Ιερός Ναός Αγίων Πάντων Μακεδονίτισσας

Ιερός Ναός Αγίων Πάντων Μακεδονίτισσας
Άγιοι του Θεού πρεσβεύετε υπέρ ημών !

Τετάρτη 15 Σεπτεμβρίου 2010

Το Κομποσχοίνι δεν είναι μόνο για τους μοναχούς . . .

...
Σύμφωνα με την εντολή του Απόστολου Παύλου "αδιαλείπτως προσεύχεσθε", ο καθένας μπορεί να κρατεί ένα κομποσχοίνι στην τσέπη του ή σε κάποιο άλλο διακριτικό μέρος, έτσι ώστε να μπορεί να προσευχηθεί απαρατήρητος, χωρίς να προσελκύσει την προσοχή των άλλων.
Το κομποσχοίνι μπορεί να τοποθετηθεί, επίσης, πάνω από το προσκέφαλο του κρεβατιού μας, στο αυτοκίνητο μαζί μ' ένα μικρό σταυρό ή και σε άλλα κατάλληλα σημεία ως υπενθύμιση προσευχής και ως μια αγία και θεία παρουσία στη ζωή μας.
.

Ο σκοπός του κομποσχοινιού

Ο κύριος σκοπός του κομποσχοινιού είναι να μας βοηθά κατά την προσευχή μας, προς τον Θεό και τους Αγίους του. Κρατώντας το είναι πιο εύκολο να μην φύγει το μυαλό μας από την προσευχή, ενώ μπορούμε, να προσευχηθούμε και χωρίς αυτό αλλά συνήθως ο νους αποσπάται δεξιά και αριστερά.
Ο πιο αποτελεσματικός τρόπος για να ωφεληθεί κανείς από τον κανόνα της προσευχής είναι να λέει τακτικά σε καθορισμένο αριθμό την ευχή του Ιησού. Ο αριθμός αυτός δεν χρειάζεται να είναι μεγάλος. Ίσως να χρειαστούν μόνο 10 λεπτά τα οποία θα αποτελούν το τμήμα της ημέρας μας που θα ανήκει στον Θεό. Οι λίγοι κόκκοι αλάτι που θα νοστιμίσουν όλη την πνευματική μας ζωή. Τι είναι 10 λεπτά μπροστά σ' ένα ολόκληρο 24ωρο! Πολλοί γιατροί σήμερα συνιστούν την προσευχή ιδιαίτερα για να ξεπεράσει κανείς το άγχος.

Ακόμη καλύτερα, ας βρίσκουμε διάφορα μικρά χρονικά διαστήματα καθ' όλη τη διάρκεια της ημέρας και ας τα γεμίζουμε με τους πολύτιμους λίθους της προσευχής, τους οποίους κανείς δεν μπορεί να κλέψει και που αποταμιεύονται για λογαριασμό μας στον ουρανό.
Αν θέλεις να τηρείς κάποιο σταθερό αριθμό προσευχών ως μέρος του καθημερινού κανόνος, θα βοηθηθείς πολύ από το κομποσχοίνι. Με αυτό μπορείς να προφέρεις έναν καθορισμένο αριθμό προσευχών και να συγκεντρώνεσαι στα λόγια της προσευχής καθώς την προφέρεις.
Όταν, όμως, δυσκολεύεσαι να συγκεντρωθείς, χρησιμοποίησε το σημείο του σταυρού και το ψιθύρισμα σαν μέσα που σε βοηθούν να κρατάς το νου σου στην προσευχή.

Από την άλλη πλευρά, πολλοί χρησιμοποιούν το κομποσχοίνι όταν ξαπλώνουν να κοιμηθούν. Σταυρώνουν το κρεβάτι τους, παίρνουν το κομποσχοίνι, κάνουν το σημείο του σταυρού, ξαπλώνουν και λένε ήσυχα την ευχή μέχρι να αποκοιμηθούν. Το να ξυπνάς με το κομποσχοίνι ανάμεσα στα δάκτυλά σου ή δίπλα στο μαξιλάρι σου αποτελεί ένα πολύ ξεχωριστό συναίσθημα και σε προτρέπει να ξεκινήσεις την ημέρα σου με προσευχή. Το να τελειώνει, όμως, κανείς την προηγούμενη μέρα με ήσυχη προσευχή είναι ένας ακόμη καλύτερος τρόπος προετοιμασίας... για την Αιώνια Ημέρα, σε περίπτωση που τη νύχτα εκείνη μας έρθει ο ύπνος του θανάτου!

'Αλλοι πάλι παίρνουν το κομποσχοίνι σε στιγμές απραξίας, όπως όταν πηγαίνουν στο σχολείο, στην εργασία, μια βόλτα ή ακόμα και στο ταξίδι. Σε όποια στιγμή της ημέρας το θυμηθείς, πάρε στο χέρι σου ένα μικρό κομποσχοίνι. Ο συνδυασμός της κινήσεως αυτής με την προσευχή που κάνεις άλλες ώρες όπου κι αν είσαι, θα σε βοηθήσει να προσευχηθείς μερικές φορές κατά τη διάρκεια της ημέρας, όπου κι αν είσαι, ό,τι κι αν κάνεις. Αυτό είναι ένα σημαντικό βήμα στην εκπλήρωση της εντολής του "αδιαλείπτως προσεύχεσθε".

Ο νους μας είναι διαρκώς απασχολημένος με διάφορες σκέψεις. Δεν προλαβαίνουμε να αρχίσουμε την προσευχή και αμέσως συλλαμβάνουμε το νου μας να σκέφτεται κάτι άλλο. Και σ' αυτή την περίπτωση η παρουσία του κομποσχοινιού στα δάκτυλά μας μπορεί να μας βοηθήσει να κρατήσουμε το νου μας και να επιστρέψουμε αμέσως πιο συνειδητά στην εργασία της προσευχής. Επίσης, όταν συναντούμε μια χάντρα-σημάδι ή τον σταυρό του κομποσχοινιού, καθώς το μετακινούμε με τα δάκτυλά μας, καταλαβαίνουμε αν ο νους μας δεν πρόσεχε στις προσευχές που σκοπεύαμε να κάνουμε. Έτσι, μπορούμε να προσφέρουμε εκ νέου τις προσευχές μας, χωρίς να εμπλακούμε σε σκέψεις σχετικά με το πόσο εύκολα αποσπάται η προσοχή μας από την προσευχή μας στον Θεό και Πατέρα μας.

Αυτές ήταν μερικές σκέψεις-συμβουλές για το πώς μπορούμε να χρησιμοποιούμε το κομποσχοίνι. Όμως το πιο σημαντικό είναι να αρχίσει κανείς να προσεύχεται. Το κομποσχοίνι δεν προσεύχεται από μόνο του, ούτε και αποτελεί κάποιο είδος φυλαχτού όπως κάποιοι νομίζουν! Είναι βέβαια ένα σημαντικό βοήθημα για την καθημερινή θερμή προσευχή μας.
Αν αυτό το μικρό κομποσχοίνι που φοράς στο χέρι σου σε βοηθάει να πεις μια προσευχή ή σου θυμίζει να προσεύχεσαι, τότε έχει εκπληρώσει το σκοπό του.
.
Πόσο κομποσχοίνι να κάνω;
.
Η απάντηση είναι ότι η νοερά προσευχή είτε με το κομποσχοίνι είτε με το μυαλό, δεν βλάπτει. Επίσης δεν βλάπτει αν προσευχηθούμε πολύ ή λίγο. Είναι στη δική μας διάκριση και δυνατότητα. Βέβαια για όσους από μας ξεπεράσαμε τα επίγεια και πρόκειται να κάνουμε ολημερίς προσευχή, τότε θα έλεγα ότι καλό είναι να ρωτήσουμε τον πνευματικό μας. Δεν βλάπτει.
Καλή αρχή λοιπόν.

Περιοδικό " Εσύ " , τεύχος 25
Συγγραφέας : Ράνια Καββαδία

.

Τρίτη 14 Σεπτεμβρίου 2010

Ο Τίμιος και Ζωοποιός Σταυρός , η ασπίδα μας στη ζωή !

...
" Χαίροις ὁ ζωηφόρος Σταυρός, τῆς εὐσεβείας τό ἀήττητον τρόπαιον, ἡ θύρα τοῦ Παραδείσου, ὁ τῶν πιστῶν στηριγμός, τό τῆς Ἐκκλησίας περιτείχισμα· δι᾽ οὗ ἐξηφάνισται ἡ φθορά καί κατήργηται καί κατεπόθη τοῦ θανάτου ἡ δύναμις καί ὑψώθημεν ἀπό γῆς πρός οὐράνια. Ὅπλον ἀκαταμάχητον, δαιμόνων ἀντίπαλε, δόξα Μαρτύρων Ὁσίων, ὡς ἀληθῶς ἐγκαλώπισμα, λιμήν σωτηρίας, ὁ δωρούμενος τῷ κόσμῳ τό μέγα ἔλεος "

.
Η Παγκόσμια Ύψωση του Τιμίου Σταυρού αποτελεί έναν σπουδαίο εορτολογικό σταθμό του εκκλησιαστικού έτους. Στις 14 Σεπτεμβρίου σύμπασα η Ορθοδοξία τιμά τον Σταυρό του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, ο οποίος χαρακτηρίζεται ως το «καύχημά» Της και η «δόξα» Της.
Ο Τίμιος Σταυρός είναι το αγιώτερο Σημείο και Σύμβολο της Πίστεώς μας. Όλα τα άγια Μυστήρια τελειώνονται με την επίκληση του Αγίου Πνεύματος και την σφραγίδα του Σταυρού: το Βάπτισμα, το Χρίσμα, η Θ.Ευχαριστία.
Οι Ι.Ναοί, τα ιερά σκεύη και άμφια αγιάζονται με τον Τίμιο Σταυρό.
Δεν νοείται λειτουργική πράξη ή σύναξη των πιστών χωρίς την σφραγίδα του Τιμίου Σταυρού.
Ο Σταυρός είναι ο πιστότερος σύντροφος του ορθόδοξου χριστιανού, από τη στιγμή που θα γεννηθούμε μέχρι τον θάνατό μας. Και ο τάφος του Χριστιανού με τον Σταυρό ευλογείται.
Η χάρη και η δύναμη του Τιμίου Σταυρού δεν οφείλεται στο σχήμα του, αλλά στο ότι είναι το όργανο δια του οποίου ο Χριστός έσωσε τον κόσμο. Είναι το θυσιαστήριο στο οποίο προσέφερε τον εαυτό Του για όλο τον κόσμο. Στον Σταυρό απέδειξε με τον πιο πειστικό τρόπο την άπειρη αγάπη του για μας. Στον Σταυρό φανέρωσε ότι αυτός ο κόσμος δεν είναι η τελική πραγματικότητα, αλλά η οδός προς την τελική πραγματικότητα, εάν μέσα σ’αυτόν αγωνισθούμε σταυρικά κατά του εγωϊσμού μας.
Σταυρός δεν είναι μόνο ο τύπος ή το σύμβολο του Χριστού, αλλά είναι ο τρόπος ζωής των χριστιανών(Όποιος δεν σηκώνει τον σταυρό του και δεν με ακολουθεί, δεν μπορεί να είναι μαθητής μου). Καλούμαστε δηλαδή να σταυρώσουμε τον παλαιό άνθρωπο, το αμαρτωλό Εγώ μας, τα αμαρτωλά και εγωιστικά πάθη, την φιλαυτία.
Ο ίδιος ο Κύριος μας δίδαξε ότι στενή και τεθλιμμένη η οδός του Ευαγγελίου, και ότι η Βασιλεία του Θεού βιάζεται και βιασταί αρπάζουσιν αυτήν. Χωρίς ¨βία¨ στον εαυτό μας δεν υποχωρεί ο παλαιός άνθρωπος, δεν ξεριζώνονται τα πάθη.
Με την νηστεία, την αγρυπνία, τις γονυκλισίες, την ορθοστασία και όλη την ευλογημένη ορθόδοξο άσκηση χαλιναγωγούνται τα πάθη και ο χριστιανός από σαρκικός γίνεται πνευματικός. Ασκείται να μη προσκολλάται εμπαθώς στους ανθρώπους και στα υλικά αγαθά. Να μη χρησιμοποιεί τον κόσμο καταναλωτικά, αλλά ευχαριστιακά.
Άς προσέξουμε όμως, ότι μερικές φορές, παρά την πίστη μας στον Χριστό, προσπαθούμε ακόμη και τον δρόμο για την βασιλεία του Θεού να τον κάνουμε άνετο! Ο κόσμος με τα αγαθά του και την τεχνική του πρόοδο μας παλάβωσε. Και αν καμιά φορά μιλούν για τον πόνο και τα παθήματα, ξαφνικά το γυρίζουν και λένε: Ο Χριστιανισμός είναι χαρά. Όλα πρέπει να είναι χαρά! Όμως η χαρά δεν έρχεται έτσι. Η χαρά δεν αγοράζεται. Η χαρά του χριστιανού αγοράζεται με τον πόνο και τα παθήματα. Για να σωθεί ο άνθρωπος, ο Κύριός μας ανέβηκε στον Σταυρό. Και πέθανε. Μετά αναστήθηκε. Μετά ήρθε η χαρά. Είναι απαραίτητο να σηκώσουμε όλοι τον σταυρό μας !
.
.

Κυριακή 12 Σεπτεμβρίου 2010

Κυριακή προ της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού

...
Χρόνος ευπρόσδεκτος «αλλ’ έχη ζωήν αιώνιον»
Είναι σημαντικό για τον άνθρωπο κάθε εποχής να γνωρίζει ότι ο Θεός δεν είναι αυστηρός τιμωρός ή μόνον κριτής, αλλά κυρίως ο γεμάτος αγάπη Σωτήρας του κόσμου. Είναι Αυτός που προσφέρει την αιώνια ζωή στον άνθρωπο, βοηθώντας τον να υπερβεί τις δεσμεύσεις του παρόντος χρόνου. Αυτό είναι το ουσιαστικό περιεχόμενο της ευαγγελικής περικοπής, που επιλέγεται κάθε χρόνο να διαβάζεται σήμερα, Κυριακή πριν από την Ύψωση του Τιμίου Σταυρού.
Κοσμική θεώρηση του χρόνου
Η ζωή του ανθρώπου αναπτύσσεται και συμπιέζεται μέσα στον χρόνο και στον χώρο. Ο χρόνος αποτελεί τον μετρητή όχι μόνο της ζωής και της αναπτύξεως, αλλά και της φθοράς και του αφανισμού. Η ζωή του ανθρώπου μετριέται με βάση το μέρος της που δαπανήθηκε. Αυτό άλλωστε προσδιορίζει και την ηλικία του. Ο Μέγας Βασίλειος λέει χαρακτηριστικά: «Χαιρόμαστε που μεγαλώνουμε και προσθέτουμε χρόνια στην ηλικία μας, σαν κάτι να κερδίζουμε. Και θεωρούμε ευχάριστο πράγμα, όταν κάποιος από παιδί γίνεται άνδρας και από άνδρας γέροντας. Λησμονούμε όμως ότι κάθε φορά χάνουμε από τη ζωή μας τόσο, όσο ακριβώς ζήσαμε. Και δεν έχουμε την αίσθηση ότι δαπανάται η ζωή μας, μολονότι την μετράμε πάντοτε με το μέρος της που πέρασε και έφυγε». Επιπλέον, στη σύγχρονη εποχή, ο άνθρωπος βλέπει τον χρόνο εχθρικά. Συχνά δεν ξέρει πώς να αξιοποιήσει τον χρόνο του και θέλει να τον «σκοτώσει», βιώνοντας ουσιαστικά μια οδυνηρή τραγικότητα.
Μεταμόρφωση του χρόνου
Η μετοχή στη ζωή του Χριστού αποδεσμεύει τον πιστό από την κοσμική θεώρηση του χρόνου. Ολόκληρος ο χρόνος της ζωής του πιστού είναι «καιρός» ή ευκαιρία για την καταξίωση των θείων δωρεών. Είναι χρόνος μετανοίας και σωτηρίας. Η απώλεια του χρόνου ή του καιρού αυτού, είναι η μεγαλύτερη απώλεια που μπορεί να έχει ο πιστός. Ας μην ξεχνούμε ότι ο Θεός δεν μετράει τα χρόνια της ζωής μας, αλλά βλέπει πως τα αξιοποιήσαμε για τη σωτηρία μας.
Αφιερώνοντας ο πιστός τον χρόνο της ζωής του στον Θεό, γεμίζει με την παρουσία Του. Με τον τρόπο αυτό ελευθερώνεται από τον φόβο της φθοράς και του θανάτου και αντιμετωπίζει δημιουργικά τη ζωή του μέσα στον χρόνο. Και όπως ο φυσικός θάνατος μετατρέπεται μέσα στο φως της Αναστάσεως του Χριστού σε γέφυρα ζωής, έτσι και ο χρόνος, μέσα στη ζωή της Εκκλησίας μεταβάλλεται σε παράγοντα πνευματικής προκοπής και τελείωσης.
Σημείο της αιωνιότητας
Η δύναμη του πιστού στηρίζεται στην προσδοκία της Βασιλείας του Θεού, που υπάρχει ήδη στο παρόν και τρέφει τη χριστιανική ζωή. Το παρελθόν και το μέλλον, η πίστη και η ελπίδα, η επίγεια Εκκλησία και η Ουράνια Βασιλεία, προσφέρονται στο παρόν με την αγάπη του Θεού. Ο χριστιανός καλείται να ζει εξαγοραζόμενος το σήμερα, όπου προσφέρεται η σωτηρία, και να επεκτείνεται προς το μέλλον, όπου βρίσκεται ο τελικός του σκοπός. Το μέλλον δεν αναμένεται από τον πιστό ως άγνωστο, αλλά ως φανέρωση και ολοκλήρωση αυτού που υπάρχει ήδη στο παρόν. Ταυτόχρονα όμως το μέλλον, είναι κάτι καινούργιο για τον κόσμο. Είναι οι καινοί ουρανοί και η καινή γη, όπου κυριαρχεί η θεία δικαιοσύνη, όπως αναφέρει ο Απόστολος Παύλος σε μια από τις πολλές επιστολές του.
Ο χρόνος συνδέεται τελικά με την προοπτική της απαλλαγής από την αγωνία του θανάτου, ο οποίος μοιραία οδηγεί έξω από την αγάπη του Θεού και που τόσο επώδυνα κυριεύει την ψυχή του ανθρώπου. Απ΄ αυτή την άποψη έχει την ιδιαίτερη σημασία της η δυναμική του Σταυρού, που τον υψώνει για να τον προσκυνήσουμε σε λίγες μέρες η Ορθόδοξη Εκκλησία μας. Από το Σταυρό ξεπηγάζει η αληθινή ζωή που κινείται στην προοπτική της αγάπης του Θεού και όχι της φθοράς που επέρχεται με το πέρασμα του χρόνου.
Με το αίμα Του, ο Θεός και Κύριος μας, υπέγραψε το κήρυγμα της αγάπης. Με τα δικά Του καρφιά καρφώθηκαν οι δικές μας αμαρτίες. Κάθε σταγόνα που ρέει από τις πληγές, μιλά γι΄ αγάπη. Με τον πόνο Του ανακαλύπτουμε τη χαρά και τη σωτηρία μας μέσα στο χρόνο. Από τη στιγμή που ο Υιός του Ανθρώπου, υψωμένος στο ξύλο του Σταυρού είπε «τετέλεσται», ο διάβολος και τα έργα του συνετρίβησαν. Ο άνθρωπος εξήλθε από την τραγικότητά του και έτσι ο χρόνος δεν κυλά πλέον προς την απώλεια αλλά προς την αιωνιότητα. Ο άνθρωπος γιγαντώθηκε και μπορεί να πολεμά αποτελεσματικά την αμαρτία. Δεν φοβάται πλέον τις καταιγίδες των πειρασμών. Δεν δειλιάζει μπροστά στης ζωής τ΄ αφρισμένα κύματα. Ο ματωμένος Σταυρός του Κυρίου μας μετατράπηκε σε «όπλον ειρήνης, αήττητον τρόπαιον».
Αγαπητοί αδελφοί, είναι πολύ σημαντικό να κατανοήσουμε ότι ο Θεός είναι αγάπη, διά της οποίας ο άνθρωπος ξεπερνά την τραγικότητα του χρόνου ως πορεία προς τη φθορά και τον θάνατο και φθάνει μέχρι τη θυσία του Σταυρού. Σ΄ αυτή τη διάσταση, ο άνθρωπος καλείται σε μια πορεία ανερχόμενης αγάπης που να συναντά την κατερχόμενη αγάπη του Θεού που ξεπηγάζει από το ξύλο του Σταυρού. Σ΄ αυτή την πορεία ο χρόνος γίνεται ευπρόσδεκτος για τη σωτηρία του ανθρώπου.

Εκκλησία Κύπρου - Χριστάκης Ευσταθίου, Θεολόγος

.

Τρίτη 7 Σεπτεμβρίου 2010

ΘΕΟΤΟΚΑΡΙΟΝ - ΥΠΕΡΑΓΙΑ ΘΕΟΤΟΚΕ ΣΩΣΟΝ ΗΜΑΣ

Στην Γέννηση Της Μητέρα του κόσμου !

...
Αιτία πνευματικής χαράς και αγαλλιάσεως, αγαπητοί μου αδελφοί και Πατέρες, είναι η σημερινή ημέρα, γιατί σήμερα εορτάζομε την γέννηση της αειπαρθένου και Θεοτόκου Μαρίας, του ευωδεστάτου άνθους που βλάστησε «εκ της ρίζης Ιεσσαί». Εορτάζομε «παγκοσμίου ευφροσύνης γενέθλιον», που καθίσταται «η είσοδος όλων των εορτών και το προοίμιο του μυστηρίου του Χριστού», κατά τον άγιο Ανδρέα Κρήτης. Γέννηση, που έγινε πρόξενος της αναγεννήσεως, αναπλάσεως και ανακαινίσεως των πάντων. Σήμερα γεννιέται Αυτή που θα γεννήσει εν χρόνω, κατά ανερμήνευτο και παράδοξο τρόπο, τον άχρονο και προαιώνιο Θεό Λόγο, τον Δημιουργό και Σωτήρα του κόσμου.

Ολόκληρο πλήθος από προεικονίσεις, προτυπώσεις και προφητείες της Παλαιάς Διαθήκης σε Αυτήν αναφέρονται. Αποτελεί την αποκορύφωση, την ολοκλήρωση της παλαιοδιαθηκικής παιδαγωγικής προετοιμασίας της ανθρωπότητος για την υποδοχή του σαρκωθέντος Σωτήρος Θεού. Την Παναγία μας προεικόνιζαν η άφλεκτος βάτος στο όραμα του Μωυσή, οι θεόγραφες πλάκες και η κιβωτός του Νόμου, το ουράνιο μάννα και η χρυσή στάμνα, η λυχνία και η τράπεζα, η ράβδος Ααρών η βλαστήσασα, η κλίμακα του Ιακώβ, ο πόκος του Γεδεών, το αλατόμητον όρος του Δανιήλ, η κάμινος που με το πυρ δρόσιζε τους Τρεις Παίδες, αλλά και αυτά τα Αγια των Αγίων της σκηνής του μαρτυρίου. Η Θεοτόκος είναι το μεταίχμιο μεταξύ Παλαιάς και Καινής Διαθήκης. Για την Παλαιά αποτελούσε το κήρυγμα των προφητών, την προσδοκία των δικαίων· ενώ για την Καινή Διαθήκη γίνεται ο γλυκασμός των αγγέλων, η δόξα των αποστόλων, το θάρρος των μαρτύρων, το εντρύφημα των οσίων, το καύχημα του ανθρωπίνου γένους, γι' αυτό και μακαρίζεται από «πάσα γενεά».

Ολη η δημιουργία περίμενε την γέννησή της. Η Παναγία μας είναι «ο καρπός των κτισμάτων» κατά τον άγιο Νικόλαο Καβάσιλα, δηλαδή το σημείο εκείνο στο οποίο κατατείνει ολόκληρη η κτίση. Οπως το δένδρο υπάρχει για τον καρπό, έτσι η κτίση υπάρχει για την Παρθένο και η Παρθένος για τον Χριστό. Οπως τονίζουν οι Πατέρες όχι μόνον οι άνθρωποι, αλλά και ο ουρανός και η γη, όλη η ορατή και αόρατη κτίση δημιουργήθηκαν για την άχραντο Παρθένο. Οταν ο Θεός στην αρχή των αιώνων ατενίζοντας προς τα δημιουργήματά του, είπε ότι είναι «καλά λίαν», ουσιαστικά έβλεπε μπροστά του τον καρπό όλης της δημιουργίας, την υπεραγία Θεοτόκο, και ο έπαινός του ήταν στην πραγματικότητα «ευφημία της Παρθένου».

Κατά την σημερινή ημέρα ευεργετείται όλη η κτίση από την γέννηση της πανάμωμης Δέσποινάς μας. «Το καινότατον αυτό δημιούργημα» δεν ήταν απλά η καλύτερη γυναίκα στην γη, ούτε η καλύτερη γυναίκα όλων των εποχών, αλλά ήταν Αυτή η μοναδική που θα μπορούσε να κατεβάσει τον ουρανό στην γη, να κάνει τον Θεό άνθρωπο. Ο δημιουργός Θεός Λόγος έπλασε τέτοια την ανθρώπινη φύση, ώστε όταν θα χρειαζόταν να γεννηθεί, να λάβει από αυτήν την μητέρα του. Ο αόρατος και αθέατος Θεός έρχεται δι' Αυτής επί γης και γίνεται ορατός· ενώνεται και κοινωνεί με την κτίση με έναν ουσιαστικότερο και πιο ενοειδή τρόπο. Ενώνει δια της ανθρωπίνης φύσεώς του όλη την κτίση στην υπόστασή του και την θεώνει. Ο ανείδεος και απερίγραπτος Θεός λαμβάνει «δούλου μορφήν» (Φιλιπ. 2,7), ανθρώπινη σάρκα και λογική ψυχή, συναναστρέφεται με τους ανθρώπους και περπατά πάνω στην γη. Ο «αχώρητος παντί» θα χωρέσει στην παρθενική μήτρα της Θεοτόκου, ώστε η Παναγία μητέρα του να καταστεί η «χώρα του Αχωρήτου».

Σήμερα λύνεται η στειρότητα της Αννας και γεννάται «το κειμήλιον της Οικουμένης», κατά την έκφραση του αγίου Κυρίλλου Αλεξανδρείας. Παρόμοιο θαύμα έκανε ο Θεός πολλές φορές στην Παλαιά Διαθήκη στην Σάρρα την σύζυγο του πατριάρχου Αβραάμ, στην Ρεβέκκα την σύζυγο του Ισαάκ, στην Αννα την μητέρα του προφήτου Σαμουήλ, στην Ελισάβετ την μητέρα του προφήτου Προδρόμου. Ομως διαφέρει κατά πολύ το σημερινό θαύμα. Μπορεί τα τέκνα των παραπάνω μητέρων, των οποίων η μακροχρόνια στειρότητα λύθηκε θαυματουργικά, να ήταν ενάρετα και άγια, αλλά μόνον η Μαρία -το τέκνο της Αννας και του Ιωακείμ- ήταν «η κεχαριτωμένη» και κατέστη -το ακατάληπτο για τους ανθρώπους και τους αγγέλους- η μητέρα του Θεού.

Η Παναγία μας δεν γεννήθηκε από άσπιλη υπερφυσική σύλληψη, όπως λανθασμένα πιστεύουν οι Ρωμαιοκαθολικοί, αλλά μετά από την φυσική συνάφεια του Ιωακείμ και της Αννας. Λύθηκε δε η φυσική στειρότητα της Αννας χάρις στην άμεση παρέμβαση του Θεού ως απάντηση στις προσευχές των δικαίων Θεοπατόρων. Οι γέροντες Ιωακείμ και Αννα συνήλθαν χωρίς καμμία σαρκική έλξη, ηδονή, αλλά μόνο από υπακοή στον Θεό. Επεσφράγισαν και με αυτήν την πράξη τους την σωφροσύνη τους. Κατά αυτόν τον τρόπο η Παρθένος συνελήφθη «σωφρόνως εν τη νηδύι της Αννας εξ Ιωακείμ». Το ότι συνελήφθη σωφρόνως σημαίνει ότι ο τρόπος της συλλήψεως ήταν αγνός. Για να ήταν όμως η Παρθένος απαλλαγμένη από το προπατορικό αμάρτημα, δηλαδή να είχε άσπιλη σύλληψη, έπρεπε να είχε γεννηθεί παρθενικώς όπως και ο Χριστός.

Για να αποκτήσουν όμως τέτοιο τέκνο οι δίκαιοι Θεοπάτορες έδειξαν πίστη αδίστακτη, υπομονή αλύγιστη, έτρεφαν την ελπίδα που δεν καταισχύνει, είχαν μεγάλη καρτερία στις προσευχές τους· ότι ο Θεός θα εκπληρώσει το αίτημά τους. Και δεν υπόμειναν την ατεκνία τους για λίγο μόνο διάστημα. Η παράδοση λέγει ότι μετά από πενήντα χρόνια στειρότητας απέκτησε η Αννα την Θεοτόκο. Αυτή η στάση των Θεοπατόρων πρέπει να παραδειγματίζει, αγαπητοί μου αδελφοί και Πατέρες, όλους μας. Οχι μόνον όσους λαϊκούς αδελφούς μας δεν μπορούν να αποκτήσουν παιδιά, οι οποίοι δεν πρέπει να χάνουν την ελπίδα τους στον Θεό για τον οποίο «τα αδύνατα τοις ανθρώποις, δυνατά παρά Αυτώ εστιν» (βλ. Λουκ. 18,27), αλλά και εμάς τους μοναχούς και όλους τους πιστούς που αγωνίζονται τον «καλόν αγώνα».

Πολλές φορές αποδυσπετούμε, δυσφορούμε στον αγώνα μας και λέμε ότι δεν βρήκαμε αντίκρυσμα, δεν έχουμε αίσθηση της Χάριτος, αδημονούμε. Και έτσι λυπημένοι που είμαστε, μαραίνεται ο ζήλος μας, χαλαρώνουμε την αγωνιστικότητά μας, την άσκησή μας.

Δεν πρέπει όμως να κάνομε έτσι, αδελφοί μου. Μήπως οι Θεοπάτορες επειδή ο Θεός δεν απάντησε αμέσως στις προσευχές τους σταμάτησαν να τον επικαλούνται, να πιστεύουν ότι θα λάβουν; Μήπως σταμάτησαν να κρούουν, να ζητούν, να ελπίζουν; Τι αδαμάντινη υπομονή και καρτερία έδειξαν για τόσα χρόνια!

Για να βιωθούν τα πνευματικά «χρεία μεγάλης υπομονής». Ο άγιος Ισαάκ ο Σύρος έζησε την συστολή, την στέρηση της θείας Χάριτος, τις θλίψεις του νοητού πολέμου για τριάντα χρόνια. Ελαβε μόνιμα την θεία Χάρη μετά από αυτό το μακρό χρονικό διάστημα αιματηρού αγώνα και υπομονής. Αυτό το αναφέρουμε ιδιαίτερα για εμάς τους μοναχούς, που κληθήκαμε για να λάβουμε το πλήρωμα της Χάριτος. Χρειάζεται υπομονή στις θλίψεις, πίστη στις επαγγελίες του Θεού, τέλεια υπακοή στο θέλημα του Θεού και ελπίδα, ώστε να μην «εκκακούμε εν ταις προσευχαίς» (βλ. Λουκ. 18,1). Ο Θεός γνωρίζει πότε μας συμφέρει να μας δώσει την ανέκφραστη, την ακατάληπτη και ανεκτίμητη θεοποιό δωρεά του, την θεία Χάριν ως ενδημούσα κατάσταση. «Τα πνευματικά αφ' εαυτών έρχονται», τονίζει ο αββάς Ησαΐας, δεν τα ρυθμίζομε όπως και όποτε θέλομε εμείς.

Μάλιστα, πολλές φορές, πριν ο Θεός μας δώσει κάποια ευλογία, ένα χάρισμα, μας δοκιμάζει με έναν πειρασμό, του οποίου η έκβαση καθορίζει και το αν αποδειχθούμε άξιοι να δεχθούμε το θείο αυτό δώρο. Αυτό παρατηρούμε και στους Θεοπάτορες, που όταν πλησίαζε ο καιρός για να τους δώσει ο Θεός τέκνο, παραχώρησε να δοκιμασθούν ακόμη περισσότερο. Ηταν η εορτή της Σκηνοπηγίας, και όταν πήγαν στον ναό να προσφέρουν δώρα, ο ιερεύς Ρουβίμ τους ονείδισε λέγοντάς τους, ότι δεν ήταν άξιοι να προσφέρουν δώρα στον Θεό, αφού δεν έκαναν παιδιά για τον Ισραήλ. Οι Θεοπάτορες μετά από αυτό το συμβάν λυπήθηκαν πάρα πολύ, αλλά δεν απελπίσθηκαν. Κατέφυγαν σε «εκ βαθέων προσευχή» -ο Ιωακείμ στο όρος και η Αννα στον κήπο- η οποία τελικά εισακούστηκε άμεσα, αφού άγγελος Κυρίου πληροφόρησε καθέναν ξεχωριστά ότι θα γίνει η σύλληψη και η γέννηση τέκνου που θα διακηρυχθεί σε όλη την οικουμένη.

Ετσι και εμείς, αγαπητοί μου αδελφοί και Πατέρες, να επιδεικνύουμε αγόγγυστη υπομονή στις θλίψεις και στους πειρασμούς, που παραχωρεί ο Θεός για την δική μας ωφέλεια και πνευματική προκοπή. Ευχόμεθα η Κυρία μας Θεοτόκος και η Θεοπρομήτωρ Αννα, που έχουν την ευλογία να θεραπεύουν την φυσική στειρότητα, να θεραπεύσουν τις στείρες από πνευματικά έργα καρδιές μας, ώστε ο Θεός να πέμψει στις ψυχές μας την θεία και γλυκυτάτη Χάρη του, η οποία ομορφαίνει, ανακαινίζει, αθανατίζει, αφθαρτίζει τον άνθρωπο.
.

Γέροντας Εφραίμ Βατοπεδινός ,
Καθηγούμενος Ιεράς Μονής Βατοπεδίου
.
Από το Περιοδικό Πεμπτουσία τεύχος 21
.
.

Δευτέρα 6 Σεπτεμβρίου 2010

Το εν Χώναις Θαύμα του Αρχάγγελου Μιχαήλ

...
O μέγας Aρχιστράτηγος του Θεού Mιχαήλ, και παλαιά μεν προ της ενσάρκου οικονομίας, είχεν ευσπλαγχνίαν και κηδεμονίαν προς το ανθρώπινον γένος, και πολλάς ευεργεσίας έδειξεν εις αυτό. Mετά δε την επί γης ένσαρκον παρουσίαν του Θεού Λόγου, πολλά μεγαλιτέραν ευσπλαγχνίαν και αγάπην έδειξεν εις ημάς τους Xριστιανούς, τους καυχωμένους εις το όνομα του Xριστού. Όθεν από τότε και ύστερον, τρέχωντας νοερώς εις όλα τα μέρη της οικουμένης, και δίδωντας πλουσίας τας ευεργεσίας του, εκατοίκησε και εις ένα τόπον της Φρυγίας ονομαζόμενον Xερέτωπα.
Kαθώς και ο μέγας Eυαγγελιστής Iωάννης ο Θεολόγος, κηρύττωντας το Eυαγγέλιον εις εκείνα τα μέρη, προφητικώς είπεν, ότι μετά ολίγον καιρόν θέλει γένη θειοτέρα επισκοπή και ξεχωριστή πρόνοια του των Aγγέλων αρχηγού Mιχαήλ εις εκείνον τον τόπον. Διότι αφ’ ου επέρασεν ολίγος καιρός μετά την τοιαύτην πρόρρησιν, η γη εκείνη ανέβλυσε νερόν αγιάσματος διά μέσου της του Aρχαγγέλου δυνάμεως, το οποίον ιάτρευε κάθε πάθος των ασθενούντων. Όθεν ένας Xριστιανός ευεργετηθείς υπό του Aρχαγγέλου, με το να ιατρεύθη η θυγάτηρ του από το ρηθέν ύδωρ του αγιάσματος, έκτισεν εκεί ένα Nαόν ωραιότατον εις όνομα του Aρχιστρατήγου. Oμοίως έκτισε και επάνω εις το αγίασμα μίαν σκέπην περικαλλή και πολυέξοδον.

Aφ’ ου δε επέρασαν χρόνοι εννενήκοντα, επήγεν εις τον άνωθεν Nαόν του Aρχαγγέλου ένας θεοφιλής και ευλαβής νέος, ονόματι Άρχιππος, καταγόμενος από την Iεράπολιν. Όστις διά τον πόθον, οπού είχεν εις τον Aρχιστράτηγον Mιχαήλ, κατεστάθη προσμονάριος και υπηρέτης του Nαού του, διαπερνώντας ζωήν πολλά εγκρατή και ασκητικήν. Όθεν επειδή επρόκοψε μεγάλως, τόσον κατά τους χρόνους της ηλικίας, όσον και κατά την αρετήν, και ενίκησε τελείως τα θελήματα της σαρκός, διά τούτο ηξιώθη και χαρισμάτων παρά Θεού. Διά ταύτην λοιπόν την αιτίαν και τα πλήθη των απίστων Eλλήνων εκατάτρεχον αυτόν, και με θυμόν κατ’ αυτού εκινούντο τόσον, ώστε οπού μίαν φοράν πιάσαντες αυτόν από τας τρίχας της κεφαλής, έδειραν με ραβδία τα ιερά μέλη του σώματός του. Aλλά και εναντίον του νερού του αγιάσματος ορμήσαντες, εδοκίμαζον να αφανίσουν αυτό από τον φθόνον τους. Aλλ’ ω της μεγίστης του Aρχαγγέλου δυνάμεως! άλλων μεν Eλλήνων τα χέρια επιάνοντο, και να κινηθούν δεν εδύναντο· άλλους δε, φλόγα πυρός έμπροσθεν απαντώσα, εγύριζεν εις τα οπίσω απράκτους.

Όθεν μη δυνάμενοι να κατορθώσουν τον κακόν τους σκοπόν, εστοχάσθηκαν άλλην μηχανήν: ήγουν να γυρίσουν με αυλάκια τον ποταμόν, οπού εκεί κοντά έτρεχε, διά να ορμήση κατ’ ευθείαν εις τον Nαόν. Ίνα και τον τίμιον άνδρα Άρχιππον πνίξωσι, και τον εκεί προσμένοντα λαόν, και την ιαματικήν δύναμιν του ύδατος εκείνου του αγιάσματος νικήσωσι, με το να σμίξη με αυτό ο ποταμός, και εκ τούτου να αποβάλη των ιαμάτων την δύναμιν. Tοιαύτα μεν εμελέτων οι άφρονες. Aλλ’ ο ποταμός, ω των θαυμασίων σου Kύριε! ωσάν να ήτον έμψυχος, εγύρισεν εις το άλλο μέρος, και απράκτους τας βουλάς των απίστων απέδειξε.

Θυμωθέντες λοιπόν οι ασεβείς περισσότερον, εστοχάσθησαν να ενώσουν και άλλους δύω ποταμούς, οι οποίοι έτρεχον κατ’ εκείνον τον τόπον, και ούτω να τους αφήσουν να ορμήσουν, ίνα κατασύρουν, όχι μόνον το νερόν του αγιάσματος, αλλά και αυτόν τον Nαόν, και τον τόπον του Nαού. Mάλιστα δε, διατί και ο τόπος του Nαού ήτον κατηφορικός, και ακολούθως εσυνήργει εις τον στοχασμόν και επίνοιάν τους. Όταν δε εσυνάχθησαν οι κατάρατοι, και έσκαψαν ένα χαντάκι βαθύ, και τριγύρω περιφράξαντες, εγύρισαν τους δύω ποταμούς εις αυτό, και αφήκαν να ορμήσουν κατά του Nαού του Aρχαγγέλου· τότε ο ρηθείς αοίδιμος Άρχιππος ο προσμονάριος, εκατάλαβε την μηχανήν των ασεβών, και διά τούτο θερμώς τον Aρχάγγελον παρεκάλει. Όθεν ο Aρχάγγελος επακούσας της δεήσεώς του, εφάνη εις αυτόν, και κατ’ όνομα τούτον εκάλεσεν. O δε Άρχιππος εκπλαγείς, τόσον από την παράδοξον θεωρίαν του Aρχαγγέλου, όσον και διατί εξ ονόματος αυτόν εκάλεσεν, ευγήκεν έξω από τον Nαόν, και ευθύς πίπτει πρημνής εις την γην. O δε Mιχαήλ, έγειραι, του είπε, και έλα εις εμένα, και θέλεις ιδής Θεού δύναμιν άμαχον.

Kαι λοιπόν ευθύς οπού εσημείωσε τον τύπον του σταυρού ο Aρχάγγελος, ευθύς και οι ποταμοί εστάθησαν ωσάν τείχος ακίνητοι. Έπειτα εχάραξε το σημείον του σταυρού επάνω εις μίαν πέτραν υψηλοτάτην, οπού ήτον κοντά εις τον Nαόν, και ω του θαύματος! ευθύς έγινε μία βροντή φοβερά. Kαι η μεν γη, εσείσθη μεγάλως· η δε πέτρα, εσχίσθη. O δε Aρχάγγελος πάλιν εσημείωσε τον τύπον του σταυρού, και είπεν· ας συντριφθή η δύναμις του Διαβόλου· ας πλημμυρήση δε από εδώ κάθε κακών ελευθερία εις εκείνους, οπού πλησιάζουν μετά πίστεως. Έπειτα με μεγάλην και λαμπράν φωνήν επρόσταξε ταύτα εις τους ποταμούς λέγων· εις την χώνην ταύτην χωνεύθητε ω ποταμοί. Όθεν από τότε και έως της σήμερον χωνεύεται εκεί το νερόν με παράδοξον τρόπον. Διό και από την αιτίαν ταύτην, Xώναι ωνομάσθη ο τόπος, εις δόξαν του αληθινού Θεού ημών, και εις έπαινον και τιμήν του πανενδόξου και θερμού ημών αντιλήπτορος Mιχαήλ. (Tο περί τούτου κατά πλάτος Συναξάριον, όρα εις τον Nέον Θησαυρόν1.)

ΣΗΜΕΙΩΣΗ

1. Σημείωσαι ότι εν τη Mεγίστη Λαύρα, και εν τη Iερά Mονή των Iβήρων, ευρίσκεται εγκώμιον εις το θαύμα του Aρχιστρατήγου, ου η αρχή· «Kαι το περί των άλλων Aγίων».

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου
Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού.
Τόμος Α´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)


Πέμπτη 2 Σεπτεμβρίου 2010

Ο Άγιος Μάμας .

...
Στη Βασιλεία του Χριστού κάθε ηλικία έχει να επιδείξει τους αντιπροσώπους της.

Γιατί κάθε ηλικία έχει προσφέρει σ' Αυτόν ό,τι διαλεχτό κι υπέροχο έχει να παρουσιάσει. Κι η εφηβική ηλικία, που είναι η πιο δύσκολη στη ζωή του ανθρώπου, έχει να προβάλει τους δικούς της.

Ο άγιος Μάμας είναι ένας απ' αυτούς. Διαλεχτός στους διαλεχτούς κι ωραίος στους ωραίους αποτελεί μια απ' τις πιο αγαπητές κι ηρωικές μορφές της Εκκλησίας μας των τριών πρώτων αιώνων.

Οι γονείς του Θεόδοτος και Ρουφίνα ζούσαν στη Γάγγρα της Παφλαγονίας και ήσαν χριστιανοί με μεγάλη κοινωνική θέση.

Την εποχή αυτή ο αυτοκράτορας Αυρηλιανός κίνησε σκληρό διωγμό ενάντια στους χριστιανούς (270-275 μ.Χ.).

Μεταξύ των πρώτων συνελήφθη ο Θεόδοτος κι αφού ανακρίθηκε κι ομολόγησε τον Χριστό, ρίχτηκε στις φυλακές της Καισαρείας.

Η σύζυγος του, η ενάρετη Ρουφίνα, σαν έμαθε τη φυλάκιση του συντρόφου της, αν και ήταν ετοιμόγεννη, έτρεξε να τον συναντήσει. Εκεί με παρρησία ομολόγησε και αυτή την πίστη του Χριστού, που φλόγιζε την καρδία της, με αποτέλεσμα να κλεισθεί στη φυλακή.

Δύο αδελφές ψυχές, ευγενικές κι αγαπημένες, ενωμένες στη χαρά και στον πόνο. Μια νύχτα η Ρουφίνα εκεί στη σκοτεινή κι υγρή φυλακή, έφερε στον κόσμο το παιδάκι της. Η καρδιά της σκίρτησε από χαρά. Αλλά μόνο για μια στιγμή. Όταν πήρε το παιδάκι της να το δείξει στον σύζυγο της, τον καλό Θεόδοτο, τον βρήκε νεκρό. Τα μαρτύρια τα πολλά που δοκίμασε για την πίστη και την αγάπη του Χριστού, τον οδήγησαν πρόωρα στον θάνατο. Η πονεμένη μάνα με συντριβή ψυχής έβαλε το παιδί στην αγκαλιά του, γονάτισε δίπλα του κι έκαμε με δάκρυα την προσευχή της. Ύστερα έγειρε δίπλα του για να μη σηκωθεί ποτές. Την ίδια νύχτα παρέδωσε κι αυτή το πνεύμα. Η ψυχή της πέταξε κοντά στον Χριστό, που αγάπησε με την καρδιά της. Τα βάσανα και οι ταλαιπωρίες της φυλακής την οδήγησαν τόσο γρήγορα στον ουρανό, κοντά στον μάρτυρα σύζυγο της.

Και το παιδί της; Ορφανό, πεντάρφανο μένει τώρα! Τι άραγε θα γίνει; Την απάντηση δίνει το πνεύμα του θεού! "Ορφανόν και χήραν αναλήψεται". Το ορφανό και τη χήρα τα παίρνει υπό την προστασία του ο Θεός. Και να!

Μια ευσεβής γυναίκα, η Αμμία Ματρώνα οδηγημένη από ένα άγγελο πηγαίνει στη φυλακή. Παίρνει τα λείψανα των μαρτύρων γονιών και τα ενταφιάζει με σεβασμό. Ύστερα παίρνει στο σπίτι και το παιδί κι αναλαμβάνει με προθυμία και στοργή την ανατροφή του. Από τα πρώτα ψελλίσματά του "μάμα-μάμα" του έδωκε το όνομα Μάμας. Κοντά στην καινούργια μανούλα του το παιδί μεγάλωσε με της πίστης τ' άγιο "κι άφθαρτο μάννα". Και το τίμησε. Όχι μόνο ο ίδιος από παιδί αγωνιζόταν να ζει τη χριστιανική ζωή, αλλά και φρόντιζε τα όσα μάνθανε, να τα διδάσκει και στα παιδιά της ηλικίας του. Υπεράξιο παιδί αξίων γονιών, μα κι υπέροχης θετής μητέρας του.

Η διαγωγή αυτή και ο ζήλος του μικρού ιεραποστόλου δεν άργησαν να γίνουν γνωστά. Κάποια μέρα μερικοί εχθροί της πίστεως τον έπιασαν και τον οδήγησαν μπροστά στον σκληρό ηγεμόνα Δημόκριτο. Εκείνος, σαν είδε το παιδί, προσπάθησε με κολακείες στην αρχή κι απειλές αργότερα να τον μεταπείσει από τις αρχές και την πίστη του. Μα δεν μπόρεσε. Όλες του οι προσπάθειες πήγαν χαμένες. Τότες άρχισαν τα βασανιστήρια. Το ξύλο, το πλήγωμα του κορμιού με σιδερένια νύχια, το κάψιμο των πληγών με αναμμένες λαμπάδες και τέλος το ρίξιμο στη θάλασσα με μια σιδερένια σφαίρα δεμένη στον λαιμό.

Το αποτέλεσμα;

Μηδέν!

Οι βάρβαρες πράξεις του χριστομάχου πήγαν άδικα. Η σφαίρα κόπηκε και το παιδί με τη βοήθεια ενός Αγγέλου βγήκε στη στεριά κι ανέβηκε σ' ένα βουνά της Καισαρείας. "Άλλαι μεν βουλαί ανθρώπων, άλλα δε Θεός κελεύει". Στο μέρος αυτό ο πιστός κι ηρωικός Μάμας έζησε μέχρι τα δεκαπέντε του χρόνια με συντροφιά τα λιοντάρια και τ' άλλα άγρια ζώα. Τα εξημέρωσε και τα εβοσκούσε και τ' άρμεγε για να τρέφεται, μα και να φιλοξενεί κι εκείνους που τον επισκέπτονταν, για ν' ακούσουν τα λόγια του και να διδαχθούν.
Δεν πέρασε όμως πολύς καιρός κι η παρουσία του φλογερού κι αληθινά πιστού εφήβου έγινε και πάλι γνωστή. Για δεύτερη φορά οι εχθροί του Χριστού πήγαν και τον έπιασαν. Για άλλη μια φορά τα μαρτύρια επαναλήφθηκαν σκληρότερα κι αγριότερα. Μα και αυτή τη φορά τίποτα δεν έκαμαν. Ο μάρτυρας έμεινε και τώρα άκαμπτος. Καμιά δύναμη δεν στάθηκε ικανή να τον λυγίσει και να τον αλλάξει. Ούτε οι δελεαστικές υποσχέσεις, ούτε κι οι απειλές, μα ούτε και το ξέσχισμα του κορμιού, ούτε και το αναμμένο καμίνι. Ο νεαρός μάρτυρας με το χαμόγελο στα χείλη τα αντιμετώπισε όλα ψάλλοντας μαζί με τον απόστολο Παύλο τα λόγια της παρρησίας και της βαθιάς πίστεως: "Τις ημάς χωρίσει από της αγάπης του Χριστού; Θλίψις ή στενοχώρια ή διωγμός ή λιμός ή γυμνότης ή κίνδυνος ή μάχαιρα"; Και την απάντηση την έδινε πάλιν ο ίδιος επαναλαμβάνοντας μ' απόλυτη πεποίθηση του Αποστόλου τα λόγια: "Πέπεισμαι ότι ούτε θάνατος ούτε ζωή ούτε άγγελοι ούτε αρχαί ούτε δυνάμεις ούτε ενεστώτα ούτε μέλλοντα ούτε ύψωμα ούτε βάθος ούτε τις κτίσις ετέρα δυνήσεται ημάς χωρίσαι από της αγάπης του Θεού της εν Χριστώ Ιησού τω Κυρίω ημών" (Ρωμ. η' 35-39). Καμιά δύναμη ούτε κι ο θάνατος δεν μπορεί να με αποσπάσει από σένα, Χριστέ μου. Ναι! Ούτε κι ο θάνατος. Και το απέδειξε.

Τα βασανιστήρια συνεχίστηκαν. Μα ο δεκαπεντάχρονος έφηβος έμεινε αλύγιστος. Ταπεινωμένος και ντροπιασμένος ο ασεβής ηγεμόνας από το θάρρος και την αντοχή του έδωσε διαταγή να, τον θανατώσουν. Κι ο δήμιος με μια σιδερένια τρίαινα (τρικάνι) τον κτύπησε στην κοιλιά. Ο γενναίος αθλητής έπεσε κάτω κι αφήκε την αγνή ψυχή του να πετάξει κοντά σ' Εκείνον, που αγάπησε και πόθησε και λάτρεψε, μα και κοντά στους μάρτυρες γονείς. Σύντομη υπήρξε η ζωή του. Σύντομη αλλά μεγαλειώδης και παραδειγματική. Νέος ήταν κι αυτός. Ναι! Νέος, στην άνοιξη της ζωής, με δυσκολίες και προβλήματα και πειρασμούς. Όμως δεν παρασύρθηκε. Δεν πλανήθηκε. Δεν λύγισε. Έμεινε πιστός κι ακλόνητος στις αρχές του μέχρι θανάτου. Για να διδάσκει. Και να δείχνει τον δρόμο σε όσους νοσταλγούν και ποθούν και θέλουν να ζήσουν μια ζωή ανώτερη. Μια αληθινή ζωή.

Στήν Κύπρο ο άγιος Μαμάς είναι ένας πολύ σεβαστός και δημοφιλής άγιος, Πολλοί ναοί και παρεκκλήσια, μα και χωριά φέρουν το όνομα του (Σ όλη την Κύπρο 66 ναοί περίπου είναι αφιερωμένοι στον Άγιο Μάμα).. Αλλά και πολλές κυπριακές παραδόσεις κυκλοφορούν μεταξύ του λαού γύρω από την άγια μορφή του. Μια τέτοια παράδοση που δημιουργήθηκε, όπως φαίνεται, κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας, δίνει μια πολύ όμορφη ερμηνεία της εικονογράφησης του αγίου, καβάλα σ' ένα λιοντάρι και μ' ένα αρνί στα χέρια. Σύμφωνα με τη σχετική παράδοση ο άγιος Μάμας ήταν ένας φτωχός ερημίτης, που ζούσε σε μια σπηλιά κοντά στην κωμόπολη Μόρφου. Μια χρονιά οι φοροθέτες τον έβαλαν να πληρώσει βαρύ κεφαλικό φόρο. Επειδή ο Άγιος αρνιόταν, κλήθηκε από τον διοικητή σε απολογία. Στον δρόμο που ερχόταν μαζί με τη συνοδεία των στρατιωτών που τον βρήκαν και τον ακολουθούσαν, ένα λιοντάρι πετάχτηκε μπροστά τους κι άρπαξε ένα αρνί, που κυνηγούσε. Ο Άγιος έκαμε νόημα στο θηρίο να σταματήσει, και ν' αφήσει το θύμα του. Το λιοντάρι υπάκουσε. Σταμάτησε με μιας, κι άρχισε να κουνάει την ουρά του, για να δείξει την υποταγή του. Ο αθλητής, κουρασμένος όπως ήταν από την οδοιπορία, πήρε το αρνί στα χέρια κι αφού καβαλίκεψε το θηρίο συνέχισε τον δρόμο του προς το Διοικητήριο... Όταν ο Διοικητής αντίκρυσε το απίθανο αυτό θέαμα, έδωκε διαταγή ν' αφήσουν ελεύθερο τον αθλητή και να τον απαλλάξουν απ' τη φορολογία σ' όλη του τη ζωή. Ο Άγιος αφήκε το αρνί σαν δώρο στον Διοικητή κι έφυγε.
Μια άλλη παράδοση αναφέρει, πώς το άγιο λείψανο του μάρτυρα μεταφέρθηκε στην Κύπρο από τη Μ. 'Ασία και τάφηκε στη Μόρφου. Ένας μεγαλοπρεπής ναός κτίστηκε δίπλα στη λάρνακα που φιλοξένησε το άγιο λείψανο του και πολλά θαύματα γίνονται κάθε φορά σε όσους με πίστη καταφεύγουν στη χάρη του.
Η φήμη του αγίου ως θαυματουργού είναι πολύ πλατιά διαδεδομένη στο νησί μας. Ο Λεόντιος Μαχαιράς (Κύπριος χρονογράφος του ΙΕ' αιώνος). στο χρονικό του λέει γι' αυτόν χαρακτηριστικά: "Άν ήτουν να γράψω ταίς γιάσεις του ως του νάζουν δεν έφταναν". Κάθε χρόνο στίς 2 του Σεπτέμβρη πλήθη χριστιανών τρέχουν να τιμήσουν τον μάρτυρα με πανηγυρικές λειτουργίες κι αγρυπνίες. Η μεγαλύτερη όμως τιμή, που μπορούμε όλοι να του προσφέρουμε είναι να μιμηθούμε το παράδειγμα του. Μας φαίνεται δύσκολο; Ναι! Μπορεί να 'ναι. Εδώ όμως βρίσκεται το αληθινό μεγαλείο.

Απολυτίκιο Ήχος δ'
.

Ό μάρτυς σου Κύριε, εν τη αθλήσει αυτού το στέφος εκομίσατο της αφθαρσίας, εκ σου του Θεού ημών έχων γαρ την ισχύν σου, τους τυράννους καθείλεν έθραυσε και δαιμόνων, τα ανίσχυρο θράση. αυτού ταίς ικεσίαις, Χριστέ ο Θεός, σώσον τας ψυχάς ημών.
Εξήγηση: Ο άγιος Μαμάς, Κύριε, με την άθληση του έλαβε από Σένα τον Παντοδύναμο Θεό μας το άφθαρτο κι αμάραντο στεφάνι της αιώνιας ζωής· γιατί με τη βοήθεια σου κατανίκησε τους εχθρούς του και διέλυσε τις ανίσχυρες πλεκτάνες των δαιμόνων. Με τις δεήσεις του, Σε παρακαλούμε, Χριστέ και Θεέ μας, σώσε τις ψυχές μας.

Έτερον Απολυτίκιο Ήχος α'

Της Παφλαγόνου το κλέος, και Γαγγραίων το στήριγμα, φύλαξ και φρουρός των Κυπρίων, ανεδείχθης, Μαμά ένδοξε. Την Θάλασσαν διήλθες ώσπερ ζών, και ταύτης τρικυμίας χαλινών, θαυμασίως λάρνακα σου, Μόρφου τη πάλει, Μάρτυς κατεστήριξας- διό εν τη μνήμη σου, σοφέ, ευώδες μύρον βρύει εξ αυτής. Δόξα Θεώ τω ενεργούντι, δια σου πάσιν ιάματα.
Εξήγηση: Δοξασμένε Άγιε Μάμα, καύχημα της Παφλαγονίας και στήριγμα των κατοίκων της Γάγγρας αναδείχθηκες και των Κυπρίων προστάτης και φύλακας. αφού πέρασες τη θάλασσα σαν νάσουνα ζωντανός, κι αφού χαλίνωσες τις τρικυμίες της, έφθασες στην πόλη της Μόρφου κατά ένα τρόπο θαυμαστό κι αφήκες εκεί τη θήκη με τ' άγια σου λείψανα. Για τούτο και την ήμερα της μνήμης σου πηγάζει και τρέχει απ' αυτή μύρο ευωδιαστό. Δοξασμένος να 'ναι ο Θεός, που προσφέρει με τη χάρη σου σε όλους θεραπείες.

.

.

Τετάρτη 1 Σεπτεμβρίου 2010

Η Αρχή της Ινδίκτου

...

Για την Εκκλησία μας , η Αρχή της Ινδίκτου είναι η αρχή του νέου Εκκλησιαστικού έτους.
Για την περίπτωση αυτή, ο Σ. Εύστρατιάδης στο Αγιολόγιο του, γράφει τά εξής: "Λέξις λατινική (indictio) ορισμόν σημαίνουσα καθ' όν κατά δεκαπενταετή περίοδον επληρώνοντο εις τους αυτοκράτορας των Ρωμαίων οι φόροι. Κατά την εκκλησιαστικήν παράδοσιν, την αρχήν της ίνδικτιώνος εισήγαγεν ο Αύγουστος Καίσαρ (1 -14), ότε διέταξε την γενικήν των κατοίκων του Ρωμαϊκού κράτους απογραφήν και την είσπραξιν των φόρων, κατά την πρώτην του Σεπτεμβρίου μηνός.

Από του Μεγάλου Κωνσταντίνου (313) έγένετο επισήμως χρήσις της Ινδικτιώνος ως χρονολογίας, έκτοτε δε ή εκκλησία Κωνσταντινουπόλεως μέχρι του νυν εορτάζει την α' Σεπτεμβρίου ως αρχήν του εκκλησιαστικού έτους.

"Ινδικτον ημιν ευλόγει νέου χρόνου, ώ και παλαιέ και δι' ανθρώπους νέε".

Στην περιοχή της Ανατολής τα περισσότερα ημερολόγια είχαν ως πρωτοχρονιά την 24ηΣεπτεμβρίου, ημέρα της φθινοπωρινής ισημερίας. Επειδή όμως η 23η ήταν η γενέθλια ημέρα του αυτοκράτορα της Ρώμης Οκταβιανού, η πρωτοχρονιά μετατέθηκε στις 23 Σεπτεμβρίου, η οποία και καθορίστηκε ως αρχή της Ινδίκτου, δηλαδή της περιόδου του ρωμαϊκού διατάγματος για τον φόρο που ίσχυε για 15 έτη.

Έτσι Ίνδικτος κατάντησε να σημαίνει αργότερα το έτος και αρχή της Ινδίκτου την Πρωτοχρονιά. Αυτή την Πρωτοχρονιά βρήκε η Εκκλησία και της έδωσε χριστιανικό περιεχόμενο, αφού τοποθέτησε σ'; αυτήν την εορτή της συλλήψεως του Προδρόμου, που αποτελεί και το πρώτο γεγονός της Ευαγγελικής Ιστορίας.

Αργότερα, το 462 μ. Χ.., για πρακτικούς λόγους και για να συμπίπτει η πρώτη του έτους με την πρώτη του μηνός, η εκκλησιαστική πρωτοχρονιά μετατέθηκε την 1η Σεπτεμβρίου. Διευκρινίζεται ότι η πρωτοχρονιά της 1ης Ιανουαρίου έχει Ρωμαϊκή προέλευση και ήρθε στην Ορθόδοξη Ανατολή κατά τα νεότερα χρόνια. Η εκκλησιαστική ακολουθία για το νέο έτος τελείται την 1η Σεπτεμβρίου, μια ακολουθία απαράμιλλου κάλλους ως προς το υμνογραφικό υλικό.

Απολυτίκιο. Ήχος β'.

Ό πάσης Δημιουργός της κτίσεως, ο καιρούς και χρόνους εν τη Ίδία εξουσία θέμενος, ευλόγησαν τον στέφανον, του ενιαυτού της χρηστότητας σου, Κύριε, φυλάττων εν ειρήνη τους βασιλείς και την πάλιν σου, πρεσβείαις της Θεοτόκου, μόνε Φιλάνθρωπε.

.

Δευτέρα 30 Αυγούστου 2010

Η Κατάθεση Της Τιμίας Ζώνης Της Παναγίας μας

... ...
Η Εκκλησία εορτάζει και τιμά όχι μόνο τα πρόσωπα των Αγίων, αλλά και τα ιερά αντικείμενα και ενδύματά των. Ό,τι σχετίζεται με τη ζωή του ανθρώπου και μάλιστα τα ενδύματά του, που εγγίζουν το σώμα του, είναι πάντα από τα πιο προσωπικά ενθυμήματα, που διατηρούν οι μεταγενέστεροι. Αλλά τα ενδύματα των Αγίων δεν είναι απλώς αντικείμενα που διατηρούν σ’ εμάς τη μνήμη τους, αλλά έχουν κι αυτά τη χάρη του Θεού, καθώς εκείνοι που τα φορούσαν επάνω τους. Το βλέπομε στα ιερά Ευαγγέλια, όπου η αιμορροούσα γυναίκα, «ακούσασα περί του Ιησού, ελθούσα εν τω όχλω όπισθεν, ήψατο του ιματίου αυτού· έλεγε γάρ ότι εάν άψωμαι των ιματίων αυτού σωθήσομαι. Και εξηράνθη η πηγή του αίματος αυτής».
Αλλά και στις Πράξεις των Αποστόλων βλέπομε ότι ο Θεός έκανε μεγάλα θαύματα με τα χέρια του αποστόλου Παύλου, «ώστε και επί τους ασθενούντας επιφέρεσθαι από του χρωτός αυτού σουδάρια και σιμικίνθια και απαλλάσσεσθαι απ’ αυτών τας νόσους.,,». Μαντήλια και προσόψια, που μεταχειριζόταν ο Απόστολος, τα έβαζαν επάνω στους αρρώστους και γίνονταν καλά. Αυτά όλα φανερώνουν ότι όχι μόνο με τα πρόσωπα, αλλά και με τα ενδύματα των Αγίων εκδηλώνεται η χάρη του Θεού σ’ εκείνους που πιστεύουν και ζητούν απαλλαγή από τα δεινά του βίου και ψυχική σωτηρία. Όλα, που καθαγιάζονται μέσα στην Εκκλησία, και πρόσωπα και πράγματα, είναι ιερά και άγια και σαν ευωδιαστό μύρο αναβλύζουν τη χάρη του Θεού.
Το ίδιο και πολύ περισσότερο συμβαίνει με τα ιερά οστά και λείψανα των Αγίων. Για τα άγια λείψανα ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός διδάσκει· «Πηγάς ημίν σωτηρίας ο Δεσπότης Χριστός τα των αγίων παρέσχετο λείψανα, πολυτρόπως τας ευεργεσίας πηγάζοντα, μύρον ευωδίας βρύοντα». Δηλαδή ο Δεσπότης Χριστός μας χάρισε πηγές, από τις οποίες αντλούμε σωτηρία, τα λείψανα των αγίων, που με πολλούς τρόπους πηγάζουν τις ευεργεσίες και αναβλύζουν μύρο ευωδίας. Κάθε τόπος όπου έζησε ένας άγιος άνθρωπος, ο τάφος του, τα λείψανά του και τα ενδύματά του, όλα έχουν τη χάρη της αγιοσύνης. Γι’ αυτό, ολ’ αυτά οι χριστιανοί τα τιμούν και τα σέβονται, σαν τον πολυτιμότερο πνευματικό θησαυρό. Ο άγιος Χρυσόστομος λέγει ότι ο Θεός μοίρασε μαζί μας τους Άγιους· εκείνος πήρε τις ψυχές και σ’ εμάς αφήκε τα ιερά λείψανα τους.
Μα ο,τι λέμε για όλους τους Αγίους, περισσότερο και πρώτα έχουμε να πούμε για την Υπεραγία Θεοτόκο. Ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός γράφει και διατυπώνει την πίστη της Εκκλησίας· «Την Θεοτόκον, ως κυρίως και αληθώς Θεού μητέρα, τιμήσωμεν»· ας τιμήσουμε τη Θεοτόκο, που δικαιωματικά και αληθινά είναι μητέρα του Θεού. Η Εκκλησία, καθώς ψάλλομε στο γνωστό τροπάριο, μεγαλύνει την Υπεραγία Θεοτόκο, «την τιμιωτέραν των Χερουβείμ και ενδοξοτέραν ασυγκρίτως των Σεραφείμ». Η αγία Παρθένος είναι όχι μόνο πρώτη απ’ όλους τους Αγίους, αλλά και παραπάνω από τους Αγγέλους· είναι η «όντως Θεοτόκος», όπως ορθόδοξα εδογμάτισε η τρίτη Οικουμενική Σύνοδος και είπε· «Ομολογούμεν την αγίαν Παρθένον Θεοτόκον,..».
Η Εκκλησία ιδιαίτερα τιμά την Υπεραγία Θεοτόκο και απονέμει στο σεπτό πρόσωπο της τιμητική προσκύνηση. Όλες οι Θεομητορικές εορτές, και είναι πολλές όλο το χρόνο, είναι εορτές, όπου η Εκκλησία στο πρόσωπο της αγίας Παρθένου τιμά και εκφράζει σεβασμό στη γυναίκα, τη μητέρα την αδελφή και τη σύζυγο. Άλλες, φτιαχτές εορτές για τη γυναίκα, όπως είναι «η εορτή της μητέρας», περνάνε απαρατήρητες, ενώ όλες οι εορτές για την Υπεραγία Θεοτόκο ομιλούν βαθιά στη ψυχή των πιστών. Τρεις από τις Θεομητορικές εορτές αναφέρονται στα ιερά άμφια της Υπεραγίας Θεοτόκου· πρώτη είναι η εορτή της μετακομιδής της αγίας Ζώνης, που εορτάζεται στις 12 Απριλίου· δεύτερη είναι η εορτή της κατάθεσης της άγιας Εσθήτος που εορτάζεται στις 2 Ιουλίου· και τρίτη είναι η εορτή της κατάθεσης της αγίας Ζώνης, που εορτάζεται στις 31 Αυγούστου.
Σήμερα λοιπόν η Εκκλησία, τελευταία ημέρα του εκκλησιαστικού έτους, εορτάζει την κατάθεση της αγίας Ζώνης της Υπεραγίας Θεοτόκου στον ιερό ναό των Χαλκοπρατείων, που ήταν στην Κωνσταντινούπολη. Στα χρόνια του αυτοκράτορα Ιουστινιανού, πήραν την αγία Ζώνη από την Καππαδοκία και την έφεραν στην Κωνσταντινούπολη. Ύστερ’ από τετρακόσια χρόνια, όταν αρρώστησε η Βασίλισσα, άνοιξαν «την αγίαν σορόν», δηλαδή τη λειψανοθήκη στην όποια φυλαγότανε το ιερό άμφιο· ο Πατριάρχης πήρε την αγία Ζώνη και την ακούμπησε επάνω στην άρρωστη, η οποία έγινε καλά. Χαρακτηριστικό είναι το συναξαριακό δίστιχο στη σημερινή εορτή· «Χρυσήν κορωνίδ’ οία, σεμνή Παρθένε, τω του χρόνου τίθημι σην Ζώνην τέλει». Σαν χρυσή κορώνα, σεμνή Παρθένε, επάνω στο τέλος του χρόνου βάζω τη ζώνη σου. Αμήν.
(Επισκόπου Διονυσίου Λ. Ψαριανού, Εικόνες Έμψυχοι, Εκδ. Αποστ. Διακονία, Αθήνα 2000, σ. 261-263)
31 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ- ΕΟΡΤΗ ΚΑΤΑΘΕΣΗΣ ΤΗΣ ΤΙΜΙΑΣ ΖΩΝΗΣ ΤΗΣ ΥΠΕΡΑΓΙΑΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ.
ΙΕΡΑ ΛΕΙΨΑΝΑ ΚΑΙ ΑΜΦΙΑ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ
Η Εκκλησία εορτάζει και τιμά όχι μόνο τα πρόσ¬ωπα των Αγίων, αλλά και τα ιερά αντικείμενα και εν¬δύματά των. Ό,τι σχετίζεται με τη ζωή του ανθρώπου και μάλιστα τα ενδύματά του, που εγγίζουν το σώμα του, είναι πάντα από τα πιο προσωπικά ενθυμήματα, που διατηρούν οι μεταγενέστεροι. Αλλά τα ενδύματα των Αγίων δεν είναι απλώς αντικείμενα που διατηρούν σ’ εμάς τη μνήμη τους, αλλά έχουν κι αυτά τη χάρη του Θεού, καθώς εκείνοι που τα φορούσαν επάνω τους. Το βλέπομε στα ιερά Ευαγγέλια, όπου η αιμορροούσα γυ¬ναίκα, «ακούσασα περί του Ιησού, ελθούσα εν τω όχλω όπισθεν, ήψατο του ιματίου αυτού· έλεγε γάρ ότι εάν άψωμαι των ιματίων αυτού σωθήσομαι. Και εξηράνθη η πηγή του αίματος αυτής».
Αλλά και στις Πράξεις των Αποστόλων βλέπομε ότι ο Θεός έκανε μεγάλα θαύματα με τα χέρια του απο¬στόλου Παύλου, «ώστε και επί τους ασθενούντας επιφέρεσθαι από του χρωτός αυτού σουδάρια και σιμικίνθια και απαλλάσσεσθαι απ’ αυτών τας νόσους.,,». Μαντήλια και προσόψια, που μεταχειριζόταν ο Απόστολος, τα έβαζαν επάνω στους αρρώστους και γίνονταν καλά. Αυ¬τά όλα φανερώνουν ότι όχι μόνο με τα πρόσωπα, αλλά και με τα ενδύματα των Αγίων εκδηλώνεται η χάρη του Θεού σ’ εκείνους που πιστεύουν και ζητούν απαλλαγή από τα δεινά του βίου και ψυχική σωτηρία. Όλα, που καθαγιάζονται μέσα στην Εκκλησία, και πρόσωπα και πράγματα, είναι ιερά και άγια και σαν ευωδιαστό μύρο αναβλύζουν τη χάρη του Θεού.
Το ίδιο και πολύ περισσότερο συμβαίνει με τα ιερά οστά και λείψανα των Αγίων. Για τα άγια λείψανα ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός διδάσκει· «Πηγάς ημίν σωτηρίας ο Δεσπότης Χριστός τα των αγίων παρέσχετο λείψανα, πολυτρόπως τας ευεργεσίας πηγάζοντα, μύρον ευωδίας βρύοντα». Δηλαδή ο Δεσπότης Χριστός μας χά¬ρισε πηγές, από τις οποίες αντλούμε σωτηρία, τα λείψα¬να των αγίων, που με πολλούς τρόπους πηγάζουν τις ευεργεσίες και αναβλύζουν μύρο ευωδίας. Κάθε τόπος όπου έζησε ένας άγιος άνθρωπος, ο τάφος του, τα λείψα¬νά του και τα ενδύματά του, όλα έχουν τη χάρη της αγιο¬σύνης. Γι’ αυτό, ολ’ αυτά οι χριστιανοί τα τιμούν και τα σέβονται, σαν τον πολυτιμότερο πνευματικό θησαυρό. Ο άγιος Χρυσόστομος λέγει ότι ο Θεός μοίρασε μαζί μας τους Άγιους· εκείνος πήρε τις ψυχές και σ’ εμάς αφήκε τα ιερά λείψανα τους.
Μα ο,τι λέμε για όλους τους Αγίους, περισσότερο και πρώτα έχουμε να πούμε για την Υπεραγία Θεοτόκο. Ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός γράφει και διατυπώνει την πίστη της Εκκλησίας· «Την Θεοτόκον, ως κυρίως και αληθώς Θεού μητέρα, τιμήσωμεν»· ας τιμήσουμε τη Θεο¬τόκο, που δικαιωματικά και αληθινά είναι μητέρα του Θεού. Η Εκκλησία, καθώς ψάλλομε στο γνωστό τροπά¬ριο, μεγαλύνει την Υπεραγία Θεοτόκο, «την τιμιωτέραν των Χερουβείμ και ενδοξοτέραν ασυγκρίτως των Σερα¬φείμ». Η αγία Παρθένος είναι όχι μόνο πρώτη απ’ όλους τους Αγίους, αλλά και παραπάνω από τους Αγγέλους· είναι η «όντως Θεοτόκος», όπως ορθόδοξα εδογμάτισε η τρίτη Οικουμενική Σύνοδος και είπε· «Ομολογούμεν την αγίαν Παρθένον Θεοτόκον,..».
Η Εκκλησία ιδιαίτερα τιμά την Υπεραγία Θεοτόκο και απονέμει στο σεπτό πρόσωπο της τιμητική προσκύνη¬ση. Όλες οι Θεομητορικές εορτές, και είναι πολλές όλο το χρόνο, είναι εορτές, όπου η Εκκλησία στο πρόσωπο της αγίας Παρθένου τιμά και εκφράζει σεβασμό στη γυναίκα, τη μητέρα την αδελφή και τη σύζυγο. Άλλες, φτιαχτές εορ¬τές για τη γυναίκα, όπως είναι «η εορτή της μητέρας», περ¬νάνε απαρατήρητες, ενώ όλες οι εορτές για την Υπεραγία Θεοτόκο ομιλούν βαθιά στη ψυχή των πιστών. Τρεις από τις Θεομητορικές εορτές αναφέρονται στα ιερά άμφια της Υπεραγίας Θεοτόκου· πρώτη είναι η εορτή της μετακομιδής της αγίας Ζώνης, που εορτάζεται στις 12 Απριλίου· δεύτερη είναι η εορτή της κατάθεσης της άγιας Εσθήτος που εορτάζεται στις 2 Ιουλίου· και τρίτη είναι η εορτή της κατάθεσης της αγίας Ζώνης, που εορτάζεται στις 31 Αυγούστου.
Σήμερα λοιπόν η Εκκλησία, τελευταία ημέρα του εκ¬κλησιαστικού έτους, εορτάζει την κατάθεση της αγίας Ζώ¬νης της Υπεραγίας Θεοτόκου στον ιερό ναό των Χαλκοπρατείων, που ήταν στην Κωνσταντινούπολη. Στα χρόνια του αυτοκράτορα Ιουστινιανού, πήραν την αγία Ζώνη από την Καππαδοκία και την έφεραν στην Κωνσταντινού¬πολη. Ύστερ’ από τετρακόσια χρόνια, όταν αρρώστησε η Βασίλισσα, άνοιξαν «την αγίαν σορόν», δηλαδή τη λειψα¬νοθήκη στην όποια φυλαγότανε το ιερό άμφιο· ο Πατριάρ¬χης πήρε την αγία Ζώνη και την ακούμπησε επάνω στην άρρωστη, η οποία έγινε καλά. Χαρακτηριστικό είναι το συναξαριακό δίστιχο στη σημερινή εορτή· «Χρυσήν κορωνίδ’ οία, σεμνή Παρθένε, τω του χρόνου τίθημι σην Ζώνην τέλει». Σαν χρυσή κορώνα, σεμνή Παρθένε, επάνω στο τέ¬λος του χρόνου βάζω τη ζώνη σου. Αμήν.

(Επισκόπου Διονυσίου Λ. Ψαριανού, Εικόνες Έμψυχοι, Εκδ. Αποστ. Διακονία, Αθήνα 2000, σ. 261-263)

Αναδημοσίευση από http://vatopaidi.wordpress.com/

Κυριακή 29 Αυγούστου 2010

Αποτομή κεφαλής του Τιμίου Προδρόμου

...
Η 29η Αυγούστου είναι αφιερωμένη στη φυσιογνωμία Ιωάννου του Προδρόμου, ο οποίος αποκεφαλίστηκε από τον Ηρώδη. Ο Ιωάννης είναι εκείνος για τον οποίο ο Κύριος είπε ότι άλλος σαν αυτόν δε γεννήθηκε από γυναίκα στη γη. Και πράγματι η ζωή του Ιωάννη υπήρξε κάτι το μοναδικό στην ιστορία. Κατά πρώτον η γέννηση του υπήρξε τόσο απίθανη ώστε και αυτός ο πατέρας του Ζαχαρίας δεν πίστεψε. Αποτέλεσμα ήταν να μείνει βουβός μέχρι τη στιγμή που κλήθηκε να αναγράψει το όνομα του παιδιού σε πινακίδιο.
Το όνομα Ιωάννης σημαίνει δώρο του Θεού, και πράγματι ο Ιωάννης ήταν θεοδώρητος. Η ενδυμασία του όσο και η τροφή του ήταν απλή και λιτή. Φορούσε χιτώνα από τρίχες καμήλας και ζώνη στη μέση του. Τρεφόταν δε με ακρίδες, δηλαδή με βλαστάρια από διάφορα αγριόχορτα και μέλι άγριο που εύρισκε μέσα στα σπλάχνα των κορμών των δένδρων. Ο Ιωάννης όλως ιδιαιτέρως ήταν πολύ ταπεινός ώστε, ενώ ζούσε σαν επίγειος άγγελος, εν τούτοις είπε για το Χριστό ότι δεν είμαι άξιος να λύσω τον ιμάντα των υποδημάτων Του. Έτυχε δε της μεγάλης τιμής να βαπτίσει το Λόγο του Θεού, τον Οποίον όλοι οι άλλοι προφήτες τον αντίκρισαν μόνο μέσω των συμβόλων και οραμάτων. Ο Ιωάννης αντίθετα, αξιώθηκε να θέσει το χέρι του στην κεφαλή του Δεσπότου, και να ζήσει τη Θεοφάνεια του Τριαδικού Θεού στον Ιορδάνη ποταμό, στη βάπτιση του Κυρίου. Ο Ιωάννης είναι ο συνδετικός κρίκος της προ Χριστού και μετά Χριστό εποχής, και ο τελευταίος προφήτης της Παλαιάς Διαθήκης.
Όμως αυτός ο Ιωάννης ο Πρόδρομος είχε μαρτυρικό τέλος εξ αιτίας του μίσους μιας γυναίκας εναντίον του, επειδή έκανε έλεγχο στα ηθικά της παραπτώματα. Αυτή ήταν η Ηρωδιάδα που ζούσε παράνομα με τον Ηρώδη, η οποία συμβούλεψε την κόρη της να ζητήσει την κεφαλή του Προδρόμου σε πινάκιο. Αυτό έγινε όταν ο Ηρώδης υποσχέθηκε να της χαρίσει ό, τι του ζητήσει μέχρι το μισό βασίλειο του. Έτσι ο Ηρώδης, αν και λυπήθηκε πάρα πολύ, όμως για τους όρκους που είχε δώσει και για να μη εκτεθεί στους συνδαιτυμόνας του ως επίορκος, δεν θέλησε να αθετήσει την υπόσχεση του. Αμέσως έστειλε δήμιο και διέταξε να φέρει την κεφαλή του Ιωάννη. Εκείνος πήγε, τον αποκεφάλισε στη φυλακή, έφερε την κεφαλή του σε πινάκιο και την έδωσε στην κόρη και η κόρη στη μητέρα της. Όταν άκουσαν οι μαθητές του Ιωάννη το θλιβερό γεγονός, ήλθαν και πήραν το νεκρό σώμα του και το έβαλαν στο μνημείο.
Επειδή το απαίσιο αυτό έγκλημα ήταν καρπός μέθης, η Εκκλησία όρισε νηστεία κατά την ημέρα αυτή, την οποία σέβονται όλοι οι Χριστιανοί. Αλλά δεν είναι μόνο η νηστεία, γιατί η Εκκλησία τίμησε τον Πρόδρομο και με πολλούς άλλους τρόπους. Χαρακτηριστικό είναι το ότι στο τέμπλο των ναών ευρίσκεται πάντοτε ο Πρόδρομος Ιωάννης παραπλεύρως του Κυρίου τον Οποίον υποδεικνύει στους ανθρώπους να πιστέψουν για να σωθούν. Και κάτι που, αν δεν το έλεγε ο Ίδιος ο Κύριος, δεν θα το πίστευε κανείς. Όλοι εκείνοι που θα αξιωθούν να κληρονομήσουν τη Βασιλεία του Θεού στον ουρανό, θα αποδειχθούν μεγαλύτεροι από τον Ιωάννη το βαπτιστή. Αυτοί θα βλέπουν το Πρόσωπο του Σωτήρα πολύ πιο ένδοξο από ότι το αντίκρισε ο Ιωάννης στον Ιορδάνη ποταμό. Αυτό είθε να αξιωθούμε όλοι μας με τις προσευχές του Τιμίου Προδρόμου. Αμήν.

.

Παρασκευή 27 Αυγούστου 2010

Ο Άγιος Φανούριος

...
Ο Άγιος Φανούριος είναι αναμφίβολα μια άγια, σημαντική νεανική μορφή, που ξεχωρίζει με τον δικό του τρόπο ανάμεσα στους άλλους Αγίους της χριστιανοσύνης, γιατί δεν τιμάται απλώς σε μια μόνον ημε­ρομηνία, αλλά η πίστη των χριστιανών κά­νει συχνά τη γνωστή φανουρόπιτα.
Ο Άγιος Φανούριος, που έζησε στα Ρω­μαϊκά χρόνια, συγκρούσθηκε τότε θαρρετά με τον κόσμο της ειδωλολατρίας, γιατί το χριστιανικό πνεύμα του θεανθρώπου, δεν του επέτρεπε ν' αρνηθεί τις αναμφισβήτη­τα ενάρετες αρχές του. Έτσι τα 12 μαρτύ­ρια που υπόφερε ο Άγιος, αποτελούν για μας ένα δυνατό κίνητρο για αντοχή και προ­σκόλληση στις ηθικές αξίες του χριστιανι­σμού, για να βγούμε νικητές από ένα αδιά­κοπο αγώνα, ενάντια στην απιστία και αδικία της εποχής μας. Ο Άγιος μας δίδαξε με την πραγματική θυσία του, πως εμείς τώ­ρα δεν παλεύουμε βέβαια με στρατοκράτες Ρωμαίους και απαίσιους Αγαρηνούς, αλλά έχομε ν' αντιμετωπίσουμε τις πιο έντεχνα στημένες παγίδες του υλισμού και αθεϊσμού, που προσπαθούν μαζικά να σαρώσουν τις τάξεις των χριστιανών.
Ο Άγιος Φανούριος ακόμα μας δίδαξε, πως το στεφάνι της ενάρετης ζωής δεν κερ­δίζεται εύκολα, αλλά μόνον με συνεχείς δο­κιμασίες, με θάρρος, υπομονή και αντοχή. Επομένως σαν αληθινοί αγωνιστές της πί­στεως ας μιμηθούμε την υποδειγματική και άμεμπτη ζωή του Αγίου, για να καταξιωθούμε κάποτε κι εμείς να τιμήσουμε το χρι­στιανικό όνομα που φέρουμε, όπως κι αυ­τός επάξια το τίμησε.

Ο Άγιος Φανούριος

1. Γενικά για τη ζωή του

Για την καταγωγή και τη ζωή του Αγίου Φανουρίου δεν υπάρχει τίποτε συγκε­κριμένο, επειδή όλα τα στοιχεία της ζωής του χάθηκαν σε καιρούς ανωμαλίας.
Τα μόνα στοιχεία που έχομε αναφορικά με τον Άγιο είναι η εύρεση της εικόνας του, γύ­ρω στα 1500 μ.Χ., σύμφωνα με τα συναξά­ρια, ή κατ' άλλους γύρω στα 1355-1369 μ.Χ. Άλλοι υποστηρίζουν πως η εικόνα του Αγίου βρέθηκε στη Ρόδο και άλλοι στην Κύ­προ.

2. Η εύρεση της εικόνας

Επιστρέφομε στο παρελθόν, όταν οι Αγαρηνοί εξουσίαζαν τη Ρόδο και απο­φάσισαν να ξαναχτίσουν τα τείχη της πόλης, που βάρβαρα κατέστρεψαν και κατεδάφισαν στον πόλεμο λίγα χρόνια πριν.
Άρχισαν λοιπόν να στέλλουν εργάτες έξω απ' το νότιο μέρος του φρουρίου και να μαζεύουν πέτρες απ' τα μισογκρεμισμένα σπί­τια των κατοίκων, για να ξαναφτιάξουν τα νέα και ισχυρά τείχη της πόλης τους. Ξαφ­νικά μέσα στα χαλάσματα βρήκαν μια ωραιό­τατη, αλλά μισοχαλασμένη στη μια πλευρά εκκλησία κι εκεί μέσα βρήκαν ένα σωρό ει­κόνες, που απ' την πολυκαιρία δεν ξεχώρι­ζαν τις μορφές των Αγίων καθώς και τα γράμματα, που είχανε επάνω τους.
Μια μόνο καταπληκτική εικόνα ξεχώριζε απ' όλες, που ο χρόνος δεν την άγγιξε και παρίστανε ένα νέο ντυμένο σαν στρατιώτης. Ο Μητροπολίτης της Ρόδου Νείλος έτρεξε αμέσως επί τόπου και διάβασε καθαρά το όνομα του Αγίου, που λεγόταν Φανούριος. Συγκινημένος ο Σεβασμιώτατος, για τη φανέρωση του Αγίου, παρατήρησε, πως ήταν ντυμένος σαν Ρωμαίος στρατιωτικός, κρα­τώντας στο αριστερό χέρι του ένα σταυρό και στο δεξιό μια αναμμένη λαμπάδα. Ο α­γιογράφος ακόμα ολόγυρα της εικόνας ζω­γράφισε σε δώδεκα παραστάσεις τα μαρτύ­ρια, που υπόφερε ο Άγιος και, που εξιστορούν ολοφάνερα την όλη ζωή του.

Οι παραστάσεις αυτές είναι οι ακόλουθες:

Α΄. Ο Άγιος παρουσιάζεται όρθιος μπρο­στά στο Ρωμαίο ανακριτή του και φαίνεται ν' απολογείται με θάρρος και να υπερασπί­ζει την χριστιανική πίστη του.

Β΄. Οι στρατιώτες εδώ επεμβαίνουν και χτυ­πούν με πέτρες στο κεφάλι και στο στόμα τον Φανούριο, για ν' αναγκασθεί να υποκύ­ψει και ν' αρνηθεί τον Κύριο.

Γ΄. Οι στρατιώτες έχουν εξαγριωθεί πια απ' την επιμονή του Φανουρίου, γι' αυτό τον έριξαν κάτω και τον χτυπούν τώρα άγρια με ξύλα και ρόπαλα, για να κάμψουν το ακμαίο ηθικό του.

Δ΄. Ο Φανούριος είναι στη φυλακή κι εκεί βασανίζεται με αποτρόπαιο τρόπο. Φαίνε­ται εντελώς γυμνός κι οι στρατιώτες ολόγυ­ρα του ξεσχίζουν τις σάρκες του με αιχμη­ρά σιδερένια εργαλεία. Ο Άγιος υπομένει αγόγγυστα το τρομερό μαρτύριό του.

Ε΄. Ο Φανούριος βρίσκεται και πάλι στη φυ­λακή και προσεύχεται στον θεό, για να τον ενισχύσει ν' αντέξει μέχρι τέλους τα βασανι­στήρια.

ΣΤ΄. Ο Άγιος παρουσιάζεται και πάλιν μπροστά στον Ρωμαίο ανακριτή για ν' απο­λογηθεί για τη στάση του. Απ' την ατάρα­χη έκφραση του προσώπου του φαίνεται, πως ούτε τα βασανιστήρια που υπόφερε, ούτε οι μελλοντικές απειλές του τυράννου του εκλόνισαν την πίστη και έτσι απτόητος περιμένει ακόμη χειρότερα μαρτύρια.

Ζ΄. Οι δήμιοι του Φανουρίου με μανία και σκληρότητα καίουν με αναμμένες λαμπάδες το ολόγυμνο σώμα του, που φαίνεται έτσι η ανυπέρβλητη θυσία του για τον Εσταυ­ρωμένο. Ο Άγιος νικά και πάλιν με την α­δάμαστη θέληση και καρτερία του στον Κύ­ριο.

Η΄. Εδώ οι άγριοι βασανιστές του χρησιμο­ποιούν και μηχανικά μέσα για να φθάσουν στο κορύφωμα του μαρτυρίου του. Έχουν δέσει τον Άγιο πάνω σ' ένα μάγκανο κι αυ­τό σαν περιστρέφεται, του συντρίβει τα κόκκαλα. Υποφέρει εκείνος αγόγγυστα αλλά στο ωραίο πρόσωπό του είναι ζωγραφισμέ­νη ανέκφραστη αγαλλίαση, γιατί υποφέρει για χάρη του Κυρίου.

Θ΄. Ο Φανούριος ρίπτεται σ' ένα λάκκο, για να γίνει βορά άγριων θηρίων κι οι δήμιοί του από πάνω παρακολουθούν να δούνε το τέ­λος του. Τα θηρία όμως έχουν κυριολεκτι­κά εξημερωθεί απ' τη χάρη του Θεού, γι' αυ­τό τον περιτριγυρίζουν ήσυχα σαν αρνάκια και απολαμβάνουν θαυμάσια τη συντροφιά του.

Ι΄. Οι δήμιοί του δεν ικανοποιούνται απ' το προηγούμενο αποτέλεσμα κι έτσι τον βγάζουν απ' τον λάκκο και τον καταπλακώνουν μ' ένα μεγάλο λίθο, βέβαιοι πια πως θα τον αποτελειώσουν. Τίποτε όμως δεν πετυχαίνουνε κι αυτή τη φορά.

ΙΑ΄. Η σκηνή παρουσιάζει τον Άγιο μπρο­στά σε βωμό, όπου οι δήμιοί του τον προτρέπουν να θυσιάσει, βάζοντας στις παλά­μες του αναμμένα κάρβουνα. Ο Φανούριος βγαίνει και απ' αυτή τη δοκιμασία νικητής και αυτό διακρίνεται από ένα διάβολο, που έχει τη μορφή δράκου, που πετά στον αέ­ρα και κλαίει για την αποτυχία του.

ΙΒ΄. Η τελευταία σκηνή είναι το τέλος του μαρτυρίου του, με τον Φανούριο ριγμένο σ' ένα μεγάλο καμίνι να στέκεται όρθιος πάνω σ' ένα σκαμνί και να τον περιζώνουν φλό­γες και καπνοί. Ο Άγιος φαίνεται να προ­σεύχεται αδιάκοπα στον Θεό, χωρίς να εκ­φράζει κανένα παράπονο ή γογγυσμό κι έ­τσι άκαμπτος κι ανυποχώρητος πέταξε στα ουράνια, γεμάτος ικανοποίηση για όσα βά­σανα υπόφερε για χάρη του Κυρίου.

3. Το χτίσιμο του ναού

Ο Μητροπολίτης τότε του νησιού, ο Νεί­λος, όταν μελέτησε επισταμένα την ει­κόνα που βρέθηκε, αποφάνθηκε, πως ο Φα­νούριος ήταν ένας απ' τους σπουδαιότε­ρους μεγαλομάρτυρες της Πίστεώς μας. Α­μέσως έστειλε αντιπροσωπεία στον ηγεμό­να του νησιού και τον παρακαλούσε να του δώσει άδεια για ν' ανακαινίσει την εκκλησία. Όταν όμως ο ηγεμόνας αρνήθηκε, τότε ο Μητροπολίτης μετέβη ο ίδιος προσωπικά στην Κωνσταντινούπολη και κατόρθωσε να εξασφαλίσει απ' τον Σουλτάνο την άδεια που ζητούσε. Επέστρεψε σύντομα στη Ρό­δο κι αναστήλωσε το ναό ακριβώς στην πα­λιά θέση του, έξω από τα τείχη του. Ο να­ός σώζεται ως τα σήμερα και αποτελεί από τότε ιερό προσκύνημα όλων των Χριστια­νών.

4. Στοιχεία απ' την εύρεση της εικόνας

Βλέποντας την εικόνα του Αγίου Φανου­ρίου που βρέθηκε στη Ρόδο, εξάγουμε πολλά αξιόλογα στοιχεία που είναι τα ακό­λουθα:

1. Σαν διαβάσουμε στην εικόνα το όνομα του Αγίου συμπεραίνομε αμέσως, πως εί­ναι ελληνικής καταγωγής.
2. Επίσης συμπεραίνομε πως οι γονείς του ήταν πολύ ευσεβείς, για να του δώσουν ένα τόσο χριστιανικό όνομα.
3. Ο νέος αυτός ακόμα θα ήταν πολύ μορ­φωμένος για να γίνει στρατιωτικός.
4. Υπολογίζουμε ακόμα πως τα μαρτύρια του Αγίου Φανουρίου έγιναν τον β' και γ' αιώνα, όταν οι διωγμοί των χριστιανών βρί­σκονταν στο αποκορύφωμά τους.
5. Ο Φανούριος ολοφάνερα αποδεικνύε­ται πως ήταν Μεγαλομάρτυρας απ' τα πολ­λά και φοβερά μαρτύρια που υπέφερε.
6. Βεβαιωνόμαστε επίσης πως ετιμάτο απ' τους πιστούς χριστιανούς απ' τα χρόνια του μαρτυρίου του σε χριστιανικούς ναούς, για να βρεθεί μάλιστα ένας τέτοιος ναός και στη Ρόδο.
7. Απ' την απεικόνιση του Αγίου φαίνεται πως ο Φανούριος μαρτύρησε σε νεαρά
ηλικία.

5. Θαύματα του Αγίου

Ο Άγιος Φανούριος έκανε αρκετά θαύ­ματα στους πιστούς που επικαλούνται το όνομά του κι ένα απ' αυτά είναι το ακό­λουθο:
Σε μια περίοδο της ιστορικής ζωής της η Κρήτη ήταν υποδουλωμένη στους Λατίνους (1204 - 1669 μ.Χ.), που είχαν δικό τους Αρ­χιεπίσκοπο και γι' αυτό προσπαθούσαν με κάθε τρόπο να παρασύρουν τους κατοίκους του νησιού στον Καθολικισμό (Παπισμό).
Έτσι οι Λατίνοι πήρανε σαν καταπιεστι­κό μέτρο ενάντια στην Ορθοδοξία να μην επιτρέπουν να χειροτονούνται ιερείς στην Κρήτη, οπότε οι Κρητικοί αναγκάζονταν να μεταβαίνουν στο νησί Τσιρίγο (Κύθηρα) για να χειροτονηθούν ιερείς από Ορθόδοξο Αρχιερέα, που έδρευε εκεί.
Κάποια εποχή λοιπόν ξεκίνησαν απ' την Κρήτη τρεις διάκονοι για το Τσιρίγο κι αφού χειροτονήθησαν εκεί ιερείς, επέστρεφαν τρι­σευτυχισμένοι στο πολύπαθο τότε απ' τη σκλαβιά νησί τους. Κατά κακή τους τύχη Αγαρηνοί πειρατές τους συνέλαβαν στο πέ­λαγος, τους μετέφεραν στη Ρόδο, όπου τους πώλησαν σε τρεις διαφορετικούς Αγαρηνούς αφέντες.
Η θέση των τριών ιερέων ήταν αξιοθρή­νητη κι όμως μια γλυκειά προσμονή ήλθε να γλυκάνει το πικρό παράπονό τους. Μάθα­νε πως στη Ρόδο ο Άγιος Φανούριος θαυματουργούσε και σ' αυτόν στήριξαν τις ελ­πίδες τους κι ολοένα προσεύχονταν και τον επικαλούνταν ο καθένας τους ξεχωριστά, για να τους λυτρώσει απ' την σκληρή αιχ­μαλωσία στους μιαρούς Αγαρηνούς.
Ζήτησε, λοιπόν, ο κάθε ιερέας, χωρίς να συνεννοηθούν μεταξύ τους, απ' τον αφέν­τη του, να του δώσει άδεια να μεταβεί στην εκκλησία για να προσκυνήσει την εικόνα του Αγίου Φανουρίου. Πήρανε κι οι τρεις τους μ' ευκολία την άδεια, προσκύνησαν μ' ευ­λάβεια την εικόνα του Αγίου βρέχοντας τη γη με τα δάκρυά τους γονατιστοί σαν προ­σεύχονταν και με όλη τη δύναμη της ψυχής τους παρακαλούσαν τον Άγιο Φανούριο να μεσολαβήσει για να γλυτώσουν πια απ' τα χέρια των Αγαρηνών.
Αφού οι ιερείς αναχώρησαν, ανακουφι­σμένοι απ' τον πόνο τους, ο Άγιος Φανού­ριος παρουσιάστηκε τη νύχτα και στους τρεις αφέντες τους και τους διέταξε να ελευ­θερώσουν τους σκλάβους ιερείς τους, δια­φορετικά θα τους τιμωρούσε σκληρά. Οι Αγαρηνοί όμως άρχοντες θεώρησαν την επέμ­βαση του Αγίου σαν κάποια μαγεία, γι' αυ­τό αλυσόδεσαν τους σκλάβους τους κι άρ­χισαν να τους βασανίζουν με χειρότερο τρό­πο.
Την άλλη όμως νύχτα ο Άγιος Φανούριος επέμβηκε πιο αποτελεσματικά, έλυσε τους τρεις ιερείς απ' τα δεσμά τους και τους υ­ποσχέθηκε, πως θα τους ελευθέρωνε από τους Αγαρηνούς την άλλη μέρα. Φανερώ­θηκε και πάλι στους Αγαρηνούς και τους απείλησε αυτή τη φορά, πως αν δεν ελευθέρωναν το πρωί τους ιερείς, θα μεταχειρι­ζότανε σκληρά μέτρα γι' αυτούς.
Το άλλο πρωί οι Αγαρηνοί αισθάνθησαν την τιμωρία, γιατί έχασαν όλοι το φως τους και το κορμί τους έμεινε παράλυτο. Έτσι αναγκάσθησαν τότε να συμβουλευτούν τους συγγενείς τους, για να συζητήσουν το κα­κό που τους βρήκε. Όλοι δε οι άρχοντες α­ποφάσισαν να καλέσουν τους τρεις ιερείς, μήπως μπορούσαν να τους βοηθήσουν. Οι ιερείς την μόνη απάντηση που έδωσαν ήταν, πως αυτοί θα παρακαλούσαν τον Θεό τους κι Εκείνος θα αποφάσιζε.
Την τρίτη νύχτα παρουσιάστηκε πάλι ο Άγιος Φανούριος στους Αγαρηνούς και τους ανακοίνωσε πως αν δεν έστελναν οι τρεις άρχοντες γραπτώς στο ναό του τη συγκατάθεση τους για την απελευθέρωση των ιερέων, δεν θα ξανάβρισκαν πια την υ­γεία τους. Οι Αγαρηνοί τότε θέλοντας και μη έγραψαν το γράμμα που ζήτησε ο Άγιος Φανούριος και δήλωναν απερίφραστα, πως παραχωρούσαν, στους τρεις ιερείς την ελευ­θερία τους. Αυτές οι δηλώσεις τους κατατέ­θηκαν στον ιερό ναό του Αγίου.
Πριν ακόμα επιστρέψει η αντιπροσωπεία των Αγαρηνών απ' το ναό, οι τυφλοί και παράλυτοι άπιστοι έγιναν εντελώς καλά με το θέλημα του Αγίου. Οι πλούσιοι Αγαρηνοί έδωσαν στους τρεις ιερείς όλα τα έξοδα του ταξιδιού τους κι αυτοί πριν αναχωρή­σουν κατέφυγαν στην εκκλησία, και αφού ευχαρίστησαν τον Άγιο για την απελευθέ­ρωσή τους, αντέγραψαν πιστά την εικόνα του Αγίου Φανουρίου και την πήραν στην Κρήτη, όπου την τιμούσαν κάθε χρόνο με δοξολογίες και λιτανείες.

6. Η πίτα του Αγίου Φανουρίου

Η μεγάλη τιμή που τρέφουν οι χριστιανοί στον Άγιο Φανούριο, έγινε αιτία να δημιουργηθεί στο λαό το παραδοσιακό έθι­μο της πίττας του Αγίου ή καλύτερα της φανουρόπιτας.
Η πίτα συνήθως είναι μικρή και στρογ­γυλή και γίνεται από καθαρό αλεύρι, ζάχα­ρη, κανέλλα, λάδι κι αφού όλα αυτά τα υλι­κά ανακατευθούν, ζυμώνονται, μπαίνουν σε στρογγυλή φόρμα και η πίττα ψήνεται σε μέτρια θερμοκρασία στο φούρνο.
Η πίτα γίνεται για να φανερώσει ο Ά­γιος σε κάποιον ένα χαμένο αντικείμενο, κά­ποια δουλειά αν ένας είναι άεργος, κάποια χαμένη υπόθεση, την υγειά σε κάποιο άρ­ρωστο και άλλα παρόμοια.

Η Εκκλησία μας γιορτάζει τη μνήμη του στις 27 Αυγούστου.

ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ
Ήχος δ΄. Βασίλειον διάδημα
Ουράνιον εφύμνιον εν γη τελείται λαμπρώς, επίγειον πανήγυριν νυν εορτάζει φαιδρώς Αγγέλων πολίτευμα, άνωθεν υμνωδίαις, ευφημούσι τους άθλους, κάτωθεν Εκκλησία την ουράνιον δόξαν. ην εύρες πόνοις και άθλοις τοις σοις, Φανούριε ένδοξε.

ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ
Ήχος γ΄. Η Παρθένος σήμερον

Ιερείς διέσωσας αιχμαλωσίας αθέου και δεσμά συνέθλασας δυνάμει Θεία, Θεόφρον, ήσχυνας τυράννων θράση γενναιοφρόνως, ηύφρανας Αγγέλων τάξεις Μεγαλομάρτυς, δια τούτο σε τιμώμεν, θείε οπλίτα, Φανούριε ένδοξε.

ΜΕΓΑΛΥΝΑΡΙΟΝ

Τους ασπαζομένους την σην σεπτήν εικόνα εν πίστει και αιτούντας σην αρωγήν, Μάρτυς, κληρονόμους της Θείας Βασιλείας, Φανούριε, λιταίς σου πάντας ανάδειξον.

( ΕΚΔΟΣΕΙΣ: ΟΡΘΟΔΟΞΟΝ ΙΔΡΥΜΑ «Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΒΑΡΝΑΒΑΣ» )

Αναδημοσίευση από Ιερόν Ησυχαστήριον Παντοκράτορος Μελισσοχωρίου

.

.

Πέμπτη 26 Αυγούστου 2010

« Θησαυρός Μετανοίας »

...
Τά εκούσια, Σωτήρ,

καί τα ακούσια πταίσματά μου

καί τα φανερά

καί κρυπτά και γνωστά

καί άγνωστα πάντα

συγχωρήσας ως Θεός,

ιλάσθητι καί σώσον με.


Τα θεληματικά, Σωτήρα μου,

καί τα ΄αθέλητα σφάλματά μου

καί τα φανερά

καί τα κρυφά καί τα γνωστά

καί τ΄ άγνωστα, όλα

συγχώρησέ τα, ως Θεός.

Σπλαχνίσου με και σώσε με.


Η υπερβολική αγάπη του Θεού στον μετανοούντα άνθρωπο.
Τα είδη της μετάνοιας και τα είδη των αμαρτημάτων.

Δεν έχει τόσο μεγάλη αγάπη καί τόσο φλογερό έρωτα ο γαμπρός για τη νύφη, όση αγάπη καί όσον έρωτα έχει ο αληθινός και γλυκύτατος Νυμφίος των ψυχών μας, ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός, για έναν αμαρτωλό, πού επιστρέφει από την πλάνη με γνήσια μετάνοια. Τον αγκαλιάζει αόρατα, σάν Πατέρας φιλόστοργος, τον καταφιλάει γλυκά, κάνει για χάρη του στους ουρανούς γιορτή, πανηγύρι μεγάλο, όπως βεβαιώνει ο ίδιος στο Ευαγγέλιο: "Χαρά γίνεται στον ουρανό για τη μετάνοια ενός αμαρτωλού" (Λουκ. 15:7).

Ένας άνθρωπος, πάντως, πού είναι για πολύ καιρό υποταγμένος σε αμαρτωλά πάθη, δεν θα μπορέσει να ελευθερωθεί απ΄ αυτά καί να μετανοήσει γνήσια, έστω κι αν το αποφασίσει, αν δεν λάβει απ΄ το Θεό το χάρισμα της μετάνοιας. Αλλά το χάρισμα αυτό δεν δίνεται στον αμαρτωλό, αν πρώτα δεν το ζητήσει επίμονα καί επίπονα από τον ελεήμονα και φιλάνθρωπο Κύριο. "Ζητάτε", λέει, "καί θα σας δοθεί, χτυπάτε την πόρτα καί θα σας ανοιχθεί" (Ματθ. 7:7). Κανένα ουράνιο χάρισμα δεν μας δίνει ο Θεός, αν εμείς δεν το ζητάμε με επιμονή, για να μήν παραβιάσει το αυτεξούσιο καί την ελευθερία μας. Μας δίνει, όμως, πολλές αφορμές, για να ζητάμε τη χάρη Του. Έτσι, με παραχώρησή Του, βρίσκουν από τη μια τους δικαίους θλίψεις και πειρασμοί διάφοροι, πού πολλές φορές φτάνουν στα όρια της ανθρώπινης αντοχής, καί από την άλλη τους αμαρτωλούς συμφορές, αρρώστιες, κίνδυνοι και αναποδιές, ώστε, αναγκασμένοι απ΄ όλα αυτά, να έρχονται σε μετάνοια, ν΄ αφήνουν κάθε κακία καί να προστρέχουν στου Θεού το έλεος, ζητώντας τη χάρη καί τη βοήθειά Του.

Η μετάνοια, αγαπητοί μου, με κριτήριο την προσέλευσή της, είναι δύο ειδών. Εκείνη που προέρχεται από την ελεύθερη βούλησή μας -όταν κραυγάζουμε το, "Αμάρτησα!", καί τρέχουμε στους πνευματικούς μας πατέρες για να εξομολογηθούμε τις αμαρτίες μας. Και εκείνη που προέρχεται από το Θεό, πού δίνεται χαρισματικά απ΄ Αυτόν- όταν ολότελα και ολόψυχα μισήσουμε τις αμαρτίες πού εξομολογηθήκαμε, χύνοντας δάκρυα κατανυκτικά στη θύμησή τους. Η κατάνυξη τούτη είναι σημάδι φανερό της συγχωρήσεως καί της σωτηρίας μας.

Πρέπει, όμως, να ξέρουμε, ότι καί τ΄ αμαρτήματα διακρίνονται σε διάφορα είδη. Άλλα είναι εκούσια, δηλαδή θεληματικά, καί άλλα ακούσια, δηλαδή αθέλητα. Άλλα είναι φανερά, εκείνα δηλαδή πού βλέπουν οι άνθρωποι, και άλλα κρυφά, εκείνα πού δεν γίνονται μπροστά στα μάτια των άλλων. Άλλα πάλι είναι γνωστά, εκείνα δηλαδή πού, κι αν δεν τα είδαν οι άνθρωποι, ωστόσο τα γνωρίζουν, και άλλα άγνωστα, εκείνα που σκεπάζονται με το πέπλο της υποκρισίας. Γιατί συχνά ένας άνθρωπος άλλος φαίνεται και άλλος είναι στην πραγματικότητα. Ενώ φαίνεται δίκαιος, καλοσυνάτος και ενάρετος, εσωτερικά είναι γεμάτος κακία και δολιότητα. Πολύμορφο ζώο, βλέπετε, είναι ο άνθρωπος.

Όλα τ΄ αμαρτήματα, πάντως, που διαπράττουμε με τη διάνοια, τα λόγια και τα έργα, εκούσια ή ακούσια, γνωστά ή άγνωστα, φανερά ή κρυφά, είναι γυμνά και τρανά μπροστά στα φοβερά θεία Μάτια, πού βλέπουν τα πάντα. Καί αν δεν απαλλαγούμε απ΄ αυτά όσο ακόμα βρισκόμαστε στη ζωή με τέλεια αποχή και εξομολόγηση, τη φοβερή μέρα της Κρίσεως θα διαλαληθούν μπροστά σε μυριάδες αγγέλων καί ανθρώπων. Τότε όχι μόνο θα καταντροπιαστούμε, μα καί θα υποστούμε την αιώνια κόλαση.

Ας εξομολογηθούμε, λοιπόν, στον πνευματικός μας πατέρα, με τη σταθερή απόφαση να μήν ξανακάνουμε τα ίδια αμαρτήματα, καί ας παρακαλέσουμε τον Κύριο να μας δώσει το χάρισμα της κατανυκτικής μετάνοιας, πού γεννάει τα θερμά δάκρυα. Έτσι θα έχουμε πάντα κοντά μας ιλαρό και στοργικό τον φιλόψυχο Δεσπότη μας. Με τη χάρη Εκείνου θα πετύχουμε την ψυχική μας σωτηρία καί θ΄ αξιωθούμε να σταθούμε στα δεξιά Του μαζί με τους αγίους όλων των αιώνων. Αμήν, αμήν!

Κατανυκτική ερμηνεία τροπαρίων του Μεγάλου Κανόνος του αγίου Ανδρέου Κρήτης
από τον αρχιεπίσκοπο Μύρων Ιωάννη τον Λίνδιο (+1796),
Εκδ. Ιερά Μονή Παρακλήτου

ΠΡΩΤΗ ΩΔΗ - Τροπάριο ΙΘ΄
.
.

Τετάρτη 25 Αυγούστου 2010

Το παράπονο Του Χριστού !

...
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
Με ονομάζεται, Κύριον αλλά δεν με Υπακούετε.
Με ονομάζεται Φως, αλλά δεν με Βλέπετε.
Με ονομάζεται Οδόν αλλά δεν με Ακολουθείτε.
Με ονομάζεται Ζωήν αλλά δεν με Επιθυμείτε.
Με ονομάζεται Σοφία, αλλά δεν με Συμβουλεύεσθε.
Με ονομάζεται Αλήθεια, αλλά δεν με Πιστεύετε.
Με ονομάζεται Παντοδύναμον, αλλά δεν με Εμπιστεύεσθε.
Με ονομάζεται Δίκαιο, αλλά δεν με Φοβείσθε.
Με ονομάζεται Πατέρα, αλλά δεν γίνεσθε Παιδιά μου.
Με ονομάζεται Σωτήρα αλλά δεν θέλετε την Σωτηρία Σας.
.
.

Τρίτη 24 Αυγούστου 2010

Ο Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός

...
Από τους μεγαλύτερους της αφύπνισης και αναγέννησης του ελληνισμού, ο λόγιος ιερέας Κοσμάς, μορφωμένος σε εκκλησιαστικές σχολές έρχεται σε αντίθεση με την μεροληπτική και επίπεδη επιχειρηματολογία των Εθνικών για τον δήθεν ανθελληνισμό της Βυζαντινής Ελληνικής Ορθόδοξης Αυτοκρατορίας και των πολιτών της, όπως επίσης και για εκείνον της Εκκλησίας. Επίσης θα καταδείξει την πάγια τακτική της εξουσίας προς τους πολέμιούς της, ανεξαρτήτου θρησκευτικού φρονήματος και εθνικής προέλευσης. Ας προσεχθεί επίσης πως αυτός ο αφυπνιστής του Γένους είναι Χριστιανός και όχι υποτιθέμενος «κρυπτόμενος Εθνικός υπό διωγμό, που θεράπευε τον Ελληνικό πολιτισμό». Αυτός ο Έλληνας Προφήτης Χριστιανός Ιερέας συνέβαλε στην αφύπνιση του Ελληνισμού σπουδάζοντας και μαθαίνοντας γράμματα αποκλειστικά σε εκκλησιαστικά μορφωτικά ιδρύματα (Αθωνιάδα, Πατριαρχική Σχολή Κωνσταντινούπολης κ.α.). Αυτό έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τα επιχειρήματα Εθνικών για την μη «ελληνική» παιδεία της Ορθόδοξης Εκκλησίας και τους θεσμούς που αυτή περικλείει.

Γεννήθηκε το 1714 στο Μεγάλο Δένδρο της Αιτωλίας. Το βαπτιστικό του όνομα ήταν Κώνστας. Στην ηλικία των 8 στάλθηκε στην Σιγδίτσα της επαρχίας Παρνασσίδος όπου ήταν μαθητής του ιεροδιδάσκαλου Λύτσικα , αργότερα μετέβη στο Άγιο Όρος όπου σπούδασε στην Αθωνιάδα Σχολή υπό τους διδάσκαλους Παναγιώτη Παλαμά και Νικόλαο Ζερτζούλην. Μετά την αποφοίτησή του πήγε στην μονή Φιλοθέου, όπου και χειροτονήθηκε μοναχός με το όνομα Κοσμάς. Ο μονότονος μοναχικός βίος του δεν του άρεσε όπου ήθελε να δράση για το όφελος της κοινωνίας.

Αφού εγκατέλειψε την μονή πήγε στην Κωνσταντινούπολη όπου συναντήθηκε με τον μεγάλο αδελφό του Χρύσανθο διδάσκαλο της πατριαρχικής σχολής. Με τις συστάσεις που του έκανε γνωρίστηκε με πολλούς αρχιερείς και με τον πατριάρχη Σεραφείμ και με την έγγραφη άδεια του Πατριαρχείου άρχισε το ευαγγελικό κήρυγμα το 1760 από την πρωτεύουσα. Μετά περιηγήθηκε στα νησιά του Αιγαίου Πελάγους , τη Μακεδονία , Ήπειρο , Θεσσαλία , Στερεά Ελλάδα και Ιόνια Νησιά κηρύττοντας τον θείο λόγο.

Τα κηρύγματα του Κοσμά δημιούργησαν μεγάλη εντύπωση διότι χρησιμοποιούσε την δημοτική γλώσσα. Ο λαός κατά χιλιάδες παρακολουθούσε τα κηρύγματά του σε όλα τα χωριά ενώ εκείνος δίδασκε με ασυνήθιστη ευγλωττία , κοινωνική αλληλεγγύη , θρησκευτική ευλάβεια και την αγάπη του προς την παιδεία. Ήταν ένθερμος υποστηριχτής της παιδείας. Αυτό φαίνεται και από μια επιστολή του προς τον αδελφό του Χρύσανθο που τώρα ήταν Σχολάρχης Νάξου και από την οποία μαθαίνουμε ότι ταξίδεψε σε 30 επαρχίες , ίδρυσε 10 ελληνικά σχολεία και 200 δημοτικά. Στο τέλος της επιστολής του γράφει : «Δέκα χιλιάδες Χριστιανοί με αγαπώσι και ένας με μισεί. Χίλιοι Τούρκοι με αγαπώσι και ένας όχι τόσο. Χιλιάδες εβραίοι θέλουσι τον θάνατό μου και ένας όχι. Αψοθ’ Μαρτίου β΄. Ο σός αδελφός Κοσμάς Ιερομόναχος».

Όχι μόνο οι Χριστιανοί αλλά και οι Τούρκοι σέβονταν τον Κοσμά και άκουαν με προσοχή τις συμβουλές του. Σε όποιο μέρος δίδασκε καρφωνόταν ένας ξύλινος σταυρός για να αποδεικνύει ότι πέρασε από εκεί. Κατά την αποστολική του περιοδεία ακολουθείτο από πολλούς ιερείς οι οποίοι μιμούμενοι αυτόν διασκορπίζονταν στα χωριά κηρύττοντας ή αναγιγνώσκοντας τους λόγους του. Επειδή δε συνήθως έψεγε και κάκιζε τους άρχοντες των κοινοτήτων που επισκεπτόταν και τις αυθαιρεσίες τους , είχε πολλούς εχθρούς. Στην Κεφαλονιά οι άρχοντες - ευγενείς ζήτησαν από τον Ενετό διοικητή την απέλασή του η οποία όμως ματαιώθηκε από την ενθουσιώδη υποστήριξη του λαού. Όταν αποφάσισε να μεταβεί στην Ζάκυνθο τον συνόδευσαν 10 πλοία κατάμεστα από Κεφαλλονίτες θαυμαστές του. Επειδή όμως οι άρχοντες του απαγόρευσαν να αποβιβασθεί γιατί φοβήθηκαν τα λεγόμενά του , γύρισε ξανά στην Κεφαλονιά και μετά από αρκετό καιρό στην Κέρκυρα όπου και του έγινε μεγάλη υποδοχή. Πρωτοφανής ήταν η συρροή των ακροατών τόσο από τους Ιονίους νήσους όσο και από την Ήπειρο ώστε και πάλι ο Κοσμάς δεν έμεινε ήσυχος. Αναγκάσθηκε από τον διοικητή του νησιού , που παρακινήθηκε από τους προύχοντες , να εγκαταλείψει το νησί και να περάσει στην Ήπειρο και την Αλβανία.

Οι Εβραίοι της Ηπείρου συκοφάντησαν τον Αιτωλό ως φιλοπόλεμο και τον κατηγόρησαν στην Τουρκική διοίκηση ως οργανωτή επαναστάσεως. Προσκλήθηκε τότε στο Βεράτιο της Αλβανίας για να απολογηθεί και καταγοήτευσε τόσο τον διοικητή ώστε αντί να καταδικασθεί του δόθηκε μικρός θρόνος όπου και ανέβηκε κηρύσσοντας τον λόγο του Θεού. Τότε οι Εβραίοι επινόησαν άλλο μέσο για να καταδικασθεί. Προσέλαβαν μουσουλμάνο εισπράκτορα ο οποίος ανάφερε στον διοικητή ότι λιγόστευαν οι φόροι διότι ο κόσμος παρακολουθεί την διδασκαλία του Αιτωλού αντί να ασχολείται με την γεωργία. Ο διοικητής διέταξε να τον σταματήσουν αλλά ο εισπράκτορας παρερμήνευσε την διαταγή και ενέργησε κρυφά ώστε να θανατωθεί. Σκοτώθηκε τις 24 Αυγούστου 1779.

Την μνήμη του Κοσμά σέβονταν και οι Μουσουλμάνοι. Ο διαβόητος Αλή - Πασάς των Ιωαννίνων έκτισε με δικά του έξοδα εκκλησία στο χωριό Καλκουτάση του Βεράτιου, όπου κρεμάστηκε ο Άγιος Κοσμάς, ονομάσθηκε Άγιος με απόφαση της εκκλησίας , και ζήτησε να του ετοιμάσουν αργυρή κεφαλή του Αγίου. Όταν την έφεραν μπροστά στον Αλή , αυτός τότε έψαυσε 3 φορές τα γένια του σε σημείο σεβασμού. Επειδή οι παρόντες μουσουλμάνοι δυσανασχέτησαν τους είπε ο Αλή - Πασάς : «φέρετέ μου ένα μουσουλμάνο σαν αυτόν τον χριστιανό να του φιλήσω και τα πόδια».


Η ΖΩΗ ΤΟΥ ΚΟΣΜΑ ΤΟΥ ΑΙΤΩΛΟΥ
( Του Γ. Δ. Μεταλληνού , κοσμήτορα της Θεολ. Σχολής του Παν. Αθηνών )

Ο Κοσμάς ο Αιτωλός, μοναχός, υπήρξε διδάσκαλος και φωτιστής του Γένους, εθνομάρτυρας και άγιος της Εκκλησίας. Καμιά προσωπικότητα των χρόνων της δουλείας δεν έχει απασχολήσει τόσο πολύ την επιστήμη, τη λογοτεχνία και τη θεολογία, όσο ο Πατροκοσμάς, όπως επικράτησε να ονομάζεται από τα πλατιά λαϊκά στρώματα. Ανήκει στις φωτισμένες μορφές, που προετοίμασαν το Γένος για την παλιγγενεσία του. Η εμφάνιση του συνέπεσε με μια κρισιμότατη περίοδο της ιστορίας του δούλου Γένους. Τον 18ο αιώνα συντελείται η ανασυγκρότηση του ελληνισμού σε όλους τους τομείς. Μέσα στο προστατευτικό πλαίσιο της εθναρχούσας Εκκλησίας διατήρησε την ακεραιότητα του και μπόρεσε να επιβιώσει στους ιδιαίτερα δύσκολους 16ο και 17ο αιώνες.

Βιογραφικά

Γεννήθηκε το 1714 στο Μέγα Δένδρο (κατ' άλλους στον Ταξιάρχη), της επαρχίας Αποκούρου της Αιτωλίας. Το Μέγα Δένδρο δέχεται ως τόπο καταγωγής του ο πρώτος βιογράφος και σύγχρονος του Νικόδημος ο Αγιορείτης. Έμαθε τα πρώτα γράμματα στο ιεροδιδασκαλείο του Λύτσικα στη Σιγδίτσα της Παρνασσίδος και στη μονή Αγίας Παρασκευής στα Βραγγιανά των Αγράφων. Δίδαξε ως «υποδιδάσκαλος» στη Λομποτινά Ναυπακτίας και σε άλλα χωριά. Επιθυμώντας να λά6ει μιαν ανώτερη παιδεία πήγε στην Αθωνιάδα Σχολή (μονή Βατοπεδίου) γύρω στο 1750, όπου είχε δασκάλους τον Παν. Παλαμά, τον Ευγένιο Βούλγαρη και τον Νικ. Τζαρτζούλη.

Στο Άγιο Όρος επιδόθηκε στην άσκηση και τη μελέτη της Αγίας Γραφής και των εκκλησιαστικών Πατέρων. «Μελετώντας το άγιον και ιερόν Εύαγγέλιον -έλεγε στο κήρυγμα του-εύρον μέσα πολλά και διάφορα νοήματα, τα οποία είναι όλα μαργαριτάρια, διαμάντια, θησαυρός, πλούτος, χαρά, ευφροσύνη, ζωή αιώνιος». Μολονότι το περιεχόμενο της παιδείας του δεν είναι εύκολο να προσδιοριστεί με ακρίβεια, από το κήρυγμα του συνάγεται ότι είχε μια βαθιά εκκλησιαστική γνώση και μια επαρκή γενικότερη «θύραθεν» παιδεία. Γνώριζε καλά Ελληνικά, έμαθε ξένες γλώσσες («Εβραϊκά, Τουρκικά, Φράγκικα») και δείχνει κάποια άνεση στη χρήση και της αρχαίας ελληνικής γραμματείας. Άλλωστε, και μετά τη φοίτηση του στην Αθωνιάδα, ως μοναχός μπορούσε να συνεχίσει την κατάρτιση του «κατ' ιδίαν» («... έφθειρα την ζωήν μου είς την σπουδήν σαράντα πενήντα χρόνους... τα βάθη της σοφίας ήρεύνησα» -θα ομολογήσει). Το 1759 έγινε μοναχός στη μονή Φιλόθεου. Τότε άλλαξε το κοσμικό του όνομα Κώνστας με το μοναχικό Κοσμάς.

Στον χώρο της μετανοίας του φλεγόταν από τον πόθο να βοηθήσει το υπόδουλο Γένος, συμβάλλοντας στον κατά Θεόν φωτισμό του. «Άκούοντας και εγώ, αδελφοί μου -θα πει αργότερα-τούτον τον γλυκύτατον λόγον, όπου λέγει ο Χριστός μας, να φροντίζωμεν και δια τους αδελφούς μας, μ' έτρωγεν εκείνος ο λόγος μέσα είς την καρδίαν τόσους χρόνους, ωσάν το σκουλήκι, όπου τρώγει το ξύλον... Όθεν άφησα την Ιδικήν μου προκοπήν, το ιδικόν μου καλόν, και εβγήκα να περιπατώ από τόπον είς τόπον και διδάσκω τους αδελφούς μου». Και αλλού θα συμπληρώσει: «Επειδή το Γένος μας έπεσεν εις αμάθειαν, είπα: Ας χάση ο Χριστός εμένα, ένα πρόβατον, και ας κερδίση τα άλλα. Ίσως η ευσπλαγχνία του Θεού και η ευχή σας σώση και εμένα».

Στα τέλη του 1760, πιθανότατα, πήγε στην Κωνσταντινούπολη και έλαβε άδεια και ευλογία του οικουμενικού πατριάρχη Σωφρονίου Β', για να αρχίσει το ιεραποστολικό του έργο, το οποίο συνέχισε για μια περίπου εικοσαετία και το επισφράγισε με το μαρτύριο του.

Ο Κοσμάς πραγματοποίησε τέσσερεις ή κατ' άλλους τρεις περιοδείες, σε όλο τον ελλαδικό χώρο. Οι πορείες του δεν μπορούν να οριστούν με ακρίβεια. Διάφορες «ενθυμήσεις» εκκλησιαστικών βιβλίων, τοπικές παραδόσεις και οι επιστολές του βεβαιώνουν ότι περιόδευσε τα μέρη της Κωνσταντινούπολης, τη Θράκη, το Άγιο Όρος, τη Στερεά Ελλάδα, την Αχαΐα, τη Θεσσαλία, τη Μακεδονία, την Ήπειρο, τα νησιά του Αιγαίου και Ιονίου, τμήμα της Σερβίας και τη Βόρειο Ήπειρο, όπου υπήρχε ελληνικό στοιχείο. Κήρυττε σε πόλεις και χωριά, σε ορεινές και απομονωμένες περιοχές, αψηφώντας μόχθο και κινδύνους. Παρά την ηπιότητα και πατρικότητα του κηρύγματος του, που έβρισκε μεγάλη λαϊκή ανταπόκριση, δεν έλειψαν οι αντιδράσεις. Τους πλουσίους και κάθε είδους δυνατούς προκαλούσε ο λόγος του να δώσουν «το άδικον οπίσω»· πολλούς από τους κοτζαμπάσηδες ο λόγος του για δικαιοσύνη- τους Ενετούς και το επτανησιακό αρχοντολόι η ρωμαίικη παράδοση, που αυτός εκπροσωπούσε· και τέλος τους Εβραίους η μεταφορά, με ενέργειες του, του παζαριού από την Κυριακή στο Σάββατο και οι λαϊκές αντιεβραϊκές παραδόσεις, που χρησιμοποιούσε. Η επιβουλή των Εβραίων εναντίον του έγινε ο μεγαλύτερος κίνδυνος του: «Να τον παρακαλέσετε (τον Χριστό) -έλεγε-να με φυλάγη από τις παγίδες του Διαβόλου και μάλιστα των Εβραίων, όπου εξοδιάζουν χιλιάδες πουγγιά δια να με θανατώσουν». Στις 2 Μαρτίου 1779 έγραφε στον λόγιο αδελφό του Χρύσανθο: «Δέκα χιλιάδες Χριστιανοί με άγαπώσι και ένας με μισεί. Χίλιοι Τούρκοι με άγαπώσι και ένας όχι τόσον. Χιλιάδες Εβραίοι θέλουν τον θάνατον μου και ένας όχι». Οι Εβραίοι τον συκοφάντησαν ότι δήθεν ήταν όργανο της Ρωσίας και υποκινούσε επανάσταση. Ενώ κήρυσσε στο χωριό Κολικόντασι του Βερατίου, συνελήφθη με εντολή του Κουρτ πασά, στις 23 Αυγούστου 1779, και την επομένη κρεμάστηκε από δέντρο στις όχθες του ποταμού Άψος, χωρίς καμιά δίκη και καταδικαστική απόφαση. Το σώμα του γυμνώθηκε και ρίχτηκε οτον ποταμό, απ' όπου το ανέσυρε ύστερα από τρεις μέρες ο εφημέριος του χωριού και το έθαψε στον ναό του.

Η δράση

Ο Κοσμάς επέλεξε τον αποστολικό τρόπο δράσης, υπακούοντας σε εντολές και ευρύτερο σχέδιο του οικουμενικού πατριαρχείου. Η έναρξη ιεραποστολικής δράσης σχεδόν ταυτόχρονα με τον Κοσμά και από τον λόγιο ιεροκήρυκα του πατριαρχείου Δωρόθεο Βουλησμά ενισχύει αυτή την εκδοχή. Οι περιοδείες του Πατροκοσμά αποσκοπούσαν στην ενίσχυση της λαϊκής ενότητας μέσα στην εκκλησιαστική παράδοση, που ήταν και εθνική. Πρωταρχικός στόχος του ήταν η ανάσχεση των εξισλαμισμών, που είχαν πυκνωθεί τον 18ο αιώνα. Το κήρυγμα του Πατροκοσμά μπόρεσε να βρει απήχηση και συνεπώς να έχει και διάρκεια, γιατί ο Κοσμάς μπορούσε να μιλεί με τρόπο κατανοητό στον λαό, αντίθετα με άλλους λογίους ιεροκήρυκες της εποχής του. Ο λόγος του φανερώνει το λαϊκό φρόνημα του. Χρησιμοποίησε τον γλωσσικό κώδικα επικοινωνίας των λαϊκών στρωμάτων, για να μπορεί να βρει απήχηση ο λόγος του. Διάνθιζε το κήρυγμα του με ελεύθερη απόδοση αγιογραφικών και πατερικών χωρίων, με τα οποία ο λαός ήταν εξοικειωμένος στη λειτουργική ζωή του. Ο «δημοτικισμός» όμως του Πατροκοσμά δεν ήταν τεχνητός, αλλά φυσικός και αβίαστος. Δεν επεδίωκε, άλλωστε, τον εντυπωσιασμό του λαού, αλλά την πνευματική προκοπή του. Στην απλουστευμένη μορφή του λόγου του σώζεται ατόφιος ο ελληνικός γλωσσικός πλούτος, μέσα σε μια φυσική και ανεπιτήδευτη ρητορικότητα, που παρουσιάζει σε πολλά σημεία σπάνια λογοτεχνική δύναμη. Ο Πατροκοσμάς δεν κατέχεται από κάποιο γλωσσικό μονισμό. Γνωρίζει την ελληνική γλώσσα σ' όλη τη διαχρονία της. Γι' αυτό χρησιμοποιεί με άνεση διάφορες γλωσσικές μορφές, ανάλογα με τις περιστάσεις. Αρκεί να παραβάλει κανείς τη γλώσσα του κηρύγματος του με εκείνη της αλληλογραφίας του.

Η αγάπη του Κοσμά για τον λαό φανερώνεται συχνά στο κήρυγμα του. «Χρέος έχουν εκείνοι, όπου σπουδάζουν -σημειώνει-να μη τρέχουν εις αρχοντικά και αυλάς μεγάλων και να ματαιώνωσι (να χαραμίζουν) τη σπουδή τους, δια να αποκτήσουν πλούτον και αξίωμα, αλλά να διδάσκωσι μάλιστα τον κοινόν λαόν, όπου ζώσι με πολλήν απαιδευσίαν και βαρβαρότητα». Πρότυπα του σε αυτό το πλησίασμα του λαού, που επιχείρησε, είχε ασφαλώς τον Φραγκίσκο Σκούφο (1644-1697), τον Ηλία Μηνιάτη (1669-1714) και τον Βικέντιο Δαμοδό (1700-1752). Την ίδια δε παράδοση θα ακολουθήσει και ο νεώτερος του Κοσμά Νικηφόρος Θεοτόκης (1730-1800).

Το κήρυγμα του Πατροκοσμά και η διδασκαλία του αποτυπώθηκαν στις περίφημες Διδαχές του, ο οποίες δείχνουν την πατερικότητα και παραδοσιακότητά τους. Στον λιτό και ανεπιτήδευτο λόγο του ανακεφαλαιώνεται όλη η πατερική παράδοση. Το φιλολογικό πρόβλημα των Διδαχών εξέτασε εκτεταμένα ο Ι. Μενούνος στη διατριβή του. Ο λόγος του Πατροκοσμά δεν έχει μεγάλη ποικιλία. Είναι μια βασική διδασκαλία, που ο «σκελετός» της παρέμενε βασικά ο ίδιος, με ανάλογες προσαρμογές κατά τις περιστάσεις. Το θεολογικό του σχήμα είναι: δημιουργία από τον Θεό -πτώση- σωτηρία εν Χριστώ -μέθοδος οικειώσεως της εν Χριστώ σωτηρίας (λυτρωτικά μέσα της Εκκλησίας: άσκηση -μυστήρια). Ο Ι. Μενούνος διακρίνει πέντε τύπους Διδαχών (συνολικά 26 κείμενα) του Κοσμά, των τελευταίων ετών της δράσης του. Κανένα αυτόγραφο του δεν σώζεται. Τα κηρύγματα του καταγράφονταν από ακροατές του.

Ο Κοσμάς ακολουθούσε συγκεκριμένη πορεία στο κήρυγμα του. Σε κάθε τόπο έκανε μια πρώτη ομιλία το βράδυ, γιατί η μετακίνηση του γινόταν στη διάρκεια της ημέρας. Το πρωί έκανε μια δεύτερη ομιλία. Στην πρώτη μιλούσε για τη δημιουργία και την πτώση, στη δεύτερη για τη σωτηρία. Το δεύτερο βράδυ έκανε τρίτη ομιλία με θέμα την ανάσταση και την εξάπλωση της πίστης, μέχρι τη Δευτέρα Παρουσία.

Η ευρύτερη θεματική των ομιλιών του είχε στόχο την ανταπόκριση στις άμεσες ανάγκες και στους προβληματισμούς του Γένους. Θα μπορούσαν να διακριθούν εδώ τρεις άξονες:

α) Η ορθόδοξη πίστη και παράδοση

Απέβλεπε στην αναζωπύρηση του πατερικού φρονήματος, για την επανεύρεση των υπαρκτικών θεμελίων του Γένους. ΓΓ αυτό έκανε συνεχώς έκκληση στην ορθόδοξη συνείδηση του λαού: «Έμαθα -έλεγε-πώς με την χάρη του Κυρίου μας Ιησού Χρίστου και Θεού δεν είσθενε Έλληνες (δηλ. ειδωλολάτρες), δεν είσθενε ασεβείς αιρετικοί άθεοι, αλλ' είσθενε ευσεβείς ορθόδοξοι Χριστιανοί, πιστεύετε και είσθενε βαπτισμένοι εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος και είσθενε τέκνα και θυγατέρες του Χριστού μας...». Η δική του (δια)φωτιστική προσπάθεια διαφοροποιούνταν ριζικά από εκείνη των δυτικόφρονων Διαφωτιστών της εποχής και επεδίωκε να προφυλάξει τον λαό από τη σύγχυση των διαφόρων προπαγανδών, που άρδευαν κατακλυσμικά τη συνείδηση του: «Όλες οι πίστες -ήταν το κήρυγμα του Πατροκοσμά-είναι ψεύτικες, κάλπικες, όλες του Διαβόλου. Τούτο εκατάλαβα αληθινόν, θείον, ούράνιον, σωστόν, τέλειον και δια λόγου μου και δια λόγου σας, πως μόνη η πίστις των ευσεβών και ορθοδόξων Χριστιανών είναι καλή και αγία...». Το κήρυγμα του, τριαδοκεντρικό οπωσδήποτε, εστιάζεται συχνά στο πρόσωπο του Χριστού, αφού το «κινδυνευόμενον και προκείμενον» ήταν η χριστιανική (ορθόδοξη) υπόσταση του Έθνους. Ο Χριστός είναι για τον Κοσμά «ό γλυκύτατος αύθέντης και δεσπότης». Χρυσοστομικές εξάρσεις στον λόγο του είναι συχνές: «Άνίσως, αδελφοί μου, και ήταν δυνατόν να ανεβώ εις τον ούρανόν, να φωνάξω μίαν φωνήν μεγάλην, να κηρύξω εις δλον τον κόσμον πώς μόνος ό Χριστός μου είναι Υιός και Λόγος του Θεού και Θεός αληθινός και ζωή των απάντων, ήθελα να το κάμω».

Το κήρυγμα του δεν ήταν άχρωμη ηθικολογία, αλλά θεολογία, πατερικό στην ουσία του και δογματικό παρά την απλότητα του. Προέβαλλε το ορθοδοξοπατερικό ήθος μέσα από τον ρεαλισμό της εν Χριστώ σωτηρίας. Ζητούσε καθαρότητα της καρδιάς, για να μπορεί να βλαστήσει ο Θείος σπόρος (πρβλ. Λουκ, η' 5 κ.εξ.) και μετοχή στα μυστήρια της Εκκλησίας. Γι' αυτό έστηνε έναν ξύλινο σταυρό (πολλοί από αυτούς έχουν σωθεί) και δίδασκε στη σκιά του, καλώντας τον λαό στα μυστήρια (ευχέλαιο, εξομολόγηση, Θεία Ευχαριστία). Από την ορθόδοξη παράδοση προχωρούσε στο ορθόδοξο ήθος, προβάλλοντας την τριάδα των αρετών: ταπείνωση, συγχωρητικότητα, αγάπη, ως θεμέλιο της εκκλησιαστικής κοινωνικότητας. Ζητούσε από τον Θεό να «φύτευση και να ρίζωση εις την καρδίαν (των ακροατών του) την εϊρήνην, την άγάπην, την όμόνοιαν, την πραότητα, την θερμήν πίστιν, την όρθήν έξομολόγησιν». Οικοδομούσε, έτσι, τον σύνδεσμο ατομικότητας και κοινωνικότητας μέσα στο εκκλησιαστικό σώμα.

β) Η γνήσια παιδεία

Ο Πατροκοσμάς υπήρξε απόστολος όχι μόνο της Ορθόδοξης πίστης, αλλά και της ελληνικής παιδείας. Σ' αυτό το σημείο δεν έλειψαν οι αντιφατικές κρίσεις και ιδεολογικές ακόμη χρήσεις των λόγων του. Την παιδεία συνδύαζε με τον φωτισμό του ανθρώπου και γι' αυτό θεωρούσε αμάρτημα την αδιαφορία απέναντι της: «Άμαρτάνετε πολύ να τα αφήνετε (=τα παιδιά) αγράμματα και τυφλά, και μη μόνον φροντίζετε να τους αφήσετε πλούτη καί υποστατικά, και μετά τον θάνατο σας να τα τρων και να τα πίνουν και να σας όπισολογοϋν (κατηγορούν; δυσφημούν;). Καλύτερα να τα αφήσετε φτωχά και γραμματισμένα, παρά πλούσια και αγράμματα». Η παιδεία όμως, που αυτός συνιστά, είναι η παιδεία του Γένους, ελληνική. Δεν τον κινεί κάποιος εθνικιστικός σωβινισμός στο αίτημα αυτό, αλλά η ιστορία του Γένους. Μιλεί για την παιδεία των Πατέρων, η οποία ως γνήσια ζήτηση της αλήθειας (φιλοσοφία) ανοίγει τον δρόμο προς το Ευαγγέλιο, τον λόγο της σωτηρίας. «Ή Εκκλησία μας -λέγει-είναι εις την έλληνικήν. Και αν δεν σπουδάσης τα Ελληνικά, δεν ημπορείς να καταλάβης εκείνα πού ομολογεί η Εκκλησία μας». Για να περιορίσει και να εξαφανίσει από τους Έλληνες τη χρήση του βλάχικου ή αρβανίτικου γλωσσικού ιδιώματος, θα φθάσει σε σημείο να δηλώσει: «Όποιος χριστιανός, άνδρας ή γυναίκα, υπόσχεται μέσα είς το σπίτι του να μη κουβεντιάζη Αρβανίτικα, ας σηκωθή επάνω να μου είπη και να πάρω όλα του τα αμαρτήματα εις τον λαιμόν μου από τον καιρόν όπου εγεννήθηκε, έως τώρα, και να βάλω όλους τους χριστιανούς να τον συγχωρέσουν...».

Η παιδεία που διέδιδε ο Πατροκοσμάς απέβλεπε στην αναγέννηση του Έθνους. Όπως έγραφε στους Παργίους, το ελληνικό σχολείο που θα ίδρυαν, έπρεπε να συντελέσει «εις την διαφύλαξιν της πίστεως και ελευθερίαν της πατρίδος». Ήταν μια παιδεία που ανταποκρινόταν στις άμεσες ανάγκες του δούλου Γένους και διαφοροποιούνταν ριζικά από εκείνη των δυτικοπλήκτων και τα «άθεα γράμματα» μερικών Διαφωτιστών. Το αυθεντικό πατερικό φρόνημα του αποτυπώνουν τα λόγια του: «Αι πολλαί Εκκλησίαι ούτε διατηρούν, ούτε ενισχύουν την πίστιν μας, όσον και όπως πρέπει, εάν οι εις Θεόν πιστεύοντες δεν είναι φωτισμένοι υπό των παλαιών και νέων Γραφών. Η πίστις μας δεν εστερεώθη από αμαθείς Αγίους, αλλά από σοφούς και πεπαιδευμένους, οίτινες και τας αγίας Γραφάς ακριβώς μας εξήγησαν και δια θεοπνεύστων λόγων αρκούντως μας εφώτισαν...». Πάνω σε παρόμοιες θέσεις του Πατροκοσμά, φαίνεται, στηρίχθηκε η άποψη ότι γκρέμισε στη Χειμάρρα εκκλησίες, για να γίνουν σχολεία. Δεν είναι όμως απίθανο, ερειπωμένες και εγκαταλελειμμένες εκκλησίες να όριζε να τις μετατρέψουν σε σχολεία. Το σχολείο όμως του Κοσμά ήταν προέκταση της Εκκλησίας: «Από το σχολείο μανθάνομεν, το κατά δύναμιν, τί είναι Θεός, τί είναι ή Αγία Τριάς, τί είναι άγγελοι, τί είναι αρχάγγελοι, τί είναι δαίμονες, τί είναι παράδεισος, τί είναι κόλασις, τί είναι αμαρτία, αρετή. Από το σχολείον μανθάνομεν τι είναι Αγία Κοινωνία, τι είναι Βάπτισμα, τι είναι το άγιον Εύχέλαιον, ο τίμιος γάμος, τι είναι ψυχή, τι είναι κορμί, τα πάντα από το σχολείον τα μανθάνομεν». Έβλεπε, συνεπώς, το σχολείο ως ναό της αληθινής γνώσης και θεοκεντρικής παιδείας. Ο διαφωτισμός του Πατροκοσμά ήταν ορθοδοξοκεντρικός. Το παιδευτικό του πρότυπο ήταν ο Θεάνθρωπος, όχι ο κατά κόσμον σοφός, αλλ' ο θεούμενος. Πλήρης η ταύτιση του με τους συγχρόνους του Κολυβάδες. Ως φωτιστής του Γένους δεν μπορεί να τοποθετηθεί δίπλα στους δυτικόφρονες, αλλά δίπλα στον Βούλγαρι και τον Νικόδημο τον Αγιορείτη. Ο ζήλος του για την παιδεία των ομοεθνών του φαίνεται από τα ίδια τα έργα του. Στον αδελφό του Χρύσανθο έγραφε (1779) ότι ίδρυσε 10 ελληνικά σχολεία και 200 για τα κοινά γράμματα (δημοτικά), στις 30 επαρχίες που είχε επισκεφθεί.

γ) Ορθόδοξη κοινωνικότητα

Ο Πατροκοσμάς απέβλεπε με το κήρυγμα του να σώσει και τα υπαρκτικά θεμέλια του Γένους στις διαστάσεις της ρωμαίικης κοινωνικότητας. Αποσκοπούσε όχι μόνο στην αναγέννηση του ανθρώπινου προσώπου, αλλά και σύνολης της κοινωνίας. Την κοινωνικότητα έβλεπε ως οριζόντια θρησκευτικότητα. Κήρυττε ισότητα και αδελφότητα όλων των ανθρώπων («από ένα άνδρα και μίαν γυναίκα εγεννήθημεν και όλοι είμεθα αδελφοί»). Δεν παρέλειπε όμως να συμπληρώνει: «Όλοι είμεθα αδελφοί, μόνον η πίστις μας χωρίζει», δείχνοντας την πατερική και εδώ θεμελίωση του. Η υπερφυλετική παναδελφοσύνη των ανθρώπων απέρρεε από τη ρωμαίικη οικουμενικότητα του φρονήματος του, που θεμελιωνόταν όχι στο όμαιμο, αλλά στο ομόπιστο, στο ομόδοξο. Παράλληλα όμως κήρυττε την ισότητα ανδρών και γυναικών και την ιερότητα του γάμου, μέσα όμως στη λειτουργική ιδιαιτερότητα των φύλων και της αποστολής τους στο κοινωνικό σώμα (ήθελε τον άνδρα «ωσάν βασιλέα» στην οικογένεια και την γυναίκα «ωσάν βεζίρη»). Συνιστούσε την πρακτική δικαιοσύνη, την αποφυγή «της αρπαγής και αδικίας» και να δίνεται «το άδικον οπίσω», σ' όποιον και αν είχε γίνει η αδικία («... όσοι αδικήσατε Χριστιανούς, ή Εβραίους, ή Τούρκους»).

Ιδιαίτερα εντυπωσιάζει το γεγονός ότι ο Πατροκοσμάς έδειχνε σημαντικό ενδιαφέρον για τη συλλογική -κοινωνική συμπεριφορά και οργάνωση, για κοινή-κοινοτική ύπαρξη και σύμπραξη: «Άμή τί είναι ή πλερωμή μου; Να καθίστετε από πέντε-δέκα να συνομιλήσετε αυτά τα θεϊα νοήματα, να τα βάλετε μέσα είς την καρδίαν σας, δια να σας προξενήσουν την ζωήν την αίώνιον». Σε κάθε τόπο, που επισκεπτόταν, συνιστούσε στη συσσωμάτωση σε αδελφότητα, για τη συλλογική δραστηριοποίηση της κοινωνικής ομάδας, στα όρια όμως μιας κοινής και εθνωφελούς στοχοθεσίας. Όριζε εκλογή των υπευθύνων με βάση δημοκρατική («με τη γνώμη όλων των χριστιανών»). Σύμφωνα με μαρτυρία του προβλεπτή της Λευκάδας, που είχε πάρει από τον κατάσκοπο του αγίου, άρχοντα Μαμωνά, ο Πατροκοσμάς απέτρεπε τους κατοίκους της Πρέβεζας να εκκλησιάζονται στις ενορίες εκείνες που δεν είχαν συσσωματωθεί σε αδελφότητα. Είναι φανερό ότι το κοινοβιακό πρότυπο του Αγιορείτη μοναχού Πατροκοσμά μεταφυτευόταν στις κοσμικές ενορίες και κοινότητες.

Την κοινωνική ενότητα στήριζε στον αλληλοσεβασμό «αρχόντων και αρχομένων». Προέτρεπε τους πιστούς να τιμούν τους ιερείς παραπάνω από τους βασιλείς και τους αγγέλους, αλλά και τους προεστούς και τους γεροντότερους, χωρίς «να καταφρονούν κανένα... ότι ο Θεός όμοια μας έχει όλους». Τις ρωμαίικες-ορθόδοξες ρίζες της κοινωνικής του θεωρίας αποκαλύπτει η θέση του για τους προεστούς: «Ό,τι χρεία τύχη της χώρας, τους προεστούς γυρεύουν και σεις κοιμάσθε ξέγνοιαστοι...». Στη συνάφεια αυτή έχει σημασία η τοποθέτηση του Πατροκοσμά απέναντι στον κατακτητή. Συνιστά στον λαό νομιμοφροσύνη, αλλ' όχι δουλικότητα: «Περιπατώ -γράφει σε κάποιον κατή-και διδάσκω τους Χριστιανούς να φυλάγουσι τας εντολάς του Θεού και να πείθωνται (υπακούουν) εις τας κατά Θεόν βασιλικάς προσταγάς» (Πράξ. ε' 29). Συνιστούσε υπακοή σε όσα «δεν αντιστέκονται στο Ευαγγέλιο».

Στη θέση του απέναντι στους Τούρκους μένει πιστός στη χαραγμένη ήδη από τον πατριάρχη Γεννάδιο Β' τον Σχολάριο τακτική. Βραχυπρόθεσμη συνεργασία και κατευνασμός του «θηρίου» και πρόκριση του Τούρκου, ως λιγότερο επικίνδυνου για την «ψυχή», από τον Φράγκο: «Και διατί δεν έφερεν ο Θεός άλλον βασιλέα, που ήταν τόσα ρηγάτα εδώ κοντά να τους το δώση, μόνον ήφερε τον Τούρκον μέσαθε από την Κόκκινην Μηλιά και του το έχάρισεν; Ήξερεν ο Θεός, πως τα άλλα ρηγάτα μας βλάπτουν εις την πίστιν, και ο Τούρκος δεν μας βλάπτει. Άσπρα (χρήματα) δώσ' του καί καβαλλίκευσέ τον από το κεφάλι...». Έδινε έτσι μιαν απάντηση στους δυτικόφρονες ενωτικούς. Δεν δίσταζε όμως, όταν έπρεπε, να αποκαλύπτει τους εχθρούς της πίστεως και του Γένους: «Ό αντίχριστος ο ένας είναι ο Πάπας και ο έτερος είναι αυτός, που είναι εις το κεφάλι μας. Χωρίς να είπω το όνομα του, το καταλαβαίνετε...».

Ο οραματισμός

Η μεγαλόπνοη δράση του Πατροκοσμά δέχθηκε πολλές ερμηνείες, αναζητήθηκαν διάφορες σκοπιμότητες και επισημάνθηκαν ανάλογοι στόχοι. Θεωρήθηκε «εθνικιστής», «κοινωνικός επαναστάτης», «δημοτικιστής» κ.ά. Οι τοποθετήσεις όμως αυτές μάλλον τον αδικούν, διότι είναι ευδιάκριτη η πατερικότητά του. Ο άγιος Κοσμάς ανήκε ολόκληρος στην ορθόδοξη πατερική παράδοση, είχε ευρύ πατερικό πνεύμα και οι στόχοι και τα μέσα του καθορίζονταν από τη ζωή και πράξη της Εκκλησίας. Απέβλεπε στον αναβαπτισμό του Έθνους στην πατερική παράδοση, όπως αυτή σώζεται στην πραγματικότητα της Εκκλησίας. Οραματιζόταν μια ελληνική κοινωνία «κατοικία του Θεού, κατοικία των αγγέλων». Τίποτε λιγότερο, δηλαδή, ή περισσότερο από ό,τι ο ιερός Χρυσόστομος, όταν έλεγε: «γήν ούρανόν ποιήσωμεν». Το κήρυγμα του, προϋποθέτοντας την ακαταστασία των καιρών, οδηγούσε σε μια χριστοκεντρική κοινωνία, σε μια αταξική αδελφοποιία, μέσα στην ελευθερία και τη δικαιοσύνη: «Να ζήσουν (οι άνθρωποι) -έλεγε-και εδώ καλά, ειρηνικά και αγαπημένα, και μετά να πηγαίνουν εις τον παράδεισον να χαίρωνται πάντοτε». Έξω από κάθε ουτοπία, κινούνταν στον πνευματοκρατικό ρεαλισμό της Ορθοδοξίας, στα όρια του -υπαρκτού Χριστιανισμού», όπως σώζεται στη μοναστική αδελφότητα-ενορία. Αδιανόητη ήταν γι' αυτόν μια Ελλάδα χωρίς Χριστό, χωρίς Ορθοδοξία. Η φιλοπατρία του διεπόταν από τη διπολικότητα πρόσκαιρου - αιωνίου, με έμφαση βέβαια στο δεύτερο:

α) «Ή πατρίδα μου η ψεύτικη, η γήινη και ματαία, είναι από του Αγίου Άρτης και από την έπαρχίαν Άπόκουρον». Αλλά συμπλήρωνε:

β) «Ήμεϊς, Χριστιανοί μου, δεν έχομεν εδώ πατρίδα (Εβρ. ιγ' 14). Δια τούτο και ό Θεός μας έβαλε τον νουν εις το επάνω μέρος, δια να στοχαζώμασθε πάντοτε την ούράνιον βασιλείαν, την αληθινήν πατρίδα μας».

Μέσα σ' αυτό το πλαίσιο πρέπει να ιδωθεί και η εθνική του προσδοκία, η οποία δεν πρέπει να χωριστεί από τη ρωμαίικη οικουμενικότητα, που, όπως στους Κολυβάδες, σωζόταν και στον Πατροκοσμά. Μιλούσε για το ρωμαίικο («αυτό μια μέρα θα γίνη ρωμαίικο»). Η ανάσταση του Γένους προσανατολιζόταν στην Πόλη και την Ελληνορθόδοξη αυτοκρατορία της Ρωμανίας. Αυτή την αποκατάσταση του Γένους υπαινίσσονταν και οι σπουδαίες προφητείες του. Με υπονοούμενα και συμβολικές φράσεις, εξάλλου, προσπαθούσε να εμπνεύσει στις ψυχές των υποδούλων τον πόθο της παλιγγενεσίας και να συντηρήσει την ελπίδα για την έλευση του «ποθούμενου». Και ως μόνο μέσο γι' αυτή την ενδυνάμωση της συλλογικής συνείδησης θεωρούσε την εμμονή στην πίστη: «Το κορμί σας ας το καύσουν, ας το τηγανίσουν· τα πράγματα σας ας τα πάρουν, μη σας μέλλει. Δώσατε τα. Δεν είναι δικά σας. Ψυχή και Χριστός σας χρειάζονται. Αυτά τα δύο όλος ο κόσμος να πέση δεν ημπορεί να σας τα πάρη, εκτός και τα δώσετε με το θέλημα σας. Αυτά τα δύο να τα φυλάττετε, να μη τα χάσετε». Μετά τις αποτυχίες των ρωσοτουρκικών συγκρούσεων (1774 κ.ε.) πρέπει να συνειδητοποίησε ο Κοσμάς την ανάγκη της εσωτερικής σποράς μέσα στη λαϊκή ψυχή, ώστε να βρει μόνη της τον δρόμο της ελευθερίας, με την αναζωπύρηση της αυτοσυνειδησίας της.

Η απήχηση

Το κήρυγμα του Πατροκοσμά είχε τεράστια απήχηση στον λαό. Σε κάθε τόπο, που επισκεπτόταν, προκαλούσε σεισμό στις συνειδήσεις, συνοδευόμενο από μετάνοια. Εχθροί συμφιλιώνονταν, κλέπτες επέστρεφαν τα κλοπιμαία, ληστές μεταβάλλονταν, πλούσιες γυναίκες πρόσφεραν τα χρυσάφια τους για έργα φιλανθρωπίας κ.λπ. Κατά τον βιογράφο του Νικόδημο μοίρασε συνολικά «υπέρ τα πεντακόσιας χιλιάδας σταυρούδια». Τις ομιλίες του παρακολουθούσαν χιλιάδες (τουλάχιστον 6.000 ήταν οι ακροατές του στο χωριό Μαύρο Μανδήλι κοντά στην Πρέβεζα κατά τον κατάσκοπο του Μαμωνά). Ακόμη και σήμερα όλη η βορειοδυτική Ελλάδα διατηρεί τη μνήμη της παρουσίας του. Σε πολλά μέρη της Θεσσαλίας, της Μακεδονίας, των Αγράφων και της Στερεάς άρχιζε η επανάσταση με το δίστιχο: «Βοήθα μας, άγιε Γιώργη, και συ άγιε Κοσμά / να πάρουμε την Πόλη και την Αγιά-Σοφιά». Ιδιαίτερη εκτίμηση έτρεφε για τον άγιο ο διαβόητος Αλή πασάς των Ιωαννίνων, του οποίου το μέλλον είχε προφητεύσει ο Κοσμάς. Γι' αυτό και ανήγειρε μεγαλοπρεπή ναό στον τόπο της ταφής του αγίου. Διέταξε ακόμη να κατασκευάσουν αργυρά θήκη για την κάρα του, την οποία πολλές φορές έφερε στα Γιάννινα, για να την προσκυνήσει. Όταν κάποιοι τον χλεύασαν για την πράξη του αυτή, απάντησε με οργή: «Φέρετε μου ένα μουσουλμάνο σαν κι αυτόν τον Χριστιανό και να του φιλήσω και τα πόδια».

Ο Πατροκοσμάς είχε και το χάρισμα της θαυματουργίας, ευρύτατα γνωστό στον λαό, που είχε, έτσι, τη βεβαίωση του αγιοπνευματικού φωτισμού του. Δείγματα της αγιότητας του ήταν και οι προφητείες του, πολλές από τις οποίες βρήκαν την πραγμάτωση τους. Έλεγε λ.χ. «το ποθούμενο θα γίνη στην τρίτη γενεά. Θα τδ δουν τα εγγόνια σας». Πράγματι, η γενεά του 1821 ήταν η τρίτη από την εποχή του Κοσμά. «Πότε θαρθή το ποθούμενο;» -τον ρώτησαν στα Τσαραπλανά της Ηπείρου. «Όταν ενωθούν αυτά», απάντησε, δείχνοντας δύο μικρά δένδρα, τα οποία πράγματι μεγάλωσαν και ενώθηκαν το 1912. Ο λαός τον τιμούσε γι' αυτό ως άγιο ήδη πριν από το μαρτύριο του, μετά το οποίο του αποδίδονταν τιμές μάρτυρα της πίστεως. Αυτή την πράξη έλαβε υπ' όψιν το οικουμενικό πατριαρχείο, το οποίο με πράξη του τον κατέταξε μεταξύ των αγίων της Εκκλησίας, στις 20 Απριλίου 1961, υπογραμμίζοντας, ότι «άπασαν την πατρώαν γήν διέδραμε, κηρύττων ιεραποστολικώς τον λόγον του θεού, σχολεία πολλαχοϋ ιδρύων, ασθενούντας θεραπεύων, την άγίαν αυτού έκκλησίαν κρατύνων, τύπον δ' εαυτόν ταπεινώσεως, αύταπαρνήσεως, αρετής και εγκράτειας άναδείξας, έως ου και τον μαρτυρικόν ύπέμεινε θάνατον».

Η μνήμη του τιμάται στις 24 Αυγούστου, μέρα του μαρτυρίου του.

Ο άγιος Κοσμάς ονομάστηκε «ο μεγαλύτερος μετά την άλωση Έλληνας» και πατέρας του νεοελληνικού Έθνους.

Ίσως θα πρέπει να προστεθεί ότι υπήρξε πρότυπο νεοελληνικού ήθους και αναστηλωτής του αυθεντικού ελληνορθόδοξου ιδεώδους.

.