Ιερός Ναός Αγίων Πάντων Μακεδονίτισσας

Ιερός Ναός Αγίων Πάντων Μακεδονίτισσας
Άγιοι του Θεού πρεσβεύετε υπέρ ημών !

Παρασκευή, 4 Δεκεμβρίου 2009

Η Αγία Βαρβάρα

.
Σε πολύ παλιά, σε αιματοβαμμένα αλλά και δοξασμένα χρόνια θα φέρουμε τη σκέψη μας. Στα μαρτυρικά χρόνια των φοβερών διωγμών. Τότε πού Ιουδαίοι και ειδωλολάτρες έβαλαν σε εφαρμογή το σατανικό πρόγραμμα τους να εξοντώσουν τους χριστιανούς, για να μην ακούγεται πουθενά στον κόσμο το όνομα του Χρίστου. Τότε πού τετρακόσια χρόνια οι λεγεώνες του Ρωμαϊκού στρατού σε κάθε γωνιά της απέραντης Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας καταδίωκαν τους χριστιανούς και το αίμα των χριστιανών μαρτύρων πότιζε αδιάκοπα το θείο δένδρο της πίστης μας.
Σ' αυτά τα χρόνια, της φωτιάς και του αίματος, θα βρούμε σαν ανθός πνευματικό και ουράνιο, σαν ζηλευτό καρπό πίστεως και αγάπης στο Χριστό, σαν επίγειο άγγελο, την αγία Βαρβάρα.
Γεννήθηκε στη Νικομήδεια της Βιθυνίας, γύρω στα 280 μ.Χ. Έζησε και στην Ηλιούπολη της Συρίας. Ό πατέρας της, πού λεγότανε Διόσκουρος ήταν Έλληνας και ήταν από τους πιο πλούσιους του τόπου του. Είχε κυβερνητική υπηρεσία πού τον ανάγκαζε να λείπει από την πατρίδα του για πολύ καιρό, αφήνον-τας τη μονάκριβη κόρη του σε ξένα χέρια. Ήταν όμως σκληρός στο χαρακτήρα και πολύ φανατικός ειδωλολάτρης.
Για τη μητέρα της Βαρβάρας δεν γίνεται λόγος σε κανένα από τα βιβλία της Εκκλησίας πού γράφουν το βίο της αγίας. Δεν αναφέρεται ούτε το όνομα της. Φαίνεται ότι είχε πεθάνει αρκετά νωρίς αφήνοντας την κόρη της ορφανή από μητέρα.
Ό Διόσκουρος φρόντιζε να έχει ή κόρη του όλα τα καλά του κόσμου. Φορέματα και στολίδια, τα καλύτερα πού εύρισκε σε ξένους τόπους. Πλήρωνε δα-σκάλους και δασκάλες να της μάθουν γράμματα, υπηρέτριες να την φροντίζουν και να την υπηρετούν, αφού εκείνος έλλειπε για τις δουλειές του τον περισσότερο καιρό, και όταν ερχότανε στο σπίτι του έδειχνε με κάθε τρόπο την αγάπη του στην κόρη του.
Και όμως κάποιος φόβος τον κυρίευε. Καθώς ήταν φανατικός ειδωλολάτρης, φοβότανε μη τύχει και πλησιάσει την κόρη του κάποιος χριστιανός και της μιλήσει για τη νέα αυτή θρησκεία του Ναζωραίου Ιησού, πού αυτός δεν ήθελε να ακούει ούτε το όνομά του.
Ένας άλλος φόβος ήταν μη ξελογιάσει κανείς προικοθήρας την τόσο προικισμένη αλλά και πανέμορφη κόρη του, πού εκείνος ονειρευότανε γι' αυτήν ένα γάμο λαμπρό, όπως τον ήθελε εκείνος, με γαμπρό πού ό ίδιος θα της έδινε.
Αυτοί οι δυο φόβοι τον έκαναν να λάβει τα μέτρα του, όπως ενόμιζε σωστό. Και πρώτα απαγόρευσε στην κόρη του να βγαίνει από το σπίτι μόνη ή αν ήταν ανάγκη να βγει για να πάει στο ναό να θυσιάσει στα είδωλα, όπως εκείνος ήθελε, έπρεπε να τη συνοδεύει μια από τις πιο έμπιστες σ' αυτόν γυναίκες του σπιτιού, και μάλιστα μια πού την είχε σαν παραμάνα της κόρης του και οικονόμο του αρχοντικού του. Άλλα και όλο το προσωπικό πού είχε στο σπίτι του φρόντιζε με μεγάλη επιμέλεια να είναι όλοι τους έμπιστοι σ' αυτόν ειδωλολάτρες και να μην επιτρέπουν σε κανένα ξένο να επισκέπτεται τη νεαρή Βαρβάρα.
Ένα άλλο πού θεώρησε καλό να κάνει για την κόρη του, ήταν να της χτίσει ένα πραγματικό αρχοντικό σπίτι, μια θαυμάσια βίλα έξω από την Νικομήδεια, στο ωραιότερο μέρος, σε μια βουνοπλαγιά καταπράσινη μέσα στο δάσος, με νερά άφθονα και καθαρό αέρα, μια και δεν της επέτρεπε να βγαίνει έξω από το σπίτι.
Εκεί σ' αυτό το όμορφο πραγματικά περιβάλλον πού εύφραινε σώμα και ψυχή, ζούσε ή Βαρβάρα. Βλέποντας όλα γύρω της σκεφτότανε και φιλοσοφούσε. Ή σκέψη της ήτανε καθαρή και αμόλυντη ή ψυχή της από πάθη και πονηριές, και σαν καθαρός καθρέφτης καθρεφτιζότανε σ' αυτόν οι ομορφιές του κόσμου.
Α! Πόσο όμορφα ήταν τα βουνά και τα λαγκάδια! Ακόμη και το αεράκι πού φυσούσε τόσο όμορφα και ερχότανε αρωματισμένο από τα ανθισμένα δένδρα και τους θάμνους του βουνού να την συναντήσει στη βεράντα της, ήταν τόσο ευεργετικό σαν ένας ευχάριστος επισκέπτης πού ομόρφαινε τη μοναξιά της. Τα κελαϊδίσματα των πουλιών και τα πηδήματα" τους από δένδρο σε δένδρο και από κλαδάκι σε κλαδί, απορροφούσαν την προσοχή της και μεγάλωναν την αγάπη της στη φύση. Και όταν βημάτιζε στον απέραντο και τόσο περιποιημένο κήπο της και έβλεπε τα πολύχρωμα και μυρωμένα λουλούδια και τα δένδρα τα γεμάτα φρούτα με άρωμα και γεύση και χρώμα και σχήμα, πού όλα της άρεσαν, ευχαριστιόταν και ένα αίσθημα ευγνωμοσύνης γέμιζε τη ψυχή της. Σε ποιόν; Στον πατέρα της, πού φρόντισε να τα φτιάξει όλα γι' αυτήν; Ναι, μα πιο πάνω από τον πατέρα της, καταλάβαινε ότι κάποιος άλλος ήταν πού τα έφτιαχνε όλα τόσο όμορφα, τόσο καλά. Ό πατέρας της βέβαια, πλήρωνε και έφτιαχνε και καλλιεργούσε το δικό τους κήπο, όμως τα βουνά με τα πυκνά καταπράσινα δάση, με τα άπειρα χρωματιστά πηδηχτά πουλάκια, με τα λουλούδια του αγρού και αυτόν τον ήλιο πού τόσο ομορφαίνει όλα και φωτίζει και δίνει ζωή στο κάθε τί στη γη, ποιος τα έφτιαξε; Και την απάντηση την έδινε αυθόρμητα ή ψυχή της. Ναι, πάνω από τον πατέρα της, και πάνω από τον καθένα, ένας άλλος πατέρας αιώνιος και παντοδύναμος και πάνσοφος υπάρχει, πού πραγματικά με πατρική αγάπη για όλους, φρόντισε να φτιάξει αυτόν τον όμορφο κόσμο. Ένοιωσε στη ψυχή της αυτό πού ό Απόστολος Παύλος έγραφε στους χριστιανούς της Ρώμης, πώς ό Θεός καθρεφτίζεται και τον βλέπουμε στα έργα του, όπως καθρεφτίζονται τα δένδρα στα ήσυχα νερά της λίμνης. Ναι, έβλεπε με τα μάτια της ψυχής της τον αληθινό Θεό στα δημιουργήματα του. Και όταν ερχότανε ή σκέψη πώς για θεούς πίστευαν ακόμα οι άνθρωποι τα είδωλα, έδιωχνε τη σκέψη της αυτή με το λογικό της πού της έλεγε: Τί είναι τα είδωλα; αυτά τα μαρμαρένια αγάλματα πού προσκυνά ό κόσμος, αυτά πού δεν είχαν τη δύναμη να γίνουν μόνα τους, αυτά πού χέρια ανθρώπων κατασκεύασαν; Μάτια έχουν και δεν βλέπουν, αυτιά έχουν και δεν ακούνε. Όχι, όχι δεν είναι αυτά θεοί. Άλλος είναι ό Θεός. Για τούτο και ή Βαρβάρα δεν ήταν πρόθυμη να συνοδεύει τον πατέρα της όταν πήγαινε να προσφέρει στα είδωλα αυτά θυσίες.
Της άρεσε πολύ το κέντημα. Ώρες ολόκληρες με τη βελόνα στο χέρι και τις χρωματιστές κλωστές, κεντούσε στα μεταξωτά υφάσματα πού της έφερνε ό πατέρας της λογιών λογιών φιγούρες.
Είχε γίνει γνωστό πώς ή Βαρβάρα αγαπούσε τα κεντήματα.
"Έτσι κάποια μέρα μια φτωχή γυναίκα χτυπούσε την πόρτα του αρχοντικού της. Όταν της άνοιξαν είπε ότι είναι πωλήτρια όμορφων κεντημάτων, πού θα ήθελε να τα δείξει στην αρχοντοπούλα πού τόσο της αρέσουν τα κεντήματα. Οι υπηρέτριες δέχτηκαν και της άνοιξαν την πόρτα και ειδοποίησαν την Βαρβάρα να κατεβεί να τα ιδεί. Και όταν ή ξένη γυναίκα άνοιξε να δείξει τα κεντήματα της, τα μάτια της Βαρβάρας καρφώθηκαν σ' αυτά.
- Α! τί ωραία, τί ωραία πού είναι! είπε και άρχισε να τα βλέπει ένα ένα με μεγάλη προσοχή.
Εδώ ήταν κεντημένο με ασημένια κλωστή ένα ψάρι πού φαινότανε σαν να κολυμπούσε μέσα στα γαλάζια νερά της θάλασσας. Έμεινε με ανοιχτό το στόμα ή Βαρβάρα βλέποντας το.
Σε άλλο ύφασμα ήταν κεντημένο μέσα σε καταπράσινο κάμπο ένας βοσκός πού σήκωνε στους ώμους του ένα αρνάκι. Ενθουσιάστηκε ή Βαρβάρα βλέποντας το, αλλά και ή πωλήτρια δείχνοντας τα, δεν μπόρεσε να συγκρατήσει δυο δάκρυα πού έφυγαν από τα μάτια της καθώς της μιλούσε για τον «Ποιμένα» πού σήκωνε στους ώμους του το αρνάκι. Το παρατήρησε ή Βαρβάρα και την ρώτησε:
— Γιατί δακρύζεις, κυρά μου, μιλώντας γι' αυτόν τον βοσκό; Μήπως είναι δικός σου άνθρωπος; Μήπως έχεις και συ κάποιο παιδί σου βοσκό;
Και ή πωλήτρια βρήκε την ευκαιρία να μιλήσει με συγκίνηση για τον «Καλό Ποιμένα» τον Χριστό, πού αναζητεί και σώζει το χαμένο πρόβατο. Και για το ψάρι ρώτησε ή Βαρβάρα και της είπε ή χριστιανή πωλήτρια πώς, τον Σωτήρα μας Χριστό συμβολίζει αυτό το σχεδιασμένο ψάρι, γιατί τα αρχικά γράμματα των λέξεων «Ιησούς Χριστός Θεού Υιός Σωτήρ», κάνουν τη λέξη «ΙΧΘΥΣ» και έτσι εμείς οι χριστιανοί βλέποντας το ψάρι φέρνουμε τη σκέψη μας και την ψυχή μας στο Σωτήρα μας Χριστό.
Έβαλαν σε σκέψεις τη Βαρβάρα τα συγκινητικά αυτά λόγια της χριστιανής πωλήτριας πού τα ελεγμε τόση πίστη, με τόση αγάπη.
Αγόρασε τα κεντήματα αυτά ή νεαρή Βαρβάρα και παρακάλεσε την πωλήτρια να ξανάρθει στο σπίτι της φέρνοντας και αλλά κεντήματα. Τα πήρε στο δωμάτιο της ή Βαρβάρα και ώρα πολύ τα έβλεπε, φέρνοντας τη σκέψη της στα λόγια της γυναίκας.
Έπειτα από λίγες μέρες με χαρά δέχθηκε πάλι ή Βαρβάρα την χριστιανή πωλήτρια και πάλι μίλησαν, μυστικά από όλους, για τον Χριστό. Ή Βαρβάρα όλο ρωτούσε να μάθει όλο και περισσότερα γι' αυτήν την όμορφη πίστη του Χρίστου.
Ή Βαρβάρα αγόραζε κεντήματα και παράγγελνε όλο και περισσότερα, όχι μόνο γιατί της άρεσαν, αλλά και γιατί της άρεσε να ακούει την χριστιανή πωλήτρια. Έγιναν φίλες.
Δεν άργησε ή Βαρβάρα να δηλώσει με χαρά πώς και εκείνη πίστεψε στο Χριστό και θέλει να δεχθεί το άγιο βάπτισμα.
"Ω! τί χαρά, τί συγκίνηση, τί αγαλλίαση ένοιωθε στην ψυχή της ή Βαρβάρα όταν διάβαζε μυστικά στο δωμάτιο της τα βιβλία πού της έφερνε ή καλή χριστιανή! Και όσο διάβαζε τόσο περισσότερο χαιρόταν για τη σιγουριά πού αποκτούσε ή ψυχή της γνωρίζοντας έτσι τον αληθινό Θεό. Ένοιωθε τώρα χαρά, γιατί βρήκε το σωστό δρόμο πού αναζητούσε.
Ό πατέρας της, ανύποπτος για ό,τι συνέβαινε στην ψυχή της κόρης του, άρχισε να σκέπτεται πώς ήταν καιρός πια να φροντίσει για τον γάμο της Βαρβάρας. Τα ψυχικά και σωματικά χαρίσματα της κόρης του ήταν τόσα και τέτοια πού την έκαμαν νύφη περιζήτητη.
Οι καλύτεροι νέοι ζητούσαν σε γάμο τη Βαρβάρα. Και ό πατέρας της πραγματικά εκτιμούσε τις προτάσεις πού δεχόταν κάθε μέρα για το γάμο της κόρης του και θα ήθελε να την παντρέψει με έναν από τους τόσο πλουσίους και καλούς γαμπρούς πού την ζητούσαν. Και της μίλησε σχετικά, με αγάπη σαν πατέρας για το ζήτημα αυτό.
—Κόρη μου, της λέγει, φρόντισα να έχεις όλα τα καλά του κόσμου. Όμως είναι καιρός να φτιάξεις δική σου οικογένεια. Υπάρχουν πολλά καλά παιδιά πού σε ζητούν σε γάμο...
Τον διέκοψε ή Βαρβάρα λέγοντας:
—Πατέρα μου, σ' ευχαριστώ για όλα. Αναγνωρίζω και σε ευγνωμονώ για όλη την αγάπη σου και την φροντίδα σου για μένα, όμως δεν σκέπτομαι το ζήτημα του γάμου. Δεν με απασχολεί αυτό το θέμα, και θα ήθελα να σε παρακαλέσω να μην νοιάζεσαι για το ζήτημα αυτό.
—Μα κόρη μου, είναι καιρός. Και αυτοί πού σε ζητούν ξέρω ότι θέλουν, αλλά και είναι ικανοί να εξασφαλίσουν την ευτυχία σου.
—Όχι, πατέρα. Είμαι αρκετά ευτυχισμένη. Δεν θέλω κάτι περισσότερο. Δεν υπάρχει κάτι περισσότερο ή καλύτερο από αυτό πού έχω, και σε παρακαλώ, αν με αγαπάς, να μη μου μιλήσεις άλλη φορά γι' αυτό το ζήτημα.
—Καλά κόρη μου σ' αφήνω να το σκεφθείς καλύτερα, είπε και έφυγε ό πατέρας της.
Ή άρνηση της Βαρβάρας έβαλε σε σκέψεις τον Διόσκουρο. Σκέφθηκε αρκετά και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι φταίχτης ήταν αυτός ό ίδιος για τη θέση πού πήρε ή κόρη του στο ζήτημα του γάμου. Έφταιγε εκείνος, σκέφθηκε, πού τόσα χρόνια την είχε περιορισμένη μέσα στο σπίτι χωρίς να γνωρίσει κόσμο. Χωρίς να της ειπεί, λοιπόν, τον λόγο, της έδωσε την άδεια να βγαίνει από το σπίτι μόνη της, προσέχοντας βέβαια σαν γνωστική κοπέλλα πού πάει και τί κάνει.
Τούτο το δέχτηκε ή Βαρβάρα με χαρά, όχι για άλλο λόγο, αλλά γιατί, από τότε πού γνώρισε την χριστιανή γυναίκα, λαχτάρα της ήταν να πάει και αυτή εκεί πού πήγαιναν οι χριστιανοί, εκεί, πού όπως της είχε πει ή φίλη της εμπιστευτικά, στις κατακόμβες, ή σε άλλα μέρη πού έκαμαν μυστικά και με χίλιους κινδύνους τη θεία λειτουργία και μιλούσαν για τον Χριστό οι ιερείς της Εκκλησίας και κοινωνούσαν οι χριστιανοί το σώμα και αίμα του Κυρίου.
Και πραγματικά μπόρεσε και πήγε και ένοιωσε τη χαρά αύτη. Εκεί είδε πλούσιους και φτωχούς να νοιώθουν σαν να είναι αδέλφια ενωμένοι με την αγάπη του Χριστού. Θυμήθηκε αυτό πού διάβαζε στα βιβλία πού της έφερνε ή χριστιανή φίλη της, ότι ή ψυχή και ή καρδιά των χριστιανών ήταν μια, έτσι πού ζούσαν αδελφωμένοι με αγάπη.
Όμως ή χαρά της δεν ήταν ολόκληρη ακόμα. Όσο και να το ήθελε δεν μπορούσε αυτή να κοινωνήσει. Έπρεπε πρώτα να βαπτισθεί. Αυτός τώρα ήταν ό πόθος της και ό στόχος της ζωής της. Να βαπτισθεί. Να γίνει και αυτή χριστιανή. Τότε γνώρισε τον Ιερέα Βαλεντίνο πού την κατήχησε συστηματικά στη χριστιανική πίστη και έπειτα από ένα διάστημα την εβάπτισε. Τώρα πια ολοκλήρωσε τη χαρά της ή Βαρβάρα. Ζούσε σε ένα καινούργιο κόσμο. Με την ελευθερία πού της έδωσε ό πατέρας της να βγαίνει από το σπίτι ελπίζοντας να γνωρίσει κόσμο και να θελήσει να παντρευτεί, αυτή χρησιμοποίησε την ελευθερία αυτή για τη λατρεία του Θεού, τρέχοντας με ανείπωτη χαρά στις λειτουργίες και συγκεντρώσεις των χριστιανών, σε επισκέψεις αρρώστων και ορφανών πού βοηθούσε με κάθε τρόπο ακόμα και υπηρετώντας ή ίδια με ταπείνωση και καλωσύνη φτωχούς και ανήμπορους μέσα σε παράγκες και καλύβες, αυτή πού στο σπίτι της είχε τόσους και τόσους υπηρέτες. Εκεί εύρισκε τη μεγαλύτερη χαρά και ευτυχία. Θυμότανε ότι ό Χριστός έπλυνε τα πόδια των μαθητών του για να τους διδάξει την ταπείνωση και τη διάθεση να εξυπηρετούν όλους τους άλλους. Και όσο αυτή έδινε αγάπη σ' όλους, τόσο όλοι την καμάρωναν, την αγαπούσαν και την θεωρούσαν πρώτη και καλύτερη. Έτσι είχε ειπεί ό Χριστός στους μαθητές του, ότι οποίος θέλει από σας να είναι πρώτος και καλύτερος θα το πετύχει, υπηρετώντας με ταπείνωση όλους τους άλλους.
Ή Βαρβάρα ήταν το κρυφό καμάρι των χριστιανών της περιοχής αυτής. Τώρα τα ψυχικά της χαρίσματα έλαμπαν ακόμη περισσότερο, λουσμένα στο φως της πίστης του Χριστού και της αγάπης.
Τώρα πια ήταν φανερό, ότι καρποφόρησαν στον ψυχικό της κόσμο οι καρποί του αγίου Πνεύματος, πού όπως γράφει ό Απόστολος Παύλος είναι «αγάπη, χαρά, ειρήνη, μακροθυμία, χρηστότης, αγαθοσύνη, πίστις, πραότης, εγκράτεια». Άλλα και τα σωματικά της κάλλη συναγωνίζονταν την ψυχική της ομορφιά. Με ταπείνωση δόξαζε ή ίδια το Θεό και του ζητούσε τη δύναμη να βαδίζει όλο και πιο σταθερά το δρόμο Του.
Οι χριστιανοί πού την γνώριζαν και γνώριζαν και τον πατέρα της θαύμαζαν και δόξαζαν το Θεό βλέποντας να θριαμβεύει του Θεού το θέλημα και όχι των ανθρώπων. Όλοι ήξεραν πόσο προσπάθησε, πόσα μέτρα έλαβε ό Διόσκουρος για να μη γίνει χριστιανή ή κόρη του. Όμως έγινε του Θεού το θέλημα.
Γράφει ή Αγία Γραφή μια μεγάλη αλήθεια, πού δεν πρέπει ποτέ να την ξεχνάμε: «Εάν μη Κύριος οικοδόμηση οίκον, εις μάτην εκοπίασαν οι οικοδομούντες. Εάν μη Κύριος φύλαξη πόλιν, εις μάτην ηγρύπνησεν ο φυλάσσων». Με αλλά λόγια, εάν δεν θέλει ό Θεός να φυλάξει μια πόλη, μάταια θα προσπαθούν να την φυλάξουν τα φρούρια και τα στρατεύματα. Και εάν ό Θεός δεν θέλει να χτιστεί ένα σπίτι, μάταια θα κοπιάζουν οι οικοδόμοι να το χτίσουν. Το ίδιο βλέπουμε και τώρα. Μάταια όλα τα μέτρα πού έλαβε ό άπιστος πατέρας. Έγινε του Θεού το θέλημα.
Ό Διόσκουρος δεν είχε πάρει είδηση ούτε πώς έγινε χριστιανή ούτε πώς βαφτίστηκε ή κόρη του. Ένα γεγονός, πού αναφέρεται σ' όλα τα βιβλία του βίου της αγίας, του φανέρωσε την αλήθεια.
Ή Βαρβάρα ζήτησε από τον πατέρα της να χτίσει στο αρχοντικό τους ένα λουτρό. Μα είναι δυνατόν σε ένα τέτοιο αρχοντικό σαν το δικό τους, να μην είχαν κάνει λουτρό όταν χτίστηκε; Πιστεύω ότι ίσως σε άλλη θέση να ήθελε το λουτρό ή Βαρβάρα και κάνω και μια σκέψη, ότι ίσως να το ήθελε πιο κοντά της για να το χρησιμοποιεί σαν τόπο μοναξιάς για προσευχή. Ό πατέρας της, πού επρόκειτο να απουσιάσει αρκετό καιρό ταξιδεύοντας για την υπηρεσία του, έδωσε πρόθυμα εντολή σε χτίστες να φτιάξουν το λουτρό, αφήνοντας δυο παράθυρα, μάλλον δυο φεγγίτες στρογγυλούς, όπως συνήθιζαν, στην οροφή.
Όμως όταν προχώρησε το χτίσιμο, ή Βαρβάρα έδωσε εντολή στους χτίστες να ανοίξουν όχι δυο αλλά τρεις φεγγίτες, θέλοντας να βλέπει τρεις φωταγωγούς για να πηγαίνει ό νους της στα τρία πρόσω-πα της Αγίας Τριάδος, όπως ψάλλει ή Εκκλησία" «Φως ό Πατήρ, Φως ό Λόγος, Φως και το Άγιον Πνεύμα».
Οι χτίστες συμμορφώθηκαν, αφού τους είπε ή Βαρβάρα ότι αναλαμβάνει αυτή την ευθύνη για την τροποποίηση του σχεδίου και της εντολής πού αφήκεν ό πατέρας της. Όμως όταν επέστρεψε ό Διόσκουρος και είδε τρεις και όχι δύο φωταγωγούς οργίσθηκε. Γιατί; Φαίνεται ότι υποψιάστηκε για ποιο λόγο ή Βαρβάρα ήθελε τρεις φωταγωγούς. Κάτι είχε ακούσει για τον τριαδικό Θεό των χριστιανών. Οργισμένος καθώς ήταν ζήτησε από την κόρη του εξηγήσεις. Και εκείνη απάντησε με όλο το θάρρος και τη δύναμη πού της έδινε ή πίστη της.
—Ναι, πατέρα. Πρέπει να ξέρεις ότι είμαι χριστιανή. Ότι τώρα είδα το φως, πιστεύοντας στον Πατέρα, τον Υιόν και το Αγιον Πνεύμα. Και για να έχω πάντα αυτό το φως στη ψυχή μου να με φωτίζει και να με καθοδηγεί, ζήτησα να φτιάξουν τρεις φωταγωγούς.
Νευρικό κλονισμό έπαθε ό Διόσκουρος. Ένα ασταμάτητο νευρικό γέλιο τον κράτησε για πολύ ώρα. Ή δψη του αγρίεψε και ξεφώνισε βρισιές και απειλές και κατάρες. Όλη του ή αγάπη στη Βαρβάρα μεταβλήθηκε σε μίσος φοβερό, πού φαινότανε στο βλέμμα του, στα λόγια του, στην κάθε κίνηση του. Εκείνο πού τον εξόργισε περισσότερο ήταν όταν ή Βαρβάρα διακόπτοντας τίς απειλές του, του είπε:
—Πατέρα, πρέπει και συ να ιδείς το φως του Χρίστου.
—Μη με ξαναπείς, πατέρα, της λέγει και ώρμησε επάνω της.
Την άρπαξε από τα μαλλιά και την έριξε στο πάτωμα χτυπώντας την άγρια με τα χέρια και τα πόδια του. Κατόρθωσε να ξεφύγει ή Βαρβάρα. Βγαίνει από το σπίτι και τρέχοντας όσο μπορούσε προχώρησε στο δάσος και αγκομαχώντας πήρε την ανηφοριά του βουνού από τα πιο δύσβατα και δασωμένα μέρη, για να κρύβεται.
Ό πατέρας της νόμιζε ότι κάπου στο σπίτι θα κρύφτηκε ή κόρη του, όμως όταν τη νύχτα δεν την βρήκε οπού και αν την εζήτησε στο σπίτι, πρωΐ πρωΐ πήρε ανθρώπους και άρχισε να την" αναζητεί στο δάσος. Υπεσχέθη πολλά χρήματα σ' όποιον την έβρισκε ή σ' οποίον θα τον βοηθούσε να βρει την κόρη του, όχι πια από αγάπη, αλλά με μίσος, με μανία να τη βρει και ή να την επαναφέρει στην ειδωλολατρική θρησκεία ή να την παραδώσει στις αρχές σαν χριστιανή να μη την ξαναδεί στα μάτια του. Αρκετές μέρες συνεχίστηκε ή ερευνά. Ή Βαρβάρα ζούσε με χόρτα αγρία και... προσευχή. Κάποια μέρα ψάχνοντας ό Διόσκουρος, είδε στο δάσος δυο βοσκούς. Τους ρώτησε αν είδαν μια κοπέλλα στο βουνό και τους υποσχέθηκε αρκετά χρήματα αν τον βοηθούσαν να τη βρει. Ό ένας απ' αυτούς βλέποντας το μίσος ζωγραφισμένο στα μάτια του Διόσκουρου κατάλαβε ότι δεν είχε καλό σκοπό και δεν θέλησε να φανερώσει ότι είχε ιδεί την Βαρβάρα κάπου στο βουνό. Ό άλλος υπολογίζοντας την αμοιβή πού θα έπαιρνε, έδειξε με το δάχτυλο του το μέρος πού κρυβότανε ή Βαρβάρα ανάμεσα σε βράχους και κλαδιά.
Ό Διόσκουρος σέρνοντας και χτυπώντας αλύπητα την κόρη του την έφερε στο σπίτι και την έκλεισε σε μια αποθήκη, την κλείδωσε και έβαλε έμπιστους φύλακες να την φυλάγουν από φόβο μήπως την ξεκλειδώσει κάποιος χριστιανός και δραπετεύσει.
Άλλα δεν χρειάστηκε να παραμείνει για πολύ ή Βαρβάρα στην φυλακή αυτή, γιατί αμέσως έτρεξε ό πατέρας της στον ανώτερο απ' αυτόν ηγεμόνα Μαρκιανό, να καταδώσει την κόρη του.
Με την φρίκη και το μίσος ζωγραφισμένο στο πρόσωπο του λέγει στον Μαρκιανό:
—Βρίσκομαι στην ανάγκη να σου πω κάτι φοβερό, φρικτό. Συγκρατήσου να το ακούσεις. Ή κόρη μου, παρ' όλα τα μέτρα πού πήρα, έγινε χριστιανή. Μου το ομολόγησε ή ίδια.
Δεν μπόρεσε να προχωρήσει. Έπαθε νευρική κρίση και άρχισε να χτυπά το κεφάλι του με τα δυο του χέρια. Ό Μαρκιανός τινάχθηκε από την θέση του. Προσπάθησε να ηρεμήσει τον Διόσκουρο λέγοντας του, πώς δεν πιστεύει να είναι αλήθεια, πώς κάποια νεανική επιπολαιότητα θα έπιασε τη Βαρβάρα και πώς οπωσδήποτε εκείνος θα αναλάμβανε να την μεταπείσει.
—Αδύνατο, του λέγει ό Διόσκουρος, Αύτη είναι τόσο λογική και τόσο σταθερή στα λόγια της πού δεν πρόκειται να αλλάξει γνώμη.
—Εκείνο πού θέλω, είπε ό Διόσκουρος είναι να διατάξεις να την συλλάβουν και να την φέρουν εδώ, τώρα. Ανάλαβε την υπόθεση σαν να μην είναι κόρη μου. Βασάνισε την με τον χειρότερο τρόπο. Φυλάκισε την, μαστίγωσε την, ξέσκισε το κορμί της, κομμάτιασε την, κάψε την, βασάνισε την όπως θέλεις. Αν αλλάξει γνώμη έχει καλώς. Αν δεν αλλάξει, θέλω εγώ ό ίδιος να την σκοτώσω. Εγώ πού της έδωσα την ζωή, θέλω να της δώσω και το θάνατο.
Έτσι και έγινε. Ό Μαρκιανός διέταξε μια φρουρά στρατιωτών να ακολουθήσει τον Διόσκουρο στο σπίτι του. Εκείνος μπροστά στριφογυρίζοντας νευριασμένα στα χέρια του το κλειδί της αποθήκης και πίσω του οι στρατιώτες, έφθασαν στο σπίτι και ξεκλείδωσε την αποθήκη ό Διόσκουρος. Βλέποντας άγρια την κόρη του, την ρώτησε:
— Ήρθες στα λογικά σου; Σκέψου καλά. Βλέπεις ήρθαν να σε συλλάβουν. "Η θα πάμε τώρα μαζί να θυσιάσεις στους θεούς μας ή θα ακολουθήσεις αυτούς πού βλέπεις, πού θα σε οδηγήσουν δεμένη στον ηγεμόνα και θα σε βασανίσουν όπως όλους τους χριστιανούς.
—Πατέρα, δεν πρόκειται να αρνηθώ τον Κύριο και Σωτήρα μου.
Δεν πρόλαβε να συνεχίσει ή Βαρβάρα και φώναξε με άγρια φωνή ό Διόσκουρος.
—Μη με λες πατέρα. Δεν ανέθρεψα εγώ κόρη για να γίνει χριστιανή, είπε και διάταξε τους στρατιώτες να την συλλάβουν.
Την οδήγησαν στον Μαρκιανό.
Ή Βαρβάρα στάθηκε μπροστά του με παρθενική σεμνότητα, αλλά και με όλο το θάρρος πού της έδινε ή πίστη της στο Χριστό. Δεν έτρεμε, δεν φοβότανε αν και ήξερε τί την περιμένει. Μέσα στη σκέψη της είχε τα λόγια του Κυρίου, «Θα σας οδηγήσουν μπροστά σε βασιλείς και ηγεμόνες... Σεις ούτε καν να σκεφθείτε πώς και τί θα απαντήσετε. Εγώ θα είμαι μαζί σας. Εγώ θα θέσω στο στόμα σας αυτά πού θα πρέπει να πείτε σ' ό,τι και αν σας πούνε και θα μιλήσετε κατά τέτοιο τρόπο, πού δεν θα μπορέσουν να απαντήσουν στα λόγια σας. «Θέσθε ουν εν ταις καρδίαις υμών μη προμελετάν απολογηθήναι, εγώ γαρ δώσω υμίν στόμα και σοφίαν ή ου δυνήσονται αντειπείν ουδέ αντιστήναι πάντες οι αντικείμενοι υμίν».
—Βαρβάρα, της λέγει ό Μαρκιανός, λυπήσου τον πατέρα σου πού τόση αγάπη έδειξε για σένα. Είσαι ή μοναχοκόρη του, ή χαρά, ή ελπίδα και παρηγοριά του. Και μόνο αυτό να σκεφθείς δεν πρέπει να επιμένεις σε κάτι πού του δίνει τόση προσβολή και στενοχώρια. Έπειτα λυπήσου τον εαυτό σου. Είσαι τόσο μορφωμένη, τόσο λογική, πού δεν θα έπρεπε να αφή-σεις να σε παρασύρουν αυτοί οι ανόητοι χριστιανοί πού δεν πιστεύουν στους θεούς μας. Σκέψου καλά Βαρβάρα. Θα χάσεις τη ζωή σου. Πες μας ότι πιστεύεις στους θεούς μας και κάνε μια θυσία να σε ιδεί και ό κόσμος ότι πιστεύεις, και αμέσως θα επιστρέψεις ελεύθερη στο σπίτι σου και θα δώσεις χαρά μεγάλη στον πατέρα σου και σ' όλους μας. Και συ θα ζήσεις ευτυχισμένη.
—Μιλήσατε, Έπαρχε, για τη λύπη του πατέρα μου. Θέλω και εγώ να του δώσω τη χαρά. Άλλα τη χαρά θα την βρει μόνο αν πιστέψει στον Χριστό, όπως την βρήκα και εγώ. Για τον πατέρα μου το καλύτερο πού έχω να κάνω, είναι να προσεύχομαι στο Θεό να τον φωτίσει να αφήσει αυτές τις ψευτιές και ανοησίες των ειδώλων και να ειδεί το αληθινό φως του Χριστού. Το ίδιο προσεύχομαι και για όλους Έπαρχε.
Έπειτα μου λέτε να πιστέψω και να θυσιάσω στους θεούς αυτούς, στα είδωλα. Άλλα δεν σκέπτεσθε ότι τα είδωλα είναι μάρμαρα ψυχρά και άψυχα; Ακούσατε ποτέ τα είδωλα αυτά να σας μιλήσουν; να σας διδάξουν; να σας πουνε έστω ένα λόγο, μια λέξη; Είδατε ποτέ να κάνουν ένα θαύμα; να θεραπεύσουν έναν άρρωστο, να δώσουν φως σε έναν τυφλό; Κοιτάξτε το είδωλο πού έχετε δίπλα στο θρόνο σας, μιλήστε του. Σάς ακούει; σας βλέπει; άνοιξε ποτέ το στόμα του να σας μιλήσει; Και έπειτα λέτε εμάς τους χριστιανούς, ανόητους;
—Δίκιο έχει ό πατέρας σου! τα λόγια σου είναι φοβερά. Υβρίζεις τους θεούς μας. Πάρτε την, κλείστε την στην φυλακή. Και στρέφοντας το πρόσωπο του στη Βαρβάρα της λέγει: Θα σε αφήσω δυο μέρες να σκεφθείς. Αν αλλάξεις γνώμη θα ζήσεις όπως ταιριάζει σε μια αρχοντοπούλα. Αν επιμένεις στην ανόητη πίστη αυτού του σταυρωμένου Ιησού θα χάσεις τη ζωή σου με τα πιο φοβερά βασανιστήρια.
Δυο μερόνυχτα πέρασε ή Βαρβάρα σε μια φυλακή με δάπεδο χώμα υγρό γεμάτο σκορπιούς. Έξω απ' τη φυλακή βρίσκονταν ειδωλολάτρες βαλμένοι από τον Μαρκίωνα, πού βλαστημούσαν κατά τον χειρότερο τρόπο τον Χριστό για να την εκνευρίζουν και να μην την αφήνουν να προσευχηθεί. Όμως ή Βαρβάρα είχε, όπως είπε ό Χριστός, τη δύναμη «του πατείν επάνω όφεων και σκορπιών και επί πάσαν την δύναμιν του εχθρού». Φως και παρηγοριά και δύναμη της ήταν ό Χριστός πού μέσα στο σκοτάδι της φυλακής γέμιζε την ψυχή της χαρά και αγαλλίαση.
Έπειτα από δυο μέρες έφεραν και πάλι τη Βαρβάρα στον Διοικητή.
—Ελπίζω να σκέφθηκες τώρα καλύτερα, Βαρβάρα, της είπε. Δεν θέλω να σε κρατώ στη φυλακή, ούτε να διατάξω για σένα, την κόρη του άρχοντα Διόσκουρου, να σε βασανίσουν. Είσαι τόσο νέα, τόσο όμορφη πού σε περιμένει μια ζωή όλο χαρές και ευτυχία. Έλα λοιπόν, πάμε να προσφέρεις στους θεούς θυσία.
—Δεν πρόκειται να θυσιάσω στους θεούς σας. Μόνο ένας Θεός υπάρχει. Αυτός πού δημιούργησε τον κόσμο και έστειλε στη γη τον Υιόν του τον Ιησού Χριστό, πού σταυρώθηκε για μας. Αυτός μόνο είναι Θεός, αυτόν μόνο πιστεύω και λατρεύω. Όσο για τη ζωή μου, δεν με νοιάζει αν θα με βασανίσεις και θα με θανατώσεις. Θα φύγω από την πρόσκαιρη αυτή ζωή αλλά με περιμένει ή άλλη, ή αιώνια ζωή στους ουρανούς. Και όσο συντομώτερα φύγω από τη ζωή αυτή, τόσο συντομώτερα θα συναντήσω τον Κύριο μου στους ουρανούς. Αυτή είναι ή απάντηση μου.
—Τότε και ή δική μου απάντηση είναι αυτή, είπε με οργή ο Έπαρχος. Και γυρίζοντας προς το μέρος των στρατιωτών διέταξε:
Πάρτε την έξω και μαστιγώστε την αλύπητα μπροστά σ' όλους πού περιμένουν έξω την απόφαση μου. Βγήκε και ο ίδιος έξω να παρακολουθήσει το φρικτό θέαμα, ίσως και με την ελπίδα ότι με τα πρώτα χτυπήματα θα αρνηθεί την πίστη της.
Έδεσαν την Βαρβάρα με τις πλάτες γυμνές πάνω σε ξύλο και άρχισαν να τη μαστιγώνουν αλύπητα με βούνευρα. Από το περισσότερο μέρος του σώματος της μάδησε, ξέφτισε το δέρμα. Το αίμα έτρεχε στο έδαφος. Σταματώντας το μαστίγωμα έξυναν το δέρμα με σιδερένιους τρύφτες, νύχια σιδερένια, πού τα είχαν κατασκευάσει για να βασανίζουν τους χριστιανούς.
Την νύχτα την έκλεισαν και πάλι στη φυλακή. Πέρασε όλη τη νύχτα με προσευχή μέσα σ' ένα φως πού γέμισε και παρέμεινε στη φυλακή, όταν φανερώθηκε ολόφωτος ό Χριστός πού θεράπευσε τις πληγές της και της έδωσε θάρρος και δύναμη να υποφέρει ως το τέλος τα βασανιστήρια.
Την άλλη μέρα συνέχισαν οι βασανιστές το έργο τους, μπροστά σε πλήθος ειδωλολατρών πού είχαν μαζευτεί για να βλέπουν και να βρίζουν τους χριστιανούς. Άλλα είχαν φέρει εκεί από τις φυλακές και όλους τους χριστιανούς για να τους κάνουν να λιποψυχούν και να αρνηθούν την πίστη τους στον Χριστό. Εκεί ήταν και ό Μαρκιανός και ό Διόσκουρος.
Ό Μαρκιανός όταν είδε επουλωμένες τις πληγές πού είχαν ανοίξει την προηγούμενη μέρα τα μαστίγια, διάταξε να τις ξύσουν με τα σιδερένια νύχια και να καίουν με αναμμένα δαδιά τις πληγές και τα δεμένα χέρια της, και να χτυπούν το κεφάλι της με σιδερένια όργανα.
Ήταν τόσο πολλά και φοβερά όσα υπέφερε, πού μια κοπέλλα από το πλήθος άρχισε να κλαίει. Ίουλιανή την έλεγαν. Την είδε ό Μαρκιανός και ταράχτηκε. Διάταξε να την συλλάβουν και να την φέρουν κοντά του. Κι όταν τη ρώτησε τί έπαθε και κλαίει, αύτη απάντησε με θάρρος, πώς δεν είναι σωστό να βασανίζουν έτσι τους ανθρώπους για την πίστη τους. Την ίδια ώρα διάταξε να τη δέσουν και να την μαστιγώσουν κατά τον ίδιο τρόπο.
Ή Ιουλιανή πάνω στους πόνους της έλεγε λόγια ενθαρρύνοντας την Βαρβάρα και ή Βαρβάρα την Ιουλιανή. Και ανάμεσα στα χτυπήματα και τις βρισιές, ακούγονταν από το στόμα των δυο γυναικών λόγια προσευχής. Δόξαζαν τον Θεό πού τις αξίωνε να βασανίζονται για το όνομά Του.
Ό Μαρκιανός στην απόγνωση του να βρει και αλλά φρικτότερα βασανιστήρια διάταξε να ξεσκίσουν και να κόψουν το στήθη της Βαρβάρας και της Ίουλιανής. Το υπέμειναν και αυτό με αφάνταστη καρτερία και με υψωμένα τα δακρυσμένα μάτια τους ψηλά στον ουρανό. Ούτε αυτό όμως ικανοποίησε τον Μαρκιανό, πού έχοντας κοντά του τον Διόσκουρο και παίρνοντας για όλα αυτά τη γνώμη του, σκέφθηκε άλλο βασανιστήριο ψυχικό και σωματικό για την Βαρβάρα. Διάταξε να τη γυμνώσουν τελείως μπροστά σ' όλο αυτό το πλήθος και μαστιγώνοντας την ολόγυμνη να την εξευτελίσουν και πληγώσουν έτσι την σεμνότητα της.
Άκουσε ή Βαρβάρα τη διαταγή του Μαρκιανού και πριν προλάβουν οι δήμιοι να την πλησιάσουν προσευχήθηκε με λόγια ολόθερμα: Κύριε, είπε, όλα τα υπέφερα. Τούτο μην το επιτρέψεις, σε παρακαλώ, σε ικετεύω. Πάρε καλλίτερα τη ζωή μου το συντομώτερο. Πάρε με κοντά σου.
Όρμησαν οι δήμιοι με χαρά να εκτελέσουν τη διαταγή, αλλά ενώ ήταν μισόγυμνη μέχρι τώρα με τα μαρτυρικά αίματα στο σώμα ή Βαρβάρα, τώρα την είδαν ντυμένη με νυφικά καθαρότατα φορέματα. Τα ξέσχισαν με μανία και τα έβγαλαν κομμάτια από πάνω της, όμως αλλά θεόσταλτα φορέματα εκάλυψαν το μαρτυρικό της σώμα. Αυτό πού ήθελαν δεν έγινε. Δεν κατόρθωσαν να την γυμνώσουν.
Όσο βασάνιζαν τις δυο γυναίκες τόσο φαινότανε ή δύναμη του αληθινού Θεού. Αυτό ήταν επικίνδυνο για τους ειδωλολάτρες. Σε πάρα πολλές περιπτώσεις πού βασανίζονταν οι άγιοι, πολλοί άλλοι πίστευαν βλέποντας και θαυμάζοντας την πίστη των αγίων και πολλές φορές και αυτοί οι ίδιοι οι δήμιοι πίστευαν στο Χριστό. Αυτό σκέφθηκε και τώρα ό Μαρκιανός και θέλησε να δώσει ένα τέλος. Διάταξε να τις αποκεφαλίσουν, αυτή την ίδια στιγμή.
Υπακούοντας οι δήμιοι πήραν στα χέρια τους τα κατάλληλα σπαθιά και αρπάζοντας τις δυο γυναίκες από τα μαλλιά σήκωσαν τα σπαθιά τους επιδεικτικά έτοιμοι να τις αποκεφαλίσουν. Τότε όρμησε ό πατέρας της Βαρβάρας φωνάζοντας με λύσσα στον δήμιο πού κρατούσε την Βαρβάρα.
—Όχι εσύ, εγώ θα πάρω το κεφάλι της. Εγώ πού την έφερα στη ζωή, θέλω να τη φέρω στο θάνατο.
Έφριξε ή Βαρβάρα ακούγοντας τούτα τα φοβερά λόγια του πατέρα της. Ότι θα έδινε τη ζωή της για τον Χριστό βέβαια το είχε αποφασίσει και το περίμενε με όλη της την καρδιά, αλλά δεν μπορούσε να δεχθεί τούτο το φοβερό αμάρτημα, να ιδεί παιδοκτόνο τον πατέρα της.
—Μην το κάνεις αυτό πατέρα. Άφησε τον δήμιο να πάρει το κεφάλι μου.
Ό Διόσκουρος ούτε έβλεπε ούτε άκουγε αυτή τη στιγμή. Με διαβολική δύναμη και μανία, με ένα φοβερό χτύπημα, έρριξε κάτω στο χώμα το κεφάλι της Βαρβάρας.
Μαρτύρησε σε ηλικία 26 χρονών περίπου, στις 4 Δεκεμβρίου, γύρω στο 306 μ.Χ.
Την ίδια στιγμή έπεφτε και το κεφάλι της Ιουλιανής.
Σαν να έκαμε ένα κατόρθωμα μεγάλο ό Διόσκουρος, γύρισε και είδε τον Μαρκιανό, σαν να περίμενε βραβείο για το κατόρθωμα του. Τί κατόρθωσε; Πρόσθεσε μία αγία ακόμη στους αμέτρητους αγίους της Εκκλησίας μας. Πότισε με ένα ακόμη μαρτυρικό αίμα το θείο δένδρο της πίστης του Χρίστου. Για τον εαυτό του κέρδισε την αιώνια καταδίκη και έμεινε στην ιστορία φοβερό και σιχαμερό παράδειγμα πατέρα, πού σκότωσε το παιδί του.
Όσο για την θρησκεία των ειδώλων πού φρόντισαν να στηρίξουν ό Μαρκιανός, ό Διόσκουρος και τόσοι άλλοι, ήταν πια καταδικασμένη να σβύσει για πάντα και να δώσει τη θέση της στον ολόλαμπρο ήλιο της Χριστιανικής θρησκείας, πού τότε ανάτειλε και μεσουρανούσε.
ΤΟ ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ
Βαρβάραν την αγίαν τιμήσωμεν, εχθρού γαρ τας παγίδας συνέτριψεν και ως στρουθίον ερρύσθη εξ αυτών, βοήθεια και όπλο του Σταυρού η πάνσεμνος.
Το νόημα του απολυτίκιου
Ας τιμήσωμε την αγία Βαρβάρα (με τους ύμνους μας), γιατί αύτη ή τόσο σεμνή κόρη έσπασε τις παγίδες πού της έστησε ό διάβολος (και μέσα στο σπίτι της με τον άπιστο πατέρα της) και λυτρώθηκε απ' αυτές σαν το σπουργίτι πού ξεφεύγει από την παγίδα πού του έστησαν. Και το κατόρθωσε αυτό έχοντας σαν όπλο στον αγώνα της του Σταύρου την βοήθεια.
ΤΟ ΣΕΠΤΟ ΛΕΙΨΑΝΟ
Μετά το μαρτυρικό τέλος της αγίας Βαρβάρας, χριστιανοί παρέλαβαν το σεπτό λείψανο και το έθαψαν σε τόπο μυστικό απ' τους ειδωλολάτρες, κοντά στο χωριό Γέλασο.
Αργότερα ό Αυτοκράτωρ του Βυζαντίου Λέων ο Σοφός (886-912) έχτισε μέσα στα ανάκτορα του Ναό της αγίας Βαρβάρας και τοποθέτησε μέσα στο Ναό μέρος των λειψάνων της αγίας.
Υπάρχει ή πληροφορία ότι τα έφερε από την Βενετία το έτος 911, αλλά πώς βρέθηκαν στη Βενετία είναι άγνωστο.
Έπειτα ή κόρη του Αυτοκράτορα Αλεξίου Κομνηνού πού την έλεγαν Βαρβάρα και είχε παντρευτεί με τον Ρώσο μεγάλο Δούκα του Κιέβου Σβιατοπόλκ Μιχαήλ, πήρε πάλι ένα μέρος των λειψάνων και το μετάφερε στο ναό της Ιεράς Μονής Κιέβου πού έχτισε ό Σβιατοπόλκ το έτος 1108.
.
του Γεωργίου Σωτηρίου
θεολόγου
Έκδοση Ιερού Ναού Αγίας Βαρβάρας Παμφίλων Λέσβου
Μυτιλήνη 1990
.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου