδε τήν ψυχή του στο διά­βολο, και όμως δεν συγχώρησε.Και τά έθνη μισούνται. Αυτό θα φάει τήν ανθρωπότητα. Γερμανοί δε συγχωρούν τούς Ρώσους, και Ρώσοι δε συγχωρούν τούς Γερ­μανούς. Υπάρχει μνησικακία. Αν υπήρχε συγχώρηση, ο κόσμος θα ήταν παράδεισος. Ή πιο ωραία λέξη στο Ευαγγέλιο είναι ή συγχώρησις.Δε συγχωρεί ο άνθρωπος,.θέλετε άλλο έ­να παράδειγμα; Δεν είναι ούτε δέκα μέρες, πού έμαθα ότι σ' ένα χωριό ένα αντρόγυνο τρώγονται. Τούς κάλεσα. —Τι έχετε; 'Η γυ­ναίκα, ταπεινή, τή φώτισε ο Θεός και είπε· —Εγώ φταίω· αδικώ πολλές φορές τόν άν­τρα μου, τόν βρίζω, τόν κακολογώ· μετανιώνω, τόν παρακαλώ νά μέ συχώρεση — και έπεσε και τού έκανε μετάνοια. Σπάνιο πράγμα γυναίκα νά παραδεχτή ότι σφάλλει. Εγώ συγκινήθηκα, έκλαψα. Νά βλέπεις μία γυναίκα νέα, όμορφη κοπέλα, νά γονατίζει μπροστά σ' έναν άντρα —πού τήν απατού­σε— και νά λέει, Σου ζητώ νά μέ συχώρε­σης γιά όσα σου είπα. Και οι άγγελοι και τά άστρα συγκινούνται. Αυτός; —Δε σε συγχωρώ!... Πόσα του έκανε! δεν τήν συγ­χώρησε. Τέτοιος είναι ο κόσμος. Υπάρχουν δυστυ­χώς οικογένειες πού έχουν μεταξύ τους μνη­σικακία και τό μίσος διαιωνίζεται άπό τούς γονείς στα παιδιά και τά εγγόνια.
Άνθρωπος πού δε συγχωρεί δεν είναι Χρι­στιανός. Είναι ζώο, θηρίο. Λένε ότι, αν κά­ποιο παιδί πειράξει τήν καμήλα, αύτη δεν τό ξεχνάει. Μπορεί νά περάσουν χρόνια, άλλ' άμα τό πετύχει στο δρόμο, θα τό τσά­κιση- δε συγχωρεί. Γι' αυτό λέμε «αυτός ο άνθρωπος μοιάζει μέ καμήλα, δε συγχωρεί-κρατάει βαθειά μέσα του τήν εκδίκηση». Αντιθέτως αυτός πού συγχωρεί άπό τήν καρδιά του, μοιάζει - μέ ποιόν; Μέ τό θεό.Ό Θεός συγχωρεί, διαρκώς συγχωρεί. Είναι μακρόθυμος, πολυέλεος και πολυεύσπλαχνος. 'Εμάς μάς φταίει ο γείτονας μας, γιατί μάς πείραξε, γιατί τό ζώο του μπήκε στο χωράφι μας..., γιά μικρά και ασήμαντα πράγματα. Άλλ' εκείνα πού φταίμε εμείς στο Θεό είναι πολύ μεγάλα. Φταίμε, αμαρτάνουμε συνεχώς. Αμαρτάνουμε μέ τά μάτια μας, μέ τ' αυτιά μας, μέ τά χέρια μας, μέ τό κορ­μί μας- αμαρτάνουμε τήν ημέρα, τή νύχτα, στο καφενείο, στο δρόμο, στα χωράφια, αμαρτάνουμε ακόμα και μέσ' στήν εκκλη­σία. Ποιος μπορεί νά μέτρηση τις αμαρτίες του άνθρωπου; Άβυσσος, «μύρια τάλαντα» πού λέει τό ευαγγέλιο (Ματθ. 18,24), αμέτρητα τ' αμαρτήματα μας, αστρονομικός αριθμός. «Αμαρτιών μου τά πλήθη και κριμάτων σου αβύσσους, τις εξιχνιάσει, ψυχοσώστα Σωτήρ μου;» (τροπ. Κασσιανής, δοξ. αίν. Μ. Τετάρτης).Και τι κάνει ο Θεός; μάς συνερίζεται; 'Αν μάς συνεριζόταν, αν γιά κάθε αμαρτία πού κάνουμε, γιά κάθε βλαστήμια πού ακούγε­ται, έπεφτε ένα αστροπελέκι, θα είχαμε καεί όλοι. Μάς συγχωρεί, συνεχώς συγχωρεί τ' αμαρτήματα μας. Γι' αυτό κ' εμείς νά είμε­θα συγγνωμικοί. Αυτό ζητά άπό μάς. Ό­πως εκείνος συγχωρεί τ' αμαρτήματα μας, τά μεγάλα και αμέτρητα, έτσι κ' εμείς νά συγχωρούμε τούς άλλους- οι νύφες τις πε­θερές, οι πεθερές τις νύφες, ο άντρας τή γυ­ναίκα του, ο πατέρας τό παιδί του, οι χω­ριανοί τούς συγχωριανούς τους. Δώστε μου, δώστε μου ένα χωριό όπου υπάρχει συγγνώ­μη, έλεος, αγάπη- παράδεισος είναι. Δώστε μου ένα άλλο χωριό, όπου δεν υπάρχει συγχώρησις και έλεος- κόλασις είναι. Κόλασις έγινε ή γη, γιατί σβήσαμε τά λόγια του Χρι­στού μας, τά απέριττα και αιώνια λόγια «Αγαπάτε αλλήλους» (Ιωάν. 13,34).
Αγαπητοί μου, ας ξεριζώσει ο Θεός άπ' τήν καρδιά μας τό αγκάθι πού λέγεται μνη­σικακία, και ας φυτέψει τό ουράνιο λου­λούδι, τήν αγάπη του Χριστού μας. Έτσι θα είμαστε μιμηταί εκείνου, πού πάνω άπ' τό σταυρό συγχώρησε τούς σταυρωτάς του. Έτσι θα μπορούμε νά προσευχώμεθα και νά λέμε τόν τρομερό εκείνο λόγο- «Καί άφες ήμίν τά όφειλήματα ημών, ώς καί ήμείς άφίεμεν τοις όφειλέταις ημών» (Ματθ. 6,12). Δια­φορετικά, είμεθα ψεύτες και θεομπαίχτες όλοι, κλήρος και λαός. Αύτη ή υπόσχεση είναι όρος συγχωρήσεως. Συγχωρείς; θα συγχωρηθείς· δε συγχω­ρείς; χίλιοι παπάδες νά σου κάνουν μνημό­συνα, χίλιοι δεσποτάδες και πατριαρχάδες νά πάνε στον τάφο σου, δεν θα συγχωρηθείς. Συγχώρησε λοιπόν, γιά νά συγχωρηθείς.
επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης
(απομαγνητοφωνημένη ομιλία, ή οποία έγινε στον ί. ναό Γενεσίου τής Θεοτόκου Κ. Κλεινών-Φλωρίνης τήν 14-8-1977)


ΚΑΤΑΚΡΙΣΗ


Ο θείος Διδάσκαλος στήν επί του όρους ομιλία του διδάσκει να μην κρίνουμε ασυμπαθώς τον πλησίον μας, για νά μην κατακριθούμε άπό τον άγιο Θεό. «Μή κρίνετε, ίνα μή κριθήτε» (Ματθ. ζ' 1).
Όταν λέγει μη κρίνετε, δεν καταργεί την ικανότητα πού ο 'ίδιος ο Θεός χά­ρισε στον άνθρωπο νά παρατηρεί, νά κρίνει, νά εκφέρει γνώμη για τις ενέργει­ες κάποιου προσώπου, για την ερμηνεία κάποιου γεγονότος, άλλά αναφέρεται στήν κατάκριση. «Κρίσιν ενταύθα τήν κατάκρισιν νόησον», παρατηρεί αρχαίος ερμηνευτής, ο Ζιγαβηνός.
Κατά τον όσιο Δωρόθεο και άλλους Πατέρας της Εκκλησίας άλλο είναι ή κρίση, άλλο ή καταλαλιά, άλλο ή κατάκριση και άλλο ή έξουδένωσι.
Κρίση είναι ή ικανότητα του λογικού άνθρωπου νά κρίνει την ορθότητα των ενεργειών του ή την ορθότητα των ε­νεργειών των συνανθρώπων του. Ή κρίση είναι δώρο τοΰ Θεού στον άνθρωπο. Τά άλογα ζώα δεν έχουν την ικανότητα νά κρίνουν. Στήν εποχή μας τά πάντα κριτικάρονται. Ή καλή κριτική δεν είναι αμαρτία. Ή εποικοδομητική κριτική επι­βάλλεται νά ασκείται είτε στον εαυτό μας ως αυτοκριτική, ως αυτοέλεγχος, ως αυτοεξέταση, είτε σε συλλογικές προσπά­θειες ως απολογισμός, για νά εντοπί­ζουμε πού υστερήσαμε και νά διορθώ­νουμε την πορεία πλεύσεως, ή για νά εντοπίζουμε τι έγινε σωστά και νά συνε­χίζουμε την καλή προσπάθεια.
Συνήθως οι άνθρωποι δεν σταματούν στήν καλή κριτική. Προχωρούν στήν κα­ταλαλιά, την κατάκριση και την έξουδέ­νωσι.
Καταλαλιά είναι ή κακή συνήθεια πού έχουμε νά σχολιάζουμε δυσμενώς κά­ποιες ενέργειες των συνανθρώπων μας, το κοινώς λεγόμενο «κουτσομπολιό». Λόγου χάριν λέμε: Ό τάδε είπε ψέματα, ο δείνα έκλεψε, ο τρίτος θύμωσε, ο τέ­ταρτος διολίσθησε σε ηθικό παράπτω­μα και τά όμοια.
Κατάκριση είναι ή γενίκευση της καταλαλιάς, με σκοπό νά έξουδενώσουμε τον συνάνθρωπο μας, νά μειώσουμε το κύρος του, νά καταρρακώσουμε την προσωπικότητα του. Λόγου χάριν λέμε: Ό τάδε είναι ψεύτης, ο δείνα είναι κλέ­φτης, ο τρίτος είναι οργίλος, ο τέταρτος είναι ανήθικος. Δεν επικρίνουμε απλώς τις πράξεις των συνανθρώπων μας, άλλά τις γενικεύουμε και τούς αποκα­λούμε ψεύτες, κλέφτες, αργίλους, ανήθι­κους. Άλλά δεν είναι το ίδιο νά πούμε ότι ο τάδε θύμωσε άπό το νά πούμε ότι είναι οργίλος. Αν πούμε ότι θύμωσε, επισημαίνουμε μία λανθασμένη ενέργεια του πού συνέβη σε μία στιγμή αδυναμί­ας. Ενώ αν πούμε ότι είναι οργίλος, κα­τακρίνουμε ολόκληρη τη ζωή του, τον στιγματίζουμε, του βάζουμε ετικέτα.
Τέλος, ή έξουδένωσι είναι ακόμη χει­ρότερη μορφή κατακρίσεως. Δεν βρί­σκουμε τίποτε θετικό στον χαρακτήρα του αδελφού μας. Λέμε τά χειρότερα πού θα μπορούσαμε νά πούμε γι' αυτόν. Το στόμα μας στάζει χολή, ή γλώσσα μας δηλητήριο. Πού σημαίνει ότι δεν υπάρχουν φιλάδελφα αισθήματα στήν καρδιά μας, άλλά υπάρχει μίσος, εμπά­θεια, εχθρότητα και κακία.
Πολλοί άνθρωποι για νά δικαιολογή­σουν την κακή διάθεση τους ισχυρίζον­ται ότι το κάνουν άπό αγάπη, ότι θέ­λουν νά βοηθήσουν τον αδελφό, ότι προσπαθούν νά διορθώσουν τά σφάλ­ματα του. Τούς ακούμε νά λένε καμιά φορά: Τον βλέπω νά αμαρτάνει ασύστο­λα και δεν θα του πω ότι αυτό πού κά­νει είναι κακό; Τον βλέπω νά εκτρέπεται και δεν θα προσπαθήσω νά τον διορ­θώσω; Διόρθωσε τον, άπαντά ο ιερός Χρυσόστομος, άλλά όχι ως πολέμιος, ούτε ως εχθρός πού τον σύρει σε δίκη. Διόρθωσε τον ως γιατρός πού κατα­σκευάζει το κατάλληλο φάρμακο για νά θεραπεύσει τον ασθενή. Ή Αγία Γραφή δεν λέγει μη παύσης τον άμαρτάνοντα, άλλά μη κρίνεις τον άμαρτάνοντα, δη­λαδή μη γίνεσαι πικρός δικαστής του. Δεν απαγορεύει την φιλάγαθη και διορ­θωτική κρίση, ούτε τον έλεγχο πού γί­νεται για την ωφέλεια τοΰ αδελφού. Α­παγορεύει την κατάκριση πού γίνεται με άσυμπάθεια και ασπλαχνία, άνευ γνώσεως, άνευ αγάπης, άνευ ανάγκης, «έπί όνειδισμω και έξουδενώσει» του αδελφού, επειδή θέλουμε νά ονειδίσουμε, νά έξουδενώσουμε τον αδελφό μας.
Τελικώς ή λάσπη πού ρίχνουμε στους άλλους, επιστρέφει σε μας τούς ίδιους. Κατακρίνοντας, δεν καταδικάζουμε τούς άλλους άλλά τον εαυτό μας. Διότι, ό­πως μάς βεβαιώνει ο Κύριος, εάν είναι αυστηρή και ασυμπαθής ή δική μας κρίση προς τούς συνανθρώπους μας, αυ­στηρή και ασυμπαθής θα είναι και για μάς ή κρίση του δικαίου Κριτού. Με το αυτό μέτρο με το όποιο εμείς μετράμε και καταδικάζουμε τις πράξεις των συν­ανθρώπων μας, με το ίδιο μέτρο θα μετρηθεί και θα καταδικασθεί και ή δική μας συμπεριφορά άπό τον άγιο Θεό. «Έν ω μέτρω μετρείται μετρηθήσεται ύμΐν» (Ματθ. ζ' 2).
Ό Κύριος είναι αξιόπιστος και θα το κάνη αυτό πού μάς λέγει. Τρόπον τινά εξαρτά την σωτηρία μας άπό την θέληση μας. Μάς λέγει: Θέλετε νά μη κατακριθείτε; Ούτε κι εσείς νά κατακρίνετε. Θέ­λετε νά είναι επιεικής και συμπαθής για σάς ή κρίση του δικαίου Κριτού; Επιει­κής και συμπαθής νά είναι και ή δική σας κρίση προς τούς συνανθρώπους σας. Θέλετε νά είναι αθωωτική για σάς ή απόφασή μου; Νά συγχωρείτε κι εσείς όσους σάς έφταιξαν. Θέλετε νά ελεηθείτε την ήμερα της Κρίσεως, την επιφα­νή και μεγάλη; Νά ελεείτε κι εσείς τούς συνανθρώπους σας. Κάνετε το λίγο πού σάς ζητώ, κι Εγώ θα σάς χαρίσω το πο­λύ πού ζητάτε.
Αν το καλοσκεφτούμε, ο Κύριος μας ζητεί κάτι απλό πού όλοι μπορούμε να το κάνουμε. Μάς δείχνει τον ευκολότερο τρόπο για νά κερδίσουμε τη Βασιλεία του Θεού. Έξαλλου είναι αξιόπιστος και θα τηρήσει την ύπόσχεσή του. Αρκεί να τηρούμε κι εμείς την ύποχρέωσή μας. Να εφαρμόζουμε με συνέπεια και ακρίβεια την εντολή του Θεού: «Μή κρίνετε, ίνα μή κριθήτε». Δηλαδή, νά μη κατακρίνουμε, για νά μη κατακριθούμε.(Από τον "ΣΩΤΗΡΑ")


ΣΥΓΧΩΡΗΤΙΚΟΤΗΤΑ (2)
Θα του δείξω εγώ. Αυτό που μου έκαμε δεν θα το αφήσω να πε­ράσει έτσι. Θα το πληρώσει πο­λυ ακριβά».
Πόσο συχνά αναδεύονται από το τα­ραγμένο εσωτερικό μας τέτοιες έκφρά­σεις και φθάνουν στα χείλη μας! Πόσο συχνά μέσα άπ' αυτές θέλουμε να έμ­ποδίσουμε την λήθη που με την πά­ροδο του χρόνου έρχεται βοηθός στο να αμνηστεύσουμε και να συvxωρή­σουμε κάποιο κακό πού μας έκαμαν! Ό Θεός συγχωρει, λέμε, εγώ όμως όχι! Μας είπαν κάτι, μας αδίκησαν, μας πα­ραθεώρησαν, μας ειρωνεύτηκαν, αυτό ήταν. Καταγράφεται αυτό στη θύμησή μας, επανέρχεται διαρκώς, πικραίνει το εσωτερικό μας, φουντώνει το πάθος της εκδικήσεως. Και το κακό δεν είναι τόσο ότι αδυνατούμε λόγω του πόνου και της πικρίας να το λησμονήσουμε, όσο ότι επιθυμούμε να το θυμόμαστε και άρνούμαστε να το συγχωρήσου­με και να το παραθεωρήσουμε.Πόσο όμως επιζήμια είναι μια τέτοια στάση. Πρωτίστως για την ειρήνη και την ηρεμία στο εσωτερικό μας. Δεν συγχωρείς; Δεν παραβλέπεις; Δεν υπερβαίνεις το κακό που σου έκαμαν; Μένεις τότε με την πικρή ένθύμησί του.
Αφήνεις την αδικία να σε κατατρώγει. Καλλιεργείς την εκδίκηση πού φουντώ­νοντας μέσα σου διαλύει την ψυχική ειρήνη και ηρεμία σου. Κι έτσι θέλοντας να εκδικηθείς τον πρόξενο του πόνου σου, αφήνεις τον πόνο, την θλίψη και την ταραχή να εκδικείται πρωτίστως τον εαυτό σου.
Το σημαντικότερο και βαρύτερο ό­μως είναι ότι αρνείσαι στην πράξη να ακούσεις τον λόγο του Κυρίου, να ύ­πακούσεις στη δική του προτροπή και να εξασφαλίσεις το εισιτήριο για την είσοδό σου στη χαρά του Παρα­δείσου. Γιατί στην Βασιλεία του Θεού όλοι είναι κεκλιμένοι και όλοι μπορούν να εισέλθουν. Μεγάλοι αμαρτωλοί, άρνηταί και διωκται μετανοημένοι θα εισέλθουν στην Βασιλεία του Θεού. 'Άνθρωποι όμως πού δεν ξέρουν, δεν μπορούν και δεν αγωνίζονται να συγ­χωρήσουν είναι αδύνατον να γίνουν πολίται του Ουρανού.Ό Κύριος σαφέστατα το έκήρυττε: «'Εαν άφητε τοις άνθρώποις τα παρα­πτώματα αυτών, αφήσει και ύμίν ό πατήρ υμών ό ουράνιος» (Ματθ. ς' 14). Προϋπόθεση λοιπόν συγχωρή­σεως των αμαρτιών μας από τον φι­λεύσπλαγχνο Κύριο δεν είναι άλλη από την συγχώρηση που έχουμε δεί­ξει εμείς προς όλους εκείνους που µας έφταιξαν. Τόση και τέτοια είναι η ση­µασία της συγχωρητικότητος! 'Έχει διαστάσεις αιώνιες, άπειρες, αφού κα­θορίζει την στάση του Κυρίου απέναν­τί µας του Κυρίου ενώπιον του Οποίου «πολλά πταίοµεν άπαντες»(Ιακ. γ' 2). Αν λοιπόν δεν µπορείς να υπερβείς τον κακό εαυτό σου και να δείξεις α­γάπη, κατανόηση και συμπόνια σ' ό­ποιον σ' έκαμε να πονέσεις αν δεν µπορείς να παραβλέψεις και να συγ­χωρήσεις από έλεος και ανοχή τότε ας φοβηθείς την ημέρα εκείνη την φο­βερή, την ημέρα της Κρίσεως, κατά την οποία ό Κύριος θα αρνηθεί να πα­ραβλέψει τα σφάλματα σου µόνο και µόνο γιατί κι εσύ πεισματικά αρνήθη­κες να συγχωρήσεις όσους σου έφταιξαν στη ζωή σου.'Έχεις λοιπόν κρατούμενα; Οργανώνεις εκδίκηση; Αρνείσαι να συγχωρή­σεις; Αλλά τότε πως στέκεσαι απέναντι του Κυρίου; πως Του µιλας; Με τι λό­για προσεύχεσαι σ' Αυτόν; Δεν λες τα λόγια που Εκείνος µας δίδαξε να λέμε; Και πως τολμάς να Τόν εμπαίζεις και να ψεύδεσαι ενώπιόν του, λέγοντας «αφες ήµίν τα όφειλήµατα ήµών, ώς και ήµείς αφίεµεν τοίς όφειλέταις ή­µων»; (Ματθ. ς' 12).
Άλλα αν είναι της ανθρώπινης αδυ­ναµίας ή άρνηση να συγχωρήσεις; Εάν πραγματικά θέλεις, αλλά επαναστατεί ό κακός εαυτός σου; Εάν αγωνίζεσαι να ξεχάσεις, να δικαιολογήσεις και να εξηγήσεις την όποια επιζήμια προς εσένα συμπεριφορά του αλλού, αλλά εξασθενεί ή θέληση, καθώς ή φαντα­σία αναπλάθει το συμβάν και ανα­µοχλεύει το πάθος της οργής και της εκδικητικότητος; Τότε θυμήσου τον ε­σταυρωµένο και υβρισμένο Κύριο Ίη­σού εκεί πάνω στον φρικτό Σταυρό του να συγχωρεί και να αμνηστεύει τους σταυρωτές του. Εμπνεύσου από το θεϊκό του µεγαλείο και παρακάλε­σέ Τον θεριά: Κύριε, Θεέ του ελέους και των οικτιρμών, Εσύ που έλεγες επί του Σταυρού «πάτερ, άφες αυτοίς ού γάρ οίδασι τί ποιούσι» (Λουκ. κγ' 34), χάρισε και σ' εμένα διάθεση αγάπης προς τον πλησίον, κατανοήσεώς του και πλήρους συγχωρήσεως σε ό,τι κα­κό µου έπραξε. Διώξε από την σκέψη και την θύµησί µου την πράξη του, που γεννά αντιπάθεια και ζητεί εκδίκηση, και έλα να πληρώσεις την ύπαρξη µου Εσύ που είσαι ό αμνησίκακος, ό ελε­ήµων και ό Θεός της συγγνώμης, που µε απλωμένα πάντα τα τρυπημένα χέρια σου προσμένεις ν' αγκαλιάσεις όποιον αγωνίζεται να σε µιµηθεί στην συγχωρητικότητα. 'Έλα, Κύριε. (Από τον "ΣΩΤΗΡΑ")
ΟΛΟ ΕΓΩ ΘΑ ΥΠΟΧΩΡΩ;
Όλο εγώ θα υποχωρώ; όλο εγώ θα κάνω πώς δεν καταλαβαίνω; δεν έχω κάποτε δίκιο και εγώ; Αυτές και παρόμοιες ενστάσεις διατυπώνουν με παράπονο όσοι δέχον­ται την προτροπή να μη επιμείνουν στη γνώμη τους, να υποχωρήσουν για να παύση ή αντιδικία. Πώς θα αντιμετωπίσουμε αυτό τό πρό­βλημα, πού συχνά παρουσιάζεται μετα­ξύ συζύγων, αδελφών, φίλων, συνεταί­ρων και απειλεί τις σχέσεις μας; Διαφω­νίες, διχογνωμίες, διάστασι απόψεων ανεβάζουν την ένταση της συζητήσεως. Δυναμώνει τότε ή φωνή, χάνεται ή ψυ­χραιμία, προκαλείται εκνευρισμός, χρη­σιμοποιούμε και βαρείες εκφράσεις, δεν προσέχουμε την γνώμη τού άλλου. Α­πειλείται σύρραξη. Μία σκέψη τότε φω­τεινή μπορεί να περάσει άπ' τό μυαλό μας: Δεν υπάρχει άλλη λύση· πρέπει να υποχωρήσω. Και αμέσως μιά αντίθε­τη: Μα δεν γίνεται όλο εγώ να υποχω­ρώ! Όχι, δεν κάνω πίσω αυτή τη φορά. 'Ας υποχώρηση κάποτε και ό άλλος.
Αλλά ας σκεφθούμε ψυχραιμότερα. Πρώτα - πρώτα γιατί θεωρούμε κακό τό να υποχωρούμε; Το να υποχώρηση κανείς όταν όλα δείχνουν πώς είναι έ­τοιμη να ξεσπάσει καταιγίδα, δεν είναι κίνηση αδυναμίας. Είναι μάλλον κίνηση δυνάμεως. Διότι ποιο είναι ευκολότερο, να επιμείνει κανείς στη γνώμη του ή να υποχώρηση; Δυνατοί είναι αυτοί πού κάνουν τό δυσκολότερο- και αυτοί υπο­χωρούν. Ή υποχώρηση είναι και κίνηση συνέσε­ως. Κανείς δεν θέλει την ένταση και τα δυσάρεστα αποτελέσματα της. Το να επιμένεις μέχρι τέλους και να λες «δεν υ­ποχωρώ και ό,τι θέλει ας γίνει», δεν είναι λογικό. Είναι καθαρά εγωιστικό. Και ό εγωισμός είναι ό πιο φρικτός παραλογι­σμός, ή πιο μεγάλη αδυναμία. Και εί­ναι γεγονός πού ασφαλώς τό έχουμε ζή­σει όλοι μας ότι, όταν ό εγωισμός κυρι­άρχηση, μάς τυφλώνει τόσο πού δεν ε­πιτρέπει να δούμε τα προφανή. Δεν κα­ταλαβαίνουμε τότε και τα πιο απλά και επιμένουμε στο δικό μας, χωρίς να μπο­ρούμε ούτε ν' ακούσουμε τον άλλον. Μά­λιστα κάποτε μπορεί να συμβεί και τό έξης: να μπορέσουμε επιτέλους να αν­τιληφθούμε τό σφάλμα μας και τό δίκιο τού άλλου. Και όμως να επιμένουμε στο δικό μας, μόνο και μόνο γιατί δεν θέλου­με να υποχωρήσουμε. Είναι φανερό· δεν ζητούμε τότε την αλήθεια, δεν ένδια-φερόμεθα για τό σωστό, δεν θέλουμε τό συμφέρον μας. Θέλουμε τό δικό μας! Υπερασπιζόμαστε τό εγώ μας αντί πά­σης θυσίας. Διαλέγουμε τό λάθος, προ­τιμούμε τη ζημιά, όχι όμως την ύποχώ­ρηση. Τελικά όποιος υπερασπίζεται τό εγώ του, γίνεται εχθρός τού εαυτού του. Είναι ή δεν είναι ό εγωισμός ό χειρότε­ρος παραλογισμός;
Πόσο ζηλευτός όμως είναι ό άνθρωπος πού μπορεί ν' ακούει με καλή διάθεση και ταπείνωση τον άλλο και, μόλις καταλάβει τό δίκιο του, να λέει: μάλιστα, έχεις δίκιο, αδελφέ, φαίνεται πιο σωστό τό δικό σου, ας κάνουμε όπως λες. «Δοΰλον Κυρίου ού δει μάχεσθαι, άλλ' ήπιον είναι πρός πάντας, διδακτικόν, άνεξίκακον, έν πραότητι παιδεύοντα τούς άντιδιατιθεμένους» (Β' Τιμ. β' 24-25). Τι υπέροχη στάση! Ό άνθρωπος τού Θεού δεν είναι εριστικός. Είναι ήπιος, γλυκύς, ήρεμος, αύτοσυγκρατημένος. Είναι διδα­κτικός, ανεξίκακος, με πραότητα εκθέτει τα επιχειρήματα του και υποστηρίζει την γνώμη του. Και όταν καταλάβη τό δίκιο των άλλων, υποχωρεί. Μπορεί δε να υ­ποχώρηση και αν ακόμη πιστεύει πώς ή δική του σκέψη είναι πιο σωστή. Διότι δεν είναι προσκολλημένος στη γνώμη του, αλλά βλέπει τα θετικά και της γνώμης των άλλων. Αυτή τη στάση εμπνέει τό πνεύμα της ταπεινοφροσύνης, πού πρέπει να κυρί­αρχη στις ψυχές μας: να θεωρούμε ό κα­θένας μας τούς άλλους «υπερέχοντας ε­αυτών», ανωτέρους, και επομένως να τούς τιμούμε και να σεβώμεθα την γνώ­μη τους. Αυτό ζητεί και ή αγάπη: να μην επιδιώκουμε «τα εαυτών έκαστος, αλλά και τα ετέρων έκαστος», όπως διδάσκει ό απόστολος Παύλος. "Όχι μόνο τό δικό μας συμφέρον. Να προσέχουμε και αυτό πού ευχαριστεί και ικανοποιεί και τον άλλον- και αυτό πού λέει ό άλλος, την γνώμη του (Φιλιπ. β' 3,4). Και να βάζου­με δεύτερο τό δικό μας. Τότε επικρατεί ή ειρήνη μεταξύ μας.
Υπάρχει μήπως περίπτωση πού δεν πρέπει να υποχωρήσουμε, αλλά να επι­μείνουμε σταθερά στο δικό μας; Μάλιστα, υπάρχει. Όταν είμαστε βέβαι­οι ότι αυτό πού υποστηρίζουμε είναι σύμ­φωνο με τό θέλημα τού Θεού, ενώ αυτό πού προτείνουν οι άλλοι αντιβαίνει στο θέλημα του. Τότε όχι απλώς μπορούμε, αλλά είμαστε υποχρεωμένοι να μείνουμε ανυποχώρητοι στην άποψή μας.Διότι τότε δεν υπηρετούμε τό δικό μας αλλά τό θέλημα τού Θεού. Και ή στάση αυτή δεν είναι πεισματική έμμονη στην προσωπική μας άποψη. Είναι στάση υ­ποταγής στον Θεό και αγάπης στον πλησίον. Είναι και μία ακόμη περίπτωση πού δεν πρέπει να υποχωρούμε εύκολα. Μπορεί να είναι ζητήματα καθημερινά προσωπικών προτιμήσεων, πού δέχονται διάφορες λύσεις. Τι θα γίνεται τότε; Πάντοτε θα υποχωρούμε εμείς και θα δεχώμεθα αυτό πού προτιμούν οι άλλοι;
Μία τέτοια στάση θα μάς ωφελούσε βέβαια και θα μας κρατούσε στην ταπείνωση. Δεν θα ωφελούσε όμως τούς άλλους. Δεν είναι ασφαλώς τό καλύτερο να υποχωρεί πάντοτε ό ένας σύζυγος στις οποιεσδήποτε, όχι απαραίτητα κακές, απαιτήσεις τού άλλου. Ή να υποχωρούν διαρκώς οι γονείς στις απαιτήσεις των παιδιών. Ή να επιβάλλει πάντα ό συνάδελφος την δική του άποψη για τό κάθε τι. Ή διαρκής υποχώρησή μας σε κάθε τέτοια περίπτωσι βλάπτει τον πλησίον. Γι' αυτό τότε με ήρεμο τρόπο, με ευγένεια και σταθερότητα μπορούμε να επιμένουμε και να μην υποχωρούμε. Όχι από εγωισμό. Αλλά από αγάπη. Όχι για να επιβληθεί τό δικό μας. Αλλά για να μη βλάβη ό αδελφός μας. "Ίσως σε μία τέτοια περίπτωση ή υποχώρηση να ήταν ή πιο εύκολη λύση.Όχι όμως και ή πιο σωστή. Γι' αυτό τότε, με πνεύμα θυσίας, με θερμή προσευχή, με διάθεση έν αγάπη παιδαγωγίας και ταπεινής διακονίας τής ψυχής τού άλλου δεν θα υποχωρήσουμε. Με τέτοιες προυποθέσεις, αυτήν την στάση ό Θεός την ευλογεί, ώστε τελικά να ωφελεί τις ψυχές και να ενώνει με δεσμούς αληθινής αγάπεις τούς ανθρώπους. (Από τον "ΣΩΤΗΡΑ")


ΠΕΙΝΑΕΙ ΚΑΙ Η ΨΥΧΗ


Το δράμα της εποχής μας. Εκατομμύρια άνθρω­ποι πεθαίνουν από πείνα. Και είναι ό θάνατος αυ­τός από τους πιο τρομερούς. Μια συνεχής εξασθέ­νηση, ένα αδιάκοπο σβήσιμο, μια κατάπτωση δυ­νάμεων. Σκελετωμένες υπάρξεις, ανθρώπινες σκιές, πού προκαλούν τη φρίκη.Και το ακόμα πιο τρομερό είναι, ότι πεθαίνουν άνθρωποι από πείνα σε μία εποχή υπεραφθονίας. Σε εποχή πού πλεονάζουν τα υλικά αγαθά, οι απο­θήκες στενάζουν από εκλεκτά προϊόντα της γης και οι παραγωγοί δεν ξέρουν πού να τα διαθέσουν."Άνθρωποι πεθαίνουν από την πείνα! Από έλ­λειψη τροφής. Γιατί δεν έχουν τον επιούσιο. Δεν έχουν ένα κομμάτι ψωμί. Και είναι πραγματικά τρομακτικό για την εποχή μας.Υπάρχει όμως και κάτι ακόμα πιο φοβερό. Δεν πεθαίνουν άνθρωποι μονάχα από σωματική πείνα. Πεθαίνουν και από πνευματική. Δεν λιμοκτονούν μονάχα τα σώματα, λιμοκτονούν και οι ψυχές. Και αυτή ή λιμοκτονία είναι ή πιο τρομερή. Ακριβώς γιατί ό άνθρωπος δεν ζει μονάχα με άρτο. Ζει και με άρτο. Πιο πολύ όμως και από το καθημερινό ψωμί έχει ανάγκη από το πνευματικό. Από τον ουράνιο άρτο. «Ούκ έπ' άρτω μόνω ζήσεται άνθρω­πος» (Ματθ. δ' 4). Πεινάει και διψάει και ή ψυχή. Λιώνει και σβήνει και χάνεται. Και δεν υπάρχει χειρότερο θέαμα από την άποβιταμινωμένη ψυχή, τη σκελετωμένη, πού «λιμώ απόλλυται» (Λουκ. ιε' 17). Και όλα αυτά τη στιγμή, πού δεν λείπει ή τροφή αυτή, ή πνευματική τροφοδοσία. «Ό άρτος τής ζωής», «το ουράνιο μάννα», υπάρχει σε υπεραφθο­νία. Και περιφρονείται. Και ό τραγικός άνθρωπος, σαν άλλος άσωτος, προτιμάει να σταυλίζεται στα σύγχρονα χοιροστάσια και να τρέφεται με τα ξυλοκέρατα και να αυτοκαταδικάζεται στον εξ ασι­τίας πνευματικό θάνατο.Ή τροφή αυτή δεν είναι άλλη από εκείνη, πού μας προσφέρει ό ίδιος ό Κύριος με το άχραντο σώμα Του και το τίμιο αίμα Του.
Θα άξιζε εδώ να ξανα­διαβάσουμε ολόκληρο το έκτο κεφάλαιο από το ιερό Ευαγγέλιο τού αγίου Ιωάννου. Ό Ιησούς με θαυματουργικό τρόπο πολλαπλα­σιάζει τούς πέντε άρτους και χορταίνει τα πλήθη. Το θαύμα αυτό έχει και ένα βαθύτερο συμβολισμό. Τούς παραπέμπει από τούς άρτους στον Άρτο. Σκοπός Του δεν είναι απλώς να κατευνάσει την πείνα και να χόρταση με ψωμί τούς ανθρώπους. Άλλη τροφή θέλει να προσφέρει στις πεινασμένες τους ψυχές. Τα πλήθη δεν το καταλαβαίνουν. Και ό Κύριος τούς το ξεκαθαρίζει. Και τούς ελέγχει. Με ζητάτε, τούς λέει, όχι γιατί είδατε τα θαύματα και από αυτά πεισθήκατε για τη θεϊκή αποστολή μου, αλλά γιατί φάγατε τα ψωμιά και χορτάσατε. Δεν πρέπει όμως όλο το ενδιαφέρον σας να στρέ­φεται στην υλική τροφή πού φθείρεται, αλλά στην πνευματική πού παραμένει άφθαρτη και έχει ως αποτέλεσμα την αιώνια ζωή. Συγκρίνοντας την τροφή αυτή με το μάννα, πού έπεφτε στην έρημο ό Ιησούς προσθέτει: Οι πατέ­ρες σας έφαγαν το μάννα στην έρημο. Ή τροφή αυτή τούς δόθηκε με τρόπο υπερφυσικό. Παρ' όλα αυτά δεν απέφευγαν το θάνατο. Ό αληθινός άρτος, πού πραγματικά κατεβαίνει από τον ουρανό είναι αυτός, πού μεταδίδει την αιώνια ζωή. Βαρυσήμαντη στή συνέχεια ή διακήρυξη Του: «Εγώ είμί ό άρτος ό ζών ό έκ τού ουρανού καταβάς· έάν τις φάγη έκ τούτου τού άρτου, ζήαεται εις τον αιώνα. Καί ό άρτος όν εγώ δώσω, ή σαρξ μού έστιν, ήν έγώ δώσω υπέρ της τού κόσμου ζωής» (Ίωάν. στ' 51).Καμιά πια απορία. Ό άρτος πού προσφέρει ζωή πνευματική στους ανθρώπους και ζωογονεί τις ψυχές και δεν τις αφήνει να πεθάνουν τον πνευμα­τικό θάνατο είναι ένας, ό ένανθρωπήσας Θεός. Ό Ιησούς Χριστός, «ό έκ τού ουρανού καταβάς». Αυτός πού πρόσφερε τη σταυρική θυσία για τη σωτηρία όλων των ανθρώπων και διακήρυξε, ότι «εάν μη φάγητε τήν σάρκα τού υιού τού ανθρώπου καί πίητε αυτού τό αίμα, ούκ έχετε ζωήν έν έαυτοΐς» (Ίωάν. στ' 53).
Αν δεν έχετε στενή επικοινωνία με τον Χριστό, αν δεν ζείτε την αγάπη τού Χριστού στην καθημε­ρινή σας ζωή, αν δεν παίρνετε τον Χριστό άκατακρίτως με τη θεία Ευχαριστία, δεν έχετε μέσα σας ζωή. Είσαστε νεκροί. "Όνομα απλώς έχετε ότι ζείτε. Δεν ζείτε. Φυτοζωεϊτε. Δεν το αισθανόσαστε; Τόσο το χειρότερο. "Οποίος δεν αισθάνεται την ανάγκη για τροφή είναι άρρωστος. Βρίσκεται στα πρόθυ­ρα τού θανάτου. Το ίδιο συμβαίνει και στον πνευ­ματικό χώρο. Συμπτώματα πνευματικής νεκρώσεως πρέπει να διαγνώσουμε, αν ή ψυχή δεν πεινάει και δεν διψάν για την ουράνια τροφή, για το σώμα και αίμα τού Χριστού. Την ανάγκη τής πνευματικής αυτής τροφοδο­σίας την αισθάνονται ιδιαίτερα όλες οι άγιες ψυ­χές. Ή θεία κοινωνία ήταν γι' αυτούς αληθινή κοι­νωνία με τον Χριστό. Θα μας πει ό ιερός Χρυσό­στομος: «Επειδή ή ανθρώπινη φύση είχε νεκρωθεί από την αμαρτία και είχε καταντήσει έρημη από ζωή, τής έβαλε μέσα της σαν ζύμη τη δική Του σάρ­κα, πού ήταν όμοια με τη δική μας, απαλλαγμένη όμως από την αμαρτία και γεμάτη ζωή. "Έτσι τρε­φόμενοι με αυτή αποβάλλουμε την πνευματικά νε­κρή φύση μας και αποκτούμε τη ζωντανή και αθά­νατη με τη συνειδητή και συνεπή συμμετοχή μας στο ποτήριο τής ζωής».


(Από την "ΖΩΗ")

Κυριακή 8 Μαρτίου 2009

Κυριακή της Ορθοδοξίας


Κυριακή της Ορθοδοξίας σήμερα και το ιερό Ευαγγέλιο εκφράζει πολύ χαρακτηριστικά το νόημα και την εμπειρία της Ορθοδόξου Εκκλησίας μας, που είναι η μία, αγία, καθολική και αποστολική Εκκλησία.

Η εμπειρία της εν Χριστώ ζωής

Κάποια ημέρα ο Κύριος, αφού είχε ήδη καλέσει στο αποστολικό αξίωμα τους δυο πρώτους μαθητές του, τον Ανδρέα και τον Πέτρο, βρίσκει τον Φίλιππο, που καταγόταν από τη Βηθσαϊδά της Γαλιλαίας, την πατρίδα του Ανδρέα και του Πέτρου, και του λέει: Ακολούθησέ με. Ο Φίλιππος, γοητευμένος από την πρώτη αυτή επικοινωνία του με τον Κύριο, δεν μπορεί να κρατήσει τη χαρά της εμπειρίας του αυτής μόνο για τον εαυτό του. Τρέχει λοιπόν στο φίλο Ναθαναήλ και του λέει με ενθουσιασμό: Βρήκαμε Εκείνον για τον Οποίον έγραψε ο Μωυσής και προανήγγειλαν οι προφήτες. Είναι ο Ιησούς από τη Ναζαρέτ. Αλλά ο Ναθαναήλ απορεί: Είναι δυνατόν από το κακόφημο αυτό χωριό να βγει κάτι καλό; Και ο Φίλιππος του απαντά: Έλα και, όταν Τον δεις, θα πεισθείς!
Πώς όμως ο Φίλιππος ήταν τόσο βέβαιος ότι ο Ιησούς ήταν ο Μεσσίας; Πώς πείσθηκε μέσα από μία σύντομη γνωριμία γι’ αυτό; Τι είδε μέσα σε λίγες ώρες ο Φίλιππος; Θαύματα εντυπωσιακά δεν είδε. Τι ήταν λοιπόν αυτό που είδε;
Ο Φίλιππος είδε το ακτινοβόλο πρόσωπο του Κυρίου, που τον ενέπνευσε. Και μόνο η θέα του προσώπου του αρκούσε για να πιστεύσει. Και μόνο η ακοή των θαυμαστών λόγων του αρκούσε για να κατανοήσει ότι Αυτός ήταν η προσδοκία της καρδιάς του. Βλέποντας τον Ιησού Χριστό αισθάνθηκε ότι κάτι το διαφορετικό είχε, κάτι ανώτερο έκρυβε. Αισθάνθηκε την αγιότητά του, τη χάρη του. Καθώς Τον άκουγε να του μιλά, κατανοούσε ότι ποτέ άλλοτε δεν του είχε μιλήσει κανείς με τόση σοφία. Η φωνή του Κυρίου θέρμαινε το εσωτερικό του και δημιουργούσε μέσα στην ψυχή του ιερά συναισθήματα, μια συγκίνηση μοναδική, μια αγάπη πρωτόγνωρη, μια πίστη δυνατή. Γι’ αυτό και αμέσως μόλις φλογίσθηκε η καρδιά του από την αγάπη προς τον Κύριο, θέλησε αυτή την εμπειρία να τη μεταλαμπαδεύσει στον φίλο του.
Έτσι συμβαίνει πάντοτε μέσα στην αγία μας Ορθόδοξη Εκκλησία. Όσοι πιστοί έχουμε αποκτήσει πείρα της χάριτος και της γλυκύτητος του Ιησού, όπως τη νιώθουμε μέσα στα ιερά Μυστήρια της Εκκλησίας μας, δεν μπορούμε να αγαπήσουμε τίποτε άλλο περισσότερο από τον Ιησού Χριστό. Διότι όταν η ψυχή μας ανάψει από τη φλόγα της αγάπης προς τον Κύριο, από την εμπειρία της μυστηριακής κοινωνίας μαζί του, τότε αυτή τη χαρά δεν αντέχουμε να την κρατήσουμε μόνο για μας, θέλουμε να κάνουμε κι άλλους κοινωνούς της ευτυχίας μας. Όσοι έχουμε γευθεί μέσα στην Ορθόδοξη Εκκλησία μας την αγάπη του Χριστού να πλημμυρίζει τη ζωή μας, δεν μπορούμε παρά να φωνάξουμε παντού γύρω μας: δεν υπάρχει πουθενά αλλού η σωτηρία παρά μόνο στη μοναδική Εκκλησία, στην εμπειρία της Ορθοδόξου εν Χριστώ ζωής.

Είναι ανοιχτοί οι ουρανοί

Καθώς λοιπόν είδε ο Κύριος τον Ναθαναήλ να έρχεται προς Αυτόν, λέει: Να ένας γνήσιος Ισραηλίτης, ο οποίος δεν έχει πονηριά μέσα του. Ο Ναθαναήλ απορεί: Πού με γνωρίζεις, Κύριε; Και ο Χριστός του απαντά: Πριν σε φωνάξει ο Φίλιππος, σε είδα εκεί κάτι από τη συκιά. Τότε ο Ναθαναήλ σε μία έκρηξη θαυμασμού του λέει: Διδάσκαλε, πράγματι, εσύ είσαι ο Υιός του Θεού, ο βασιλιάς του Ισραήλ που περιμέναμε.
Πιστεύεις, επειδή σου είπα ότι σε είδα κάτω από τη συκιά; του αποκρίνεται ο Ιησούς. Θα δεις και πιο θαυμαστά πράγματα. Σας διαβεβαιώνω ότι από τώρα που κατά τη βάπτισή μου άνοιξαν οι ουρανοί, θα τους δείτε κι εσείς ανοιγμένους και τους αγγέλους του Θεού να ανεβαίνουν και να κατεβαίνουν στον Υιό του Θεού για να υπηρετούν Αυτόν και την Εκκλησία του.
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
Αυτά ακριβώς τα τελευταία λόγια του Κυρίου μας εκφράζουν επιγραμματικά το βαθύτερο νόημα της Ορθοδόξου Εκκλησίας μας. Διότι τι είναι η Ορθοδοξία μας; Δεν είναι μόνο η αληθινή πίστη, αλλά είναι η μοναδική δυνατή εμπειρία της αγιότητας, είναι οι ανοικτοί ουρανοί στον δρόμο προς τη θέωση.
Διότι μόνο μέσα στην Ορθόδοξη Εκκλησία κάθε πιστός μπορεί να έχει αυτή την εμπειρία των ανοικτών ουρανών. Αυτούς τους ουρανούς τους άνοιξε ο Κύριος με την ενανθρώπησή του, το κοσμοσωτήριο έργο του, το πάθος του, την Ανάσταση και την Ανάληψή του. Αλλά αυτόν ακριβώς τον δρόμο της θεώσεως μπορεί να τον βαδίσει πλέον και κάθε άνθρωπος μόνο μέσα στη μία αληθινή Εκκλησία του Χριστού, την Ορθόδοξη. Μόνο μέσα στην Ορθοδοξία μπορούν οι πιστοί να δέχονται τη Χάρη του Χριστού, να κοινωνούν το Σώμα και το Αίμα του, να επικοινωνούν με τους αγίους και τους αγγέλους, να προσεγγίζουν τον ίδιο τον Θεό.
Μέσα στην Ορθόδοξη Εκκλησία πιστά μέλη κι εμείς, ας ζούμε καθημερινά τους ανοικτούς ουρανούς. Και ας διατρανώνουμε το μυστήριο που ζούμε: ότι μόνο στην Ορθοδοξία υπάρχει ο δρόμος προς τον ουρανό, υπάρχει η χάρις, η εμπειρία, η κοινωνία, η θέωση.

Παρασκευή 6 Μαρτίου 2009

Α΄ Στάση των Χαιρετισμών














Πρώτη στάση των Χαιρετισμών της Θεοτόκου Παναγίας Μητέρας μας σήμερα.

Άγγελος πρωτοστάτης, ουρανόθεν επέμφθη,ειπείν τή Θεοτόκω το Χαίρε· (εκ γ') καί συν τή ασωμάτω φωνή, σωματούμενόν σε θεωρών Κύριε, εξίστατο καί ίστατο, κραυγάζων πρός αυτήν τοιαύτα·χαίρε δι ης η χαρά εκλάμψειχαίρε δι' ης η αρά εκλείψειχαίρε του πεσόντος Αδάμ η ανάκλησιςχαίρε των δακρύων της Εύας η λύτρωσιςχαίρε ύψος δυσανάβατον ανθρωπίνοις λογισμοίςχαίρε βάθος δυσθεώρητον καί Αγγέλων οφθαλμοίςχαίρε ότι υπάρχεις Βασιλέως καθέδραχαίρε ότι βαστάζεις τόν βαστάζοντα πάνταχαίρε γαστήρ ενθέου σαρκώσεωςχαίρε δι' ης νεουργήται η κτίσιςχαίρε δι' ής βρεφουργείται ο ΚτίστηςΧαίρε Νύμφη ανύμφευτε.Βλέπουσα η Αγία, εαυτήν εν αγνεία, φησί τω Γραβριήλ θαρσαλέως·το παράδοξόν σου της φωνής, δυσπαράδεκτόν μου τή ψυχή φαίνεται·ασπόρου γαρ συλλήψεως, τήν κύησιν πώς λέγεις κράζων·Αλληλούϊα.Γνώσιν άγνωστον γνώναι, η Παρθένος ζητούσα,εβόησε πρός τόν λειτουργούντα·εκ λαγόνων αγνών,Υιόν πώς εστι τεχθήναι δυνατόν; λέξον μοι, πρός ην εκείνος έφησεν εν φόβω, πλην κραυγάζων ούτω·χαίρε βουλής απορρήτου μύστιςχαίρε σιγής δεομένων πίστιςχαίρε των θαυμάτων Χριστού το προοίμιονχαίρε των δογμάτων αυτού το κεφάλαιονχαίρε κλίμαξ επουράνιε δι' ής κατέβει κατέβη ο Θεόςχαίρε γέφυρα μετάγουσα τους εκ γης πρός ουρανόνχαίρε το των Αγγέλων πολυθρύλητον θαύμαχαίρε το των δαιμόνων πολυθρήνητων τραύμαχαίρε το φώς μηδένα διδάξασαχαίρε σοφών υπερβαίνουσα γνώσινχαίρε πιστών καταυγάζουσα φρέναςΧαίρε Νύμφη ανύμφευτε. Δύναμις του Υψίστου, επεσκίασε τότε,πρός σύλληψιν τή Απειρογάμω·καί τήν εύκαρπον ταύτης νηδύν, ως αγρόν υπέδειξεν ηδύν άπασι,τοις θέλουσι θερίζειν σωτηρίαν, εν τω ψάλλειν ούτως·Αλληλούϊα.Έχουσα θεοδόχον η Παρθένος τήν μήτραν,ανέδραμε πρός τήν Ελισάβετ,το δε βρέφος εκείνης ευθύς, επιγνόν τόν ταύτης ασπασμόν, έχαιρε! Καί άλμασιν ως άσμασιν, εβόα πρός τήν Θεοτόκον.·χαίρε βλαστού αμαράντου κτήμαχαίρε γεωργόν γεωργούσα Φιλάνθρωπονχαίρε φυτουργόν της ζωής ημών φύουσαχαίρε άρουρα βλαστάνουσα ευφορίαν οιοκτιρμώνχαίρε τράπεζα βαστάζουσα ευθηνίαν ιλασμώνχαίρε ότι λειμώνα της τρυφής αναθάλλειςχαίρε ότι λιμένα των ψυχών ετοιμάζειςχαίρε δεκτόν πρεσβείας θυμίαμαχαίρε παντός του κόσμου εξίλασμαχαίρε Θεού πρός θνητούς ευδοκίαχαίρε θνητών προς Θεόν παρρησίαΧαίρε Νύμφη ανύμφευτε.Ζάλην ένδοθεν έχων, λογισμών αμφιβόλων,ο σώφρων Ιωσήφ εταράχθη, πρός τήν άγαμόν σε θεωρών,καί κλεψίγαμον υπονοών άμεμπτε·μαθών σε σου τήν σύλληψιν εκ Πνεύματος Αγίου έφη·Αλληλούϊα

Πέμπτη 5 Μαρτίου 2009

Φέτος την Σαρακοστή ...


Φέτος τη Σαρακοστή, ας κάνουμε κάτι, ο, τι μπορεί ο καθένας.
Εσύ που με ξέρεις και με ρωτάς, εσύ που στο πετραχήλι μου ακουμπάς,
άκου:

Αυτή τη Σαρακοστή, μη σχολιάσεις κανέναν αρνητικά, μην κουτσομπολεύεις, μην κατακρίνεις... Μόνο καλά να μιλάς για όλους. Εξασκήσου σ' αυτό το δύσκολο. Για να μπορείς να κοινωνάς... Νήστεψε όσο μπορείς από φαγητά, κι απ' το χρόνο της τηλεόρασης. Αντί γι' αυτό, διάβασε αρκετά βιβλία, κάνε προσευχή, πήγαινε Εκκλησία. Βρες , διάβασε ένα βιβλίο καινούργιο, χριστιανικό , πνευματικό , και πες το μου κι εμένα. Μ' αρέσει πολύ να ξέρω ότι διαβάζεις.
Αυτή τη Σαρακοστή μη χαζογελάς... Να χαμογελάς όμως!.. Κι αυτό το χαμόγελο, να βγαίνει με αγάπη, από καρδιά αθώα... Δε χρωστούν τίποτα οι διπλανοί σου να σε βλέπουν μες στη μελαγχολία και να ψυχοπλακώνονται, επειδή είναι Σαρακοστή... Είναι όμως μεγάλη ιεραποστολή να έχεις νόημα στη ζωή!
Αυτή τη Σαρακοστή, φτιάξε ένα μυστικό κήπο στην ψυχή σου. Να 'χεις κάποια πράματα που θα τα ξέρεις μόνο εσύ κι ο Θεός. Μυστικά. Μυστικά δάκρυα ευγνωμοσύνης, μετάνοιας ή χαράς, μυστικές προσευχές, μυστικές ελεημοσύνες, μυστική καλοσύνη... Για να ακούσεις το μπράβο, μόνο απ’ το Θεό και τους Αγγέλους Του... Για να μην ξέρουν οι άνθρωποι ότι προοδεύεις, για να μη ξεχωρίζεις εγωιστικά.
Αυτή τη Σαρακοστή ας πλησιάσουμε τον Έρωτα του Κυρίου... Η Σαρακοστή δεν είναι εποχή καθηκόντων, μα έρωτος... Ο Ιησούς, δεν είναι καθήκον, αγγαρεία, χρέος, συνήθεια, παράδοση, μα ΑΓΑΠΗ ΚΙ ΕΡΩΤΑΣ. Μόνο έτσι θα αντέξεις τη νηστεία, θα ξέρεις το γιατί και το πώς των πράξεών σου, θα ζεις με νόημα και σκοπό και θα χαρείς τη Μ. Εβδομάδα και την Αγία Ανάσταση...
Μόνο ένας ερωτευμένος μπορεί να κάνει τρέλες, αγώνα, άσκηση, να πεινάσει, να αγρυπνήσει, να αγαπήσει, να ξεχάσει, να ξοδέψει, να χαρίσει, να συγχωρήσει, να πεθάνει. Ερωτεύσου Αυτόν που σ' ερωτεύτηκε πρώτος και σταυρώθηκε στο Γολγοθά...
Αυτή τη Σαρακοστή θέλω να τη θυμάμαι με αναμνήσεις δυνατές, γνήσιες, αυθεντικές. 'Oχι να μιλώ, μα να ζω. 'Oχι φαντασίες, μα εμπειρίες.
Αυτή τη Σαρακοστή θέλω να ζω στο εδώ και τώρα της πόλης μου, της σχολής μου, της δουλειάς μου, μα να έχω στην ψυχή μου ένα κλίμα, σαν αυτό που νιώθεις όταν περπατάς στα μονοπάτια της Ιερουσαλήμ...
Σα να περπατώ μαζί με τον Κύριο και τους Μαθητές Του, στην αγία Γη του 30μ.Χ....
Πορεία προς τα Ιεροσόλυμα, η φετινή μας Σαρακοστή...
Κάτι να κάνουμε αυτή τη Σαρακοστή!..
Συγχώρα κι εμένα, σε παρακαλώ, για τις φορές που σ' έχω στεναχωρήσει εκουσίως ή ακουσίως και δεν σε βοηθώ να προχωράς στην αγάπη του Κυρίου.
Και να εύχεσαι. Και να εύχομαι.
Καλή Σαρακοστή. Καλή Ανάσταση!...

Ο πνευματικός σου


( Το πιο πάνω γράμμα στάληκε από έναν πνευματικό πατέρα προς τα πνευματικά του παιδιά . Πιστεύω , ο κάθε πνευματικός πατέραςκαι γέροντας , με τον ίδιο τρόπο θα μιλούσε στα δικά του πνευματικά παιδιά. Αν και χωρίς την άδεια του εν λόγω πνευματικού , δημοσιεύω το γράμμα αυτό , γιατί πιστεύω , θα ωφεληθούμε , από τις πιο πάνω νουθεσίες όλοι μας )
.

Τετάρτη 4 Μαρτίου 2009

Ὁ Ὅσιος Γεράσιμος ὁ Ἰορδανίτης


Ὁ Ὅσιος Γεράσιμος ὁ Ἰορδανίτης γεννήθηκε στὴ Λυκία τὸν 5ο αἰῶνα μ.Χ., ἀπὸ εὐσεβεῖς καὶ ταπεινοὺς γονεῖς καὶ ἐκ βρέφους ἀφιερώθηκε στὸν Θεό. Σὲ νεαρὴ ἡλικία ἀσπάσθηκε τὴν αἵρεση τῶν Μονοφυσιτῶν παρασυρόμενος ἀπὸ τοὺς ὀπαδοὺς τοῦ αἱρετικοῦ ψευδοπατριάρχου Θεοδοσίου, φανατικοῦ μονοφυσίτου Αἰγυπτίου μοναχοῦ, ὁ ὁποῖος κατὰ τὴν ἀπουσία τοῦ Πατριάρχου Ἰουβεναλίου (422-453 μ.Χ.), βοηθούμενος καὶ ὑπὸ τῆς βασιλίσσης Εὐδοκίας, κατόρθωσε νὰ καταλάβει τὸν πατριαρχικὸ θρόνο τῶν Ἱεροσολύμων καὶ νὰ προβεῖ σὲ ἀνεκδιήγητες σκληρότητες ἐπὶ εἴκοσι μῆνες (451-453 μ.Χ.). Ἀκόμη καὶ αὐτὸς ὁ πανίερος ναὸς τῆς Ἀναστάσεως ἔγινε θέατρο ἀπερίγραπτων σκηνῶν καὶ ἐπὶ πλέον ἡ ταραχὴ ἐξαπλώθηκε ἀνὰ τὴν Παλαιστίνη.Οἱ Μονοφυσῖτες δὲν παραδέχονται ὅτι στὸ Πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ ἔχουν ἑνωθεῖ ἡ Θεία καὶ ἡ ἀνθρώπινη φύση «ἀτρέπτως, ἀσυγχύτως, ἀχωρίστως καὶ ἀδιαιρέτως», ἀλλὰ ἰσχυρίζονται, ὅτι ἡ Θεία φύση τοῦ Χριστοῦ ἀπορρόφησε τὴν ἀνθρώπινη φύση Του καὶ ἑπομένως ὁ Χριστὸς ἔχει μόνο μία φύση.Γρήγορα ὅμως ὁ Ὅσιος Γεράσιμος κατάλαβε τὸ λάθος του, ἐπειδὴ ἦταν ἄνθρωπος μὲ καλῆ προαίρεση καὶ ταπεινὸ φρόνημα. Εἶχε τὴν καλὴ συνήθεια νὰ ἐπισκέπτεται καὶ νὰ συμβουλεύεται γιὰ πνευματικὰ θέματα ἁγιασμένους ἀνθρώπους. Ἀπὸ ἕναν λόγιο ἀσκητή, ποὺ ὀνομαζόταν Εὐθύμιος καὶ ἀσκήτευε στὴν ἔρημο τοῦ Ρουβᾶ, διδάχθηκε τὴν ἀλήθεια γιὰ τὶς δυὸ φύσεις τοῦ Χριστοῦ, κατάλαβε τὸ λάθος του καὶ ἐπέστρεψε καὶ πάλι στὴν Ἐκκλησία.Στὴ συνέχεια ἐκάρη, τὸ ἔτος 451 μ.Χ., μοναχὸς στὴν ἔρημο τοῦ Ἰορδάνη, ὅπου ἀσκήθηκε μὲ ἡσυχία. Ἀργότερα, ὅταν συγκεντρώθηκαν γύρω του πολλοὶ μοναχοί, οἱ ὁποῖοι ζητοῦσαν τὴ φωτισμένη καθοδήγησή του, ἵδρυσε κοινοβιακὴ μονὴ κοντὰ στὴν πόλη Βαϊθαγλά.Ὁ Ὅσιος Γεράσιμος ἦταν αὐστηρός, ἀλλὰ μόνο στὸν ἑαυτό του. Στοὺς ἄλλους ἦταν εὐπροσήγορος καὶ ἐπιεικής. Ἔτρωγε λίγο, ὅσο χρειαζόταν γιὰ νά συντηρεῖται στὴ ζωὴ καὶ κοιμόταν, ἐπίσης, πολὺ λίγο. Μάλιστα δίδασκε ὅτι ὅποιος θέλει νὰ ζήσει περισσότερο πρέπει νὰ κοιμᾶται λιγότερο, διότι ὁ πολὺς ὕπνος κάνει τὸ σῶμα τρυφηλὸ καὶ ἄρα ἀνίσχυρο στοὺς κόπους καὶ εὐάλωτο στὶς ἀθένειες.Ἡ διδασκαλία τοῦ Ὁσίου Γερασίμου γιὰ τὸν ὕπνο εἶναι οὐσιαστικὰ λόγος γιὰ τὴν ἄσκηση. Μὲ τὸν περιορισμὸ τοῦ ὕπνου καὶ μὲ τὴν ἐγκράτεια, συνηθίζει ἡ σάρκα (τὸ σαρκικὸ φρόνημα) νὰ ὑποτάσσεται στὸ πνεῦμα. Μὲ τὴν ἄσκηση καὶ τὴν ἀδιάλειπτη προσευχή, ἰδίως μὲ τὴ μονολόγιστη εὐχή, τὸ «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησον με», ὁ νοῦς συγκεντρώνεται στὸ χῶρο τῆς καρδιᾶς, ποὺ εἶναι ἡ φυσική του θέση καὶ ἀποκτᾷ ἀδιάλειπτη μνήμη τοῦ Θεοῦ.Τόσο πολὺ ἀπέκτησε τὴν οἰκείωση πρὸς τὸν Θεὸ ὁ Ὅσιος Γεράσιμος καὶ προστάτεψε τὸ «κατ’ εἰκόνα καὶ καθ’ ὁμοίωσιν» τῶν Ἁγίων, ὥστε δάμασε καὶ τὰ ἄγρια θηρία καὶ ἔκανε πολλὰ θαύματα. Ἀπέκτησε μάλιστα ὑπηρέτη καὶ ἕναν ὄνο, γιὰ νὰ μεταφέρει νερό, καθὼς τὸ νερὸ ἀπεῖχε μακριὰ ἀπὸ αὐτόν. Κάποτε, ἕνα λιοντάρι, ἔχοντας πληγωμένο ἀπὸ ἕνα ξύλο στὸ μάτι του, κατέβηκε ἀπὸ τὸ βουνὸ καὶ κατέφυγε στὸν Ὅσιο. Ἐκεῖνος, ἀφοῦ τὸ ἔκανε καλά, τοῦ ὅρισε νὰ ὁδηγεῖ πλέον τὸ ἴδιο τὸν ὄνο κατὰ τὴν βοσκή του καὶ τὴ μεταφορὰ τοῦ νεροῦ. Κάποια φορά, καὶ ἐνῷ τὸ λιοντάρι κοιμόταν, ἔμποροι ποὺ περνοῦσαν πῆραν τὸν ὄνο. Καὶ ἐπειδὴ ὁ Ὅσιος ὑποπτεύθηκε ὅτι τὸ λιοντάρι ἔφαγε τὸν ὄνο, τὸ καταδίκασε ἐκεῖνο τώρα νὰ μεταφέρει τὸ νερό. Ὥσπου μία μέρα, ὅταν ξαναπέρασαν οἱ ἔμποροι ἀπὸ τὸ ἴδιο σημεῖο, τὸ λιοντάρι ἀναγνώρισε τὸν κλεμμένο ὄνο καὶ τὸν ἐπέστρεψε σῶο στὸν Ὅσιο. Ἐκεῖνος τότε τὸ ἀπάλλαξε ἀπὸ τὸ ἔργο αὐτὸ καὶ τὸ ἄφησε νὰ γυρίσει στὸ βουνό. Καὶ ὅταν ὁ Ὅσιος κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη, τὸ λιοντάρι ᾖρθε καὶ πέθανε πάνω στὸν τάφο του.Ὅταν στὶς 19 Ἰανουαρίου τοῦ ἔτους 473 μ.Χ. κοιμήθηκε ὁ Ὅσιος Εὐθύμιος ὁ Μέγας, ὁ Ὅσιος Γεράσιμος εἶδε σὲ ὅραμα, κατὰ τὴν στιγμὴ ποὺ προσευχόταν στὴ Λαύρα, τὸ τέλος τοῦ Ὁσίου. Αὐτὸ ἀναφέρεται στὴ διήγηση τοῦ Ἁγίου Κυριακοῦ τοῦ Ἀναχωρητοῦ, ὁ ὁποῖος συνόδευσε τὸν Ὅσιο Γεράσιμο στὴν κηδεία τοῦ μεγάλου Ἁγίου τῆς Ἐκκλησίας.Δυὸ χρόνια μετὰ τὸ τέλος τοῦ Ὁσίου Εὐθυμίου, τὸ ἔτος 475 μ.Χ., ἐπὶ Πατριάρχου Ἱεροσολύμων Ἀναστασίου Α’ (458-478 μ.Χ.), ὁ Ὅσιος Γεράσιμος κομήθηκε μὲ εἰρήνη. Τὴν διαδοχὴ τῆς Λαύρας ἀνέθεσε στοὺς συνασκητὲς αὐτοῦ Στέφανο καὶ Βασίλειο.

Ἀπολυτίκιο. Ἦχος α’. Τῆς ἐρήμου πολίτης.

Τῆς ἐρήμου οἰκήτωρ, Ἀσκητῶν ἀκροθίνιον, καὶ ἀγγελικῆς πολιτείας ἀναδέδειξαι ἔσοπτρον, τοῦ Πνεύματος τὴ αἴγλη λαμπρυνθεῖς, Γεράσιμε Ὅσιων καλλονὴ διὰ τοῦτο θεραπεύεις διαπαντός, τοὺς πίστει ἐκβοώντας σοι, δόξα τῷ δεδωκότι σοι ἰσχύν, δόξα τῷ σὲ στεφανώσαντι, δόξα τῷ ἐνεργούντι διὰ σοῦ, πάσιν ἰάματα.

Τρίτη 3 Μαρτίου 2009

Οι Άγιοι Βασιλίσκος,Ευτρόπιος και Κλεόνικος Μάρτυρες


Οἱ Ἅγιοι Μάρτυρες Βασιλίσκος, Εὐτρόπιος καὶ Κλεόνικος κατάγονταν ἀπὸ τὴν Ἀμάσεια τοῦ Πόντου καὶ ἔζησαν κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορα Μαξιμιανοῦ (286-305 μ.Χ.).Ἦταν στρατιῶτες καὶ συγγενεῖς τοῦ Ἁγίου Θεοδώρου τοῦ Τήρωνος. Ὡς Χριστιανοὶ διαβλήθηκαν στὸν ἡγεμόνα Ἀσκληπιόδοτο, ὁ ὁποῖος τοὺς συνέλαβε καὶ τοὺς βασάνισε σκληρά. Ὅμως οἱ Μάρτυρες, ἀφοῦ παρουσιάσθηκε σὲ αὐτοὺς ὁ Κύριος καὶ ὁ Ἅγιος Μεγαλομάρτυρας Θεόδωρος, ἔγιναν ὑγιεῖς.Μέσα στὴ φυλακὴ οἱ τρεῖς νέοι δὲν ἔχασαν οὔτε τὸ θάρρος οὔτε τὴν πίστη τους. Ἀντιθέτως ἐξακολούθησαν νὰ λατρεύουν τὸν Ἕνα καὶ Ἀληθινὸ Θεό. Μὲ τὸ κήρυγμά τους καὶ τὸ παράδειγμα ποὺ προσέφερε τὸ ἦθος, ἡ ἀντοχὴ καὶ τὸ θάρρος τους, ὁδήγησαν πολλοὺς συγκρατούμενούς τους στὴν ἀληθινὴ πίστη. Ὁ Ἀσκληπιόδοτος πληροφορήθηκε τὴν Χριστιανικὴ δράση τῶν τριῶν κρατουμένων καὶ τὴν ἐπίδραση ποὺ ἀσκοῦσαν στοὺς φυλακισμένους εἰδωλολάτρες καὶ διέταξε νά τοὺς ὁδηγήσουν καὶ πάλι ἐνώπιόν του.Ὁ ἡγεμόνας τότε ἄρχισε νὰ κολακεύει τὸν Ἅγιο Κλεόνικο, γιὰ νὰ ἀρνηθεῖ τὴν πίστη τοῦ Χριστοῦ, ὑποσχόμενος δῶρα καὶ τιμές. Ὁ Ἅγιος ὅμως ἀφοῦ γέλασε, χλεύασε τὴν ἀρρώστια τῶν εἰδώλων. Καὶ ἐνῷ ἐτελεῖτο θυσία, μὲ προσευχὴ κατέρριψε τὸ εἴδωλο τῆς Ἀρτέμιδος. Ἀμέσως ὁ ἡγεμόνας ἔδωσε ἐντολὴ νὰ βασανισθοῦν. Τότε ὁ Κύριος ἐμφανίσθηκε στοὺς τρεῖς νέους καὶ στὸ πλῆθος τῶν εἰδωλολατρῶν, οἱ ὁποῖοι παρακολουθοῦσαν τὸ μαστίγωμα τῶν Χριστιανῶν, ἔχοντας στὸ πλευρό Του τὸν Ἅγιο Μεγαλομάρτυρα Θεόδωρο. Οἱ τρεῖς Χριστιανοὶ ἀξιώθηκαν τῆς θαυματουργικῆς ἰάσεως τῶν τραυμάτων τους, ἐνῷ πολλοὶ εἰδωλολάτρες ποὺ εἶδαν τὸ θαῦμα, βαπτίσθηκαν Χριστιανοί. Ὁ Ἀσκληπιόδοτος ὅμως ὄχι μόνο δὲν ἄλλαξε στάση, ἀλλὰ διέταξε νὰ ἀποκεφαλισθοῦν ὅλοι οἱ νεοφώτιστοι Χριστιανοί. Ὁ Ἀσκληπιόδοτος καὶ οἱ εἰδωλολάτρες, τυφλοὶ ἀπὸ ὀργή, διέταξαν τοὺς δημίους νὰ περιχύσουν τοὺς τρεῖς Μάρτυρες μὲ καυτὴ πίσσα. Ὅμως, νέα θαυματουργικὴ ἐνέργεια ἀπὸ τὴ Θεία Χάρη δὲν ἐπέτρεψε οἱ πιστοὶ νέοι νὰ πάθουν τὸ παραμικρό, ἐνῷ ἡ καυτὴ πίσσα ἔπεσε καὶ κατέκαψε τοὺς δημίους.Ὅμως, ὁ σκληρόκαρδος ἡγεμόνας δὲν μποροῦσε νὰ δεῖ τὴν ἀλήθεια, ἡ ὁποία παρουσιαζόταν μπροστὰ στὰ μάτια του. Ἔτσι, πρόσταξε τὴν σταυρικὴ καταδίκη τοῦ Εὐτροπίου καὶ τοῦ Κλεονίκου καὶ τὴ φυλάκιση τοῦ Βασιλίσκου. Οἱ δυὸ νέοι πέρασαν τὴν τελευταία νύχτα τῆς ζωῆς τους προσευχόμενοι. Καὶ πάλι ὁ Κύριος ἐμφανίσθηκε μπροστά τους, γιὰ νὰ τοὺς ἐνθαρρύνει.Στὶς 3 Μαρτίου τοῦ 308 μ.Χ., ὁ Εὐτρόπιος καὶ ὁ Κλεόνικος κοσμήθηκαν μὲ τοὺς στέφανους τῆς ἁγιότητας καὶ τοῦ μαρτυρίου διὰ τοῦ σταυρικοῦ τους θανάτου. Ὁ Βασιλίσκος παρέμεινε ἔγκλειστος στὴ φυλακή, ὅπου καὶ πέθανε μετὰ ἀπὸ μερικὰ χρόνια, κερδίζοντας τὴν αἰώνια ζωή.


Ἀπολυτίκιο. Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.

Τὸ τρίστοιχον ἄθροισμα, τῶν Ἀθλητῶν τοῦ Χριστοῦ, Εὐτρόπιον μέλψωμεν, σὺν Βασιλίσκω ὁμού, τὸν θεῖον Κλεόνικον οὗτοι γὰρ τῆς Τριάδος, τὸ ὑπέρθεον κράτος, ἄθλοις ὑπερφυέσιν, ὠμολόγησαν πάσιν ἡ πάντοτε πρεσβεύουσι, σώζεσθαι ἅπαντας.

Δευτέρα 2 Μαρτίου 2009

Η ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΤΕΣΣΑΡΑΚΟΣΤΗΣ-Αγίου Εφραίμ του Σύρου


Ανάμεσα σ' όλες τις προσευχές και τους ύμνους τις Μεγάλης Τεσσαρακοστής μπορεί να ονομαστεί η προσευχή της Μεγάλης Τεσσαρακοστής. Η Παράδοση την αποδίδει σε έναν από τους μεγάλους δασκάλους της πνευματικής ζωής, τον Άγιο Εφραίμ το Σύρο.
Τούτη η προσευχή λέγεται δύο φορές στο τέλος κάθε ακολουθίας της Μεγάλης Σαρακοστής από τη Δευτέρα ως την Παρασκευή. Την πρώτη φορά λέγοντας την προσευχή κάνουμε μία μετάνοια σε κάθε αίτηση. Έπειτα κάνουμε δώδεκα μετάνοιες λέγοντας: «Ο Θεός, 1λάσθητί μοι τφ αμαρτωλώ, καί ελέησόν με» . Ολόκληρη η προσευχή επαναλαμβάνεται με μια τελική μετάνοια στο τέλος της προσευχής.
1.Γιατί αυτή η σύντομη και απλή προσευχή κατέχει μια τόσο σημαντική θέση στην όλη λατρεία της Μεγάλης Σαρακοστής; Διότι απαριθμεί, μ'; ένα μοναδικό τρόπο, όλα τα αρνητικά και τα θετικά στοιχεία της μετάνοιας και αποτελεί, θα λέγαμε, ένα «κανόνα ελέγχου» του προσωπικού μας αγώνα στην περίοδο της Μεγάλης Σαρακοστής. Αυτός ο αγώνας σκοπεύει πρώτα απ'; όλα στην απελευθέρωσή μας από μερικές βασικές πνευματικές ασθένειες που διαμορφώνουν τη ζωή μας και μας κάνουν πραγματικά ανίσχυρους ακόμα και για να κάνουμε αρχή στροφής στο Θεό.

Η αργία
Η βασική ασθένεια είναι η αργία. Είναι η παράξενη εκείνη τεμπελιά και η παθητικότητα ολόκληρης της ύπαρξής μας που πάντα μας σπρώχνει προς τα «κάτω» μάλλον παρά προς τα «πάνω» και που διαρκώς μας πείθει ότι δεν είναι δυνατό ν'; αλλάξουμε και επομένως δε χρειάζεται να επιθυμούμε την αλλαγή. Είναι ένας βαθιά ριζωμένος κυνισμός που σε κάθε πνευματική πρόκληση απαντάει με το «γιατί;» και καταντάει την ζωή μας μια απέναντι πνευματική φθορά. Αυτή είναι η ρίζα όλης της αμαρτίας γιατί δηλητηριάζει κάθε πνευματική ενεργητικότητα στην πιο βαθιά της πηγή.

Η λιποψυχία
Το αποτέλεσμα της «αργίας», είναι η «λιποψυχία»2. Είναι μια κατάσταση δειλίας που όλοι οι Πατέρες της Εκκλησίας τη θεώρησαν το μεγαλύτερο κίνδυνο της ψυχής. Η λιποψυχία, η αποθάρρυνση, είναι η ανικανότητα του ανθρώπου να βλέπει καθετί καλό ή θετικό! Είναι η αναγωγή των πάντων στον αρνητισμό και στην απαισιοδοξία. Είναι στ'; αλήθεια μια δαιμονική δύναμη μέσα μας γιατί ο Σατανάς είναι βασικά ένας ψεύτης. Ψιθυρίζει ψευτιές στον άνθρωπο για το Θεό και για τον κόσμο‡ γεμίζει τη ζωή με σκοτάδι και αρνητισμό. Η λιποψυχία είναι η αυτοκτονία της ψυχής γιατί όταν ο άνθρωπος κατέχεται απ'; αυτή είναι εντελώς ανίκανος να δει το φως και να το επιθυμήσει.

Η φιλαρχία
Πνεύμα φιλαρχίας! Φαίνεται παράξενο πως η αργία και η λιποψυχία είναι ακριβώς εκείνα που γεμίζουν τη ζωή μας με τον πόθο της φιλαρχίας. Μολύνοντας όλη μας την τοποθέτηση απέναντι στη ζωή, κάνοντας την άδεια και χωρίς νόημα, μας σπρώχνουν ν'; αναζητήσουμε αντιστάθμισμα σε μια ριζικά λανθασμένη στάση απέναντι στα άλλα πρόσωπα.
Αν η ζωή μου δεν είναι προσανατολισμένη προς τον Θεό, αν δεν σκοπεύει σε αιώνιες αξίες, αναπόφευκτα θα γίνει εγωιστική και εγωκεντρική, πράγμα που σημαίνει ότι όλοι οι άλλοι γίνονται τα μέσα για τη δική μου αυτοϊκανοποίηση. Αν ο Θεός δεν είναι ο «Κύριος και Δεσπότης της ζωής μου», τότε το εγώ μου γίνεται ο κύριος και δεσπότης μου, γίνεται το απόλυτο κέντρο του κόσμου μου και αρχίζω αν εκτιμώ καθετί με βάση τις δικές μου ανάγκες, τις δικές μου ιδέες, τις δικές μου επιθυμίες και τις δικές μου κρίσεις.
Έτσι η επιθυμία της φιλαρχίας γίνεται η βασική μου αμαρτία στις σχέσεις με τις άλλες υπάρξεις, γίνεται μια αναζήτηση υποταγής τους σε μένα. Δεν είναι πάντοτε απαραίτητο να εκφράζεται η φιλαρχία μου σαν έντονη ανάγκη να διατάζω και να κηδεμονεύω τους «άλλους». Μπορεί επίσης να εκφράζεται και σαν αδιαφορία, περιφρόνηση, έλλειψη ενδιαφέροντος, φροντίδας και σεβασμού. Και είναι ακριβώς η «αργία», μαζί με τη «λιποψυχία» που απευθύνονται αυτή τη φορά προς τους άλλους‡ έτσι συμπληρώνεται η πνευματική αυτοκτονία με την πνευματική δολοφονία.

Η αργολογία
Τέλος είναι η αργολογία. Απ'; όλα γενικά τα δημιουργήματα μόνον ο άνθρωπος προικίστηκε με το χάρισμα του λόγου. Όλοι οι Πατέρες βλέπουν σ'; αυτό το χάρισμα την ακριβή «σφραγίδα» της θείας εικόνας στον άνθρωπο γιατί ο ίδιος ο Θεός αποκαλύφθηκε σαν Λόγος (Ιωαν. 1:1).
Αλλά όντας ο λόγος το ύψιστο δώρο, έτσι είναι και ο ισχυρότερος κίνδυνος. Όπως είναι η κυρίαρχη έκφραση του ανθρώπου, το μέσο για την προσωπική του πλήρωση, για τον ίδιο λόγο, είναι και το μέσο για την πτώση του, για την αυτοκαταστροφή του, για την προδοσία και την αμαρτία. Ο λόγος σώζει και ο λόγος σκοτώνει‡ ο λόγος εμπνέει και ο λόγος δηλητηριάζει. Ο λόγος είναι το μέσο της Αλήθειας αλλά είναι και μέσο για το δαιμονικό ψέμα.
Έχοντας μια βασικά θετική δύναμη ο λόγος, έχει ταυτόχρονα και μια τρομακτικά αρνητική. Ο λόγος δηλαδή δημιουργεί θετικά ή αρνητικά. Όταν αποσπάται από τη θεία καταγωγή και το θείο σκοπό του γίνεται αργολογία. «Ενισχύει» την αργία, τη λιποψυχία και τη φιλαρχία και μετατρέπει τη ζωή σε κόλαση. Γίνεται η κυρίαρχη δύναμη της αμαρτίας.
Αυτά τα τέσσερα σημεία είναι οι αρνητικοί «στόχοι» της μετάνοιας. Είναι τα εμπόδια που πρέπει να μετακινηθούν. Αλλά μόνον ο Θεός μπορεί να τα μετακινήσει. Ακριβώς γι'; αυτό και το πρώτο μέρος της προσευχής αυτής είναι μια κραυγή από τα βάθη της καρδιάς του αβοήθητου ανθρώπου.
Στη συνέχεια η προσευχή κινείται στους θετικούς σκοπούς της μετάνοιας.

Η Σωφροσύνη
Σωφροσύνη! Αν δεν περιορίσουμε -;πράγμα που συχνά και πολύ λαθεμένα γίνεται- την έννοια της λέξης «σωφροσύνη» μόνο στη σαρκική σημασία της, θα μπορούσε να γίνει κατανοητή σαν το θετικό αντίστοιχο της λέξης «αργία». «Αργία», πρώτα απ'; όλα, είναι η αδράνεια, τα σπάσιμο της διορατικότητας και της ενεργητικότητάς μας, η ανικανότητα να βλέπουμε καθολικά, σφαιρικά. Επομένως αυτή η ολότητα είναι το εντελώς αντίθετο από την αδράνεια.
Αν συνηθίζουμε με τη λέξη σωφροσύνη να εννοούμε την αρετή την αντίθετη από τη σαρκική διαφθορά είναι γιατί ο διχασμένος χαρακτήρας μας, πουθενά αλλού δεν φαίνεται καλύτερα παρά στη σαρκική επιθυμία, που είναι η αλλοτρίωση του σώματος από τη ζωή και τον έλεγχο του πνεύματος. Ο Χριστός επαναφέρει την «ολότητα» (τη σωφροσύνη) μέσα μας και το κάνει αυτό αποκαθιστώντας την αληθινή κλίμακα των αξιών, με το να μας οδηγεί πίσω στο Θεό.

Η Ταπεινοφροσύνη
Ο πρώτος και υπέροχος καρπός της σωφροσύνης είναι η ταπεινοφροσύνη. Πάνω απ'; όλα είναι η νίκη της αλήθειας μέσα μας, η απομάκρυνση του ψεύδους μέσα στο οποίο ζούμε. Μόνο η ταπεινοφροσύνη είναι άξια της αλήθειας‡ μόνο μ'; αυτή δηλαδή μπορεί κανείς να δει και δεχτεί τα πράγματα όπως είναι και έτσι να δει το Θεό, το μεγαλείο Του, την καλωσύνη Του και την αγάπη Του στο καθετί. Να γιατί, όπως ξέρουμε, ο Θεός «υπερηφάνοις αντιτάσσεται, ταπεινοίς δε δίδωσι χάριν».

Η Υπομονή
Μετά τη σωφροσύνη και την ταπεινοφροσύνη, κατά φυσικό τρόπο, ακολουθεί η υπομονή. Ο «φυσικός» ή «πεπτωκώς» άνθρωπος είναι ανυπόμονος, γιατί είναι τυφλός για τον εαυτό του, και βιαστικός στο να κρίνει και να καταδικάσει τους άλλους. Με διασπαρμένη, ατελή και διαστρεβλωμένη γνώση των πραγμάτων που έχει, μετράει τα πάντα με βάση τις δικές του προτιμήσεις και τις δικές του ιδέες. Αδιαφορεί για τον καθένα γύρω του εκτός από τον εαυτό του, θέλει η ζωή του να είναι πετυχημένη τώρα, αυτή τη στιγμή.
Η υπομονή, βέβαια, είναι μια αληθινά θεϊκή αρετή. Ο Θεός είναι υπομονετικός όχι γιατί είναι «συγκαταβατικός» αλλά γιατί βλέπει το βάθος όλων των πραγμάτων, γιατί η εσωτερική πραγματικότητά τους, την οποία εμείς με την τυφλότητά μας δεν μπορούμε να δούμε, είναι ανοιχτή σ'; Αυτόν. Όσο πιο κοντά ερχόμαστε στο Θεό τόσο περισσότερο υπομονετικοί γινόμαστε και τόσο πιο πολύ αντανακλούμε αυτή την απέραστη εκτίμηση για όλα τα όντα, πράγμα που είναι η κύρια ιδιότητα του Θεού.

Η Αγάπη
Τέλος, το αποκορύφωμα και ο καρπός όλων των αρετών, κάθε καλλιέργειας και κάθε προσπάθειας, είναι η αγάπη. Αυτή η αγάπη που, όπως έχουμε πει, μπορεί να δοθεί μόνο από το Θεό, είναι το δώρο που αποτελεί σκοπό που αποτελεί σκοπό για κάθε πνευματική προετοιμασία και άσκηση.

Η υπερηφάνεια
Όλα αυτά συγκεφαλαιώνονται στην τελική αίτηση της προσευχής του Αγίου Εφραίμ με την οποία ζητάμε: « ...;δώρησαί μοι του οράν τά εμά πταίσματα, καί μή κατακρίνειν τόν αδελφόν μου